Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2015

Η Ροζ Βίβλος: Κεφάλαιο Γέννεσις



Κι ξαφνικά γινήκαμε "charlie"... Αφιερωμένο λοιπόν!



“Εν Αρχή, ο Λόγος”.

Όλα λοιπόν με ένα λόγο ξεκινούν και για έναν λόγο γίνονται. Ο Μεγάλος λοιπόν, εκεί που διεύθυνε την Αγγελική χορωδία και τη συμφωνική του Παραδείσου, να σου ακούει κάποιον να στονάρει και την τρομπέτα να παίζει απαγορευμένο, αγγελικό hιp-hop. Κάνει μια έτσι να δει ποιος είχε το θράσσος να διακόψει την πρόβα και βλέπει τον Λούσι (από το Λούσιφερ) να κυλιέται σε ένα συννεφάκι, χτυπώντας τα φτερά του και σκορπώντας τα πούπουλα δεξιά κι αριστερά, ενώ η κουστωδία του μαζευόταν σε κύκλο φωνάζοντας: Γιο,Λου, Γιο! Τα παίρνει στην κράνα λοιπόν ο Γέρος, αρπάζει την μπαγκέτα και τσιρίζοντας, αρχίζει να βαράει όποιο Αγγελάκι βρει μπροστά Του κι απο κει βγήκε η φράση: Ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε.
Αρπάζει λοιπόν τον Λούσυ απο τη δεξιά φτερούγα, ρίχνοντας του παράλληλα και κάμποσες μπάτσες που στράβωσε το φωτοστέφανο του και κάπου ανάμεσα στα πούπουλα τον Αγγέλων που πνιγόταν λέει:
-       Σιγά ρε Πατέρα, τι βαράς;
      -     Τι βαράω βρε αχαϊρευτε; Πότε θα σοβαρευτείς επιτέλους; Φτάσανε οι φτερούγες σου δέκα μέτρα κι ακόμα με αυτά ασχολήσαι; Τσάμπα τόσα ιδιαίτερα σε φωνητικά και λύρα σε έστειλα για να μου τσαμπουνάς hip-hop την ώρα της πρόβας; Πότε θα βάλεις μυαλό βρε άχρηστε; Και του χώνει μια στο κεφάλι.
                  -       Ε, ρε Πατέρα μουσική είναι αυτή που κάνουμε; Όλο Αλληλούια Αλληλούια, νησάφι πια βαρέθηκα και την κάνει με ελαφρά να γλιτώσει κι άλλη καρπαζιά, πετώντας ανάμεσα στα σύννεφα.
                   -       Τι κοιτάτε κι εσείς σα χάνοι! Φωνάζει στα άλλα Αγγελάκια, που παρακολουθούσαν έντρομοι τον καυγά του Πατέρα τους με το αγαπημένο του παιδί. Και μαζεύτε αυτό το χάλι, φωνάζει και φεύγει φουρκισμένος.
«Αυτό το παιδί, θα με πεθάνει.» σκεφτόταν ο Ένας ξαπλωμένος σε ένα σύννεφο, κοιτάζοντας το Χάος για να του πέσει η πίεση και κάπου εκεί, βλέπει τα πούπουλα των Αγγέλων που είχε πλακώσει νωρίτερα, να φωσφωρίζουν στο σκοτάδι. Κόλπος κόντεψε να του΄ρθει στη θύμιση των προηγούμενων όταν φτερνίστηκε και ένα πούπουλο πέταξε μακριά, λάμποντας. «Ακίνητα!» φώναξε και ευθύς όλα τα πούπουλα παρέμειναν στη θέση τους, φωτίζοντας το Χάος σα γκλίτερ κι έτσι δημιουργήθηκαν τα Αστέρια. Του καλάρεσε του Γέρου το σκηνικό κι άρχισε να εμφανίζει απο δω κι απο κει τον Κόσμο, στολίζοντας τον σα κουκλόσπιτο και πέρασαν έτσι πέντε μέρες, άφαντος απο τα μάτια των Αγγέλων.
Κάπου την Έκτη μέρα, ενώ έπαιζε με τα ελεφαντάκια στην Αφρική και τις φάλαινες Μπελούγκα στον Πόλο, ένοιωσε μια μοναξιά να τον κατακλύζει. Τα Αγγελάκια καθόλου δεν τον καταλάβαιναν και εκείνος ο αχαϊρευτος ο Λούσιφερ, όλο κόντρα του πάει. «Αϊ σιχτίρ!», φωνάζει και φτύνει κατα τη Γη. Ροχάλα ολόκληρη, θεϊκή κατέκλυσε το χώμα, μαλακό ακόμα απο τη Δημιουργία και έγινε λάσπη. Παίρνει λοιπόν ο Μεγάλος ένα κομμάτι κι αρχίζει να το πιλατεύει μέχρι που του ‘δωκε μορφή, τη μορφή του Ανθρώπου, καθεικόνα και καθομοίοσι, όμοια με κείνη τον Αγγέλων, αλλά χωρίς τα φτερά. «Μπελάς τα φτερά, μουρμούραγε, άσε που μαδάνε και συνέχεια»
Κι άρχισε ο Μεγάλος να του λέει τον Πόνο του, μονολογώντας δίχως να παίρνει απάντηση. Κάπου όμως φοβήθηκε μη του μείνει κουσούρι να μιλάει μόνος, σκιάχτηκε κιόλας μην είναι η αρχή της άνιας, φυσά τον Άνθρωπο και του δίνει την Πνοή της Ζωής. Ζωντάνεψε λοιπόν κι εκείνο, προσπαθούσε να σταθεί όρθιο κι όλο έπεφτε, μέχρι που τα κατάφερε κι άρχισε να τρέχει πέρα δώθε ξεβράκωτο με την τσούτσα του να κουνίεται δεξιά κι αριστερά και το κανε χάζι ο Θεός όπως τον φώναζαν άλλοι μέχρι που το αγάπησε κι έτσι αποφάσισε να το κρύψει στην Εδέμ, μη και το πάρουν χαμπάρι οι Άγγελοι και ζηλέψουν.
Αδάμ, αποφάσισε να τον φωνάζει και πήγαινε κάθε μέρα στον Κήπο να βλέπει την πρόοδο του και να μαθαίνει τα νέα του. Είχε αποφασίσει πως ότι απέτυχε να κάνει με τον αγαπημένο του Λούσιφερ, τούτο δω το πλάσμα θα τα κατάφερνε γιατί του ‘ δωσε την ίδια Του την πνοή. Τσουτσούρεψε όμως ο Αδάμ, έβλεπε και τα άλλα ζωντανά σε ζευγάρια, να πηδιούνται ασύστολα, είχε πιαστεί και το χέρι του απο την πολύ μαλακία που καθώτι νωπός ακόμα απο την υγρασία της λάσπης, το φερε και το κανε γούδα ολόκληρη, παρακάλεσε τον Μεγάλο να του φτιάξει ένα σύντροφο όπως έκανε με όλα τα πλάσματα της Πλάσης. Κι ο Μεγάλος τον λυπήθηκε έτσι που μυξόκλαιγε και ξανάφτυσε τη Γη και τσούκου τσούκου να σου έφτιαξε τη Γυναίκα και της έδωσε κι αυτηνής την Πνοή της Ζωής. Λίλιθ την ονόμασε και την παρουσιάζει στον Αδάμ. Βλέπει εκείνος τη Λίλιθ κι ορμάει σα ταύρος καταπάνω της να ξεχαρμανιάσει ο δόλιος. Έλα ντε που της Λίλιθ, δεν της άρεσε ο Αδάμ και δεν τα ‘νοιγε τα πόδια της, να σου πάλι  στον Μεγάλο να κλαίγεται ότι δεν του κάθεται η Λίλιθ και έχει πάθει τεντονίτιδα απο τη μαλακία, αποφασίζει ο θεός να του φτιάξει άλλη.
 -Πως τη θες πασά μου,ρωτάει ο Θεός και του λέει ο Αδάμ.
- Τη θέλω όπως είναι αυτή, έτσι ζουμερή και με καμπύλες, αλλά ξανθιά, με πιο φουσκωμένο βυζί, να μην μιλάει πολύ, όχι πιο ψηλή απο μένα και να κάνει ότι της πω.
Το σκέφτηκε λοιπόν ο Μεγάλος, σου λέει: Τη Λίλιθ την έκανα με ροχάλα στο χώμα. Μπορεί το χώμα να ήταν σκάρτο και να βγήκε έτσι. Αν πάρω λίγο χώμα απο τον Αδάμ που του περισσεύει κιόλας, θα του μειώσω λίγο την κοιλίτσα, θα είναι και η άλλη απο το ίδιο υλικό, δεν μπορεί θα τα βρούνε και πιάνει λοιπόν τον Αδάμ, του παίρνει χώμα απο τα πλευρά, τον σουλουπώνει λίγο και πλάθει την καινούργια του σύντροφο βάζοντας άχυρο για μαλλιά ώστε να πετύχει το χρώμα. Έλα που το υλικό ήταν λίγο και βγήκε πιο μινιόν απο ότι υπολόγιζε, αλλά τον Αδάμ δεν τον ένοιαζε αφού η Εύα, έτσι όπως την ονόμασε ο Μεγάλος, δεν του χάλαγε χατήρι πουθενά. Τι πίσω απο τις βάτες, τι κρεμαστοί στο δέντρο της Γνώσης, παντού το κάνανε, τόσο που για να μην ξεχάσει τις στάσεις ο Αδάμ, άμα θα ήθελε να τις ξανακάνει, έκατσε και τις ζωγράφισε σε φύλλα βελανιδιάς και ονόμασε το έργο του Κάμα Σούτρα. Ευτυχισμένος ο Μεγάλος με τη χαρά του Αδάμ, «Πληθύνεσται», του ευχήθηκε για να γίνει η Εδέμ Jumpo εν καιρό Χριστουγέννων.
Η Λίλιθ, τώρα, αφού είδε ότι ο Αδάμ έκανε παράπονα στον Μεγάλο κι εκείνος την είχε φτυσμένη, φεύγει απο τον Παράδεισο και την κάνει στη γύρα μέχρι που συναντά τον Λούσιφερ. Εκείνος στο μεταξύ τα είχε τσουγκρίσει με το Γέρο και σε ένα καυγά που τον έλουζε ο Πατέρας γυρίζει και τον λέει Ξεκούτη που παίζει με παιχνίδια και κούκλες. Τα παίρνει ο μπάρμπας λοιπόν, του πετάει όλες τις λύρες και τις τρομπέτες και τον έστειλε κι αυτον έξω απο τον Παράδεισο. “Χιέστηκα” είπε ο Λούσιφερ και την κάνει με τους κολλητούς του να τον ακολουθούν.
Πιάνει λοιπόν το υπόγειο, παρατημένο χρόνια στα Τάρταρα, το ανακαινίζει, και αποφασίζει να φτιάξει το καλύτερο Club που θα υπάρξει ποτέ. Το ονόμασε Κόλαση και για τα εγκαίνια διοργάνωσε το καλύτερο rave party για εκείνον και τους φίλους του. Ο DJ βάραγε τόσο δυνατά που Άγγελοι κατέβηκαν απο περιέργια για να δουν τι παίζει και τόσο τους άρεσε το σκηνικό που έμειναν και δεν ξαναγύρισαν στον Παράδεισο. Που και που, ανέβαινε στον Κόσμο, μπας και πάρει καμιά ιδέα για décor και σε μια απο τις εφόδους του να σου πετυχαίνει τη Λίλιθ να κλαίει κάτω απο μια Ιτιά.
Στην αρχή νόμιζε πως η ίδια η Ιτιά έκλαιγε κι ήθελε να την ξηλώσει για ηχητικό εφέ στην Κόλαση, αλλά όταν πλησίασε είδε τη Λίλιθ να κλαίει και να οδύρεται αντί για το δέντρο, για αυτό και την Ιτιά την ονόμασε Κλαίουσα.
           Τι έχεις κοπελιά; Είπε ο Εωσφόρος στη Λίλιθ και απο μέσα του θαύμαζε τη δουλειά του Γέρου για όλα όσα έκανε.
Τρομαγμένη αρχικά η Λίλιθ, αναθάρρεψε σα είδε τους κοιλιακούς και τα μούσκουλα του Λούσι, του εξιστορεί όλο το story και πολύ την συμπόνεσε την κοπέλα, καθότι διωγμένο παιδί κι εκείνος, ξέρει τον πόνο του να σε απαρνιέται ο πατέρας σου. «Έλα, σήκω κοπελιά, της λέει. Θα σε βάλω μπαργουμάνα στο club να κάνεις κι εσύ το κομμάτι σου, να έχεις ένα κεραμμύδι πάνω απ’ το κεφάλι σου κι να χω κι εγώ παρέα.» Κάτι που θα ήταν μόνη της στον κόσμο, κάτι που γλυκάθηκε με το τζακούζι της Κολάσεως να βγάλει όλη την μπίχλα της ερήμου που είχε μαζέψει στο κορμί της, τον ακολούθησε τον Εωσφώρο και κατέβηκε στην Κόλαση, ορκίζοντας του αιώνια πίστη για την ευσπλαχνία  του.
Ο καιρός περνούσε στον Παράδεισο και την Κόλαση κι όλοι ζούσαν όμορφα και ειρινικά, ο καθένας στο χώρο του. Έλα όμως που της Λίλιθ της είχε κάτσει η ιδέα να εκδικηθεί τον Αδάμ, που εξαιτίας του ατιμάστηκε και μια μέρα μπαίνει κρυφά στον Παράδεισο ντυμένη στα δερμάτινα και  δωδεκάποντο τακούνι. Κρύβεται λοιπόν σε ένα βράχο και παρακολουθεί το ζευγάρι απο μακριά να συνουσιάζονται, ψάχνοντας τρόπο να πάρει το αίμα της πίσω την ώρα που η Εύα είχε πολλαπλούς οργασμούς και πολύ την ζήλεψε γιατί εκείνη τόσο καιρό στην Κόλαση, ακόμα να την στριμώξει ο Λούσι.
Κάποια στιγμή είδε την Εύα να πλησιάζει το δέντρο, καθώς μετά απο τόση ώρα σεξ την έκοψε λόρδα και ήθελε ένα μηλαράκι να ξεπλύνει το στόμα της απο τη γεύση του Αδάμ. Άδραξε λοιπόν την ευκαιρία η Λίλιθ και να σου πετάγεται μπροστά απο την Εύα με μια στάμνα υπομάλης.
-Γεια σου κοπελιά, της λέει η Λίλιθ.
-Ε, γειά, έκανε η Εύα σαστισμένη, καθώς τόσο καιρό στον Παράδεισο, άλλη γυναίκα δεν είχε ξαναδεί και πολύ εκθαμβώθηκε με τη φιδέ γόβα και το δερμάτινο outfit της άλλης.
-Καλέ πως κυκλοφορείς έτσι ξυπόλυτη και ατιμέλητη στον Παράδεισο σα βλάχα;, της λέει η Λίλιθ.
-Τι εννοείς σα βλάχα, ρωτάει η Εύα, καθώς δεν ήξερε τι διακρίσεις υπάρχουν στον Παράδεισο.
-Βλάχες είναι αυτές που μένουν απο κείνη την πλευρά του βράχου κι όχι απο αυτή που μένω εγώ, της απαντά.
-Και πως είναι η πλευρά η δική σου δηλαδή, τη ρωτάει απορημένη.
-Α, στη δική μου τη πλευρά, τα δέντρα είναι πιο μεγάλα, τα λουλούδια μυρίζουν πιο ωραία και τα πουλιά κελαηδούν πιο όμορφα. Αλλάζουμε κάθε εποχή ρούχα ανάλογα τις κολεξιόν και οι άντρες μας μας λένε πόσο ωραίες είμαστε γιατί δεν βαριούνται ποτέ να μας θαυμάζουν.
-Κι εμένα δεν βαριέται ο άντρας μου να με κοιτάζει, συνέχεια στα τέσσερα με έχει.
-Χαχαχα, γέλασε η Λίλιθ, μα για αυτό σε έχει στα τέσσερα, για να μην σε βλέπει. Μετά δεν αλλάζει και πλευρό και ροχαλίζει; Γιατί νομίζεις το κάνει αμα δεν σε βαρέθηκε;
Το σκέφτηκε η δόλια η Ευα, σα δίκο να έχει τουτη δω, έλεγε μέσα της και πολύ στεναχωρέθηκε που έβαλε τα κλάμματα.
-Έλα, έλα μην κλαις, της είπε η Λίλιθ. Κι επειδη πολύ σε συμπάθησα θα σου πω πως μπορείς να γίνεις σα κι εμάς.
Η Εύα τότε την κοίταξε στα μάτια με λαχτάρα περιμένοντας να ακούσει τη λύση στο πρόβλημα της, γιατί τον αγαπούσε πολύ τον Αδάμ, αλλά ήθελε να την αγαπά κι εκείνος.
Ο Μπάρμπας όταν έφτιαξε την Πλάση και  μετά τη φυγή του Λούσιφερ έπεσε σε κατάθλιψη. Ψάχνοντας λοιπόν κάτι να διώξει την πλήξη και να του φτιάξει τη διάθεση αποφάσισε να δει τι μπορεί να κάνει χωρίς τις θεϊκες Του δυνάμεις, όπως το δημιουργήμα του ο Αδάμ. Φύτεψε λοιπόν μια μηλιά στη μέση της Εδέμ, προφυλαγμένο απο τα ζώα και έδωσε εντολή στον Αδάμ, να μην φάνε ποτέ απο τους καρπούς της, που τόσο πολύ φρόντιζε. Η μηλιά μεγάλωσε και θέριεψε κάνοντας χρυσά μήλα που άστραφταν στο φως του ήλιου κι εκεί την οδήγησε η Λίλιθ λέγοτνας.
-Φάε απο αυτή τη μηλιά και δώσε και στον άντρα σου να φάει. Έτσι, δεν πρόκειται ποτέ να σε βαρεθεί.
-Μα αυτή τη μηλιά την έχει φυτέψει ο ίδιος ο Θεός, είπε εκείνη τρομοκρατημένη.
-Μα για αυτό και θα κάνει τον άντρα σου να μην σε βαρεθεί ποτέ, γιατί είναι τέτοια η δύναμη της, ακριβώς επειδή την έχει φυτέψει ο Θεός.

Το σκέφτηκε απο δω η Ευα, το σκέφτηκε απο κει και παίρνει το μήλο που της έδωσε η Λίλιθ, και διστακτικά δάγκωσε το χρυσό μήλο.
-Ωραία, τρέχα τώρα και δώστο στον άλλον, είπε η άλλη επιτακτικά και την άφησε να τρέξει πίσω στον Αδάμ.
«Και τώρα Αδάμ, πάρε να ‘χεις!», σκέφτηκε χαιρέκακα η Λίλιθ.
Φτάνοντας η Ευα στον Αδάμ, τρομοκρατήθηκε που την είδε να κρατά το μήλο του Θεού. «Μα είσαι ηλίθια!» της φώναξε εκείνος κι εκείνη έβαλε τα κλάματα.
-Μα εγώ Αδάμ μου για σένα το κανα! Που καμαρώνεις για το πράμα σου και τις επιδόσεις σου στο σεξ, όμως έναν οργασμό της προκοπής δεν μου έχεις δώσει!
Σάστισε ο Αδάμ « Τι λέει η γκόμενα; Σκέφτηκε που της πέταξα προηγουμένος τα μάτια έξω.»
-Είδες που ούτε εσύ ο ίδιος δεν είσαι σίγουρος Αδάμ μου; Ενώ άμα φας αυτό το μήλο του Μεγάλου, θα ξέρεις πόσο Άντρας είσαι και πόσο με κάνεις να φτάνω σε οργασμό. Για αυτό ο Θεός το είπε: Το Δέντρο της Γνώσης!
Το σκέφτηκε ο Αδάμ απο δω το σκέφτηκε απο κει, θυμήθηκε και εκείνη τη φορά που την πήρε ο ύπνος την Ευα τότε που την αύτονε στο ποτάμι δίπλα, και την άλλη που την είχε πιάσει και καλά πονοκέφαλος και μπήκανε ψύλλοι στα αυτιά του.
-Θα το φάω ρε Ευάκι το μήλο, όχι γιατί εγώ δεν είμαι Άντρας, είμαι άντρας με Α, αλλά για να σου κάνω το χατήρι βρε γυναικάκι, να νοιώσεις εσύ καλά και δάγκωσε μια μεγάλη μπουκιά.
Δεν πρόλαβε όμως να την καταπιεί και του κατσε στο λαιμό, όταν άκουσε τον Μεγάλο να φωνάζει: «Βρε ζώον! Βρε ηλίθιε! Τι πήγες κι έκανες; Αυτήν άκουσες; Τη Μισοριξιά; Κρίμα την Πνοή της Ζωής που σου ‘δωσα και το σάλιο που χάλασα! Σήκω φύγε απο δω μέσα και πάρε κι αυτό το ξόανο και τσακιστήτε απο δω. Και το μήλο που σου ‘χει κάτσει στο λαιμό, να είναι ίδιο σε όλους τους γιούς σου για να σας θυμίζει τη δική σου τη μαλακία!»,είπε ο Μεγάλος και έδιωξε τους Πρωτόπλαστους απο τον Παράδεισο και πολύ το χάρηκε η Λίλιθ που παρακολουθούσε παραπέρα.
Τα χρόνια περνούσαν και ο Αδάμ με την Εύα, πολύ δεινοπάθησαν στον Κόσμο. Με πόνο γέννησε τα παιδιά της, τον Κάιν και τον Άβελ ενώ του Αδαμ του’ χε φύγει το κλαπέτο για να θρέψει τέσσερα στόματα. Στο μεταξύ η Λίλιθ διέπρεπε στην Κόλαση κερνώντας υποβρήχια στους Έκπτωτους Αγγέλους, δίνοντας στα δουλικά εντολές να ρίχνουν ξύλα συνεχώς στη φωτιά, για το Αιώνιο τζακούζι της Κολάσεως. Όμως ένα αγκάθι της τρύπαγε την καρδιά, που δεν είχε παιδί, γιατί ο Μεγάλος ως πρώτη γυναίκα, την είχε κάνει στέρφα. Κάπου είχε κάνει λάθος στην ανατομία της, την οποία διόρθωσε στην Ευα κι εκείνη γεννοβολούσε συνέχεια. 
Την είδε μια μέρα ο Εωσφόρος στεναχωρημένη, να κλαίει στη μπάρα και τη ρωτά ποιος πόνος βαραίνει την καρδιά της. Του λέει κι εκείνη τον πόνο της και πολύ τη συμπόνεσε. Έτσι για να της κάνει το χατήρι παίρνει λίγη στάχτη απο τα ξύλα που καίγανε στο καζάνι της Κολάσεως, χύνει και λίγη βότκα και πλάθει τον Γκέι, καθεικόνα και καθομοίωση των γιών του Αδάμ και τον έδωκε στη Λίλιθ. Πολύ χάρηκε εκείνη, όταν άκουσε την πρώτη τσιρίδα του βρέφους, που έκλαψε όμως ένα δάκρυ έπεσε στο στόμα του μικρού κι απο τότε οι Γκέι καταπίνουν δάκρυα.
Ο μικρός Ρομέο, έτσι τον έβγαλε η Λίλιθ, μεγάλωσε μέσα στην Κόλαση, παίζοντας με τις στάχτες και χορεύοντας στα γόνατα των Έκπτωτων Αγγέλων, για αυτό και  ξορκίζουν τους gay ως πλάσματα της Κολάσεως. Όμως τα χρόνια περνούσαν κι ο μικρός γκέι Ρομέο μεγάλωσε και βαρέθηκε την Κόλαση. Καθόταν κι έκλαιγε το δόλιο για τη μοναξιά του που δεν είχε άλλα γκέι παιδάκια να παίζει και σπάραζε η καρδιά της Λίλιθ για το παιδί της. «Φύγε, του ‘πε μια μέρα. Ανέβα στον Κόσμο και ζήσε» και τον ξεπροβόδισε μέχρις τις πύλες της Κολάσεως, ενώ εκείνο με χαρά και λύπη ερχόταν στον Κόσμο.
Εκεί γνώρισε τον Κάιν και Άβελ κι αρχίσανε ευθύς αμέσως να κάνουμε παρέα. Στην αρχή διστακτικά καθώς κανένα δεν είχε δει το άλλο είδος καθώς μεγάλωναν και ο Κάιν ερωτεύτηκε τον Ρομέο και ο Ρομέος τον Άβελ. Όμως κανένας απο τους δυο έρωτες δεν θα στεραίωνε. Ο Κάιν ήταν κοντός, μελαχροινός με τρίχα ενώ του Ρομέο του άρεσε ο Άβελ, που ήταν ξανθός, δυο μέτρα, άτριχος με κοιλιακούς για τρίλιζα. Όμως ο Άβελ είχε ξεκαθαρίσει στον Ρομέο πως εκείνος ήταν Άντρας σα τον πατέρα του κι όχι γκέι κι έτσι μαράζωνε ο Ρομέο απο τον καημό του για τον Άβελ κι ο Κάιν φούντωνε απο τη ζήλια του για τον Άβελ.
Μια ζεστή μέρα ο Κάιν πετυχαίνει το Ρομέο να λούζεται στο ποτάμι και πολύ το λαχτάρισε το κορμάκι του, τόσο που του χίμηξε με όρμη και τον καθυπόταξε. Ο Ρομέος τότε για να κερδίσει την χαμένη του περηφάνια, τον κοροίδεψε για τον ανδρισμό του, λέγοντας του πως ότι και να κάνει δεν πρόκειται ποτέ να γίνει σαν τον Άβελ και τον παράτησε δίπλα στο ποτάμι καγχάζοντας τον. Πληγωμένος ο  Κάιν με ματωμένο εγωϊσμό γυρίζει στο χωράφι όπου βρίσκει τον Άβελ να οργώνει και αμέσως ο θυμός  φούντωσε μέσα του. Αρπάζει μια πέτρα, πλησιάζει τον Άβελ και τον χτυπάει στο κεφάλι. Εκείνος έπεσε στο χώμα ζαλισμένος, ενώ ο Κάιν εξακολουθούσε να τον χτυπάει με μανία μέχρι που ξεψύχισε.
Όταν ο Κάιν συνήλθε και κατάλαβε το έγκλημα που είχε διαπράξει  μέσα στο μένος του, φοβήθηκε τον Μεγάλο και τότε Εκείνος του φώναξε και τον καταράστηκε να περιπλανιέται αιώνια στη Γη, δίχως να βρει ποτέ λύτρωση και όποιος απο λύπη θελησει να τον λυτρώσει, το τέλος που θα βρει θα είναι εκατό φορές πιο σκληρό. Κι έτσι ο Κάιν άρχισε να περιπλανά στον κόσμο, κυνηγημένος απο το φάντασμα του αδελφού του.
Ο Ρομέος, όταν έμαθε το φονικό και το τέλος του Άβελ, θέλησε να βάλει τέλος στη ζωή του πέφτοντας στο αναθεματισμένο εκείνο ποτάμι. Ο Μεγάλος όμως τον έσωσε και σε κείνον έδωσε την κατάρα, να περιπλανιέται αιώνια, ψάχνοντας έναν έρωτα που ποτέ δεν θα ολοκληρωθεί, το ίδιο και οι γιοί του,που θα ζουν συνέχεια έναν έρωτα σα αυτόν για τον Άβελ.

Κι όλα εν σοφία εποίησε.


19 σχόλια:

  1. Μετα απο ολα αυτα..Λες πως τα εποιησε..Εν Σοφια;;...!!
    Και που την ειδες;;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Υπάρχουμε Μαχαίρη, δεν αρκεί?
      Τα φιλιά μου!

      Διαγραφή
  2. ε ,τότε κι εμείς εν σοφια ποιούμε τα πάντα έκτοτε.....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. και πες μας τι πίνεις και είχες όρεξη να γράψεις όλο αυτό να το πιούμε κι εμείς που καταρρέουμε ....πάντα με σοφία φυσικά!

      Διαγραφή
    2. Γραμμένο πριν καιρό. Είναι κείμενο απο το βιβλίο.
      ;-)

      Διαγραφή
  3. το διασκεδασα το κειμενακι απλα δε ξερω γιατι σ ενοχλησε -η κανω λαθος?-που ολοι γιναμε τσαρλι?
    ολοι οφειλουμε να νιωσουμε απο τη δολοφονια αυτη, απο τη καθε μικρη "δολοφονια" ελέυθερια που γινεται καθημερινα! και ειμαι σιγουρος οτι εχεις βιωσει και εσυ τετοιες και στη ζωη και στο γραψιμο ισως
    καλημερα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Με σένα προσωπικά δεν διαφωνώ Άσωτε. Γνωρίζεις όμως πολύ καλά πως υπάρχουν άνθρωποι που απο τη μια διαδηλώνουν για την ελευθερία του λόγου (μια κι έγινε απο μουσουλμάνους) κι απο την άλλη οι ίδιοι άνθρωποι εαν διάβαζαν το κείμενο με την ίδια ευκολία θα μιλούσαν περί βλασφήμιας κτλπ. Για αυτό το Charlie σε εισαγωγικά Άσωτε, γιατί υπάρχουν κι εκείνοι στους οποίους αφιερώνω δίχως δόσης ειρωνίας το κείμενο και που η πράξη τους είναι ουσιαστική κι επουσιώδης.

      Διαγραφή
    2. σ ευχαριστω και εχεις δικιο
      by the way το βιβλιο ειναι σουπερ

      Διαγραφή
  4. Επιτέλους!
    Είδαμε την αλήθεια γραμμένη ως έχει, χωρίς λογοκρισία!
    Ζήτω στην ελευθερία του λόγου :))))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Μια χαρά! Όλα εν σοφία... Κι έτσι ξαφνικά (;) γινήκαμε Charlie...
    Τα φιλιά μου σου στέλνω. Και μια φράση: Θερίζουμε μόνο ότι έχουμε σπείρει...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Εξαιρετικό και καυστικό! Θα μείνω σε μία ατάκα που πέθανα στα γέλια...

    "Παίρνει λοιπόν ο Μεγάλος ένα κομμάτι κι αρχίζει να το πιλατεύει μέχρι που του ‘δωκε μορφή, τη μορφή του Ανθρώπου, καθεικόνα και καθομοίοσι, όμοια με κείνη τον Αγγέλων, αλλά χωρίς τα φτερά. «Μπελάς τα φτερά, μουρμούραγε, άσε που μαδάνε και συνέχεια»"...

    χαχαχαχα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Διαβάζοντας τέτοια υπέροχα άρθρα, κάθε φορά μετανιώνω για την πολύμηνη απουσία μου!

    Την αγάπη μου και την αγκαλιά μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Όποιος το επαινεί
    συστήνω να διαβάσει ολόκληρο το βιβλίο.
    __Εγώ περιμένω το επόμενο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Όποιος το επαινεί
    συστήνω να διαβάσει ολόκληρο το βιβλίο.
    __Εγώ περιμένω το επόμενο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Feel FREE to comment...