Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2014

Η Χυδαιότητα του «Σ’αγαπώ»

Το αίσθημα της Αγάπης είναι κάτι τόσο δυνατό που ευλογημένοι είναι όσοι το έχουν νιώσει, είτε σα πομπούς, είτε σα δέκτες. Συνήθως είναι πηγαίο, αναίτιο όπως μια μάνας για το παιδί της κι άλλοτε γεννάται απο περίπλοκες ή απλές καταστάσεις όπως είναι ο έρωτας και η φιλία, πράγματα τα οποία όμως θέλουν κι απαιτούν χρόνο για να ζυμωθούν, με τελικό αποτέλεσμα την Αγάπη. Τότε σε αυτή τη μορφή είναι τόσο όμορφη, τόσο δυνατή που υπερπηδά εμπόδια, εγωϊσμούς, αποστάσεις κάνοντας ότι φαίνεται εκλογικευμένα και πεζά «αδύνατα», να αποκτούν υπόσταση.

Είναι όμορφο να ακούς να σου λένε «Σ’αγαπώ». Εξίσου, ίσως ακόμα πιο όμορφο όμως είναι να το εκφωνείς. Εμπεριέχουν  αυτές οι λέξεις μέσα τους τόση δύναμη, τόση ενέργεια, σα ξόρκι, που δυναμώνει πρώτα εσένα που το λες κι έπειτα τον άλλον που το ακούει. Συνήθως, προκειμένου να αποκτήσει ακόμα μεγαλύτερη ισχύ, αγκαλιάζουμε τον αποδέκτη, μη και χαθεί  στάλα απο αυτή την ενέργεια και πάει χαμένη. Είναι όμως φορές, περίοδοι, άνθρωποι που αδυνατούν να πουν το «Σαγαπώ». Είτε γιατί δεν έχουν αποδέκτη, είτε γιατί δεν έμαθαν, είτε γιατί φοβούνται κι όλη αυτή η αρχικά θετική ενέργεια αρχίζει και σαπίζει δηλητηριάζοντας τον ίδιο τον φερόμενο.

Λένε πως όσοι δεν άκουσαν ποτέ το «Σ’αγαπώ», είναι δυστυχείς. Πιο δυστυχείς κατ’εμέ όμως είναι εκείνοι που δεν το εκφέρουν. Μαζεύεται τόση ενέργεια μέσα σου, το νιώθεις να φουσκώνει μέσα στο στήθος σου, στην υπάρξη σου και είτε δηλητηριάζεσαι μέσα στη σήψη αυτής της αγάπης είτε το αφήνεις απάνθρωπα να ξεχυθεί βίαια, ακραία, εκρηκτικά προς τα έξω με τις όποιες επιπτώσεις. Φορές όμως λίγο πριν το χείλος του βούρκου ασυναίσθητα, διοχετεύεις αυτή την αγάπη σε «λάθος» πρόσωπο. Ακατάλληλο, δανεικό, ενοικιαζόμενο, εφήμερο, που δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με εκείνο το άτομο που θα μπορούσε να σου προκαλέσει το αίσθημα της αγάπης, αυτή την πύρινη ενέργεια και που πάνω απο όλα μπορεί να την εγκολπώσει μέσα του, γλιτώνοντας εσέ απο την καταστροφή. Σε αυτή τη φάση το «Σ’αγαπώ» αποτελεί την πεμπτουσία της χυδαιότητας.

Είναι τόσο πρόστυχο να λες «Σ’αγαπώ», όταν δεν το εννοείς απλά και μόνο γιατί έχεις την ανάγκη να το πεις. Σα τον καταπιεσμένο  οργασμό που ξεσπά σε υποκατάστατο  κι όχι στον άνθρωπο που θα ‘θελες να το μοιραστείς. Κι έπειτα η ενοχή, που δεν κρατήθηκες για να μετατραπεί σε μίσος απέναντι στον εφήμερο αποδέκτη, μεταθέτοντας του την δική σου υπαιτιότητα όπως κάνουν άλλωστε όλοι οι αδύναμοι. Αν είσαι τυχερός, δεν θα σε πιστέψει, αν δεν είσαι όμως, η χυδαιότητα της πράξης σου θα σκοντάψει όπου σταθεί η δική του ανοχή.Μπαίνουμε όμως σε πιο σκοτεινά μονοπάτια. Στο έρεβος κάθε ψυχής που έχει ή όχι τα κότσια να διερευνήσει ο καθένας και πάνω απο όλα να παραδεχτεί πως έχει.

Σας αφήνω όμως εδώ, σα Καλλικάτζαρος των Χριστουγέννων, να δώσετε τις ευχές σας δεξιά κι αριστερά, ελπίζοντας ίσως να τολμήσετε, να αναζητήσετε το έρεβος της δικής σας ψυχής, απλά  για μια καλύτερη χρονιά που ξεκινά σε λίγο με περισσότερα ουσιαστικά         "Σ' αγαπώ". Εγώ το δικό μου το κοίταξα κατάματα και κάνω ελεύθερη πτώση σε αυτό παρέα με μια πυγολαμπίδα.


Χρόνια σας πολλά λοιπόν. Ορισμένους σας αγαπώ, ορισμένους όχι. Το ίδιο ισχύει κι απο μεριά σας. Εγώ όμως υπόσχομαι να σας το λέω. Όσον αφορά εσάς, πλέον  είμαι σε θέση να ξέρω ποιοι εννοείτε το «Σ’αγαπώ» και ποιοι όχι. Βλέπετε μου το μαρτυρά η πυγολαμπίδα μου.

Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2014

Παρλέ βου φρανσέ;

Η ευγένια σε αυτή τη χώρα είναι πλέον κάτι σα το «γαλλικά και πιάνο» που κάποτε, όλοι οι γόνοι καλών οικογενιών ή αν τουλάχιστον ήθελες να προαχθείς κοινωνικά, έπρεπε οποσδήποτε να είχες λάβει ως παιδεία. Αυτά ίσχυαν πριν απο εκατό περίπου χρόνια, διότι στο σήμερα χιέστηκε η Φατμέ στο Γενί Τζαμί για τα «γαλλικά και πιάνο» που μπορεί να ξέρεις, παρόλο που κάποτε οι γονείς σου θέλοντας να σου προσφέρουν την καλύτερη δυνατή παιδεία, σε έγραψαν έστω με το ζόρι και στα Γαλλικά και στο πιάνο.  Πλέον όμως η μόνη χρησιμότητα τους είναι άντε για κανά ταξίδι στο Παρίσι, ώστε να βρίζεσαι άνετα με τους Γάλλους διότι η σπουδή στο πιάνο άκλαφτη πήγε. Έτσι κι η ευγένια. Το να την κατέχεις, είναι κάτι «πασέ» πια. Ένα κατάλοιπο μιας μάλλον αστικής κουλτούρας περασμένης γενιάς. Επειδή όμως όπως προ-είπα, μεγάλωσα με γαλλικά και πιάνο, η ευγένια μου είναι σημαντική στη ζωή και την καθημερινότητα μου.

Και λέγοντας ευγένια, δεν αναφέρομαι στα νερόβραστα τύπου «Down Town Abbey» με την κουραστική  χρήση πληθυντικού μεταξύ των «κοντινών» ανθρώπων, αλίμονο μη με θεωρήσετε τόσο «δεινόσαυρο». Απλά αναφέρομαι  στη χρήση του πληθυντικού στις απλές καθημερινές συναλλαγές ή όταν γνωρίζεις κάποιον για πρώτη φορά. Στη χρήση της ευκτικής στον προφορικό λόγο ή έστω της λέξης «παρακαλώ» όταν ζητάς κάτι και της «συγνώμης» όταν διακόπτεις ή «ενοχλείς» τον άλλον μα πάνω απο όλα τη δημιουργία  οπτικής επαφής όταν συνομιλείς με κάποιον. Όλα αυτά, όταν έρχομαι αντιμέτωπος με την έλλειψη τους με εξοργίζει αφάνταστα και ειδικότερα το τελευταίο. (Εξηγούμαι βέβαια πως απο τα παραπάνω εξαιρούνται  όσοι εργάζονται στην Κουζίνα μαζί μου, για να μην παίρνει κανένας απο δαύτους θάρρος εαν τύχει και διαβάζει τούτο το post, καθότι «άτιμη φάρα» τα μαγείρια έχουμε έναν ιδιόμορφο κώδικα μεταξύ μας που και πάλι υποκρύπτει μέσα του την ευγένια.)

Έχοντας κάνει λοιπόν το τελευταίο μήνα τέσσερις μαγνητικές και τρεις ακτινογραφίες, που αρχίζω να σκέφτομαι πότε θα μου φυτρώσει τρίτο χέρι και θα αρχίσω να μοιάζω με τη θεά Κάλι, μπαίνω στο ορθοπεδικό τμήμα μεγάλου ιδιωτικού νοσοκομείου και χαμογελώντας, ίσως και λάμποντας απο τη ραδιενέργεια, χαιρετάω τις τρεις κυρίες της υποδοχής. Οι δυο απο αυτές, συμπαθέστατες μεγαλοκοπέλες, ανταποδίδουν το χαιρετισμό ενώ η τρίτη δεν απαντά. Δεν χαιρετά, δεν γύριζει καν το κεφάλι της να με κοιτάξει παρά συνέχισε να διαβάζει το περιοδικό της, ευτυχώς πετάρισε κανά δυο φορές τα ματόκλαδα της και βεβαιώθηκα ότι είναι ζωντανή κι όχι κέρινο ομοιώμα με οξυζενομένο μαλλί και δυο δάχτυλα ρίζα που έβαλαν στην τρίτη καρέκλα για να καλύψει το κενό. Δεν δίνω σημασία στη μαντάμ, λέω πρωϊ είναι μπορεί να κάνει καμιά ασάνα στη στάση της Σφίγγας κι απευθύνομαι στις δυο κυρίες αναφέροντας τους το όνομα μου κι επισημαίνοντας το ραντεβού που είχα κλείσει. Για κακή μου τύχη με εξυπηρετεί η άλλη, ας την πούμε Ηλίθια, η οποία αφήνει με ύφος δυσκοιλιότητας το περιοδικό της, φτιάχνει τη στάση της στην καρέκλα, προφανώς είχε πιαστεί απο την προηγούμενη στάση γιόγκας και δίχως καν να με κοιτάξει, αρχίζει να ζητά τα στοιχεία μου στον ενικό βεβαίως-βεβαιώς, σαν να ήμουν για εξακρίβωση στοιχείων στο αλλοδαπών. Αρχίζω εγώ τώρα και φουντώνω κι επειδή είμαι σε κρίσιμη για τον άντρα ηλικία ήταν η σειρά μου να πάρω τη στάση του Μαλάκα και να θυμηθώ τα μαθήμα της γιόγκας, μη πάνε χαμένα κι αυτά τα χρήματα και προσπαθώ να θυμηθώ τις ασάνες και τα πραγιανάμα για να μην αφήσω να ξυπνήσει ο Μαγειράκος απο μέσα μου σα τον Hulk ένα πράμα, ώσπου με λέει η μανταμίτσα : «Κάτσε και περίμενε. Ο γιατρός θα έρθει σε λίγο.», δείχνοντας μου με το κεφάλι της τις καρέκλες.

Κάθομαι κι εγώ και περιμένω το γιατρό κι όσοι έχετε βρεθεί σε αίθουσα αναμονής για θέμα υγείας καταλαβαίνετε πως μια μικρή έστω αγωνία κι νευρικότητα την έχεις. Στο μεταξύ χτυπάει το κινητό της Ηλίθιας κι αρχίζει και συνομιλεί με την άλλη άκρη της γραμμής σα να βρισκόταν στο σαλόνι του σπιτιού της, αδιαφορώντας για τον άγνωστο-ασθενή που έχει στο χώρο υποδοχής και σκέφτομαι το κρίμα να έχουν επενδυθεί τόσα χρήματα στη διακόσμηση του χώρου προκειμένου να «ηρεμεί» τον ασθενή και η Ηλίθια να σε έχει κάνει τούρμπο με τη συμπεριφορά της. Ευτυχώς διέκοψα σύντομα τις βουκολικές  μου σκέψεις πριν φτάσω στο σημείο που την αρχίζω στα χαστούκια καθότι η άλλη συμπαθεστάτη κυρία μου λέει : «Παρακαλώ, μπορείτε να περάσετε.» και σηκώνομαι κι εγώ για να με αποτελειώσει ο γιατρός με την εξέταση του.

Το λοιπόν βγαίνω απο το ιατρείο, αγκιστρωμένος στην εκ φύσεως ηλιθιώδη αισιοδοξία μου, Τοξότης βλέπετε και κατευθύνομαι στην υποδοχή, πλησιάζοντας την ευγενέστατη κυρία που με φώναξε προ λίγου για να πληρώσω. Επειδή όμως αυτός ο Δίας είχε αποφασίσει ότι σήμερα ήθελε να διακορευτεί, να ξανά η Ηλίθια αφήνει πάλι δυσανασχετημένη το περιοδικό της και μου λέει: «Απο ‘δω». Κάνω κι εγώ τη καρδιά μου πέτρα και μου εύχομαι «Με ένα πόνο» και πλησιάζω προς τη μεριά της. Ξανά μανά τα στοιχεία μου για να συμπληρώσει την απόδειξη κι αφελέστατα τη ρωτάω ο αδαής: «Συγνώμη δεν σας τα έδωσα προ λίγο;» Τι το ‘θελα και το άνοιξα το στόμα μου, σταματά το γράψιμο, γυρίζει και με κοιτάζει για πρώτη φορά τόσο που συνεγχάρηκα τον εαυτό μου για αυτόν τον άθλο και την ακούω να μου λέει: «Θα μου πεις πως να κάνω τη δουλειά μου;» Κόκκαλο εγώ σηκώνω και τα δυο μου φρύδια, νομίζω ότι απο την πίεση που σήκωσα, ένιωσα και μια φλεβίτσα να σκάει στο κεφάλι, γυρίζω βλέπω και τις συναδέλφισσες της αποσβολωμένες κι αντί να κάνω πράξη τις προηγούμενες μου σκέψεις παίρνω το πιο γλυκό και αθώο μου ύφος, ξέρετε εκείνο που παίρνουν τα πεντάχρονα αγοράκια όταν τα μαλώνεις και ψελλίζω μετανοημένα: «Συγνώμη!» Ανασκουμπώνεται λοιπόν κι εκείνη, προφανώς ένιωσε την κυριαρχία του Εγώ της απέναντι στο αλλοδαπό, εμού δηλαδή, για να μου πει το ποσό με ύφος «να δούμε πως θα πληρώσεις».  Βγάζω κι εγώ ταπεινά το πορτοφόλι μου, της δίνω ένα κολλαριστό πράσινο, παίρνω την απόδειξη και κάνω να φύγω. Κοντοστέκομαι λίγο και επιστρέφω στην αρχική μου θέση και τη ρωτάω:
Εγώ: Με συγχωρείτε, μπορώ να σας ρωτήσω κάτι;
Η Ηλίθια: Τι;
     Εγώ: (Με μελιστάλακτη και γεμάτη συμπόνια φωνή)
              - Πόσο καιρό το έχετε;
     Η Ηλίθια: (Εμφανώς απορημένη κι ανήσυχη)
               -Τι να έχω;
     Εγώ: Κοιτάζω με νόημα τις διπλανές της και σκύβω συνωμοτικά προς εκείνην για να της πω:
-       ΞΙΝΟΜΟΥΝΙΑΣΗ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ! ΞΙΝΟΜΟΥΝΙΑΣΗ!

Κοίτα να δεις που τα «γαλλικά» πιάσαν τόπο τελικά! Ευχαριστώ μπαμπά!