Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

Athens Gay Pride or Athens Faggots Party?


Θυμάμαι πριν χρόνια το θέμα μιας έκθεσης στο Γυμνάσιο σχετικά  με την παγκοσμιοποίηση και την ξενομανία, αναφορικά με την υιοθέτηση ξένων συνηθειών στην Ελλάδα κι αυτό σκεφτόμουν όταν με προσέγγισαν να συμμετάσχω στο Πρώτο Athens Gay Pride της Ελλάδας. Άλλη μια «ξενόφερτη» Αμερικανιά που υιοθετήσαμε κι εμείς στην Ψωροκώσταινα. Δεν συμμετείχα τελικά στη διοργάνωση, όμως πήγα και συμμετείχα στη συγκέντρωση, στην πορεία, στο «πάρτυ» και μετά δεν ξαναπήγα, μονάχα άλλη μια φορά για ερευνητικούς λόγους που μπορείτε να δείτε εδώ.  Τη ιστορία των Gay Pride δεν θα την αναφέρω, το διαδίκτυο είναι πολύ πιο πληροφοριακό από μένα τον ίδιο, μα διαβάζοντας και κοιτάζοντας τις φωτογραφίες του φετινού Athens Pride, απογοητεύομαι πρώτα ως Έλληνας πολίτης και μετέπειτα ως ομοφυλόφιλος άντρας.

Τον περασμένο χρόνο, το ‘φέραν οι συγκυρίες και είχα την τύχη να παρακολουθήσω το Europride που διεξάχθηκε στο Άμστερνταμ κι μετέπειτα το Gay Pride του Αμβούργου. Πλήθος κόσμος συμμετείχε γιατί ήταν πραγματικά μια γιορτή στη «διαφορετικότητα», όχι λόγο σεξουαλικότητας ή ταυτότητας φύλου, αλλά γιατί όλοι ήταν σε θέση να κατανοήσουν  την έννοια του διαφορετικού κι παράλληλα να την αποδεχτούν. Πρώτα από όλα οι ίδιοι οι συμμετέχοντες κι έπειτα οι χιλιάδες παρευρισκόμενοι. Οικογένειες, παιδιά, ενήλικες απλά συμμετείχαν σε μια γιορτή. Δεν θα ξεχάσω στην «παρέλαση» που πραγματοποιήθηκε στο κεντρικό κανάλι του Άμστερνταμ, το πλοίο του πιο φημισμένου φετίχ club γεμάτο με τους συμμετέχοντες να είναι  ντυμένοι ανάλογα, να καταχειροκροτείται από το πλήθος κι το επόμενο πλοίο να αντιπροσωπεύεται από μια δικηγορική εταιρία, η οποία για το στολισμό του, επέλεξε τις σημαίες των χωρών στις οποίες η ομοφυλοφιλία θεωρείται έγκλημα, μα πιότερο ένα γραφείο κηδειών, που στόλισε το δικό του πλοίο με έναν πραγματικά τεράστιο σταυρό αποτελούμενο από δεκάδες λευκά οριεντάλ λουλούδια, τα οποία μοσχομύριζαν από μακριά και είχε για σύνθημα: Be yourself. You live only once time. Κι αυτό ήταν μια γιορτή για την διαφορετικότητα, την αποδοχή αυτής και την περηφάνια του να είναι κανείς διαφορετικός. Κι εμείς εχθές τι κάναμε, τι προσφέραμε;

Ένας πατέρας έγραψε πως πήγε τα παιδιά του στο Pride, κι προσωπικά εξεπλάγειν ευχάριστα αρχικά διαβάζοντας το, μα στη συνέχεια ανέφερε πως ο ίδιος απογοητεύτηκε ερωτώντας πως αυτό είναι το μέλλον των παιδιών του εάν είναι «διαφορετικά»; Να κυκλοφορεί ημίγυμνος στους δρόμους και να πανηγυρίζει, θυμίζοντας τον δικό μου πατέρα από την αντίστροφη, ο οποίος όταν έμαθε πως ήμουν ομοφυλόφιλος με πήγε μπουρδελότσαρκα προκειμένου να δω τις τρανς γυναίκες που εργάζονταν στα μπουρδέλα και τους εκδιδόμενους άντρες, λέγοντας μου πως αυτό είναι το μέλλον και συνάμα η κατάληξη μου. Τον διέψευσα και ίσως δεν θα το μάθει ποτέ, με το να είμαι απλά ένας χαρούμενος άνθρωπος, του οποίου η σεξουαλικότητα δεν καθορίζει το Εγώ του, απλά είναι μέρος αυτού.

Δεν αμφιβάλω επ’ ουδενί πως η διαφορετικότητα κάθε μορφής καθιστά τη ζωή αυτού που την φέρει δύσκολη. Είναι δύσκολο να παρεκκλίνει κανείς  από τις νόρμες, από τα πρότυπα και τα στερεότυπα. Είναι δύσκολο να είσαι γέρος, χοντρός, άσχημος, φτωχός, μετανάστης, οροθετικός, άρρωστος και πούστης. Όμως για κάποιους αυτό αποτελεί τροχοπέδη, για άλλους «μπαϊράκι» και για άλλους μια πρόκληση ζωής. Δεν χρειάζομαι ένα  Gay Pride για να είμαι περήφανος για τον Εαυτό μου. Η σεξουαλικότητα μου επηρρέασε την προσωπικότητα  και τη ζωή μου, εξαιτίας της ανικανότητας των άλλων να αποδεχτούν το «διαφορετικό». Όμως για να αλλάξει μια κοινωνία, ένας άλλος νους, οφείλεις πρώτα από όλα να παλέψεις με τον Εαυτό σου. Να τον κάψεις, να τον σκοτώσεις κι μετέπειτα σα Φοίνικα να «αναστηθείς». Όσο ακόμα παλεύει κανείς με τους δικούς του δαίμονες, πάντα θα έχει ανάγκη από μια ημέρα το χρόνο, προκειμένου να καπηλευτεί την ελευθεριότητα εκείνης της ημέρας, προκειμένου να είναι ο εαυτός του και δυστυχώς αυτό που θα δείξει, δεν προσεγγίζει καν αυτό που πραγματικά είναι. Είναι μοναχά η ψυχοπαθογένεια που έχει συσσωρεύσει, γι’ αυτό και τις υπόλοιπες ημέρες δε τολμά να κυκλοφορήσει ημίγυμνος στους δρόμους.

Αλίμονο, δεν αναφέρομαι πως όλοι όσοι συμμετείχαν έχουν την ίδια νοοτροπία ή κίνητρα, ευτυχώς! Πάντα θα θαυμάζω το παιδί εκείνο που θα φορέσει τα ψηλοτάκουνα, θα βαφτεί έτσι γιατί το γουστάρει και θα περπατήσει στο δρόμο αντιμέτωπο με τα χίλια σχόλια, όμως εκείνος που καπηλεύεται την ελευθεριότητα της ημέρας για να ξαναμπεί την επομένη στο καβούκι του, λυπάμαι αλλά προσβάλλει το ίδιο το gay κίνημα. Γεννηθήκαμε για να είμαστε διαφορετικοί και η ζωή είναι πολύ μικρή και πάντα θα προτιμώ  να είναι κανείς απόλυτα γελοίος, παρά απόλυτα βαρετός, όμως ρε φίλε, την ίδια μέρα κάθε χρόνο, εξακολουθείς να είσαι το ίδιο γελοίος και εξίσου βαρετός. «Θέμα Παιδείας» το φετινό σύνθημα του Athens Gay Pride, ποια όμως η προβαλλόμενη Παιδεία, ασυναίσθητα αναρωτιέμαι ως Έλληνας, πούστης, πολίτης.

Δεν είμαι υπέρ των πορειών, αλλά πάντα πιστεύω στο συμβολισμό της. Για το λόγο αυτό θα θυμάμαι πάντα με συγκίνηση τη φωτογραφία της Μαρίνας Γαλανού στη σιωπηλή πορεία του ’15, την Ημέρα Μνήμης για τα τρανς θύματα, όπως επίσης και τη φωτογραφία της Άννας Κουρουπού τον Αύγουστο του ’14, στην πορεία για τον αντιρατσιστικό νόμο, φορώντας ένα μωβ φόρεμα και κραδαίνοντας, σα Άρτεμη μια σημαία Ουράνιο τόξο. Δεν έχω ανάγκη μια μέρα το χρόνο για να παρελάσω ως «περήφανος πούστης». Γνώρισα, ευτυχώς τρανς, πούστηδες, πουτάνες, ναρκομανείς, αστέγους και φτωχούς, που μου έδειξαν πως την περηφάνεια, κανείς δε μπορεί να στην δώσει, μονάχα εσύ ο ίδιος στον Εαυτό σου κι εάν το καταφέρεις τότε μονάχα το όποιο «κίνημα» έχει νόημα. Γι’ αυτο λυπάμαι  Athens Pride, αλλά αποτύχατε για άλλη μια φορά. Μην μπερδεύετε το Pride με το Party ή διαφορετικά, λαϊκιστή “την πούτσα με την βούρτσα”. Ζούμε σε μια εμπορική κοινωνία με ξεπεσμένη ανθρωπιά όπου όλα περιστρέφονται από τον φτηνό ναρκισσισμό που προσφέρουν αφείδωλα τα  social media, γι’ αυτό αντί για σύνθημα, εστίασε στο παρασύνθημα. Διότι εάν είναι θέμα παιδείας η αποδοχή, ξεκίνα με την αποδοχή του ίδιου σου του εαυτού. Κι ευτυχώς για κάποιους δεν τους χωρά μια λεωφόρο, γιατί περπατούν περήφανα κάθε μέρα στο μονοπάτι που λέγεται Ζωή.


Υ.Γ. Λένε πως για να κάνεις ένα πετυχημένο πάρτυ, πρέπει να έχεις μια «αδελφή» καλεσμένο. Αποτυχία είναι να έχεις τόσες «αδελφές» και το πάρτυ να είναι «μάπα».

Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

"Χρόνια Πολλά Μανούλα"

Ξημέρωνε Κυριακή και η Σταυρούλα σηκώθηκε από τα χαράματα να  ανάψει το ξυλόφουρνο. Το προζύμι ήταν έτοιμο και θα άρχιζε το ζύμωμα σε λίγο, αφού πρώτα περνούσε από τον μπαξέ να κόψει τις πρώτες τομάτες της χρονιάς. Η τομάτα πρέπει να κόβεται πουρνό – πουρνό, πριν τις δει ο ήλιος. Κρατάνε τη γλύκα της νύχτας, έλεγε η σχωρεμένη η μάνα της. Θα τις έτριβε στο χέρι μια – μια να κάνει σάλτσα για το γιουβέτσι και τις υπόλοιπες θα τις κράταγε για τον ντάκο. Μουσαφίρη περίμενε και τι μουσαφίρη, το γιο της, το Μανωλιό.

Σα μπήκε στην κουζίνα ανέβασε τη πήλινη σκάφη στο τραπέζι και έριξε το αλεύρι του πετρόμυλου. Έκανε μια γούβα με το χέρι και σα δοκίμασε το νερό, γέμισε σιγά- σιγά τη γούβα. Μάζευε το αλεύρι τότε πότε με το ένα χέρι, πότε με το άλλο και σα άρχισε να σχηματίζεται η ζύμη, έριξε και το απαιτούμενο προζύμι. Το ‘χε και καμάρωνε το ψωμί της και σε καμιά δεν πρόδωσε το μυστικό της, πως έφτιαχνε το προζύμι που κρατούσε στη γυάλα και το «τάϊζε» ζουμί από άσπρα κρεμμύδια. Γι’ αυτό μοσχοβολούσε η γειτονιά κάθε φορά που έψηνε το ψωμί στο ξυλόφουρνο, για την ίδια περίσταση του χρόνου.

Κάθε που δίπλωνε τη ζύμη, να και μια ανάμνηση του Μανωλιού. Η πρώτη σα ήταν πέντε χρονώ, που σηκώθηκε νωρίς το πρωϊ να πάει στον κήπο για να κόψει τα μαγιάτικα τριαντάφυλλα και να της τα φέρει μαζί με μια αγκαλιά. Δεν την έφτανε ο Μανωλιός γι’αυτό και την αγκάλιασε στα μπούτια χωμένος μέσα στα φουστάνια της, λέγοντας της «Χρόνια Πολλά μανούλα» κι εκείνη σκούπισε τα αλεύρια στην ποδιά της και τον πήρε αγκαλιά φιλώντας τον στο μάγουλο. «Τέτοιες μαλακίες του κάνεις και θα γίνει κάνας πούστης το παιδί!», άκουσε τη φωνή του Δημητρό κι άφησε το παιδί από την αγκαλιά της. «Άντε φύγε από ‘δω μέσα!, φώναξε στο παιδί ο πατέρας του και του ‘ριξε μια μπάτσα στο κεφάλι λέγοντας του: «Η κουζίνα δεν είναι ρε για τους άντρες! Ουστ από ‘δω!»

Το ‘βλεπε από μικρό, πως το παιδί της ήταν διαφορετικό από τα άλλα παιδιά. Δεν γούσταρε να περνά χρόνο στα αλάνια με τα άλλα αγόρια, ούτε να σκοτώνει πουλιά με τη σφεντόνα, μα κλεινόταν  στην καμαρά της κι έπαιζε με τα φουστάνια της. Μια μέρα τον πήρε πρέφα ο Δημητρός και το σακάτεψε στο ξύλο το παιδί. «Ή θα γίνεις άντρας εσύ ή θα σε σκοτώσω μαλακιστήρι! Εγώ πούστη εδώ μέσα δεν θέλω!», ορυώταν εκείνος κι εκείνη βουβή, ακίνητη, τον έβλεπε να δέρνει το παιδί της με το ζωνάρι που της φωνάζει: «Βοήθεια μανούλα! Βοήθεια!». Μα σα κίνησε προς το μέρος του εκείνος τη σταμάτησε με μια κλωτσιά, ρίχνοντάς της το φταίξιμο που το παιδί  βγήκε χαλασμένο. Εκείνη φταίει! Και το φταίξιμο το πήρε μέσα της η Σταυρούλα και το κανάκευε σα άλλο παιδί, ζητώντας συγχώρεση κάθε βράδυ μπροστά στο εικονοστάσι της για τις αμαρτίες που πίστευε πως έκανε και παρακαλούσε την Παναγιά να λυτρώσει το παιδί της από τα κουσούρια του. Μα η εικόνα της Παναγιάς, βουβή, δεν την άκουγε την Σταυρούλα. Ίσως γιατί ήταν πολλές οι αμαρτίες της και δεν έφτανε μια ζωή να τις ξεπληρώσει.

Σα έφτασε δεκάξι ο Μανωλιός, άρχισαν τα κουτσομπολιά να φουντώνουν και μια μέρα που ο Δημητρός ήταν στο καφενείο, ξεκίνησαν τα πειράγματα. Παινευόταν ένας για το κωλί του Μανωλιού, που το πόρθησε νωρίτερα κι επίσημα πια το χωριό έχει το δικό του πούστη. Και συνέχισε λέγοντας,  πως για το χαλασμένο κατσίκι, φταίει πάντα ο τράγος. Μαύρισε από το κακό του ο Δημητρός και ξεκίνησε για το σπίτι του βλαστημώντας. Τον βρήκε τον Μανωλιό στην κάμαρα του να κλαίει βουβά κι έβγαλε και πάλι το ζωνάρι του ο Δημητρός κι άρχισε να  βουρλίζει την πλάτη του.  «Θα σε σκοτώσω, ρε πούστη!», φώναζε και έτρεξε να πιάσει το μαχαίρι που είχε για τα σφαγεία. «Φύγε!», φώναξε η Σταυρούλα στο γιο της. Μια μονάχα κουβέντα πρόφερε στα τόσα χρόνια που έβλεπε το ίδιο και το ίδιο σκηνικό και στεκόταν βουβή, ακίνητη, να γαλουχεί το φταίξιμο που ΄χε πάρει μέσα της. Και την άκουσε τη μάνα του ο Μανωλιός, τη μόνη φορά που μίλησε και πήδηξε από το παράθυρο της κάμαράς του. Τον έβλεπε η Σταυρούλα να απομακρύνεται και να χάνεται πίσω από τα περιβόλια και κάπου βαθιά μέσα της, φευγαλέα σα αντανάκλαση δροσοσταλίδας, ευχόταν να έτρεχε κι εκείνη κάπου ‘κει στα περιβόλια. Μα ήταν βαρύ το δικό της φορτίο. Που να το κουβαλά τρεχάλα, γι’ αυτό περίμενε πότε θα πέσει η νύχτα, για να πέσει και πάλι στα γόνατα μπροστά στο εικονοστάσι.

Τρεις μήνες αργότερα έλαβε ένα γράμμα από άγνωστο αποστολέα η Σταυρούλα. Σα το άνοιξε διάβασε μονάχα μια φράση: Είμαι καλά. Το δίπλωσε, το έκανε μια σταλιά και το έραψε πάνω στο φυλαχτό που φόραγε από παιδούλα.

Πέρασε ο καιρός, πως κυλούν τα άτιμα τα χρόνια. Άσπρισαν τα μαλλιά της Σταυρούλας κι όλο και μεγάλωνε το φταίξιμο που κουβάλαγε μέσα της. Ο Δημητρός κάθε μέρα στον καφενέ και μια μέρα εξιστορούσε τα γαμησιάτικα του ο Σταύρακας στην Αθήνα που είχε κατέβει για δουλειές. Τι για Βουλγάρες ξανθές δίμετρες έλεγε, τι για μαύρες που για πέντε δεκάρες του κάνανε όλα τα γούστα. Ένα βράδυ όμως, εκεί που έβγαινε από ένα μπουζουξίδικο στη Συγγρού, να σου τον πλευρίζει ένα τραβέλι. Στη αρχή τόνε πέρασε για γυναίκα, αλλά μπερμπάντης κι έμπειρος άντρας καθώς ήταν το κατάλαβε πως ήταν τραβέλι. Να σου τα γέλια οι υπόλοιποι, ξαναμμένοι από τις διηγήσεις του, ρωτούσαν τι έγινε στη συνέχεια. Το πήρανε λοιπόν στο κατόπι το τραβέλι με άλλον έναν φίλο κι εκεί που κάναν τη καζούρα τους, να σου λέει: Ποιος πιστεύετε ότι ήταν το τραβέλι; Ο Μανωλιός, ρε! Ο πούστης του χωριού! Και να σου να γελάνε όλοι και να κερνάνε το Δημητρό για το γέλιο που τους πρόσφερε.

Φουρκίστηκε ο Δημητρός, σηκώθηκε έφυγε αμίλητος από το καφενείο κι ορκίστηκε φτάνοντας στο σπίτι να σφάξει τη Σταυρούλα για την ντροπή που του έφερε. Μα κάπου ‘κει στα μισά του δρόμου έχασε τις αισθήσεις του, έπεσε σε ένα χαντάκι και τον βρήκαν το επόμενο πρωϊ. Εγκεφαλικό, είπαν στη Σταυρούλα από το νοσοκομείο. Σα σταθεροποιήθηκε η κατάσταση του, τον ‘φέραν στο σπίτι. Παραπληγικό, να βρίζει ακατανόητα θεούς και δαίμονες και προπαντός τη Σταυρούλα. Πέντε ολάκερα χρόνια τον έπλενε, τον ταϊζε, τον ξεσκάτιζε η Σταυρούλα κι έπειτα πριν κοιμηθεί, πάντα στο εικονοστάσι να ζητά συγχώρεση για το φταίξιμό της. Ακόμα και σα πέθανε ο Δημητρός, δικό της θεώρησε πως ήταν το φταίξιμο, τι κι αν κάπου μέσα της, πάλι σαν αντανάκλαση δροσοσταλίδας, ανακουφίστηκε λιγάκι, μα πως να ζήσει η δόλια δίχως κάποιο βάρος μέσα στην ψυχή της.

«Το καλό ψωμί, πρέπει να το διπλώνεις στο ζύμωμα. Να μην το βαράς, να το αφήνεις να ξεκουραστεί κι έπειτα σα φουσκώσει, να το χαράξεις σταυρωτά και να το ψήσεις στη θράκα.», μονολογούσε η Σταυρούλα. Μοσχομύριζε η γειτονιά από το ψωμί της  που το άφησε να κρυώσει δίπλα στο παραθύρι μαζί με τη γάστρα. Σε λίγο θα έκοβε τη τομάτα. Θα άπλωνε τη μυζήθρα πάνω στο μουσκεμένο ντάκο και θα περίμενε το Μανωλιό να έρθει.

- Πάλι μαγειρεύει η τρελή;, ρωτούσε ο Σταύρακας τη γυναίκα του.

- Πάψε βρε! Τι είναι αυτά που λές!, του αποκρίθηκε η Μυρτώ.

- Γιατί ψέματα λέω; Άκου να μαγειρεύει και να περιμένει τους πεθαμένους. Δεν το βρήκανε το τραβέλι πεθαμένο από την πρέζα δίπλα στη Συγγρού; Τι περιμένει; Να έρθει ο πούστης της με ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα να της πει «Χρόνια Πολλά μανούλα;» Αϊ στο διάλο σιχάματα!

Σκιάχτηκε η Μυρτώ στο άκουσμα των λέξεων. Το πρωϊ την είχε πάρει τηλέφωνο ο Γιώργος, ο γιος της, να της πει τα «Χρόνια Πολλά» για τη γιορτή της μητέρας και σα τον ρώτησε τι θα κάνει σήμερα της είπε πως θα βρισκόταν με τον κολλητό του το Χρήστο. «Πάλι με τον Χρήστο;», του είχε αποκριθεί. «Άλλους φίλους δεν έχεις;» και δαγκώθηκε. «Φτου! Φτου!», τίναξε τη μπλούζα της  η Μυρτώ κι έκανε το σταυρό της για να διώξει τις κακές σκέψεις.

-Τι σταυροκοπιέσαι μωρή εκεί; Της φώναξε ο Σταύρακας. Και κοίτα να πάρεις ψωμί από την τρελή, γιατί τρελή, τρελή, αλλά το ψωμί της είναι άπαιχτο.


«Σα βάλεις το προζύμι, βάλε και ζάχαρη μα το αλάτι πρέπει να μπαίνει στο τέλος.», μονολογούσε η Σταυρούλα στο διπλανό σπίτι, μα εδώ και χρόνια είχε πάψει πια να βάζει αλάτι στο ψωμί. Πέφτανε τα δάκρυα μέσα στη ζύμη και έτσι το αλμύριζε το ψωμί της.

Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

Μια Ώρα Διαφορά

Μια ώρα διαφορά
Τόσο απέχει το Εσύ
από το Εγώ μου

Να γίνει η Μονάδα Δύο
Κι το Εμείς
Το  Ένα
Το  δικό μας

Γελά ρε, ο Χρόνος!
 Διότι τούτος
αλλιώς τα ζυγώνει

Περιγελά τη θνηνότητά μας
Όμοιος κάθε θνητού Θεού,
ξεχνά ρε, σεις
 την ανθρωπιά σας!

Χιλιόμετρα, μέρες κι μνήνες
Στον Ενεστώτα εμάς περιπαίζει
Είναι που εξουσιάζει τον αόριστο
Κι θαρρεί πως ορίζει τον μέλλοντα μας

Μα τι χάρηκες;
Τι αγάπησες;
Εσύ,  στην αιωνιότητα σου;

Μεμψίμοιρα μοναχά να κοιτάζεις
Αγάπες κι Πόνους δικών μας
Στείρα απόλυτα να  χαμογελάς
Στις όχθες δακρύων αγαπημένων, εμάς

Τι είχες θαρρείς, βρε δόλιε;
Στην υπεροψία της Αλήθειας σου;

Θα ‘ρθει  καιρός που όμως
Νικημένος  κοίτα πως θα ‘σαι
Μα οϊμέ κι τρισαλί μου
κι εμείς
 απ’ τη θνητότητα μας