Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

Με μια δόση Ευτυχίας


Πέθανα τα ξημερώματα της Κυριακής, ένα βράδυ που βγήκα να διασκεδάσω,  σε έναν από τους χώρους που πολλοί χαρακτηρίζουν σα «γκέτο». Δεν είναι γκέτο όμως, γιατί κανείς δεν θα σου απαγορέψει να μπεις, όπως έχουν κάνει σε μένα σε άλλα μέρη. Είναι απλά ένας χώρος στον οποίον μπορώ να νιώσω ασφαλής, αποδεκτός, ήσυχος, να εκφραστώ και πάνω από όλα να φλερτάρω. Άτιμο πράγμα ο Έρωτας, απαραίτητος όσο η αναπνοή, γι’ αυτό στην αναζήτησή του, καιγόμαστε συχνά, σα νυχτοπεταλούδες στη  φωτιά. Χαλάλι του όμως.

Πέθανα, για την ακρίβεια σκοτώθηκα από μια σφαίρα που με βρήκε κατάστηθα, την ώρα που χόρευα ξέφρενα, χαρούμενα, γευόμενος  την ελευθερία μου. Την ελευθερία του να είμαι εγώ. Ο Εαυτός μου. Να ορίζω εγώ πως θα ζήσω τη ζωή μου, τα όνειρα μου, τις επιθυμίες μου, τα θέλω μου και πάνω από όλα τον έρωτά μου. Να καθορίζω εγώ ποιον θα αγαπώ κι όχι οι γονείς μου, η κοινωνία, η θρησκεία, ο φόβος και κάθε  δυνάστης της ψυχής μου. Το αποφάσισα πριν καιρό πως θα ζήσω όπως θέλω εγώ, μετά από χρόνια που υπόμενα τη χλεύη, το διασυρμό, τον εξευτελισμό της ύπαρξης μου, η οποία δεν είναι όπως των υπολοίπων. Θυμάμαι ακόμα τον πατέρα μου να με δέρνει σα το έμαθε και τη μητέρα μου να με φτύνει κάθε φορά που περνούσε μπροστά από την πόρτα του δωματίου μου. Τόσο άξιζα. Τόσο λίγο. Και με τον καιρό το πίστεψα πως τόσο άξιζα, όπως πίστεψα πως ήμουν ψυχικά άρρωστος. Έτσι μου έλεγαν και με έτρεχαν στους διάφορους γιατρούς να με θεραπεύσουν. Και μετά ήρθε ο φόβος. Ο φόβος για τους άλλους, για τον ίδιο τον εαυτό μου, για την ύπαρξη μου. Δεν υπάρχει χειρότερη μορφή φόβου από εκείνον για τον ίδιο σου τον εαυτό, γιατί σε κάνει να τον μισείς. Βαθιά. Θανάσιμα.

Χρειάστηκαν χρόνια ώστε να μπορέσω να αποτινάξω όλο αυτό το φορτίο από πάνω μου. Να τολμήσω να σηκώσω το κεφάλι απέναντι στη ντροπή που ένιωθαν οι άλλοι για μένα, ακόμα και στο μίσος τους για τη διαφορετικότητα της ύπαρξης μου και να διεκδικήσω το δικό μου μερτικό στη ζωή. Τη θυμάμαι εκείνη τη μέρα, περήφανα, που είπα: Φτάνει! Και ξεκίνησε άλλο ταξίδι, άλλη πορεία, γιατί είναι επίπονη αυτή η διαδρομή, ολισθηρή, επικίνδυνη, να προσπαθείς να μαζέψεις το κομμάτια της ύπαρξης σου, να τα συγκολλήσεις, να γλείψεις τις πληγές και μετά να τον αγαπήσεις από την αρχή. Αλλά άξιζε αυτή η πορεία, αυτή η διαδρομή κι ας μην είμαι αυτός που θα γινόμουν, όμως έμαθα ευτυχώς, να αγαπώ πια αυτό που είμαι.

Για αυτό είμαι περήφανος. Για την πορεία μου, τη διαδρομή μου, το θάρρος μου να αντιμετωπίσω τον κόσμο και να βρω ξανά τον εαυτό μου. Μια περηφάνια που μόνο όσοι έχασαν και ξαναβρήκαν τον εαυτό τους μπορούν να το καταλάβουν, έξω από στερεότυπα και ταμπέλες. Για αυτό ήμουν χαρούμενος εκείνο το βράδυ. Γιόρταζα ξανά και ξανά τη δική μου προσωπική νίκη στο «γκέτο», διότι ακόμα ο κόσμος δεν είναι ολότελα έτοιμος να αποδεχτεί το διαφορετικό, κι ευελπιστούσα σε όλα εκείνα που ακόμα δεν έχουν έρθει.  Σε αυτό το σημείο με βρήκε η σφαίρα και δεν έκανε γκελ στα νιάτα μου, μήτε στα μενεξεδένια μου όνειρα, γιατί το χέρι που κρατούσε τη σκανδάλη ήταν πιο δυνατό. Βάραινε από θεούς, θρησκείες, προκαταλήψεις κι ήταν ο ίδιος ένα βαρίδι στην ίδια του τη ζωή. Με σκότωσε γιατί ήμουν διαφορετικός από εκείνον. Πέθανα γιατί ήμουν χαρούμενος. Πέθανε γιατί ήταν δυστυχισμένος.

 Όμοια με εμένα πεθαίνουν πολλοί. Ακόμα. Και δυστυχώς θα εξακολουθούν να πεθαίνουν, όπως και για πολλούς, άλλους λόγους. Οι άνθρωποι όμως είμαστε μικροί για να τα βάλουμε με τον κόσμο, τον μεγάλο, μπορούμε όμως στο δικό μας πεδίο των μαχών να αναζητήσει ο καθένας τη δική του ευτυχία. Βλέπετε ο ευτυχισμένος άνθρωπος δεν υπακούει σε ιδεολογίες, στερεότυπα, θρησκείες και προκαταλήψεις. Δεν θα πατήσει τη σκανδάλη, ακόμα κι αν τύχει να κρατήσει  όπλο. Δεν θα σταθεί απέναντί σου, αλλά δίπλα σου. Θα σου χαμογελάσει κι απλά θα σε βοηθήσει να βρεις κι εσύ τη δική σου ευτυχία.

Γι’ αυτό να ευτυχείτε. Εγώ πέθανα κάπου την Κυριακή τα ξημερώματα γιατί δεν υπάρχει αρκετή χαρά στις καρδιές των ανθρώπων.