Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Η Μοναξιά είναι Τρανς

Ζούμε σε μια εποχή πλασματική κι εικονική, τόσο πολύ που εύκολα μπορούμε να «πλάθουμε» τον εαυτό μας απέναντι στους άλλους απλά κι μόνο χρησιμοποιώντας όλη αυτή την πληθώρα των social media. Είμαι «χαρούμενος» με μια γελαστή selfie, “επιτυχημένος”, τρώγοντας σε ένα ακριβό εστιατόριο ή κοινοποιώντας την παρουσία μου σε  έναν εξωτικό προορισμό κι ερωτευμένος απλά με μια φωτογραφία στο κρεββάτι. Όμως όλοι ξέρουμε πως συχνά, αυτή η εικόνα που τόσο επίμονα προβάλλουμε στον “έξω” κόσμο, απέχει πολύ απο την δική μας πραγματικότητα, την οποίαν μάλλον δεν θέλουμε να αποδεχτούμε. Είναι δύσκολο πράγμα να είσαι ο Εαυτός σου. Να είσαι η Αλήθεια σου, να την ακούς, να την αντικρύζεις κάθε μέρα στον καθρέφτη στις καλές κι τις άσχημες σου μέρες και πάντα να μπορείς να την κοιτάζεις κατάματα, δίχως να επιδιώκεις την αρεστεία απο κανέναν άλλον, πέραν του Εαυτού σου. Είναι “μαγκιά” αυτό, λυτρωτικό όμως πονάει πολύ, γιατί κάθε μέρα έρχεται ο Δοσάς της Ζωής κι σου ζητά το μερτικό της.

Διάβασα ένα post  στο facebook μιας επισκέπτριας απο την Αργεντινή στη Μυτιλήνη το οποίο σας παραθέτω εδώ στο πρωτότυπο στα Αγγλικά. Πατώντας «μετάφραση» μπορεί κανείς να το διαβάσει στα ελληνικά με τα ανάλογα λάθη όμως το νόημα παραμένει ίδιο. Στη Σκάλα Συκαμινέα στη Μυτιλήνη ζει η Δημήτρης ή αλλιώς ο «Τρελλός του Χωριού». Αυτόν τον άνθρωπο θέλησε να προσεγγίσει η Rory Aurora Richards με τον Σουηδό, επίσης επισκέπτη του νησιού, Torbjörn Stenberg, να μάθει την ιστορία της με τη βοήθεια δυο ντόπιων κοριτσιών, που δουλεύουν στην τοπική ταβέρνα κι ανέλαβαν το έργο της διερμηνείας, με σκοπό να την γνωστοποιήσει. Άλλωστε  κάθε ένας που ζει στο περιθώριο μιας κοινωνίας έχει μια ιστορία που πρέπει να ακουστεί, έτσι μπας κι αλλάξουν λίγο τα μυαλά τούτου του κόσμου.

Η Δημήτρης γεννήθηκε με αρσενικό φύλο κι κάπου εκεί στα δεκατέσσερα, στο ψαροχώρι που μεγάλωσε, είπε στους γονείς της πως αισθάνεται κορίτσι. Έντρομοι οι γονείς την πήγαν κλασσικά σε ένα «τρελλάδικο» όπου ο επιστήμονας εκείνης της εποχής  της ξεκίνησε θεραπεία με ψυχοφάρμακα. Μετά  την παραμονή της εκεί ο θεράπων γιατρός σύστησε στους γονείς της ότι πρέπει να συνεχίσει τη θεραπεία της εφ όρου ζωής, κάτι το οποίο ακολούθησαν ρίχνοντας της τα φάρμακα στο φαγητό, μια και η ίδια δεν θέλησε να τα παίρνει λόγω της αίσθησης που προκαλλούν. Θα ενηλικιωθεί κι θα φύγει για την Αθήνα, αφού υπάρξει πρώτα θύμα βιασμού κατ’ εξακολούθησιν απο κάποιον συγχωριανό, απο εκείνους που θεωρούν πως εφόσον γαμάνε τους  άντρες, δεν τους κάνει πούστηδες κι γυρίζουν στη συζυγική κλίνη δίχως ενοχές ύπαρξης.

 Όμως η μεγαλούπολη της εποχής δεν διαφοροποιείται ως προς τη διαφορετικότητα, απο την επαρχία κι θα ζήσει για πέντε χρόνια στους δρόμους πριν επιστρέψει ξανά στο χωριό να φροντίσει την άρρωστη μητέρα της, μέχρι εκείνη να πεθάνει πριν λίγα χρόνια. Αυτοκτονικές σκέψεις την περιτριγύριζαν εως ότου αποφασίζει πως θα ζήσει την υπόλοιπη ζωής της ακόλουθη με τη ταυτότητα φύλου της. Βάζει λοιπόν φουστάνια, φορά πέρλες στο λαιμό κι για πρώτη φορά στη ζωή της αισθάνεται καλά με τον εαυτό της. Ελεύθερη, ευτυχισμένη κι επίσημα πλέον ο «Τρελλός του Χωριού», απομονωμένη, μόνη, ζει στο ίδιο σπίτι που μεγάλωσε, ποιος θέλει άλλωστε να συναναστρέφεται ένα «έκτρωμα»;

 Το Σ.Υ.Δ. (Σωματείο Υποστήριξης Διεμφυλικών) έχει υποστηρίξει αμέτρητες φορές πως τα τρανς άτομα είναι απο τα αδικημένα της κοινωνίας κι φοβάμαι πως έχει δίκιο. Είναι τόσο βαθιές οι αντιλήψεις κι τα κοινωνικά πρότυπα με τα οποία γαλουχηθήκαμε που μας κάνουν να μην βλέπουμε τον άνθρωπο αλλά αυτό που καθρεπτίζεται. Τόσο που ακόμα κι ο υποφαινόμενος  όταν πριν λίγες μέρες βρέθηκα σε μια εκδήλωση υποστήριξης των «Οικογενειών Ουράνιο  Τόξο», ένιωσα το αμήχανο σοκ μπροστά σε κάτι που ξεφεύγει απο τα συνήθη στερεότυπα, όταν γνώρισα άτομα που μου συστήθηκαν με το όνομα της ταυτότητας φύλου του, σε διαφορετικά στάδια μετάβασης του καθενός. Όμως ευτυχώς αυτοχαστουκίστηκα κι μπόρεσα να δω τον άνθρωπο πίσω απο την εικόνα κι να ακούσω τις ιστορίες τους. Βλέπετε σε έναν εικονικό κόσμο, το να επιδιώκει κανείς να είναι ο Εαυτός του, να ταυτήσει  το μέσα του με το έξω του με τον όποιον τρόπο, τον μετατρέπει αυτόματα στα μάτια της κοινωνίας σε «έκτρωμα» κι τίθεται αυτόματα με όλες τις συνέπειες στο περιθώριο. Κι έχει πολύ μοναξιά το περιθώριο γαμώτο.


Μελό δεν είναι όλα αυτό που γράφω; Οι άνθρωποι έχουμε μια λατρεία απέναντι στη δυστυχία των άλλων. Κατευνάζουν τη δική μας ανεπάρκεια, θρέφοντας  τον οίκτο μας  για τους άλλους, ώστε να γεμίζει τη δική μας κενότητα. Όμως το κενό του μέσα μας γεμίζει μονάχα με το να ακούμε κι αυτό με τη σειρά του να γίνει σκέψη, έπειτα ενέργεια κι τέλος στάση ζωής. Σα των κοριτσιών της ταβέρνας που έπειτα, αφού άκουσαν την ιστορία της ίδιας της Δημήτρη, κατέληξαν πως εκείνη δεν είναι η τρελλή του χωριού, αλλά «νορμάλ» κι για αυτό θα θέλανε να την ξαναεπισκεφτούν. Το ίδιο θα ήθελα κι εγώ γιατί η Μοναξιά με λίγη Ανθρωπιά κι Αγάπη γίνεται Χαρά κι Ευτυχία, για αυτό είναι τρανς.


Εδώ μπορείτε να διαβάσετε κι να καταννοήσετε τις ορολογίες σχετικά με την ταυτότητα κι έκφραση φύλου. Εκδώθηκε απο τη Μαρίνα Γαλανού, προέδρου του Σ.Υ.Δ.

Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2015

Στον Έρωτα και στο Θάνατο


Εχτές 2 Δεκεμβρίου κηδεύτηκε ο Μηνάς Χατζησάββας. Σε διαφορετικές συνθήκες θα ήταν απλά μια κηδεία ενός δημοφιλούς ηθοποιού που μας λανσάρεται κάθε τόσο και λιγάκι απο την Ελληνική τηλεόραση. Αντιθέτως ήταν μια πολιτική πράξη, για την οποίαν δεν θα αξιολογήσω εαν ήταν προμελετημένη, συμφωνημένη απο τον ίδιον ή όχι, διότι επιλέγω να σταθώ μονάχα στο γεγονός αυτό καθ’ αυτό. Δεν έχει σημασία εαν στη δημόσια εικόνα του ουδέποτε δήλωσε ανοιχτά τη σεξουαλικότητα του ή δεν δημοσιοποίησε ποτέ τη σχέση του, σημασία έχει πως με το θάνατο του έγειρε ένα πολιτικο-κοινωνικό ζήτημα που με τόσο στρουθοκαμηλισμό η Ελληνική κοινωνία αποφεύγει να θίξει. Ο Μηνάς Χατζησάββας, αυτός ο τόσο καλός κι γνωστός ηθοποιός, ήταν ομοφυλόφιλος. Κι όχι μόνο ήταν ομοφυλόφιλος, αλλά απαξίωσε το θεσμό της εκκλησίας επιλέγοντας την αποτέφρωση με αποκορύφωμα βέβαια τις δηλώσεις του συντρόφου του σχετικά με το σύμφωνο συμβίωσης. Απο κει και πέρα ο κατήφορος. Ο νεκρός κι ο επιζών βορά στα όρνια της Ελληνικής κοινωνίας.

Δεν θα αναφέρω τα διάφορα σχόλια που ειπώθηκαν, τα social media βρίθουν απο αυτά, ούτε θα χαλάσω την αισθητική του «σπιτιού» μου με δαύτα. Θα αναφέρω μονάχα μια φράση που διάβασα κι που αποτέλεσε την αφορμή αυτής της ανάρτησης:


"Δηλαδη για να καταλαβετε ποσο ελεεινοι ειναι μερικοι...προσπαθουν μεσα απο το θανατο και την κηδεια ενος ηθοποιου να μας πεισουν πως ειναι φυσιολογικο να εισαι γκει...και επισης πως και οι γκει εχουν αισθηματα κτλ κτλ...

Ειστε σιχαμεροι ομως!

Η ειδηση απο το θανατο του ηθοποιου τωρα ειναι πως ειχε συντροφο αρσενικο.."

Σημείωση: Η έλειψη τονισμού δεν οφείλεται στη μεριά μου. Έκανα copy-paste το κειμενο.

Θα προσπεράσω το χαρακτηρισμό «φυσιολογικό» κι το γεγονός ότι οι ομοφυλόφιλοι θεωρούμαστε υποδεέστεροι κι απο ζώα, διότι ακόμα κι τα ζώα έχουν συναισθήματα, για να πω μονάχα πως χάρη σε ανθρώπους όπως αυτούς, εμείς οι γκεϊ αποκτήσαμε αισθήματα στο μέγιστο.

Γιατί μάθαμε απο νωρίς πως το σκίρτημα του έρωτα για κάποιον ομόφυλο, είναι κακό, μη «φυσιολογικό» κι για αυτό προσπαθήσαμε έντονα να αποτιναχτούμε απο αυτό. Όμως η φυσικότητα του Έρωτα είναι να θεριέβει, να φουντώνει, να παρασέρνει για να αφεθούμε εν τέλει ολοκληρωτικά σε αυτόν. Όσοι έχετε Ερωτευτεί το έχετε νιώσει, είμαι σίγουρος! Αλίμονο σε όποιον δεν έζησε την ξεφτίλα του Έρωτα! Λειψός κι μίζερος, ένα κουφάρι αδειανό γεμισμένο ενίοτε απο καθαρή κακία προκειμένου να καλύψει το κενό του. Κι επειδή όλο αυτό, το τόσο όμορφο, τη μαγεία του Έρωτα, στερούμαστε σε σύγκριση με όλους εσάς τους υπόλοιπους, τους «φυσιολογικούς», τη δυνατότητα να το ζήσουμε στο μεγαλείο του απλά κι μόνο μη μπορώντας εν κοινή θέα να εκφραστούμε με ένα χάδι, αυτό δυναμώνει να ξέρετε, σα τη χύτρα που φουντώνει. Δοκιμάστε αν θέλετε, σας προκαλώ, εσάς τους φυσιολογικούς, αντισταθείτε στις παρόρμησεις να φιλήσετε, να αγκαλιάσετε, να πείτε «Σ’αγαπώ», για μια μέρα κι μόνο κι πείτε μου μετά πως νιώσατε όταν το κάνατε. Φανταστείτε τώρα αυτό να συμβαίνει βδομάδες, μήνες, χρόνια κι κάποια στιγμή να μην έχεις πια αυτή τη δυνατότητα γιατί απλά ο άνθρωπος που αγαπάς έχει φύγει απο τη ζωή. Η θλίψη της απώλειας μετράται μονάχα απο  τα ανείπωτα «Σ’ αγαπώ».

Για αυτό μη μου λέτε πως δεν έχω αισθήματα, γιατί τα δικά μου αισθήματα γεννήθηκαν και θερίευσαν  απο το δικό σας μίσος κι σε αυτό ξέρετε να είστε γαλαντόμοι. Επειδή κάθε βρισιά, κάθε γροθιά, κάθε φτύσιμο κι κάθε ταπείνωση απο εσάς είναι που με κάνουν όταν αγαπώ, να αγαπώ ολοκληρωτικά, διότι ο Άνθρωπος μου, φίλε, είναι αυτός  που θα έχει γιάνει τις βουρδουλιές των πράξεων σου.

Όμως συγχωρέστε με παρασύρθηκα κι παραφέρομαι. Δεν αποσκοπώ να νουθετήσω κανέναν, μήτε τρέφω τη ψευδαίσθηση του «δον κιχώτη». Καθένας έχει κι πρέπει να έχει τις απόψεις του, ακόμα κι αν αυτές πληγώνουν κάποιον άλλον. Μονάχα να ελπίζω θέλω, πως ίσως κάποιος απο «εμάς» θα πάψει να φοβάται να ερωτευτεί, να αγαπήσει, να ζήσει, εκείνον που η καρδιά του ορίζει.  Κι σα έρθει εκείνη η δόλια η ώρα, περισσότερο να μην φοβηθεί να ζητήσει το κουφάρι  του ανθρώπου που αγάπησε κι να τον τιμήσει όπως επιθυμεί εκείνος. Γιατί ο κόσμος δεν αλλάζει εξαλοίφοντας το μίσος αλλά τον φόβο. Κι ίσως έτσι, μια κι στον έρωτα κι τον θάνατο είμαστε όλοι ίσοι, να είμαστε κι στο ενδιάμεσο.

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2015

Στον Αστερισμό του Καρκίνου

            Ο Καρκίνος, σύμφωνα με την Ελληνική μυθολογία, ήταν ένας μεγάλος κάβουρας που έστειλε η Ήρα στον Ηρακλή όταν πάλευε με τη Λερναία Ύδρα. Ο Ηρακλής τον σκότωσε με ένα χτύπημα του ροπάλου του κι η Ήρα, θαυμάζοτας το, τον ανέβασε στον Γαλαξία κι τον έκανε αστερισμό. Άλλωστε από το στήθος της  δημιουργήθηκε όταν αποτράβηξε βίαια το μικρό Ηρακλή που θήλαζε εν αγνοία της κι οι σταγόνες του γάλατος σκορπίστηκαν στον Ουράνιο θόλο κι τον σχημάτισαν. Ίσως για αυτό ο καρκίνος, όχι ο αστερισμός, ο άλλος, η «παλιαρρώστια», η επάρατος που λένε, φοβούμενοι μη κι η εκφορά του φέρει την ίδια την αρρώστια επάνω τους, είναι τόσο άρρηκτα συνδεδεμένη με το γυναικείο μαστό. Αυτό σκεφτόμουν, όταν έμαθα πως μια φίλη αγαπημένη έχει καρκίνο στο μαστό κι ετοιμάζεται να προχωρήσει σε δεύτερο χειρουργείο για την ολική μαστεκτομή.
Σε ότι αφορά θέματα υγείας που αφορούν τον εαυτό μου, με θεωρώ αρκετά ψύχραιμο έως κι αναίσθητο ορισμένες φορές έπειτα από προσωπική εμπειρία, όμως σε ότι αφορά τους άλλους, είναι κάτι που δεν ξέρω κι δεν έχω μάθει να διαχειρίζομαι. Πως μιλάς σε έναν καρκινοπαθή; Πως του φέρεσαι; Τι του μαγειρεύεις; Τι του λες; Πως διαχειρίζεσαι εσύ κάποιον που πάσχει από μια αρρώστια η οποία στο πρώτο της άκουσμα το μυαλό σου το συνδέει κατευθείαν με το θάνατο όπως εσφαλμένα (ευτυχώς πια) συμβαίνει κι με την οροθετικότητα.
Θυμάμαι ακόμα έντονα τη συζήτηση της Γιαγιάς μου με μια γειτόνισσα, ο πληροφοριοδότης της γειτονιάς, να μιλάει για μια άλλη, μάνα μικρού παιδιού η οποία έπασχε από καρκίνο κι σύρεε όλη η γειτονιά  να την επισκεφτεί γνωρίζοντας πως πλησίασε να καταλήξει, απλά κι μόνο για να φτύσουν μετά τον κόρφο τους κι να μακαρίσουν την τύχη τους. «Αφήστε την να πεθάνει ήσυχα.», έλεγε η Γιαγιά μου κι η άλλη συνέχιζε να εξιστορεί το πώς ξερνοβολούσε η ασθενής αφού έφαγε «ένα τόσο δα κουραμπιέ που το λιγουρεύτηκε». Νομίζω πως μετά από λίγες μέρες κατέληξε κι «ησύχασε», όπως λέγανε. Κι αυτή η ριμάδα η τηλεόραση μας έχει θρέψει με τόσο ξένο πόνο από ανθρώπους που αργοπεθαίνουν λες κι με τον δικό τους θάνατο ξορκίζουμε το Κακό μη κι μας βρει. Γι’ αυτό ταυτίζεται με τον θάνατο η «παλιάρρώστια». Γιατί την ταϊζουμε με μακαριότητα για την «τύχη μας» κι τον  ποτίζουμε με το σάλιο που φτύνουμε στον κόρφο μας καθώς αφελώς λησμονούμε πως «Θανάτω πάντες οφειλόμεθα», όπως σοφά έχει γράψει η Δάφνη Χρονοπούλου.

 
Όμως η γνώση αυτή, η πρόστυχη θνητότητα μας, είναι που μας οδηγεί στην πρόληψη, την ενημέρωση, την δράση κι εν τέλει τροφοδοτεί με δύναμη τους καρκινοπαθείς κι τον κάθε ασθενή να παλέψει, όχι μονάχα με την ίδια την αρρώστια, αλλά με τον κρατικό μηχανισμό κι το εθνικό σύστημα υγείας. Θεσμοί οι οποίοι στερούν κάθε ανθρώπινη αξιοπρέπεια τη στιγμή που γίνεται πιο απαραίτητη, με τις λίστες αναμονής για τα χειρουργεία, τα φακελάκια, την προτεραιότητα για τα κρεββάτια κι τις ελλείψεις των φαρμάκων. Χαραγμένο έχει μείνει μέσα στη μνήμη μου οι αναρτήσεις  ενός συν-μπλόγκερ, ασθενής με καρκίνο που πέθανε στα τριάντα του,  ο οποίος απολύθηκε με την κρίση κι δεν είχε τα απαιτούμενα ένσημα για να δικαιούται ασφάλιση, όπως και τη συναυλία που πραγματοποίησαν φίλοι κι ακόλουθοι, προκειμένου να συγκεντρώσουν τα λεφτά για τα νοσήλεια. Προσοχή, μιλώ για το μηχανισμό κι όχι για τους ανθρώπους που το στηρίζουν με το λειτούργημα τους κι ευτυχώς είναι πολλοί αυτοί.
 
Θα παραμείνω ο κυνικός εαυτός μου λοιπόν κι θα σαρκάζουμε παρέα τον καρκίνο στους θαλάμους κι κυρίως στους διαδρόμους απλά θα της λέω πιο συχνα πως την αγαπώ., γιατί  οι ασθενείς με καρκίνο (ή όχι), δεν χρειάζονται κάτι παραπάνω από την αγάπη μας που ούτως ή άλλως είχαν. Τη δύναμη πρέπει να την βρούμε εμείς. Εκείνοι την βρίσκουν μόνοι τους μέσα από τη διαπίστωση της θνητότητας τους κι αυτό που τουλάχιστον τους οφείλουμε, είναι μια προληπτική εξέταση στον εαυτό μας.
 
 

Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2015

Γιαλαντζί Ντολμάδες

      «Σα σήμερα γεννήθηκα! Σοφίας, Αγάπης, Πίστεως κι Ελπίδας κι  τα ‘χω όλα αυτά!», θυμάμαι την κυρία Μαρία να μου λέει περήφανα τυλίγοντας τα ντολμαδάκια της, όταν την ρώτησα πότε ήταν τα γενέθλια της. Δέκα χρονώ θαρρώ πως ήμουν, τότε που τα γεννέθλια μου είχαν μεγαλύτερη σημασία από τα «α-γενέθλια».
     «Γιαλαντζί», τα ‘λεγε. Φτωχά δηλαδή δίχως κιμά, μονάχα με κουκουνάρι κι σταφίδα, ότι δίνει δηλαδή η μάνα γη κι τάισε τα φτωχά τα στόματα. Κι σήμερα, ανήμερα της εορτής , χρόνια μετά το θάνατο της, ακόμα τα θυμάμαι τα γενέθλια της κι ας έχω λησμονήσει πια την ημέρα που έφυγε για πάντα. Ίσως γιατί με ‘μαθε να δίνω μεγαλύτερη αξία στη Ζωή παρά στον Θάνατο κι «Ω! Τι σύμπτωση», στη Ζωοδόχου Πηγής την τάξανε ίσως γι’ αυτό είχε κι μπόλικη από δαύτη.
      Βάλσαμο στην Ψυχή το φαϊ και στην Καρδιά συνάμα. Τόσες μνήμες, τόσες ιστορίες μα πάνω από όλα τόση Αγάπη, ποιο άλλο μπορεί να ανασύρει; Για αυτό την αγαπάμε την Μαγειρική όλοι Εμείς. Εμείς που μας μάθανε πως το φαγητό είναι Αγάπη κι την Αγάπη πρέπει να την μοιράζεσαι.
     «Τι τα κάνουνε οι ζωντανοί τα κόλλυβα; Σάμπως κι καταλαβαίνουν οι νεκροί; Φαϊ πρέπει να φτιάχνεις. Να το μοιράζεσαι, να το τρώνε οι ζωντανοί και να ενθυμούνται τους πεθαμένους! Μ’ ακούς;»
 
Σ’ ακούω Γιαγιά.
 
 
Γιαλαντζί Ντολμάδες
 
Υλικά:
2  ½  φλυτζάνια ρύζι «Νυχάκι»
1 φλυτζάνι λάδι
1 Κρεμμύδι ψιλοκομμένο
3 Σκελίδες σκόρδο
2 τριμμένες ντομάτες
1 χούφτα σταφίδα ξανθιά
1 χούφτα κουκουνάρι καβουρντισμένο
Σουμάκ κι Κύμινο, τόσο ώστε να το αναζητάς
Αλάτι, Πιπέρι χοντροκομένο στον μύλο κι λίγη ζάχαρη, ανάλογα τη γλυκάδα της ντομάτας.
Κρασί λευκό ή τσίπουρο.
Αμπελόφυλλα, όσα πάρει. Τα υπόλοιπα κράτα τα σε αλατόνερο κι δεν παθαίνουν τίποτις.
 Εκτέλεση:
 
«Σα ζεσταθεί το λάδι, μα να μην κάψει, ρίξε το κρεμμύδι και το σκόρδο. Θα το δείς να «μαραίνεται» κι όταν ασπρίσει ρίξε το ρύζι. Ανακάτευε γρήγορε, ε; Γιατί θα σου κολλήσει στον πάτο. Ρίξε  κρασί ή τσίπουρο. Μια γουλιά για σένανε κι μια  για τους πεθαμένους σου. Πρόσθεσε μετά τη ντομάτα κι όταν αρχίσει να βράζει, αψές ρίξε τη σταφίδα να μαλακώσει. Νερό βάλε άμα χρειαστεί κι καλύτερα ζωμό, από την κοτόσουπα που περίσσεψε χθες.
 Σα το δεις να στεγνώνει, ρίξε τα υπόλοιπα όπως τραβάει η όρεξη σου, μα κράτα μονάχα για το τέλος, αφού κρυώσει κι πριν αρχίσεις να τυλίγεις, το κουκουνάρι. Να κρατάει πρέπει, να ‘ναι τραγανό!
 Ένα- ένα να τα τυλίγεις. Να μην τα σιχτιρίζεις! Μα να σκέφτεσαι, σα έτσι, μια –μια  να σου ‘ρχονται οι χαρές. Κι θα με θυμηθείς! Καλύτερους ντολμάδες δεν θα ‘χουν ματαφάει!»

 Καλή σας Όρεξη!
 
 
 
 

Σάββατο, 18 Απριλίου 2015

Μετρώντας απο το Δέκα στο παρά Ένα


Θα ζήσω μέχρι το Ένα
γιατί στο Μηδέν ξαναρχίζω.
Βλέπεις γεννήθηκα στο Δέκα
μα σκόνταψα ρε Φίλε στο Πέντε.
Πως αλλάζουν οι Αριθμοί,
να μετρώ δεν προλαβαίνω.
"Θεέ μου!"
(νομίζω σε φωνάζουν;)
Όμοια με δάκρυα κυλούνε δαύτα
για αυτό ας μείνω σε ένα Δύο.
Χαμόγελο θαρρώ το λένε.
Σε ένα "Σ' Αγαπώ" και "Σ' Αγαπώ"
Ας είναι αυτά το Ένα στο παρά μου.



Copyright: Ben Provis 2015

Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2015

Η Ροζ Βίβλος: Κεφάλαιο Γέννεσις



Κι ξαφνικά γινήκαμε "charlie"... Αφιερωμένο λοιπόν!



“Εν Αρχή, ο Λόγος”.

Όλα λοιπόν με ένα λόγο ξεκινούν και για έναν λόγο γίνονται. Ο Μεγάλος λοιπόν, εκεί που διεύθυνε την Αγγελική χορωδία και τη συμφωνική του Παραδείσου, να σου ακούει κάποιον να στονάρει και την τρομπέτα να παίζει απαγορευμένο, αγγελικό hιp-hop. Κάνει μια έτσι να δει ποιος είχε το θράσσος να διακόψει την πρόβα και βλέπει τον Λούσι (από το Λούσιφερ) να κυλιέται σε ένα συννεφάκι, χτυπώντας τα φτερά του και σκορπώντας τα πούπουλα δεξιά κι αριστερά, ενώ η κουστωδία του μαζευόταν σε κύκλο φωνάζοντας: Γιο,Λου, Γιο! Τα παίρνει στην κράνα λοιπόν ο Γέρος, αρπάζει την μπαγκέτα και τσιρίζοντας, αρχίζει να βαράει όποιο Αγγελάκι βρει μπροστά Του κι απο κει βγήκε η φράση: Ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε.
Αρπάζει λοιπόν τον Λούσυ απο τη δεξιά φτερούγα, ρίχνοντας του παράλληλα και κάμποσες μπάτσες που στράβωσε το φωτοστέφανο του και κάπου ανάμεσα στα πούπουλα τον Αγγέλων που πνιγόταν λέει:
-       Σιγά ρε Πατέρα, τι βαράς;
      -     Τι βαράω βρε αχαϊρευτε; Πότε θα σοβαρευτείς επιτέλους; Φτάσανε οι φτερούγες σου δέκα μέτρα κι ακόμα με αυτά ασχολήσαι; Τσάμπα τόσα ιδιαίτερα σε φωνητικά και λύρα σε έστειλα για να μου τσαμπουνάς hip-hop την ώρα της πρόβας; Πότε θα βάλεις μυαλό βρε άχρηστε; Και του χώνει μια στο κεφάλι.
                  -       Ε, ρε Πατέρα μουσική είναι αυτή που κάνουμε; Όλο Αλληλούια Αλληλούια, νησάφι πια βαρέθηκα και την κάνει με ελαφρά να γλιτώσει κι άλλη καρπαζιά, πετώντας ανάμεσα στα σύννεφα.
                   -       Τι κοιτάτε κι εσείς σα χάνοι! Φωνάζει στα άλλα Αγγελάκια, που παρακολουθούσαν έντρομοι τον καυγά του Πατέρα τους με το αγαπημένο του παιδί. Και μαζεύτε αυτό το χάλι, φωνάζει και φεύγει φουρκισμένος.
«Αυτό το παιδί, θα με πεθάνει.» σκεφτόταν ο Ένας ξαπλωμένος σε ένα σύννεφο, κοιτάζοντας το Χάος για να του πέσει η πίεση και κάπου εκεί, βλέπει τα πούπουλα των Αγγέλων που είχε πλακώσει νωρίτερα, να φωσφωρίζουν στο σκοτάδι. Κόλπος κόντεψε να του΄ρθει στη θύμιση των προηγούμενων όταν φτερνίστηκε και ένα πούπουλο πέταξε μακριά, λάμποντας. «Ακίνητα!» φώναξε και ευθύς όλα τα πούπουλα παρέμειναν στη θέση τους, φωτίζοντας το Χάος σα γκλίτερ κι έτσι δημιουργήθηκαν τα Αστέρια. Του καλάρεσε του Γέρου το σκηνικό κι άρχισε να εμφανίζει απο δω κι απο κει τον Κόσμο, στολίζοντας τον σα κουκλόσπιτο και πέρασαν έτσι πέντε μέρες, άφαντος απο τα μάτια των Αγγέλων.
Κάπου την Έκτη μέρα, ενώ έπαιζε με τα ελεφαντάκια στην Αφρική και τις φάλαινες Μπελούγκα στον Πόλο, ένοιωσε μια μοναξιά να τον κατακλύζει. Τα Αγγελάκια καθόλου δεν τον καταλάβαιναν και εκείνος ο αχαϊρευτος ο Λούσιφερ, όλο κόντρα του πάει. «Αϊ σιχτίρ!», φωνάζει και φτύνει κατα τη Γη. Ροχάλα ολόκληρη, θεϊκή κατέκλυσε το χώμα, μαλακό ακόμα απο τη Δημιουργία και έγινε λάσπη. Παίρνει λοιπόν ο Μεγάλος ένα κομμάτι κι αρχίζει να το πιλατεύει μέχρι που του ‘δωκε μορφή, τη μορφή του Ανθρώπου, καθεικόνα και καθομοίοσι, όμοια με κείνη τον Αγγέλων, αλλά χωρίς τα φτερά. «Μπελάς τα φτερά, μουρμούραγε, άσε που μαδάνε και συνέχεια»
Κι άρχισε ο Μεγάλος να του λέει τον Πόνο του, μονολογώντας δίχως να παίρνει απάντηση. Κάπου όμως φοβήθηκε μη του μείνει κουσούρι να μιλάει μόνος, σκιάχτηκε κιόλας μην είναι η αρχή της άνιας, φυσά τον Άνθρωπο και του δίνει την Πνοή της Ζωής. Ζωντάνεψε λοιπόν κι εκείνο, προσπαθούσε να σταθεί όρθιο κι όλο έπεφτε, μέχρι που τα κατάφερε κι άρχισε να τρέχει πέρα δώθε ξεβράκωτο με την τσούτσα του να κουνίεται δεξιά κι αριστερά και το κανε χάζι ο Θεός όπως τον φώναζαν άλλοι μέχρι που το αγάπησε κι έτσι αποφάσισε να το κρύψει στην Εδέμ, μη και το πάρουν χαμπάρι οι Άγγελοι και ζηλέψουν.
Αδάμ, αποφάσισε να τον φωνάζει και πήγαινε κάθε μέρα στον Κήπο να βλέπει την πρόοδο του και να μαθαίνει τα νέα του. Είχε αποφασίσει πως ότι απέτυχε να κάνει με τον αγαπημένο του Λούσιφερ, τούτο δω το πλάσμα θα τα κατάφερνε γιατί του ‘ δωσε την ίδια Του την πνοή. Τσουτσούρεψε όμως ο Αδάμ, έβλεπε και τα άλλα ζωντανά σε ζευγάρια, να πηδιούνται ασύστολα, είχε πιαστεί και το χέρι του απο την πολύ μαλακία που καθώτι νωπός ακόμα απο την υγρασία της λάσπης, το φερε και το κανε γούδα ολόκληρη, παρακάλεσε τον Μεγάλο να του φτιάξει ένα σύντροφο όπως έκανε με όλα τα πλάσματα της Πλάσης. Κι ο Μεγάλος τον λυπήθηκε έτσι που μυξόκλαιγε και ξανάφτυσε τη Γη και τσούκου τσούκου να σου έφτιαξε τη Γυναίκα και της έδωσε κι αυτηνής την Πνοή της Ζωής. Λίλιθ την ονόμασε και την παρουσιάζει στον Αδάμ. Βλέπει εκείνος τη Λίλιθ κι ορμάει σα ταύρος καταπάνω της να ξεχαρμανιάσει ο δόλιος. Έλα ντε που της Λίλιθ, δεν της άρεσε ο Αδάμ και δεν τα ‘νοιγε τα πόδια της, να σου πάλι  στον Μεγάλο να κλαίγεται ότι δεν του κάθεται η Λίλιθ και έχει πάθει τεντονίτιδα απο τη μαλακία, αποφασίζει ο θεός να του φτιάξει άλλη.
 -Πως τη θες πασά μου,ρωτάει ο Θεός και του λέει ο Αδάμ.
- Τη θέλω όπως είναι αυτή, έτσι ζουμερή και με καμπύλες, αλλά ξανθιά, με πιο φουσκωμένο βυζί, να μην μιλάει πολύ, όχι πιο ψηλή απο μένα και να κάνει ότι της πω.
Το σκέφτηκε λοιπόν ο Μεγάλος, σου λέει: Τη Λίλιθ την έκανα με ροχάλα στο χώμα. Μπορεί το χώμα να ήταν σκάρτο και να βγήκε έτσι. Αν πάρω λίγο χώμα απο τον Αδάμ που του περισσεύει κιόλας, θα του μειώσω λίγο την κοιλίτσα, θα είναι και η άλλη απο το ίδιο υλικό, δεν μπορεί θα τα βρούνε και πιάνει λοιπόν τον Αδάμ, του παίρνει χώμα απο τα πλευρά, τον σουλουπώνει λίγο και πλάθει την καινούργια του σύντροφο βάζοντας άχυρο για μαλλιά ώστε να πετύχει το χρώμα. Έλα που το υλικό ήταν λίγο και βγήκε πιο μινιόν απο ότι υπολόγιζε, αλλά τον Αδάμ δεν τον ένοιαζε αφού η Εύα, έτσι όπως την ονόμασε ο Μεγάλος, δεν του χάλαγε χατήρι πουθενά. Τι πίσω απο τις βάτες, τι κρεμαστοί στο δέντρο της Γνώσης, παντού το κάνανε, τόσο που για να μην ξεχάσει τις στάσεις ο Αδάμ, άμα θα ήθελε να τις ξανακάνει, έκατσε και τις ζωγράφισε σε φύλλα βελανιδιάς και ονόμασε το έργο του Κάμα Σούτρα. Ευτυχισμένος ο Μεγάλος με τη χαρά του Αδάμ, «Πληθύνεσται», του ευχήθηκε για να γίνει η Εδέμ Jumpo εν καιρό Χριστουγέννων.
Η Λίλιθ, τώρα, αφού είδε ότι ο Αδάμ έκανε παράπονα στον Μεγάλο κι εκείνος την είχε φτυσμένη, φεύγει απο τον Παράδεισο και την κάνει στη γύρα μέχρι που συναντά τον Λούσιφερ. Εκείνος στο μεταξύ τα είχε τσουγκρίσει με το Γέρο και σε ένα καυγά που τον έλουζε ο Πατέρας γυρίζει και τον λέει Ξεκούτη που παίζει με παιχνίδια και κούκλες. Τα παίρνει ο μπάρμπας λοιπόν, του πετάει όλες τις λύρες και τις τρομπέτες και τον έστειλε κι αυτον έξω απο τον Παράδεισο. “Χιέστηκα” είπε ο Λούσιφερ και την κάνει με τους κολλητούς του να τον ακολουθούν.
Πιάνει λοιπόν το υπόγειο, παρατημένο χρόνια στα Τάρταρα, το ανακαινίζει, και αποφασίζει να φτιάξει το καλύτερο Club που θα υπάρξει ποτέ. Το ονόμασε Κόλαση και για τα εγκαίνια διοργάνωσε το καλύτερο rave party για εκείνον και τους φίλους του. Ο DJ βάραγε τόσο δυνατά που Άγγελοι κατέβηκαν απο περιέργια για να δουν τι παίζει και τόσο τους άρεσε το σκηνικό που έμειναν και δεν ξαναγύρισαν στον Παράδεισο. Που και που, ανέβαινε στον Κόσμο, μπας και πάρει καμιά ιδέα για décor και σε μια απο τις εφόδους του να σου πετυχαίνει τη Λίλιθ να κλαίει κάτω απο μια Ιτιά.
Στην αρχή νόμιζε πως η ίδια η Ιτιά έκλαιγε κι ήθελε να την ξηλώσει για ηχητικό εφέ στην Κόλαση, αλλά όταν πλησίασε είδε τη Λίλιθ να κλαίει και να οδύρεται αντί για το δέντρο, για αυτό και την Ιτιά την ονόμασε Κλαίουσα.
           Τι έχεις κοπελιά; Είπε ο Εωσφόρος στη Λίλιθ και απο μέσα του θαύμαζε τη δουλειά του Γέρου για όλα όσα έκανε.
Τρομαγμένη αρχικά η Λίλιθ, αναθάρρεψε σα είδε τους κοιλιακούς και τα μούσκουλα του Λούσι, του εξιστορεί όλο το story και πολύ την συμπόνεσε την κοπέλα, καθότι διωγμένο παιδί κι εκείνος, ξέρει τον πόνο του να σε απαρνιέται ο πατέρας σου. «Έλα, σήκω κοπελιά, της λέει. Θα σε βάλω μπαργουμάνα στο club να κάνεις κι εσύ το κομμάτι σου, να έχεις ένα κεραμμύδι πάνω απ’ το κεφάλι σου κι να χω κι εγώ παρέα.» Κάτι που θα ήταν μόνη της στον κόσμο, κάτι που γλυκάθηκε με το τζακούζι της Κολάσεως να βγάλει όλη την μπίχλα της ερήμου που είχε μαζέψει στο κορμί της, τον ακολούθησε τον Εωσφώρο και κατέβηκε στην Κόλαση, ορκίζοντας του αιώνια πίστη για την ευσπλαχνία  του.
Ο καιρός περνούσε στον Παράδεισο και την Κόλαση κι όλοι ζούσαν όμορφα και ειρινικά, ο καθένας στο χώρο του. Έλα όμως που της Λίλιθ της είχε κάτσει η ιδέα να εκδικηθεί τον Αδάμ, που εξαιτίας του ατιμάστηκε και μια μέρα μπαίνει κρυφά στον Παράδεισο ντυμένη στα δερμάτινα και  δωδεκάποντο τακούνι. Κρύβεται λοιπόν σε ένα βράχο και παρακολουθεί το ζευγάρι απο μακριά να συνουσιάζονται, ψάχνοντας τρόπο να πάρει το αίμα της πίσω την ώρα που η Εύα είχε πολλαπλούς οργασμούς και πολύ την ζήλεψε γιατί εκείνη τόσο καιρό στην Κόλαση, ακόμα να την στριμώξει ο Λούσι.
Κάποια στιγμή είδε την Εύα να πλησιάζει το δέντρο, καθώς μετά απο τόση ώρα σεξ την έκοψε λόρδα και ήθελε ένα μηλαράκι να ξεπλύνει το στόμα της απο τη γεύση του Αδάμ. Άδραξε λοιπόν την ευκαιρία η Λίλιθ και να σου πετάγεται μπροστά απο την Εύα με μια στάμνα υπομάλης.
-Γεια σου κοπελιά, της λέει η Λίλιθ.
-Ε, γειά, έκανε η Εύα σαστισμένη, καθώς τόσο καιρό στον Παράδεισο, άλλη γυναίκα δεν είχε ξαναδεί και πολύ εκθαμβώθηκε με τη φιδέ γόβα και το δερμάτινο outfit της άλλης.
-Καλέ πως κυκλοφορείς έτσι ξυπόλυτη και ατιμέλητη στον Παράδεισο σα βλάχα;, της λέει η Λίλιθ.
-Τι εννοείς σα βλάχα, ρωτάει η Εύα, καθώς δεν ήξερε τι διακρίσεις υπάρχουν στον Παράδεισο.
-Βλάχες είναι αυτές που μένουν απο κείνη την πλευρά του βράχου κι όχι απο αυτή που μένω εγώ, της απαντά.
-Και πως είναι η πλευρά η δική σου δηλαδή, τη ρωτάει απορημένη.
-Α, στη δική μου τη πλευρά, τα δέντρα είναι πιο μεγάλα, τα λουλούδια μυρίζουν πιο ωραία και τα πουλιά κελαηδούν πιο όμορφα. Αλλάζουμε κάθε εποχή ρούχα ανάλογα τις κολεξιόν και οι άντρες μας μας λένε πόσο ωραίες είμαστε γιατί δεν βαριούνται ποτέ να μας θαυμάζουν.
-Κι εμένα δεν βαριέται ο άντρας μου να με κοιτάζει, συνέχεια στα τέσσερα με έχει.
-Χαχαχα, γέλασε η Λίλιθ, μα για αυτό σε έχει στα τέσσερα, για να μην σε βλέπει. Μετά δεν αλλάζει και πλευρό και ροχαλίζει; Γιατί νομίζεις το κάνει αμα δεν σε βαρέθηκε;
Το σκέφτηκε η δόλια η Ευα, σα δίκο να έχει τουτη δω, έλεγε μέσα της και πολύ στεναχωρέθηκε που έβαλε τα κλάμματα.
-Έλα, έλα μην κλαις, της είπε η Λίλιθ. Κι επειδη πολύ σε συμπάθησα θα σου πω πως μπορείς να γίνεις σα κι εμάς.
Η Εύα τότε την κοίταξε στα μάτια με λαχτάρα περιμένοντας να ακούσει τη λύση στο πρόβλημα της, γιατί τον αγαπούσε πολύ τον Αδάμ, αλλά ήθελε να την αγαπά κι εκείνος.
Ο Μπάρμπας όταν έφτιαξε την Πλάση και  μετά τη φυγή του Λούσιφερ έπεσε σε κατάθλιψη. Ψάχνοντας λοιπόν κάτι να διώξει την πλήξη και να του φτιάξει τη διάθεση αποφάσισε να δει τι μπορεί να κάνει χωρίς τις θεϊκες Του δυνάμεις, όπως το δημιουργήμα του ο Αδάμ. Φύτεψε λοιπόν μια μηλιά στη μέση της Εδέμ, προφυλαγμένο απο τα ζώα και έδωσε εντολή στον Αδάμ, να μην φάνε ποτέ απο τους καρπούς της, που τόσο πολύ φρόντιζε. Η μηλιά μεγάλωσε και θέριεψε κάνοντας χρυσά μήλα που άστραφταν στο φως του ήλιου κι εκεί την οδήγησε η Λίλιθ λέγοτνας.
-Φάε απο αυτή τη μηλιά και δώσε και στον άντρα σου να φάει. Έτσι, δεν πρόκειται ποτέ να σε βαρεθεί.
-Μα αυτή τη μηλιά την έχει φυτέψει ο ίδιος ο Θεός, είπε εκείνη τρομοκρατημένη.
-Μα για αυτό και θα κάνει τον άντρα σου να μην σε βαρεθεί ποτέ, γιατί είναι τέτοια η δύναμη της, ακριβώς επειδή την έχει φυτέψει ο Θεός.

Το σκέφτηκε απο δω η Ευα, το σκέφτηκε απο κει και παίρνει το μήλο που της έδωσε η Λίλιθ, και διστακτικά δάγκωσε το χρυσό μήλο.
-Ωραία, τρέχα τώρα και δώστο στον άλλον, είπε η άλλη επιτακτικά και την άφησε να τρέξει πίσω στον Αδάμ.
«Και τώρα Αδάμ, πάρε να ‘χεις!», σκέφτηκε χαιρέκακα η Λίλιθ.
Φτάνοντας η Ευα στον Αδάμ, τρομοκρατήθηκε που την είδε να κρατά το μήλο του Θεού. «Μα είσαι ηλίθια!» της φώναξε εκείνος κι εκείνη έβαλε τα κλάματα.
-Μα εγώ Αδάμ μου για σένα το κανα! Που καμαρώνεις για το πράμα σου και τις επιδόσεις σου στο σεξ, όμως έναν οργασμό της προκοπής δεν μου έχεις δώσει!
Σάστισε ο Αδάμ « Τι λέει η γκόμενα; Σκέφτηκε που της πέταξα προηγουμένος τα μάτια έξω.»
-Είδες που ούτε εσύ ο ίδιος δεν είσαι σίγουρος Αδάμ μου; Ενώ άμα φας αυτό το μήλο του Μεγάλου, θα ξέρεις πόσο Άντρας είσαι και πόσο με κάνεις να φτάνω σε οργασμό. Για αυτό ο Θεός το είπε: Το Δέντρο της Γνώσης!
Το σκέφτηκε ο Αδάμ απο δω το σκέφτηκε απο κει, θυμήθηκε και εκείνη τη φορά που την πήρε ο ύπνος την Ευα τότε που την αύτονε στο ποτάμι δίπλα, και την άλλη που την είχε πιάσει και καλά πονοκέφαλος και μπήκανε ψύλλοι στα αυτιά του.
-Θα το φάω ρε Ευάκι το μήλο, όχι γιατί εγώ δεν είμαι Άντρας, είμαι άντρας με Α, αλλά για να σου κάνω το χατήρι βρε γυναικάκι, να νοιώσεις εσύ καλά και δάγκωσε μια μεγάλη μπουκιά.
Δεν πρόλαβε όμως να την καταπιεί και του κατσε στο λαιμό, όταν άκουσε τον Μεγάλο να φωνάζει: «Βρε ζώον! Βρε ηλίθιε! Τι πήγες κι έκανες; Αυτήν άκουσες; Τη Μισοριξιά; Κρίμα την Πνοή της Ζωής που σου ‘δωσα και το σάλιο που χάλασα! Σήκω φύγε απο δω μέσα και πάρε κι αυτό το ξόανο και τσακιστήτε απο δω. Και το μήλο που σου ‘χει κάτσει στο λαιμό, να είναι ίδιο σε όλους τους γιούς σου για να σας θυμίζει τη δική σου τη μαλακία!»,είπε ο Μεγάλος και έδιωξε τους Πρωτόπλαστους απο τον Παράδεισο και πολύ το χάρηκε η Λίλιθ που παρακολουθούσε παραπέρα.
Τα χρόνια περνούσαν και ο Αδάμ με την Εύα, πολύ δεινοπάθησαν στον Κόσμο. Με πόνο γέννησε τα παιδιά της, τον Κάιν και τον Άβελ ενώ του Αδαμ του’ χε φύγει το κλαπέτο για να θρέψει τέσσερα στόματα. Στο μεταξύ η Λίλιθ διέπρεπε στην Κόλαση κερνώντας υποβρήχια στους Έκπτωτους Αγγέλους, δίνοντας στα δουλικά εντολές να ρίχνουν ξύλα συνεχώς στη φωτιά, για το Αιώνιο τζακούζι της Κολάσεως. Όμως ένα αγκάθι της τρύπαγε την καρδιά, που δεν είχε παιδί, γιατί ο Μεγάλος ως πρώτη γυναίκα, την είχε κάνει στέρφα. Κάπου είχε κάνει λάθος στην ανατομία της, την οποία διόρθωσε στην Ευα κι εκείνη γεννοβολούσε συνέχεια. 
Την είδε μια μέρα ο Εωσφόρος στεναχωρημένη, να κλαίει στη μπάρα και τη ρωτά ποιος πόνος βαραίνει την καρδιά της. Του λέει κι εκείνη τον πόνο της και πολύ τη συμπόνεσε. Έτσι για να της κάνει το χατήρι παίρνει λίγη στάχτη απο τα ξύλα που καίγανε στο καζάνι της Κολάσεως, χύνει και λίγη βότκα και πλάθει τον Γκέι, καθεικόνα και καθομοίωση των γιών του Αδάμ και τον έδωκε στη Λίλιθ. Πολύ χάρηκε εκείνη, όταν άκουσε την πρώτη τσιρίδα του βρέφους, που έκλαψε όμως ένα δάκρυ έπεσε στο στόμα του μικρού κι απο τότε οι Γκέι καταπίνουν δάκρυα.
Ο μικρός Ρομέο, έτσι τον έβγαλε η Λίλιθ, μεγάλωσε μέσα στην Κόλαση, παίζοντας με τις στάχτες και χορεύοντας στα γόνατα των Έκπτωτων Αγγέλων, για αυτό και  ξορκίζουν τους gay ως πλάσματα της Κολάσεως. Όμως τα χρόνια περνούσαν κι ο μικρός γκέι Ρομέο μεγάλωσε και βαρέθηκε την Κόλαση. Καθόταν κι έκλαιγε το δόλιο για τη μοναξιά του που δεν είχε άλλα γκέι παιδάκια να παίζει και σπάραζε η καρδιά της Λίλιθ για το παιδί της. «Φύγε, του ‘πε μια μέρα. Ανέβα στον Κόσμο και ζήσε» και τον ξεπροβόδισε μέχρις τις πύλες της Κολάσεως, ενώ εκείνο με χαρά και λύπη ερχόταν στον Κόσμο.
Εκεί γνώρισε τον Κάιν και Άβελ κι αρχίσανε ευθύς αμέσως να κάνουμε παρέα. Στην αρχή διστακτικά καθώς κανένα δεν είχε δει το άλλο είδος καθώς μεγάλωναν και ο Κάιν ερωτεύτηκε τον Ρομέο και ο Ρομέος τον Άβελ. Όμως κανένας απο τους δυο έρωτες δεν θα στεραίωνε. Ο Κάιν ήταν κοντός, μελαχροινός με τρίχα ενώ του Ρομέο του άρεσε ο Άβελ, που ήταν ξανθός, δυο μέτρα, άτριχος με κοιλιακούς για τρίλιζα. Όμως ο Άβελ είχε ξεκαθαρίσει στον Ρομέο πως εκείνος ήταν Άντρας σα τον πατέρα του κι όχι γκέι κι έτσι μαράζωνε ο Ρομέο απο τον καημό του για τον Άβελ κι ο Κάιν φούντωνε απο τη ζήλια του για τον Άβελ.
Μια ζεστή μέρα ο Κάιν πετυχαίνει το Ρομέο να λούζεται στο ποτάμι και πολύ το λαχτάρισε το κορμάκι του, τόσο που του χίμηξε με όρμη και τον καθυπόταξε. Ο Ρομέος τότε για να κερδίσει την χαμένη του περηφάνια, τον κοροίδεψε για τον ανδρισμό του, λέγοντας του πως ότι και να κάνει δεν πρόκειται ποτέ να γίνει σαν τον Άβελ και τον παράτησε δίπλα στο ποτάμι καγχάζοντας τον. Πληγωμένος ο  Κάιν με ματωμένο εγωϊσμό γυρίζει στο χωράφι όπου βρίσκει τον Άβελ να οργώνει και αμέσως ο θυμός  φούντωσε μέσα του. Αρπάζει μια πέτρα, πλησιάζει τον Άβελ και τον χτυπάει στο κεφάλι. Εκείνος έπεσε στο χώμα ζαλισμένος, ενώ ο Κάιν εξακολουθούσε να τον χτυπάει με μανία μέχρι που ξεψύχισε.
Όταν ο Κάιν συνήλθε και κατάλαβε το έγκλημα που είχε διαπράξει  μέσα στο μένος του, φοβήθηκε τον Μεγάλο και τότε Εκείνος του φώναξε και τον καταράστηκε να περιπλανιέται αιώνια στη Γη, δίχως να βρει ποτέ λύτρωση και όποιος απο λύπη θελησει να τον λυτρώσει, το τέλος που θα βρει θα είναι εκατό φορές πιο σκληρό. Κι έτσι ο Κάιν άρχισε να περιπλανά στον κόσμο, κυνηγημένος απο το φάντασμα του αδελφού του.
Ο Ρομέος, όταν έμαθε το φονικό και το τέλος του Άβελ, θέλησε να βάλει τέλος στη ζωή του πέφτοντας στο αναθεματισμένο εκείνο ποτάμι. Ο Μεγάλος όμως τον έσωσε και σε κείνον έδωσε την κατάρα, να περιπλανιέται αιώνια, ψάχνοντας έναν έρωτα που ποτέ δεν θα ολοκληρωθεί, το ίδιο και οι γιοί του,που θα ζουν συνέχεια έναν έρωτα σα αυτόν για τον Άβελ.

Κι όλα εν σοφία εποίησε.