Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 2014

Ορολογίες στο βάθος του χρόνου και μια συγνώμη στην Κυρία Κουρουπού

Τραβεστί, transsexual, trans, transgender είναι λέξεις με τις οποίες πλέον χάρη στην τηλεόραση τα τελευταία χρόνια, έχουμε γίνει πια εξοικειομένοι. Αν και οι μέχρι τη δική μου γενιά εξακολουθούν να χρησιμοποιούν τον όρο τραβεστί για όλα, μια κι μεγαλωμένοι τη δεκαετία του ’80 μας είχαν μάθει πως υπάρχει μονάχα μια κατηγορία ανθρώπων, οι κανονικοί, όλοι οι άλλοι είναι απλά ανώμαλοι.

Η πρώτη μου επαφή με αυτά τα «φρικιά» που λένε ήταν μέσω μιας εκπομπής στην αρχή της ιδιωτικής τηλεόρασης με την Κανέλη, νομίζω «Ψηλά τα χέρια» λεγόταν και προβαλλόταν το Σάββατο λίγο πριν το δελτίο. Απο αυτή την εκπομπή τα μόνα που μου έχουν μείνει στη μνήμη είναι το τραγούδι «Κυκλοφορώ κι Οπλοφορώ» που έπαιζε στους τίτλους της και η λέξη «τραβεστί». Ήμουν στο σπίτι της θείας μου κι βαριόμουν, αναγκασμένος να υπομένω την εν λόγο εκπομπή που παρακολουθούσε η θεία με προσύλωση. Όταν της ζήτησα να αλλάξουμε κανάλι μπας κι έβλεπε κάνα παιδικό ή έστω καμιά άλλη σαχλαμάρα μου εξήγησε ότι αυτό που παρακολουθούσε ήταν πολύ «ενδιαφέρον», τουλάχιστον από κουτσομπολίστικης άποψης. Όταν την ρώτησα το «γιατί» μου είπε ότι αυτή η «γυναίκα» που εμφανιζόταν σα καλεσμένη στην εκπομπή είναι τραβεστί κι έλεγε διάφορα. Όταν την ρώτησα τι είναι τραβεστί μου εξήγησε πως ήταν άντρες που ντύνονταν γυναίκες και δουλεύουν σα πουτάνες. Στην επόμενη μου ερώτηση «Τι είναι πουτάνα;» μου είπε το να παίρνεις λεφτά κάνοντας sex και δεν συνέχισα τις ερωτήσεις μου. Τώρα που το σκέφτομαι, ο λόγος που δεν συνέχισα τις ερωτήσεις μου ίσως ήταν γιατί ενστικτωδώς ήξερα πως κι εγώ ανάλογο φρικιό θα γινόμουν.

Κάπου στα μέσα της εφηβείας κι έχοντας μάθει ο πατέρας μου πως την «κούναγα την αχλαδιά», με πήγε μια μέρα στα μέσα καλοκαιριού του ’93 μια μπουρδελότσαρκα στην Αθήνα. Με πέρασε απο το Θησείο λέγοντας μου πως εκεί και στην Πλάκα ήταν τα στέκια που σύχναζαν οι πούστηδες και τα τραβέλια, πριν με πάει προς τον Σιδηροδρομικό Σταθμό, το Μεταξουργείο, τη Φυλής για  να μπαίνουμε μέσα στα μπουρδέλα το ένα μετά το άλλον, χαιρετώντας την εκάστοτε τσατσά και να καθόμαστε στο σαλονάκι περιμένοντας τα εκάστοτε κορίτσια να κάνουν «πασαρέλα». Μετά μου έλεγε να μαντέψω ποια ήταν κανονική γυναίκα και πια τραβεστί, κάτι που εγώ απο τη ντροπή μου, αδυνατούσα να πω οτιδήποτε. Αργότερα με πήγε σε κάτι πιάτσες όπου ψωνίζονταν οι πούστηδες και θυμάμαι ένα παιδί ξανθό, όμορφο, με κόκκινο μαγιό κι ένα μακό, να γελάει με άλλους δυο τύπους σε κάποια γειτονιά της Αθήνας και να με κοιτάζει την ώρα που ο πατέρας μου έκανε όπισθεν με το αυτοκίνητο, προκειμένου να μου τον δείξει λέγοντας μου πως είναι πούστης και πως απο «εδώ» ξεκινούν για να καταλήξουν στα μπουρδέλα να τους γαμάνε. Κι όλα αυτά για να μου πει ότι αν συνέχιζα να μου αρέσουν οι άντρες θα κατέληγα τραβεστί να με γαμάνε στα μπουρδέλα ή να μου κάνουν «πλάκες» σα αυτές που μου διηγόταν κατά τη διάρκεια της «εκδρομής» μας. Ίσως λόγω αυτών να έγινα μετά τσάμπα πουτάνα, στην προσπάθεια μου να ξορκίσω τα φαντάσματα που φώλιασαν στην ψυχή μου εκείνη τη μέρα του Ιούλη.

Περάσανε τα χρόνια κι κάποτε γνώρισα μέσω ενός φίλου και συγκάτοικου κάποιες τραβεστί της Συγγρού απο κοντά. Όντας ομοφυλόφιλος κι out πια καθώς και πληρώνοντας τις επιλογές μου, δεν με «ενοχλούσαν» οι επιλογές του τότε κολλητού μου να τα φτιάξει με μια τραβεστί, ακόμα γνώριζα μονάχα αυτή τη λέξη και μέσω αυτής να γνωριστούμε και με κάποιες άλλες κάνοντας παρέα. Ομολογώ ότι ήμουν επιφυλακτικός απέναντι τους κι αυτό όχι λόγω της φύσης τους αλλά γιατί απλά θεωρούσα πως η συμπεριφορά που έβλεπα ήταν πολύ ανούσια προκλητική, ειδικά τις στιγμές που δεν χρειαζόταν. Με τον φίλο μου απομακρυνθήκαμε στην πορεία για άλλους δικούς μας λόγους κι η επαφή μου με τις trans γυναίκες δεν είχαν κάποια συνέχεια, όχι γιατί το απόφευγα, απλά γιατί είχαμε τις δικές μας «αμαρτίες» να πληρώσουμε κι δεν διασταυρώθηκαν ποτέ οι δρόμοι μας σε αυτήν την πόλη.

Σχετικά πρόσφατα βρέθηκα στη σελίδα του “protagon” όπου ανακάλυψα τυχαία κάποια άρθρα της Άννας Κουρουπού. Έκατσα και τα διάβασα όλα μια μέρα και μέσω αυτών έμαθα για το βιβλίο που έχει γράψει λίγο μετά την προβολή της εκπομπής «Πρωταγωνιστές» με τον τίτλο «Γιατί δεν έχω σα το δικό σου μαμά;» Την επόμενη μέρα παράγγειλα το βιβλίο και το διάβασα συγκλονιστικά έκπληκτος. Το λέω αυτό γιατί η γραφή της τόσο στα άρθρα της όσο κι μέσα απο το βιβλίο της μου κατέρριψαν κάθε στερεότυπο που ίσως είχα μέσα μου για τους συνανθρώπους μου που ανήκουν σε μια μειονότητα κι εκείνοι, όπως κι εγώ άλλωστε. Βλέπετε η κυρία Κουρούπου γεννήθηκε αγόρι, αργότερα έγινε τραβεστί, έπειτα γυναίκα και μετά πόρνη και μέσα απο τις λιγοστές σελίδες που έχει εκδόσει, αν κι σίγουρα μπορούσε να είναι περισσότερες, περιγράφει αποσπασματικά όλη την πορεία της ζωής της καταρρίπτοντας μύθους και προκαταλήψεις σχετικά με τα διεμφυλικά άτομα.

Της αξίζει κάποιο βραβείο, κάποια αναγνώριση για τη συγγραφική της ικανότητα; Προλαμβάνοντας τους κακεντρεχείς να σας πω πως ούτε την γνωρίζω προσωπικά, ούτε την έχω συναναστραφεί, τουλάχιστον όχι ακόμα, για να δηλώσω “fun”. Απλά θα ήθελα πρώτον να την Ευχαριστήσω δημόσια μέσα απο το blog μου, που μου κατέρριψε το στερεότυπο πως οι trans ή transgender είναι μονάχα πουτάνες στο πεζοδρόμιο ή στα μπουρδέλα. Αντίθετα μπορούν να είναι έξυπνες, καλλιεργημένες, όμορφες στο μέσα τους, με όνειρα, επιθυμίες, ανασφάλειες κι Ανθρώπινες όπως όλοι μας κι η δική τους μονόδρομη πορεία, που τόσο αρεσκόμαστε να κραυγάζουμε οι υπόλοιποι, οφείλεται στη στενότητα της δικής μας αντίληψης προκειμένου να ξεγελάμε την βλακώδη ύπαρξη μας. Δεύτερον θα ήθελα να της ζητήσω συγνώμη για τον πατέρα μου και με αφορμή αυτήν κι απο όλες τις γυναίκες, ο οποίος θέλησε να μου μάθει πως αυτές, εκ γεννετής ή όχι, είναι προς εκμετάλλευση κι κυριαρχία κι ο βαθμός στον οποίον μπορεί το επιτύχει αυτό ένας άντρας, καθορίζει και το μέγεθος του ανδρισμού του.

Συγνώμη Κυρία Κουρουπού και Σας Ευχαριστώ.



Το βιβλίο της Άννας Κουρουπού "Γιατί δεν έχω σα το δικό σου Μαμά" κυκλοφορεί απο τις εκδόσεις "Ποταμός"

"Άρθρα" της μπορείτε να διαβάσετε εδώ   και την παρουσίαση του βιβλίου της στην οποίαν συμμετέχει τόσο συγκλονιστικά όμορφα η αδελφή της Αθηνά εδώ

Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2014

Τα Φιλιά μου κι ο Άγιος Βαλεντίνος

Τη Γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου εγώ δεν την ήξερα, την έμαθα πιο μεγάλος, όταν ήρθα στη χώρα και μου ‘πανε τα άλλα παιδιά με σκανδαλιάρικη διάθεση και πονηρά γέλια, πως είναι μια μέρα που Γιορτάζουν τον Έρωτα και πρέπει να ανταλλάσεις φιλιά με τους άλλους. Κι έτρεχα εγώ με τον ενθουσιασμό ενός παιδιού που θέλει να ενταχτεί στον καινούργιο του κόσμο και μοίραζα τα φιλιά μου σε όλο τον κόσμο, ακόμα και σε αυτούς που αντιστέκονταν, λέγοντας τους πως είναι του Αγίου Βαλέντίνου κι  έτσι πρέπει να γίνεται. Όπως όταν τσουγκρίζουμε τα αυγά το Πάσχα ένα πράμα, δίχως όμως κανένα απο κείνα τα παιδιά να μου έχει εξηγήσει τι είναι Έρωτας, να με περιγελάσουν θέλανε , όμως πέρα απο αυτό σάμπας και ξέρανε τι είναι “Έρωτας”; Αργότερα το έμαθα κι εγώ απο πρώτο χέρι, παρά την πρώτη μας γνωριμία, τότε που το εξέλαβα σα κάτι το Ιερό κι ευλαβικά μοίραζα τα φιλιά μου, όμως για άλλη μια φορά με χλευάσανε, γιατί ο δικός μου Έρωτας, δεν πρέπει να γιορτάζεται. Γιατί είναι “αφύσικος”, “παράνομος”, “ανώμαλος”. Βλέπετε έτσι χαρακτηρίζεται ο έρωτας μεταξύ δυο ανδρών.

Έτσι το κρατάγαμε κρυφό. Εκείνον τον έρωτα και τον επόμενο και όλους όσους ακολούθησαν, απο τη μεριά του άλλου τουλάχιστον γιατί εμένα δεν με ένοιαζε. Δεν είχα πλέον να δώσω λογαριασμό σε κανέναν, έτσι αποφάσισα, έτσι έκανα κι  αυτό το πληρώνω. Κάθε μέρα έρχεται ο εισπράκτορας να ξέρετε. Όμως στον Έρωτα, κάνεις υποχωρήσεις. Κι ενώ απο τη μεριά μου που ήθελα να το βροντοφωνάζω, προνόμιο όταν είσαι συνεπής στον Δοσά της ζωής, σιωπούσα, σεβόμενος τα “θέλω” του άλλου που πηγάζουν απο τους φόβους του.

 Φόβο για το τι μπορεί να σκεφτούν κι ακόμα χειρότερα να πουν ή να κάνουν οι υπόλοιποι. Φόβο μην το μάθουν οι δικοί του, ότι ο γιός τους είναι ομοφυλόφιλος, αν και ήξερε πολύ καλά πως η πρώτη λέξη που θα τους ερχόταν στο νου ήταν “πούστης”. Την ίδια λέξη που φοβόταν μη σχηματιστεί έστω νοερά στην αντίληψη του αφεντικού, του συναδέλφου, εννίοτε ακόμα και του κολλητού. Ακόμα χειρότερα όμως, ορισμένοι φοβούνταν να το σκεφτούν ακόμα και για τον ίδιο τους τον εαυτό. Για αυτό και ζούν πια διπλές ζωές. Γάμος, παιδιά, κοινωνική καταξίωση χάρη στη νόρμα της κοινωνικής αποδοχής, με πολλές χαμογελαστές οικογενειακές φωτογραφίες σε ιλουστρασιόν χαρτί,προκειμένου να πείθουν τους εαυτούς τους πως: Ναι, είναι ευτυχισμένοι και φυσιολογικοί. Και πιάνονται απο αυτή τη σκέψη εντονότερα όταν ο καταπιεσμένος πόθος φουντώνει ή ακόμα χειρότερα, όταν έχει καταλαγιάσει βιαστικά κι ένοχα σε κάποιο αμαρτωλό κρεββάτι.

Για αυτό οι δικοί μου έρωτες, σπάνια έβλεπαν το φως του ήλιου, παρά έμεναν κλεισμένοι σε κάποιους τοίχους. Στο έξω, αφήναμε το εμείς στο μέσα, αρκούμενοι σε φευγαλέα αγγίγματα κάτω απο το τραπέζι ή στο σκοτάδι των σινεμά. Το φιλί ερχόταν σκαστό, με αστραπιαία ταχύτητα, στρέφοντας μετά το κεφάλι δεξιά κι αριστερά μη και μας πήρε κάνα μάτι και ξαναβαφτιζόμασταν με κάποιο άλλο όνομα, γυναικείο εννοείται, για να μπορούμε κάπου κάπου να μοιραστούμε την όποια χαρά μας με τον κόσμο. Και τη μέρα του Αγίου Βαλεντίνου, αυτή τη γιορτή που όλοι λατρεύουν να μισούν, όμως εμένα μου ‘λαχε να λατρεύω, αγοράζαμε ά-φυλα δώρα ο ένας για τον άλλον ή λέγαμε στην πωλήτρια πως είναι για τον κολλητό. Δώρα που ανταλλάσαμε, όχι σε κοινή θέα, αλλά λίγο πριν βγούμε έξω ορισμένες φορές, να παριστάνουμε δυο κολλητούς μπακούρια, σφιαχταγκαλιασμένους, κάνοντας συμπαράσταση ο ένας στον άλλον, που τους έλαχε να είναι μόνοι τη μέρα των Ερωτευμένων.

Θέε μου πόση κοροϊδία πια και για πόσο; Απέναντι στους άλλους, απέναντι σε εκείνους που αγαπάμε μα το χειρότερο απέναντί σε εμάς τους ίδιους. Κι όλα αυτά μονάχα για έναν λόγο. Την Ομοφοβία.


Για αυτό σας εκλιπαρώ γιορτάστε την τούτη τη μέρα. Με ένα φιλί σε κοινή θέα όλοι εσείς, που είτε έχετε το δικαίωμα, είτε γιατί τολμάτε, διότι τα δικά μου τα σπατάλησα πριν χρόνια όταν με γέλασαν, μα δεν με ένοιαζε γιατί φορούσα την πανοπλία της αθωότητας.

Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2014

Φέτος στις Απόκριες θα ντυθώ Πουτάνα !

Απο τότε που αποφάσισα να φύγω απο το σπίτι μου, για την ακρίβεια με έδιωξαν και δεν καταδέχτηκα να ξαναγυρίσω επειδή είπα ότι είμαι πούστης, είχα υποσχεθεί στον Εαυτό μου πως τη Ζωή μου θα την ζήσω όπως θέλω εγώ. Μεγάλη κουβέντα ξεστομισμένη μέσα στο υπερφίαλο της νιότης, όμως θεέ μου τι θάρρος κι ακόμα περισσότερο τι θράσσος να το διεκδικίσω και να το Ζήσω.

Είχα χάσει άλλωστε ότι ήταν πιο «ιερό», πιο «ασφαλές», το ίδιο μου το «σπίτι», τι είχα να χάσω πιο πολύτιμο ύστερα; Τζόγαρα τότε με τον Διάβολο και η υπεροψία της νιότης μου με έκανε να αμφιβάλλω και να αμφισβητώ το κάθε τι. Αξία ανεκτίμητη η διδασκαλία, αν σου τύχει καλός καθηγητής στο σχολειό και σε μάθει να σκέφτεσαι, για να ατενίζεις τη Ζωή με ένα Ερωτηματικό και αυθάδικο ύφος.

Και το κάνεις και Ζεις και πληρώνεις τις αποφάσεις σου και τα Λάθη σου καθώς και τους Έρωτες σου, για να μεγαλώσεις, ωριμάζεις το λένε κάποιοι, για να πιάνεις τον Εαυτό σου να ακουμπά και να στριμώχνεται σε νόρμες. «Πρέπει», λες κι ακούς, γιατί δεν έχεις πλέον την δικαιολογία της επιπόλαιας νιότης να δικαιολογεί το ατίθασο σου πνεύμα, την όποια «επιπολαιότητα», έτσι βαφτίζεται η δική σου απόφαση να Ζήσεις και να πληρώνεις βέβαια την κάθε σου απόφαση, πράγματα τα οποία οι «άλλοι», αυτοί που σε κράζουν και λένε «καλό παιδί αλλά...», δεν τολμούν να κάνουν και υποβαθμίζοντας ή παραγκωνίζοντας εσέ, χαϊδεύουν την α-Άρχιδη ύπαρξη τους μπας και καυλώσει για να νιώσουν εκείνοι καλά. Παρόλ’ αυτά έχουν εμφυσήσει σε σένα τον σπόρο της αμφιβολίας και σε κάνουν να σκέφτεσαι:Λες;

Όμως Μαλακία, το καταλαβαίνεις ύστερα που είναι αργά. Σε κόλλησαν τη δική τους αρρώστια του βολέματος, της «ασφάλειας», της α-Αρχής, προσωπικής εννοείται και πρέπει να πετάξεις τα παρτάλια με τα οποία είσαι η Πάρτη σου κι η Ύπαρξη σου για να χωρέσεις σε ένα μεταποιημένο «φράγκο»,προκειμένου να χορέψεις σε ένα «ball maske”. Και παρασύρεσαι απο τους ρυθμούς του χορού, νομίζοντας πως αυτό είναι τελικά η πεμπτουσία της Ζωής, ξεχνώντας ρε Φίλε πως στο ξεκίνημα σου τα είχες όλα αυτά χιεσμένα κι ήθελες να χορεύεις ξυπόλητος καστανιέτες με τους Τσιγγάνους.


Ναι, φέτος στις Απόκριες λέω να ντυθώ Πουτάνα, γιατί μόνο τώρα που ανοίγουν τα Τριώδια μπορώ να αγοράσω ένα ζευγάρι αρχίδια ώστε να προσποιηθώ πως είναι δικά μου, για να μπορέσω να παραδεχτώ πως: “Ναι! Πληρώνομαι για να με πηδάς!” κι αυτό το λέμε “Δόξα το Θεό! Έχω δουλειά!”

Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2014

Σμπαράλια

Σμπαράλια, νομίζω ότι μια λέξη η οποία εκφράζει το πως νιώθω γενικότερα τον τελευταίο καιρό και δυστυχώς δεν είναι το αίσθημα του “συντρίβομαι”, γίνομαι θρύψαλα, που υποδηλώνει ένα Τέλος για να γίνει μια νέα Αρχή. Είναι εκείνο το ανατριχιαστικό “σμπαράλια” σα τις κούκλες της βιτρίνας που έπεσαν απο κάποια μεταφορά και βλέπεις ένα χέρι εδώ, ένα πόδι εκεί, το κεφάλι παραπέρα και νιώθεις ψυχαναγκαστικά πως όλο αυτό δεν μπορεί να πάει στη χωματερή, αλλά πρέπει να την ανασυνθέσεις, προσέχοντας να ταιριάξεις τα κατάλληλα κομμάτια. Για αυτό “χάθηκα”. Με τι “χέρι” να γράψω όταν κάπου το ‘χασα μαζί τις σκέψεις μου σε σκοτεινά σοκάκια.

“Γιατί όμως;”, είναι ένα έλλογο ερώτημα, το οποίο θα ήταν η χαρά του ψυχαναλυτή-ψυχολόγου – ψυχίατρου, εαν καταδεχόμουν να κάτσω στην καρέκλα – ντιβάνι που μου προσέφερε, όμως δεν καταδέχομαι κανέναν να με τρατάρει γιατρειά. Άλλωστε ποιος είπε πως δεν ξέρω την απάντηση. Το πραγματικό ερώτημα είναι “γιατί δεν κάνω κάτι για αυτό”, όμως αυτό είναι ένα άλλο κεφάλαιο.

Παύουμε να Ζούμε, όταν στερεύουν τα Όνειρα μας. Όταν κάθε “Τι” που χρωματίζαμε με “κεφαλαίο”, γίνεται “μικρό”. Όταν η σφοδρή επιθυμία γίνεται ευσεβής πόθος κι εκείνος με τη σειρά του μια άυλη παρουσία ανίκανη να κάνει  γκελ στο τέρμα του κυνισμού μας. Έχω πει κι πιστεύω πως πρέπει να γεννιόμαστε γέροι και να πεθαίνουμε παιδιά. Τότε η ανικανότητα του γήρατος θα μετρίαζε τα όνειρα κάνοντας την απομάκρυνση εξ αυτών πιο ανώδυνη, όμως τότε πιο το νόημα της Ζωής, αν απομακρύνεις τον Πόνο ή έστω τον ταϊζεις αναλγητικά. Όμως πόσο πόνο μπορεί μια ζωή να αντέξει;

Υπάρχει η Ελπίδα θα μου πεις. Εκείνη μας σώζει. Να σας πω κάτι όμως για την Ελπίδα; Η Ελπίδα είναι σα ένας κήπος γεμάτος μαργαρίτες. Κάποια στιγμή θα μείνεις με την τελευταία μαδημένη στο χέρι. Κάποια στιγμή συνειδητοποιείς πως τα όνειρα σου είναι ανυπόστατα. Πως δεν πρόκειται να λάβουν μορφή, όχι γιατί δεν προσπάθησες ή γιατί δεν τα πόθησες πραγματικά, αλλά γιατί απλά κάποια όνειρα είναι καταδικασμένα να μην γίνουν. Θα μου πεις «Ας έκανες άλλα όνειρα», όμως «κατα παραγγελία» όνειρα, τι Ονειρόσκονη θα είχαν πασπαλισμένα επάνω; ...Κι ύστερα λες εμένα κυνικό.


Της Ζωής το Τέλος, είναι δυο τα μονοπάτια, πεθαίνεις ή αυτοκτονείς. Πεθαίνεις όμως μονάχα εαν Έζησες κι αυτοκτονείς όταν απλά έθαψες τα Όνειρα σου με βουβά δάκρυα. Κάπου σε αυτό το σημείο με βρίσκω κι ακόμα δεν κάνω «κάτι». Ίσως γιατί στέκομαι στην μέση του Κήπου με τις Μαργαρίτες και μετρώ πόσες μου έχουν μείνει ακόμα.