Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Σελίδες Ημερολογίου: Θα με αγαπάς ακόμα ρε Μάνα;

Είναι μέρες, μήνες ή μάλλον χρόνια που θέλω  να σου μιλήσω Μάνα! Να σου πω όλα αυτά που ονειρεύομαι μα πάνω απο όλα φοβάμαι. Θυμάσαι; Μου είχες πει ένα βράδυ που είχα πυρετό και ήμουν μικρός, χωμένος στην αγκαλιά σου, ξυπνώντας  απο τον εφιάλτη μα ντρεπόμουνα να σου πω για αυτό που με φόβισε, πως σε Σένα, μπορώ να σου λέω τα πάντα! Πως εσύ, θα είσαι πάντα δίπλα μου και πως με αγαπάς ρε Μάνα, περισσότερο απο το κάθε τι.

Όμως φοβάμαι Μάνα να σου μιλήσω! Φοβάμαι πως θα στερηθώ την αγάπη σου, το χάδι σου, την αγκαλιά σου, όλα εκείνα ρε Μάνα που με κάνουν να είμαι Εγώ. Ένα Εγώ όμως τώρα λειψό, μονό, κατεστραμένο γιατί ο φόβος που έχει φωλιάσει στην καρδιά μου είναι τόσο, μα τόσο  κανιβαλλικός. Φοβάμαι Μάνα. Φοβάμαι να σου μιλήσω για μένα παρά τις διαπιστεύσεις που κάποτε μου έδωσες να σου λέω τα πάντα, γιατί σε ακούω να λες, να μιλάς, να εκφράζεσαι αγόγγυστα για όλα εκείνα κι εκείνους που θεωρείς ανώμαλους και «παρά φύσιν». Γιατί άκουσα τον φίλο μου να μου  λέει πως η δική του μάνα του είπε: Καλύτερα να σε έβλεπα πρεζόνι στη Ομόνοια, παρά ομοφυλόφυλο που λες ότι είσαι!

Με τι κουράγιο και τι δύναμη να σου πω μετά απο όλα αυτά πως είμαι κι εγώ ένας ομοφυλόφιλος.

Είναι βαριά η παραδοχή ρε Μάνα αυτού, πίστεψέ με! Το προσπάθησα, το πάλεψα να αλλάξω αλλά δεν μπορώ, Θέε μου δεν μπορώ! Και τώρα με όση ντροπή κι αυτολύπηση μου μένει προσπαθώ να αντιμετωπίσω τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Εκείνον τον εαυτόν που με κοιτά κι λυπάται που θα σε απογοητεύσει, που θα σε κάνει να στεναχωρηθείς, να κλάψεις και περισσότερο απο όλα να με μισήσεις! Γιατί αυτό φοβάμαι περισσότερο απο όλα, το δικό σου μίσος στο πρόσωπό μου. Διότι αυτό το μίσος θα μου στερήσει εκείνο το χάδι που  έπαιρνε τη θλίψη απο την ύπαρξη μου. Θα μου στερήσει εκείνη την αιώνια αγκαλιά στην οποία μπορούσα, ότι και να γινόταν, να κουρνιάσω ρε Μάνα και να νιώσω εκείνη την ασφάλεια που με τόση αγάπη με περιέβαλες , όπως τότε που με απόθεσαν για πρώτη φορά στην αγκαλιά σου.

Αυτά φοβάμαι Μάνα και δεν σου μιλώ, ούτε απαντώ στις ερωτήσεις σου. Με βλέπεις κι πληγώνεσαι που απομακρύνομαι απο κοντά σου και κλείνομαι κάθε μέρα όλο και περισσότερο στον μίζερο εαυτό μου. Χάνεται το χαμόγελο απο τα δικά μου χείλη κι ταυτόχρονα κι απο τα δικά σου, όμως τι να σου πω, φοβούμενος όλα εκείνα που θα μου πεις, μα χειρότερα θα σκεφτείς. Κ η ενοχή αυτή με διαποτίζει με τον ένα ή τον άλλον τρόπο μη μπορώντας να βρω άλλο τρόπο να γλιτώσω,  ούτε να χαρώ τις υποκατάστατες αγκαλιές, εκείνες που ουδέποτε προσπάθησα να αντικαταστήσω με τις δικές σου, όμως είναι εκείνες που με προστάζει η ύπαρξη μου να κουρνιάσω.

Δεν ξέρω τι φταίει ρε Μάνα, σίγουρα πια κανείς απο τους δυο. Το μόνο που με κουρελιάζει είναι πως δεν μπορώ αυτή την απομάκρυνση απο σένα ρε Μάνα, όμως έτσι ίσως να γίνει πιο ανώδυνη η απόρριψη η δική σου και η παραδοχή του απο εμένα.

Όπως και να έχει ρε Μάνα, στο συγχώρεσα ήδη, όπως συγχώρεσες εσύ όλα τα δικά μου, πέρα απο αυτό. Είναι όμως «λάθος» ρε Μάνα; Που ακόμα κι αν είναι γιατί; Που διαφέρει απο όλα εκείνα που έκανα και δεν μπορείς ρε Μάνα να το παραβλέψεις;

Δεν μου έχεις πει τίποτα  κι όλα αυτά μπορεί κι εύχομαι να είναι παιχνίδια  του δικού μου φοβισμένου νου. Όμως ρε Μάνα, όλα εκείνα που λες και που δεν λες, πληγώνουν εμένα που λες πως με αγαπάς, περισσότερο απο  κάθε τι που με έχει πονέσει ποτέ.


Συγνώμη ρε Μάνα για τις σιωπές μου, φοβάμαι απλά τις δικές σου σιωπές απο τη δική μου ζωή.

Πέμπτη, 3 Απριλίου 2014

Η Απάτη της Ευγένιας

Το να είσαι Ευγενής πλέον δεν είναι θέμα καταβολών, αλλά θέμα παιδείας, προσωπικότητας, καταγωγής και τώρα τελευταία αναρωτιέμαι εαν είναι και θέμα επιλογής. Θέλω δηλαδή να πιστεύω πως μπορεί να είναι και θέμα επιλογής, κάτι σα έναν διακόπτη δηλαδή που τον πατάς και “τσαφ” ως δια μαγείας εξαφανίζεται κάθε ίχνος ευγένιας απο μέσα σου και γίνεσαι ένας κάφρος ο οποίος μπορεί και συνεννοείται άψογα με τον κόσμο κι άρα να ταιριάξει και σε αυτόν.

Πριν κάποιες μέρες περπατούσα με το ποδήλατο παραδίπλα σε έναν αστικό δρόμο, απολαμβάνοντας τη λιακάδα σε μια γειτονιά της Αθήνας. Λίγα βήματα πιο μπροστά απο μένα περπατούσε ένα νέο παιδί, άρρεν, της γενιάς των  20-30, απο εκείνα που επενδύουν αρκετή ώρα στον καφρέφτη πριν βγουν απο το σπίτι προκειμένου να φτιάξουν τη μοϊκάνα φράντζα που πετάγεται σα τον Ταϋγετο και πολύ την έχω την απορία του πως στέκεται όρθια. Απο τα αριστερά, επάνω στο πεζοδρόμιο μας πλευρίζει μια γυναίκα  στα πρώτα της –όντα, με το καρότσι της λαϊκής φορτωμένο μέχρι πάνω, που ειλικρινά σκεφτόμουνα μη τη ματιάξω, με τόσες περικοπές στις συντάξεις μαγκιά της που το έχει φουλάρει. Η γυναίκα ρίχνει μια ματιά σε μένα, μια στο νεαρό κι αποφασίζει να απευθυνθεί για ευννόητους λόγους στον τελευταίο λέγοντας του, «Με βοηθάτε να κατεβάσω το καρότσι;» απο το πεζοδρόμιο εννοούσε η γυναίκα. Απο το πεζοδρόμιο, το οποίο πέρασε σε απόσταση μερικών εκατοστών ο νεαρός και συνέχισε το δρόμο του σα να μην άκουσε τίποτα. Ακουστικά ή Bluetooth δεν είχε στα αυτιά, το τσέκαρα όταν είδα πως φευγαλέα έστριψε το κεφάλι του προς τη γυναίκα που του απευθύνθηκε κι συνέχισε αμέριμνος την πορεία του.

Δεν ξέρω τι πρόλαβε να σκεφτεί εκείνη η γυναίκα μπροστά στην αδιαφορία για κάτι τόσο ασήμαντο μα καίριο για εκείνη, όμως αυτόματα ακινητοποίησα το ποδήλατο στη μέση του δρόμου κι έτρεξα δίπλα της, κατεβάζοντας το καροτσάκι απο το πεζοδρόμιο κι έφυγα εξίσου γρήγορα πετώντας ένα χαμόγελο και μια «καλημέρα». Η όλη διαδικασία κράτησε ούτε 10 δευτερόλεπτα κι αναρωτιόμουν συνεχίζοντας την πορεία μου, πόσο μα πόσο δύσκολο ήταν για εκείνο το νεαρό να σταματήσει για αυτά τα δευτερόλεπτα και να βοηθήσει μια ηλικιωμένη γυναίκα.

Μια άλλη μέρα φεύγοντας απο ένα κατάστημα στο οποίο είχα μπει να πληρώσω έναν λογαριασμό, άνοιξα την πόρτα, την κράτησα και περίμενα να περάσει πρώτα μια κοπέλα απο την είσοδο πριν κάνω τη δική μου έξοδο. Εκείνη απαθέστατα πέρασε απο μπροστά μου, μη λέγοντας έστω ένα ξερό «Ευχαριστώ», ούτε καν να κάνει ένα νεύμα με το κεφάλι της. Και σκεφτόμουν μετά, μήπως θεωρούσε πως ήταν υποχρέωση μου λόγω αλλοδαπών καταβολών να της κρατώ την πόρτα να περάσει; Μήπως δεν ήμουν κατάλληλα ακριβά ντυμένος; Η αλήθεια είναι ότι ήμουν με κάτι παλιές φόρμες κι ένα σακίδιο στην πλάτη, λόγω μετακίνησης με το ποδήλατο. Όμως ότι δικαιολογίες κι αν έψαχνα να βρω, δεν μπορούσα να καταλήξω σε καμμία που να αιτιολογεί τις παραπάνω συμπεριφορές, οι οποίες απλά αποτελούν ένα μικρό, απειροελάχιστο δείγμα της έλλειψης ευγένιας σε αυτή χώρα. Ένα γεγονός που πλέον καταλήγω να επικροτώ και να θεωρώ πως το πρόβλημα είμαι Εγώ κι όχι οι άλλοι.

Θυμάμαι όταν ήμουν στο σχολείο και με φώναζαν «πουστάρα» γιατί δεν συναγωνιζόμουν σε χοντροκοπιές  τους υπολοίπους μαθητές, όπως το ποιος θα ρευτεί πιο πολύ και πιο δυνατά απο τους άλλους ή ποιος θα κάνει την πιο ηχηρή πορδή. Έχασα το μάθημα όπου η αρρενοπότητα κι ο ανδρισμός μετριέται απο το να φτύνεις στο δρόμο και να ξύνεις τα αρχίδια σου την ώρα που μιλάς με τον άλλον ή να αποκαλείς τις γυναίκες πουτάνες κι καργιόλες. Όπως δεν έμαθα πως πρέπει να τσαμπουκαλεύεσαι με την πρώτη που κάποιος θα «θίξει» την «αξιοπρέπεια» σου επειδή έκανε το λάθος να έχει προτεραιότητα στο δρόμο ή να κορνάρεις στον μπροστινό με το που «πρασινίσει» το φανάρι.

Για αυτό λοιπόν ζητώ δημόσια Συγνώμη απο όλους εσάς, που σας έχω φέρει σε δύσκολη θέση με τη συμπεριφορά μου. Λυπάμαι. Ειλικρινά και βαθύτατα που δεν ρουφιάνεψα προκειμένου να κερδίσω την εκτίμηση του «αφεντικού». Που σέβομαι την προσωπικότητα σας και δεν απλώνω πληθωρικά τη δική μου έναντι των δικών σου αναγκών και «θέλω». Που δεν χαστούκισα καμιά γυναίκα, όσο τσουλί κι αν ήταν στην πραγματικότητα, χάνοντας την  εκτίμηση σου στο πρόσωπο μου. Που ως υπάλληλος δεν έκανα κωλοτούμπες που πέρασες απο μπροστά μου κι μετά πίνοντας μπύρες να λέω με τους λοιπούς συναδέλφους «Κοίτα τον Μαλάκα» ή  να σου πουλήσω την υπόληψη μου, έναντι μιας πενιχρής «αναγνώρισης». Για όλα αυτά και πολλά ακόμα ζητώ «Συγνώμη». Βλέπετα ορθά πράττετε απλά εγώ είμαι σε άλλη διάσταση. Κι εύχομαι ολόψυχα να μπορώ να κατεβάζω τον γαμημένο τον διακόπτη της Ευγένιας, μπας και μπορέσουμε να συνεννοηθούμε επιτέλους.


Αϊ στο Διάλο λοιπόν! Συνεννοηθήκαμε τώρα;