Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

"Χρόνια Πολλά Μανούλα"

Ξημέρωνε Κυριακή και η Σταυρούλα σηκώθηκε από τα χαράματα να  ανάψει το ξυλόφουρνο. Το προζύμι ήταν έτοιμο και θα άρχιζε το ζύμωμα σε λίγο, αφού πρώτα περνούσε από τον μπαξέ να κόψει τις πρώτες τομάτες της χρονιάς. Η τομάτα πρέπει να κόβεται πουρνό – πουρνό, πριν τις δει ο ήλιος. Κρατάνε τη γλύκα της νύχτας, έλεγε η σχωρεμένη η μάνα της. Θα τις έτριβε στο χέρι μια – μια να κάνει σάλτσα για το γιουβέτσι και τις υπόλοιπες θα τις κράταγε για τον ντάκο. Μουσαφίρη περίμενε και τι μουσαφίρη, το γιο της, το Μανωλιό.

Σα μπήκε στην κουζίνα ανέβασε τη πήλινη σκάφη στο τραπέζι και έριξε το αλεύρι του πετρόμυλου. Έκανε μια γούβα με το χέρι και σα δοκίμασε το νερό, γέμισε σιγά- σιγά τη γούβα. Μάζευε το αλεύρι τότε πότε με το ένα χέρι, πότε με το άλλο και σα άρχισε να σχηματίζεται η ζύμη, έριξε και το απαιτούμενο προζύμι. Το ‘χε και καμάρωνε το ψωμί της και σε καμιά δεν πρόδωσε το μυστικό της, πως έφτιαχνε το προζύμι που κρατούσε στη γυάλα και το «τάϊζε» ζουμί από άσπρα κρεμμύδια. Γι’ αυτό μοσχοβολούσε η γειτονιά κάθε φορά που έψηνε το ψωμί στο ξυλόφουρνο, για την ίδια περίσταση του χρόνου.

Κάθε που δίπλωνε τη ζύμη, να και μια ανάμνηση του Μανωλιού. Η πρώτη σα ήταν πέντε χρονώ, που σηκώθηκε νωρίς το πρωϊ να πάει στον κήπο για να κόψει τα μαγιάτικα τριαντάφυλλα και να της τα φέρει μαζί με μια αγκαλιά. Δεν την έφτανε ο Μανωλιός γι’αυτό και την αγκάλιασε στα μπούτια χωμένος μέσα στα φουστάνια της, λέγοντας της «Χρόνια Πολλά μανούλα» κι εκείνη σκούπισε τα αλεύρια στην ποδιά της και τον πήρε αγκαλιά φιλώντας τον στο μάγουλο. «Τέτοιες μαλακίες του κάνεις και θα γίνει κάνας πούστης το παιδί!», άκουσε τη φωνή του Δημητρό κι άφησε το παιδί από την αγκαλιά της. «Άντε φύγε από ‘δω μέσα!, φώναξε στο παιδί ο πατέρας του και του ‘ριξε μια μπάτσα στο κεφάλι λέγοντας του: «Η κουζίνα δεν είναι ρε για τους άντρες! Ουστ από ‘δω!»

Το ‘βλεπε από μικρό, πως το παιδί της ήταν διαφορετικό από τα άλλα παιδιά. Δεν γούσταρε να περνά χρόνο στα αλάνια με τα άλλα αγόρια, ούτε να σκοτώνει πουλιά με τη σφεντόνα, μα κλεινόταν  στην καμαρά της κι έπαιζε με τα φουστάνια της. Μια μέρα τον πήρε πρέφα ο Δημητρός και το σακάτεψε στο ξύλο το παιδί. «Ή θα γίνεις άντρας εσύ ή θα σε σκοτώσω μαλακιστήρι! Εγώ πούστη εδώ μέσα δεν θέλω!», ορυώταν εκείνος κι εκείνη βουβή, ακίνητη, τον έβλεπε να δέρνει το παιδί της με το ζωνάρι που της φωνάζει: «Βοήθεια μανούλα! Βοήθεια!». Μα σα κίνησε προς το μέρος του εκείνος τη σταμάτησε με μια κλωτσιά, ρίχνοντάς της το φταίξιμο που το παιδί  βγήκε χαλασμένο. Εκείνη φταίει! Και το φταίξιμο το πήρε μέσα της η Σταυρούλα και το κανάκευε σα άλλο παιδί, ζητώντας συγχώρεση κάθε βράδυ μπροστά στο εικονοστάσι της για τις αμαρτίες που πίστευε πως έκανε και παρακαλούσε την Παναγιά να λυτρώσει το παιδί της από τα κουσούρια του. Μα η εικόνα της Παναγιάς, βουβή, δεν την άκουγε την Σταυρούλα. Ίσως γιατί ήταν πολλές οι αμαρτίες της και δεν έφτανε μια ζωή να τις ξεπληρώσει.

Σα έφτασε δεκάξι ο Μανωλιός, άρχισαν τα κουτσομπολιά να φουντώνουν και μια μέρα που ο Δημητρός ήταν στο καφενείο, ξεκίνησαν τα πειράγματα. Παινευόταν ένας για το κωλί του Μανωλιού, που το πόρθησε νωρίτερα κι επίσημα πια το χωριό έχει το δικό του πούστη. Και συνέχισε λέγοντας,  πως για το χαλασμένο κατσίκι, φταίει πάντα ο τράγος. Μαύρισε από το κακό του ο Δημητρός και ξεκίνησε για το σπίτι του βλαστημώντας. Τον βρήκε τον Μανωλιό στην κάμαρα του να κλαίει βουβά κι έβγαλε και πάλι το ζωνάρι του ο Δημητρός κι άρχισε να  βουρλίζει την πλάτη του.  «Θα σε σκοτώσω, ρε πούστη!», φώναζε και έτρεξε να πιάσει το μαχαίρι που είχε για τα σφαγεία. «Φύγε!», φώναξε η Σταυρούλα στο γιο της. Μια μονάχα κουβέντα πρόφερε στα τόσα χρόνια που έβλεπε το ίδιο και το ίδιο σκηνικό και στεκόταν βουβή, ακίνητη, να γαλουχεί το φταίξιμο που ΄χε πάρει μέσα της. Και την άκουσε τη μάνα του ο Μανωλιός, τη μόνη φορά που μίλησε και πήδηξε από το παράθυρο της κάμαράς του. Τον έβλεπε η Σταυρούλα να απομακρύνεται και να χάνεται πίσω από τα περιβόλια και κάπου βαθιά μέσα της, φευγαλέα σα αντανάκλαση δροσοσταλίδας, ευχόταν να έτρεχε κι εκείνη κάπου ‘κει στα περιβόλια. Μα ήταν βαρύ το δικό της φορτίο. Που να το κουβαλά τρεχάλα, γι’ αυτό περίμενε πότε θα πέσει η νύχτα, για να πέσει και πάλι στα γόνατα μπροστά στο εικονοστάσι.

Τρεις μήνες αργότερα έλαβε ένα γράμμα από άγνωστο αποστολέα η Σταυρούλα. Σα το άνοιξε διάβασε μονάχα μια φράση: Είμαι καλά. Το δίπλωσε, το έκανε μια σταλιά και το έραψε πάνω στο φυλαχτό που φόραγε από παιδούλα.

Πέρασε ο καιρός, πως κυλούν τα άτιμα τα χρόνια. Άσπρισαν τα μαλλιά της Σταυρούλας κι όλο και μεγάλωνε το φταίξιμο που κουβάλαγε μέσα της. Ο Δημητρός κάθε μέρα στον καφενέ και μια μέρα εξιστορούσε τα γαμησιάτικα του ο Σταύρακας στην Αθήνα που είχε κατέβει για δουλειές. Τι για Βουλγάρες ξανθές δίμετρες έλεγε, τι για μαύρες που για πέντε δεκάρες του κάνανε όλα τα γούστα. Ένα βράδυ όμως, εκεί που έβγαινε από ένα μπουζουξίδικο στη Συγγρού, να σου τον πλευρίζει ένα τραβέλι. Στη αρχή τόνε πέρασε για γυναίκα, αλλά μπερμπάντης κι έμπειρος άντρας καθώς ήταν το κατάλαβε πως ήταν τραβέλι. Να σου τα γέλια οι υπόλοιποι, ξαναμμένοι από τις διηγήσεις του, ρωτούσαν τι έγινε στη συνέχεια. Το πήρανε λοιπόν στο κατόπι το τραβέλι με άλλον έναν φίλο κι εκεί που κάναν τη καζούρα τους, να σου λέει: Ποιος πιστεύετε ότι ήταν το τραβέλι; Ο Μανωλιός, ρε! Ο πούστης του χωριού! Και να σου να γελάνε όλοι και να κερνάνε το Δημητρό για το γέλιο που τους πρόσφερε.

Φουρκίστηκε ο Δημητρός, σηκώθηκε έφυγε αμίλητος από το καφενείο κι ορκίστηκε φτάνοντας στο σπίτι να σφάξει τη Σταυρούλα για την ντροπή που του έφερε. Μα κάπου ‘κει στα μισά του δρόμου έχασε τις αισθήσεις του, έπεσε σε ένα χαντάκι και τον βρήκαν το επόμενο πρωϊ. Εγκεφαλικό, είπαν στη Σταυρούλα από το νοσοκομείο. Σα σταθεροποιήθηκε η κατάσταση του, τον ‘φέραν στο σπίτι. Παραπληγικό, να βρίζει ακατανόητα θεούς και δαίμονες και προπαντός τη Σταυρούλα. Πέντε ολάκερα χρόνια τον έπλενε, τον ταϊζε, τον ξεσκάτιζε η Σταυρούλα κι έπειτα πριν κοιμηθεί, πάντα στο εικονοστάσι να ζητά συγχώρεση για το φταίξιμό της. Ακόμα και σα πέθανε ο Δημητρός, δικό της θεώρησε πως ήταν το φταίξιμο, τι κι αν κάπου μέσα της, πάλι σαν αντανάκλαση δροσοσταλίδας, ανακουφίστηκε λιγάκι, μα πως να ζήσει η δόλια δίχως κάποιο βάρος μέσα στην ψυχή της.

«Το καλό ψωμί, πρέπει να το διπλώνεις στο ζύμωμα. Να μην το βαράς, να το αφήνεις να ξεκουραστεί κι έπειτα σα φουσκώσει, να το χαράξεις σταυρωτά και να το ψήσεις στη θράκα.», μονολογούσε η Σταυρούλα. Μοσχομύριζε η γειτονιά από το ψωμί της  που το άφησε να κρυώσει δίπλα στο παραθύρι μαζί με τη γάστρα. Σε λίγο θα έκοβε τη τομάτα. Θα άπλωνε τη μυζήθρα πάνω στο μουσκεμένο ντάκο και θα περίμενε το Μανωλιό να έρθει.

- Πάλι μαγειρεύει η τρελή;, ρωτούσε ο Σταύρακας τη γυναίκα του.

- Πάψε βρε! Τι είναι αυτά που λές!, του αποκρίθηκε η Μυρτώ.

- Γιατί ψέματα λέω; Άκου να μαγειρεύει και να περιμένει τους πεθαμένους. Δεν το βρήκανε το τραβέλι πεθαμένο από την πρέζα δίπλα στη Συγγρού; Τι περιμένει; Να έρθει ο πούστης της με ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα να της πει «Χρόνια Πολλά μανούλα;» Αϊ στο διάλο σιχάματα!

Σκιάχτηκε η Μυρτώ στο άκουσμα των λέξεων. Το πρωϊ την είχε πάρει τηλέφωνο ο Γιώργος, ο γιος της, να της πει τα «Χρόνια Πολλά» για τη γιορτή της μητέρας και σα τον ρώτησε τι θα κάνει σήμερα της είπε πως θα βρισκόταν με τον κολλητό του το Χρήστο. «Πάλι με τον Χρήστο;», του είχε αποκριθεί. «Άλλους φίλους δεν έχεις;» και δαγκώθηκε. «Φτου! Φτου!», τίναξε τη μπλούζα της  η Μυρτώ κι έκανε το σταυρό της για να διώξει τις κακές σκέψεις.

-Τι σταυροκοπιέσαι μωρή εκεί; Της φώναξε ο Σταύρακας. Και κοίτα να πάρεις ψωμί από την τρελή, γιατί τρελή, τρελή, αλλά το ψωμί της είναι άπαιχτο.


«Σα βάλεις το προζύμι, βάλε και ζάχαρη μα το αλάτι πρέπει να μπαίνει στο τέλος.», μονολογούσε η Σταυρούλα στο διπλανό σπίτι, μα εδώ και χρόνια είχε πάψει πια να βάζει αλάτι στο ψωμί. Πέφτανε τα δάκρυα μέσα στη ζύμη και έτσι το αλμύριζε το ψωμί της.

Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

Μια Ώρα Διαφορά

Μια ώρα διαφορά
Τόσο απέχει το Εσύ
από το Εγώ μου

Να γίνει η Μονάδα Δύο
Κι το Εμείς
Το  Ένα
Το  δικό μας

Γελά ρε, ο Χρόνος!
 Διότι τούτος
αλλιώς τα ζυγώνει

Περιγελά τη θνηνότητά μας
Όμοιος κάθε θνητού Θεού,
ξεχνά ρε, σεις
 την ανθρωπιά σας!

Χιλιόμετρα, μέρες κι μνήνες
Στον Ενεστώτα εμάς περιπαίζει
Είναι που εξουσιάζει τον αόριστο
Κι θαρρεί πως ορίζει τον μέλλοντα μας

Μα τι χάρηκες;
Τι αγάπησες;
Εσύ,  στην αιωνιότητα σου;

Μεμψίμοιρα μοναχά να κοιτάζεις
Αγάπες κι Πόνους δικών μας
Στείρα απόλυτα να  χαμογελάς
Στις όχθες δακρύων αγαπημένων, εμάς

Τι είχες θαρρείς, βρε δόλιε;
Στην υπεροψία της Αλήθειας σου;

Θα ‘ρθει  καιρός που όμως
Νικημένος  κοίτα πως θα ‘σαι
Μα οϊμέ κι τρισαλί μου
κι εμείς
 απ’ τη θνητότητα μας




Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

Εγκλίσεις στο Εγώ μου

Αναζητώ σε μια Οριστική
το θάρρος να ζήσω
Μα  μπερδεύομαι ο δόλιος
στο «θα» και στο παρελθόν

«Να αγαπήσεις
Να ζήσεις!»
Κοίτα προστάντζα
η υποτακτική
στη σιγουριά της πως περιπαίζει!

Όμως χάνομαι,
σαστισμένος 
σε δυο υποτελείς εγκλίσεις
του Εγώ μου.

«Σ’αγαπώ»,
τολμώ μονάχα κι κραυγάζω
«Σ’ αγάπησα!»
όφειλα στον Αόριστο
κι ξεστομίζω.

«Κοίτα οίηση που έχει!»
μου φωνάζει νωχελικά ο Ενεστώτας.
Και φουρκίστηκα
γιατί μου χρωστά ο Παρακείμενος.

Χαμήλωσα το κεφάλι όμως
Με τους Χρόνους ποιος να τα βάλει!
Κι κάλεσα τον Υπερσυντέλικο
Να συνετίσει  τον Ενεστώτα μου.

Ξανά η Οριστική προστάζει.
Κι έχει δίκιο!
Τι είσαι εσύ
να δεσμεύεις έναν Μέλλοντα;

Δίχως το θάρρος όμως του παρελθόντος
Τι δύναμη  έχει
ένας  Ενεστώτας;
Μα δίχως αυτόν
Τι είσαι εσύ που ορίζεις τα μελλούμενα;

Ο Παρατατικός, οϊμέ!
ένας σύντροφος
Σιγοντάριζε την Καρδιά μου.

Τους Χρόνους να καταργώ
Γιατί εγώ τη Ζωή μου ορίζω.
Εγκλίσεις, Χρόνους ξορκίζω
Άνθρωπο με λένε, τολμώ

Δεκατρείς του Μάρτη
τον αναζήτησα
στο πριν ,στο μετά,
στα χρωστούμενα.

Κι ο Μέλλοντας,
μια υπόσχεση
τον ορκίζω
να μας δεσμεύσει.
 Στα ύστερα,
στο μετά,
ακόμα και στην πλάνη.

Να ορίζουμε τη Μοίρα μας,
στη θνητή  προστακτική της
κι  να  έχουμε το θάρρος
να γίνουμε μια Μετοχή.

Ερωτευμένοι
Αγαπημένοι
Σε μια Οριστική
Κι ας μας τον
στερεί καρδιά μου
ο Κόσμος

ο δικός σας.