Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2015

Στον Αστερισμό του Καρκίνου

            Ο Καρκίνος, σύμφωνα με την Ελληνική μυθολογία, ήταν ένας μεγάλος κάβουρας που έστειλε η Ήρα στον Ηρακλή όταν πάλευε με τη Λερναία Ύδρα. Ο Ηρακλής τον σκότωσε με ένα χτύπημα του ροπάλου του κι η Ήρα, θαυμάζοτας το, τον ανέβασε στον Γαλαξία κι τον έκανε αστερισμό. Άλλωστε από το στήθος της  δημιουργήθηκε όταν αποτράβηξε βίαια το μικρό Ηρακλή που θήλαζε εν αγνοία της κι οι σταγόνες του γάλατος σκορπίστηκαν στον Ουράνιο θόλο κι τον σχημάτισαν. Ίσως για αυτό ο καρκίνος, όχι ο αστερισμός, ο άλλος, η «παλιαρρώστια», η επάρατος που λένε, φοβούμενοι μη κι η εκφορά του φέρει την ίδια την αρρώστια επάνω τους, είναι τόσο άρρηκτα συνδεδεμένη με το γυναικείο μαστό. Αυτό σκεφτόμουν, όταν έμαθα πως μια φίλη αγαπημένη έχει καρκίνο στο μαστό κι ετοιμάζεται να προχωρήσει σε δεύτερο χειρουργείο για την ολική μαστεκτομή.
Σε ότι αφορά θέματα υγείας που αφορούν τον εαυτό μου, με θεωρώ αρκετά ψύχραιμο έως κι αναίσθητο ορισμένες φορές έπειτα από προσωπική εμπειρία, όμως σε ότι αφορά τους άλλους, είναι κάτι που δεν ξέρω κι δεν έχω μάθει να διαχειρίζομαι. Πως μιλάς σε έναν καρκινοπαθή; Πως του φέρεσαι; Τι του μαγειρεύεις; Τι του λες; Πως διαχειρίζεσαι εσύ κάποιον που πάσχει από μια αρρώστια η οποία στο πρώτο της άκουσμα το μυαλό σου το συνδέει κατευθείαν με το θάνατο όπως εσφαλμένα (ευτυχώς πια) συμβαίνει κι με την οροθετικότητα.
Θυμάμαι ακόμα έντονα τη συζήτηση της Γιαγιάς μου με μια γειτόνισσα, ο πληροφοριοδότης της γειτονιάς, να μιλάει για μια άλλη, μάνα μικρού παιδιού η οποία έπασχε από καρκίνο κι σύρεε όλη η γειτονιά  να την επισκεφτεί γνωρίζοντας πως πλησίασε να καταλήξει, απλά κι μόνο για να φτύσουν μετά τον κόρφο τους κι να μακαρίσουν την τύχη τους. «Αφήστε την να πεθάνει ήσυχα.», έλεγε η Γιαγιά μου κι η άλλη συνέχιζε να εξιστορεί το πώς ξερνοβολούσε η ασθενής αφού έφαγε «ένα τόσο δα κουραμπιέ που το λιγουρεύτηκε». Νομίζω πως μετά από λίγες μέρες κατέληξε κι «ησύχασε», όπως λέγανε. Κι αυτή η ριμάδα η τηλεόραση μας έχει θρέψει με τόσο ξένο πόνο από ανθρώπους που αργοπεθαίνουν λες κι με τον δικό τους θάνατο ξορκίζουμε το Κακό μη κι μας βρει. Γι’ αυτό ταυτίζεται με τον θάνατο η «παλιάρρώστια». Γιατί την ταϊζουμε με μακαριότητα για την «τύχη μας» κι τον  ποτίζουμε με το σάλιο που φτύνουμε στον κόρφο μας καθώς αφελώς λησμονούμε πως «Θανάτω πάντες οφειλόμεθα», όπως σοφά έχει γράψει η Δάφνη Χρονοπούλου.

 
Όμως η γνώση αυτή, η πρόστυχη θνητότητα μας, είναι που μας οδηγεί στην πρόληψη, την ενημέρωση, την δράση κι εν τέλει τροφοδοτεί με δύναμη τους καρκινοπαθείς κι τον κάθε ασθενή να παλέψει, όχι μονάχα με την ίδια την αρρώστια, αλλά με τον κρατικό μηχανισμό κι το εθνικό σύστημα υγείας. Θεσμοί οι οποίοι στερούν κάθε ανθρώπινη αξιοπρέπεια τη στιγμή που γίνεται πιο απαραίτητη, με τις λίστες αναμονής για τα χειρουργεία, τα φακελάκια, την προτεραιότητα για τα κρεββάτια κι τις ελλείψεις των φαρμάκων. Χαραγμένο έχει μείνει μέσα στη μνήμη μου οι αναρτήσεις  ενός συν-μπλόγκερ, ασθενής με καρκίνο που πέθανε στα τριάντα του,  ο οποίος απολύθηκε με την κρίση κι δεν είχε τα απαιτούμενα ένσημα για να δικαιούται ασφάλιση, όπως και τη συναυλία που πραγματοποίησαν φίλοι κι ακόλουθοι, προκειμένου να συγκεντρώσουν τα λεφτά για τα νοσήλεια. Προσοχή, μιλώ για το μηχανισμό κι όχι για τους ανθρώπους που το στηρίζουν με το λειτούργημα τους κι ευτυχώς είναι πολλοί αυτοί.
 
Θα παραμείνω ο κυνικός εαυτός μου λοιπόν κι θα σαρκάζουμε παρέα τον καρκίνο στους θαλάμους κι κυρίως στους διαδρόμους απλά θα της λέω πιο συχνα πως την αγαπώ., γιατί  οι ασθενείς με καρκίνο (ή όχι), δεν χρειάζονται κάτι παραπάνω από την αγάπη μας που ούτως ή άλλως είχαν. Τη δύναμη πρέπει να την βρούμε εμείς. Εκείνοι την βρίσκουν μόνοι τους μέσα από τη διαπίστωση της θνητότητας τους κι αυτό που τουλάχιστον τους οφείλουμε, είναι μια προληπτική εξέταση στον εαυτό μας.