Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2014

Είναι κάτι σιωπές που είναι εκκωφαντικές...


Κρυμμένος στην ανωνυμία που προσφέρει ένα τουριστικό νησί, πότε πότε κάθομαι τα βράδια απολαμβάνοντας ένα κρασί, κοιτάζοντας το φεγγάρι, μετέωρος σε έναν κυκεώνα σκόρπιων σκέψεων. Αν μπορούσα να επιλέγω τη μοναξιά μου θα ήταν μια πολυτέλεια, όμως συχνά πυκνά υποχρεώνομαι να ανέχομαι την παρουσία των άλλων και πολύ περισσότερο τον ενοχλητικό απόηχο των δικών τους σκέψεων. Σκέψεις βίαιες, χειραφετημένες, αναμασημένες, ανθρώπων που μηρικάζουν τον παραλλογισμό των άλλων, θεωρώντας πως είναι το δικό τους «εύρηκα».

Με αφορμή λοιπόν το «αντιρατσιστικό νόμο» που αναβάλλεται για άλλη μια φορά  η ψήφισή του, τις επικριτικές  επιστολές και δηλώσεις Μητροπολιτών και την ομοφοβική επίθεση κατά ενός ζευγαριού στο Παγκράτι που γνωστοποιήθηκε από τα  δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης, πολλές παρέες απολαμβάνοντας στην ακροθαλασσιά τη βραδιά τους, έθιγαν σα σε σύγχρονο συμπόσιο,  μεταξύ άλλων το θέμα: «αυτό μωρέ το νόμο με τις αδελφές!» Προσπερνάω την ελλειπή τους ενημέρωση σχετικά με τις λοιπές εκφάνσεις του αντιρατσιστικού και όπως αυτοί που είχα την ατυχία να υπάρξω λαθρανακροατής, θα σταθώ στο θέμα σχετικά με τις αδελφές.

Ξαφνικά οι αδελφές έγιναν θέμα τα τελευταία χρόνια κι ολόκληρος ο πλανήτης ασχολείται μαζί τους. Υπάρχουν χώρες οι οποίες αναγνωρίζουν ολοκληρωτικά ή έστω μερικά, τα ανθρώπινα δικαιώματα που έχουν όλοι εκείνοι με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό και στην Ελλάδα, έπειτα από πιέσεις της Ευρώπης ήρθε η ώρα, θέλοντας και μη, να ασχοληθεί κι αυτή, έστω όσο πατάει η γάτα με αυτούς. Κι εκφράζονται απόψεις από τη μεριά της Εκκλησίας, μιας εκκλησίας με τεράστια οικονομική δύναμη, απαλλαγμένη από φόρους, δίχως ανθρωπιά η οποία προτάσσει τη θρησκεία, τις Γραφές, το θεό τον ίδιον κι απαιτεί τη μη ψήφιση του «αυτού μωρέ του νόμου με τις αδελφές». Λίγες μέρες μετά μια επίθεση στο Παγκράτι, σε αυτές μωρέ τις αδελφές, τους «κύναιδους» (κι όχι κίναιδους) κι έπειτα σιωπή. Μια σιωπή που σπάει από τις λίγες φωνές που μαζεύτηκαν δηλώνοντας την εναντίωση τους στις ρατσιστικές επιθέσεις, μα δεν μπορούν να ακουστούν  περισσότερο, καθώς οι μεθυσμένες φωνές εκείνων που φιλοσοφούν τα βράδια υπερκαλύπτουν τις δικές τους. Μα πιο πολύ, γιατί η σιωπή, όλων εκείνων που θα έπρεπε να φωνάζουν, είναι πιο εκκωφαντική.

«Στην Ελλάδα θεωρούν πως για να είσαι καλλιτέχνης, θα πρέπει να είσαι ή αριστερός ή ομοφυλόφιλος. Εγώ αριστερός δεν είμαι.», είχε δηλώσει ο Χατζηδάκης πριν χρόνια και σκέφτομαι τη σιωπή όλων εκείνων που μπορούν με τον δικό τους τρόπο να διαμορφώσουν αντιλήψεις κι απόψεις. Αναρωτιέμαι αν οι δικοί μας, οι πνευματικοί άνθρωποι, οι καλλιτέχνες, τα δημόσια πρόσωπα, τα εμπορικά, τα διάσημα συμφωνούν με την άλλη πλευρά που έχει επίσης τη δύναμη να διαμορφώνει απόψεις έως σημείο φανατισμού ή απλά επιλέγουν να σιωπούν. Κι αυτός ο λαός, του πνεύματος, της τέχνης, της δημοκρατίας σε ποιους μπορεί τελικά να βασιστεί προκειμένου να προάγει τη σκέψη του; Ή μήπως απλά δεν υπάρχει πια σκέψη;

Τη θέση της σκέψης πήρε ο «ωχαδελφισμός», το «δεν με αφορά» το καμουφλάζ της εγωπάθειας, το «εμείς να είμαστε καλά» μότο και μια κοινωνία, μια χώρα ολάκερη βυθίζεται χάνοντας κάθε Έννοια, με λάβαρο ένα παρελθόν δίχως μέλλον. Με σκοτώνουν και κανένας δεν νοιαζεται. Όμως μάθε πως όταν δεν νοιαζόμαστε πια για τον άλλον που πεθαίνει είμαστε πια νεκροί.

Λένε πως η Ελλάδα αναγεννάται σα τον Φοίνικα. Ο Φοίνικας όμως πρώτα καίγεται ολοσχερώς πριν αναγεννηθεί.
Αλίμονο μας.

Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Ένας Πούστης εκδίδεται


Πριν λίγο καιρό διάβασα πως δυο νέοι που περπατούσαν πιασμένοι χέρι χέρι έπεσαν θύμα επίθεσης από αστυνομικούς οι οποίοι έκαναν κοινώς κατάχρηση εξουσίας. Χαίρομαι μονάχα για το γεγονός ότι τα παιδιά εκείνα κατέγγειλαν το γεγονός και δεν σιώπησαν. Δεν χαμήλωσαν το κεφάλι ευχόμενοι το συμβάν να «μην μαθευτεί». Μην μαθευτεί ότι είναι ομοφυλόφιλοι και τους πήραν «χαμπάρι» και για αυτό τους «έκραξαν». Αντιθέτως κατέγγειλαν και δημοσιοποίησαν το γεγονός καθώς και τα ονόματα τους όπως θα έκανε κάθε ένας που απλά επιζητά το δίκιο του.

Πριν λίγο καιρό γνώρισα κάποιον, της δικής μου γενιάς, ομοφυλόφιλος επίσης, παντρεμένος με κάποια, με δυο παιδιά εγκλωβισμένος σε μια ζωή γεμάτη ψέματα. Ψέματα απέναντι στην γυναίκα του, στους τρίτους, στους ευκαιριακούς εραστές και πάνω από όλα στον εαυτό του. Αρνούμενος μια φύση που τον καταδυναστεύει απλά γιατί «κρύβεται» πίσω από μια καθιερωμένη κοινωνική  νόρμα την οποίαν αρνείται να αποτινάξει είτε από έλλειψη θάρρους, είτε από «βόλεμα». Έτσι ζει μια ζωή μισή, γιατί ζωή δίχως αλήθειες αυτό είναι, περιμένοντας την επόμενη φορά που θα μπορέσει στα κρυφά, ενοχικά κάποιοι κι άλλοι με πλήρη αμοραλισμό, να παραδοθούν στο πάθος που ορίζει η ανθρώπινη φύση.

Πριν λίγο καιρό γνώρισα κάποιον επίσης ομοφυλόφιλο που στιλήτευε τους ομοίους του που δεν ήταν σαν εκείνον. Που πρόδιδαν την φύση τους είτε γιατί η θηλυπρέπεια τους ξεχείλιζε, είτε γιατί κατά τα λεγόμενα του διαλαλούσαν την φύση τους, διότι κατά τα λεγόμενα του «το τι κάνω στο κρεβάτι μου δεν αφορά κανέναν» και συστήνουν τις διάφορες ερωτικές τους γνωριμίες ως φίλους. Από το στρατό; συνήθως ρωτάω. Κι αναζητούν εκείνον που δεν θα τους φέρει σε «δύσκολη» θέση να συστήσουν, που δεν «φαίνεται» που δεν θα προσβάλει τη δημόσια εικόνα τους καταρρίπτοντας το στερεότυπο του macho πολλά βαρύ άντρα. Μαγκιά, κλανιά κι εξάτμιση άντρα λέω εγώ.

Πριν πολύ καιρό ξεκίνησα να γράφω ιστορίες. Μικρά διήγήματα τα έλεγα, απλά σα διέξοδο από τους δικούς μου εφιάλτες στα πρώτα βήματα της αποδοχής του εαυτού μου. Τότε που αποφάσισα πως δεν θα αλλάξω, πως δεν θέλω να αλλάξω και πως απλά είμαι ομοφυλόφιλος. Τότε δεν υπήρχαν πολλά βιβλία σχετικά με την ομοφυλοφιλία και τα βιβλία ήταν ανέκαθεν το καταφύγιο μου. Σε αυτά αναζητούσα τη φυγή, τη σωτηρία και πάνω από όλα την παρηγοριά. Και σε εκείνα τα βήματα της αποδοχής αναζητούσα βιβλία μέσα από τα οποία θα διαπίστωνα πως δεν ήμουν ο μόνος. Το ίντενετ δεν είχε καθιερωθεί ακόμα. Έτσι ξεκίνησα να γράφω. Πρώτα για μένα κι έπειτα με τη σκέψη πως ίσως κάποτε αυτά τα γραπτά να κάνουν παρέα σε κάποιο άλλο παιδί σα εμένα. Να του πουν πως δεν είναι ο μόνος. Να τον προετοιμάσουν έστω να τον προϊδεάσουν για την «τραγική ίσως μοίρα» του να είσαι gay  στην Ελλάδα. Και ίσως απλά έτσι να ολοκληρωθεί το coming out μου στη Ζωή. Χρειάστηκαν δέκα ολόκληρα χρόνια να το ολοκληρώσω κι πέντε χρόνια να το εκδώσω.

Πριν λίγες μέρες το βιβλίο μου εκδόθηκε. Και χαίρομαι που πια δεν έχει κανένα νόημα η ύπαρξη του, γιατί τα παιδιά του σήμερα, εκείνοι οι «διαφορετικοί», οι «τοιούτοι» δεν είναι μόνοι και το ξέρουν. Δεν έχουν ανάγκη από παρηγοριά όπως δεν σκύβουν το κεφάλι δεχόμενοι τη σφαλιάρα, τη χλεύη, το φτύσιμο και την κοροϊδία πια. Απαντούν, διεκδικούν, μιλούν, φωνάζουν απέναντι στους ομοίους τους που «κρύβονται», απέναντι σε εκείνους που τους αδικούν, απέναντι στη Ζωή ζητώντας ή μάλλον απαιτώντας απο εκείνη να τους δώσει όλα όσα δίνει σε όλους. Σε αυτά τα παιδιά αφιερώνω το βιβλίο μου και ο παρελθοντικός εαυτός μου τους Ευχαριστεί που τον κάνουν να μην νιώθει πια μόνος καθώς αντικρίζει το μέλλον με χαμόγελο, ακόμα κι αν δεν είναι δικό του.