Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2014

Η Χυδαιότητα του «Σ’αγαπώ»

Το αίσθημα της Αγάπης είναι κάτι τόσο δυνατό που ευλογημένοι είναι όσοι το έχουν νιώσει, είτε σα πομπούς, είτε σα δέκτες. Συνήθως είναι πηγαίο, αναίτιο όπως μια μάνας για το παιδί της κι άλλοτε γεννάται απο περίπλοκες ή απλές καταστάσεις όπως είναι ο έρωτας και η φιλία, πράγματα τα οποία όμως θέλουν κι απαιτούν χρόνο για να ζυμωθούν, με τελικό αποτέλεσμα την Αγάπη. Τότε σε αυτή τη μορφή είναι τόσο όμορφη, τόσο δυνατή που υπερπηδά εμπόδια, εγωϊσμούς, αποστάσεις κάνοντας ότι φαίνεται εκλογικευμένα και πεζά «αδύνατα», να αποκτούν υπόσταση.

Είναι όμορφο να ακούς να σου λένε «Σ’αγαπώ». Εξίσου, ίσως ακόμα πιο όμορφο όμως είναι να το εκφωνείς. Εμπεριέχουν  αυτές οι λέξεις μέσα τους τόση δύναμη, τόση ενέργεια, σα ξόρκι, που δυναμώνει πρώτα εσένα που το λες κι έπειτα τον άλλον που το ακούει. Συνήθως, προκειμένου να αποκτήσει ακόμα μεγαλύτερη ισχύ, αγκαλιάζουμε τον αποδέκτη, μη και χαθεί  στάλα απο αυτή την ενέργεια και πάει χαμένη. Είναι όμως φορές, περίοδοι, άνθρωποι που αδυνατούν να πουν το «Σαγαπώ». Είτε γιατί δεν έχουν αποδέκτη, είτε γιατί δεν έμαθαν, είτε γιατί φοβούνται κι όλη αυτή η αρχικά θετική ενέργεια αρχίζει και σαπίζει δηλητηριάζοντας τον ίδιο τον φερόμενο.

Λένε πως όσοι δεν άκουσαν ποτέ το «Σ’αγαπώ», είναι δυστυχείς. Πιο δυστυχείς κατ’εμέ όμως είναι εκείνοι που δεν το εκφέρουν. Μαζεύεται τόση ενέργεια μέσα σου, το νιώθεις να φουσκώνει μέσα στο στήθος σου, στην υπάρξη σου και είτε δηλητηριάζεσαι μέσα στη σήψη αυτής της αγάπης είτε το αφήνεις απάνθρωπα να ξεχυθεί βίαια, ακραία, εκρηκτικά προς τα έξω με τις όποιες επιπτώσεις. Φορές όμως λίγο πριν το χείλος του βούρκου ασυναίσθητα, διοχετεύεις αυτή την αγάπη σε «λάθος» πρόσωπο. Ακατάλληλο, δανεικό, ενοικιαζόμενο, εφήμερο, που δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με εκείνο το άτομο που θα μπορούσε να σου προκαλέσει το αίσθημα της αγάπης, αυτή την πύρινη ενέργεια και που πάνω απο όλα μπορεί να την εγκολπώσει μέσα του, γλιτώνοντας εσέ απο την καταστροφή. Σε αυτή τη φάση το «Σ’αγαπώ» αποτελεί την πεμπτουσία της χυδαιότητας.

Είναι τόσο πρόστυχο να λες «Σ’αγαπώ», όταν δεν το εννοείς απλά και μόνο γιατί έχεις την ανάγκη να το πεις. Σα τον καταπιεσμένο  οργασμό που ξεσπά σε υποκατάστατο  κι όχι στον άνθρωπο που θα ‘θελες να το μοιραστείς. Κι έπειτα η ενοχή, που δεν κρατήθηκες για να μετατραπεί σε μίσος απέναντι στον εφήμερο αποδέκτη, μεταθέτοντας του την δική σου υπαιτιότητα όπως κάνουν άλλωστε όλοι οι αδύναμοι. Αν είσαι τυχερός, δεν θα σε πιστέψει, αν δεν είσαι όμως, η χυδαιότητα της πράξης σου θα σκοντάψει όπου σταθεί η δική του ανοχή.Μπαίνουμε όμως σε πιο σκοτεινά μονοπάτια. Στο έρεβος κάθε ψυχής που έχει ή όχι τα κότσια να διερευνήσει ο καθένας και πάνω απο όλα να παραδεχτεί πως έχει.

Σας αφήνω όμως εδώ, σα Καλλικάτζαρος των Χριστουγέννων, να δώσετε τις ευχές σας δεξιά κι αριστερά, ελπίζοντας ίσως να τολμήσετε, να αναζητήσετε το έρεβος της δικής σας ψυχής, απλά  για μια καλύτερη χρονιά που ξεκινά σε λίγο με περισσότερα ουσιαστικά         "Σ' αγαπώ". Εγώ το δικό μου το κοίταξα κατάματα και κάνω ελεύθερη πτώση σε αυτό παρέα με μια πυγολαμπίδα.


Χρόνια σας πολλά λοιπόν. Ορισμένους σας αγαπώ, ορισμένους όχι. Το ίδιο ισχύει κι απο μεριά σας. Εγώ όμως υπόσχομαι να σας το λέω. Όσον αφορά εσάς, πλέον  είμαι σε θέση να ξέρω ποιοι εννοείτε το «Σ’αγαπώ» και ποιοι όχι. Βλέπετε μου το μαρτυρά η πυγολαμπίδα μου.

Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2014

Παρλέ βου φρανσέ;

Η ευγένια σε αυτή τη χώρα είναι πλέον κάτι σα το «γαλλικά και πιάνο» που κάποτε, όλοι οι γόνοι καλών οικογενιών ή αν τουλάχιστον ήθελες να προαχθείς κοινωνικά, έπρεπε οποσδήποτε να είχες λάβει ως παιδεία. Αυτά ίσχυαν πριν απο εκατό περίπου χρόνια, διότι στο σήμερα χιέστηκε η Φατμέ στο Γενί Τζαμί για τα «γαλλικά και πιάνο» που μπορεί να ξέρεις, παρόλο που κάποτε οι γονείς σου θέλοντας να σου προσφέρουν την καλύτερη δυνατή παιδεία, σε έγραψαν έστω με το ζόρι και στα Γαλλικά και στο πιάνο.  Πλέον όμως η μόνη χρησιμότητα τους είναι άντε για κανά ταξίδι στο Παρίσι, ώστε να βρίζεσαι άνετα με τους Γάλλους διότι η σπουδή στο πιάνο άκλαφτη πήγε. Έτσι κι η ευγένια. Το να την κατέχεις, είναι κάτι «πασέ» πια. Ένα κατάλοιπο μιας μάλλον αστικής κουλτούρας περασμένης γενιάς. Επειδή όμως όπως προ-είπα, μεγάλωσα με γαλλικά και πιάνο, η ευγένια μου είναι σημαντική στη ζωή και την καθημερινότητα μου.

Και λέγοντας ευγένια, δεν αναφέρομαι στα νερόβραστα τύπου «Down Town Abbey» με την κουραστική  χρήση πληθυντικού μεταξύ των «κοντινών» ανθρώπων, αλίμονο μη με θεωρήσετε τόσο «δεινόσαυρο». Απλά αναφέρομαι  στη χρήση του πληθυντικού στις απλές καθημερινές συναλλαγές ή όταν γνωρίζεις κάποιον για πρώτη φορά. Στη χρήση της ευκτικής στον προφορικό λόγο ή έστω της λέξης «παρακαλώ» όταν ζητάς κάτι και της «συγνώμης» όταν διακόπτεις ή «ενοχλείς» τον άλλον μα πάνω απο όλα τη δημιουργία  οπτικής επαφής όταν συνομιλείς με κάποιον. Όλα αυτά, όταν έρχομαι αντιμέτωπος με την έλλειψη τους με εξοργίζει αφάνταστα και ειδικότερα το τελευταίο. (Εξηγούμαι βέβαια πως απο τα παραπάνω εξαιρούνται  όσοι εργάζονται στην Κουζίνα μαζί μου, για να μην παίρνει κανένας απο δαύτους θάρρος εαν τύχει και διαβάζει τούτο το post, καθότι «άτιμη φάρα» τα μαγείρια έχουμε έναν ιδιόμορφο κώδικα μεταξύ μας που και πάλι υποκρύπτει μέσα του την ευγένια.)

Έχοντας κάνει λοιπόν το τελευταίο μήνα τέσσερις μαγνητικές και τρεις ακτινογραφίες, που αρχίζω να σκέφτομαι πότε θα μου φυτρώσει τρίτο χέρι και θα αρχίσω να μοιάζω με τη θεά Κάλι, μπαίνω στο ορθοπεδικό τμήμα μεγάλου ιδιωτικού νοσοκομείου και χαμογελώντας, ίσως και λάμποντας απο τη ραδιενέργεια, χαιρετάω τις τρεις κυρίες της υποδοχής. Οι δυο απο αυτές, συμπαθέστατες μεγαλοκοπέλες, ανταποδίδουν το χαιρετισμό ενώ η τρίτη δεν απαντά. Δεν χαιρετά, δεν γύριζει καν το κεφάλι της να με κοιτάξει παρά συνέχισε να διαβάζει το περιοδικό της, ευτυχώς πετάρισε κανά δυο φορές τα ματόκλαδα της και βεβαιώθηκα ότι είναι ζωντανή κι όχι κέρινο ομοιώμα με οξυζενομένο μαλλί και δυο δάχτυλα ρίζα που έβαλαν στην τρίτη καρέκλα για να καλύψει το κενό. Δεν δίνω σημασία στη μαντάμ, λέω πρωϊ είναι μπορεί να κάνει καμιά ασάνα στη στάση της Σφίγγας κι απευθύνομαι στις δυο κυρίες αναφέροντας τους το όνομα μου κι επισημαίνοντας το ραντεβού που είχα κλείσει. Για κακή μου τύχη με εξυπηρετεί η άλλη, ας την πούμε Ηλίθια, η οποία αφήνει με ύφος δυσκοιλιότητας το περιοδικό της, φτιάχνει τη στάση της στην καρέκλα, προφανώς είχε πιαστεί απο την προηγούμενη στάση γιόγκας και δίχως καν να με κοιτάξει, αρχίζει να ζητά τα στοιχεία μου στον ενικό βεβαίως-βεβαιώς, σαν να ήμουν για εξακρίβωση στοιχείων στο αλλοδαπών. Αρχίζω εγώ τώρα και φουντώνω κι επειδή είμαι σε κρίσιμη για τον άντρα ηλικία ήταν η σειρά μου να πάρω τη στάση του Μαλάκα και να θυμηθώ τα μαθήμα της γιόγκας, μη πάνε χαμένα κι αυτά τα χρήματα και προσπαθώ να θυμηθώ τις ασάνες και τα πραγιανάμα για να μην αφήσω να ξυπνήσει ο Μαγειράκος απο μέσα μου σα τον Hulk ένα πράμα, ώσπου με λέει η μανταμίτσα : «Κάτσε και περίμενε. Ο γιατρός θα έρθει σε λίγο.», δείχνοντας μου με το κεφάλι της τις καρέκλες.

Κάθομαι κι εγώ και περιμένω το γιατρό κι όσοι έχετε βρεθεί σε αίθουσα αναμονής για θέμα υγείας καταλαβαίνετε πως μια μικρή έστω αγωνία κι νευρικότητα την έχεις. Στο μεταξύ χτυπάει το κινητό της Ηλίθιας κι αρχίζει και συνομιλεί με την άλλη άκρη της γραμμής σα να βρισκόταν στο σαλόνι του σπιτιού της, αδιαφορώντας για τον άγνωστο-ασθενή που έχει στο χώρο υποδοχής και σκέφτομαι το κρίμα να έχουν επενδυθεί τόσα χρήματα στη διακόσμηση του χώρου προκειμένου να «ηρεμεί» τον ασθενή και η Ηλίθια να σε έχει κάνει τούρμπο με τη συμπεριφορά της. Ευτυχώς διέκοψα σύντομα τις βουκολικές  μου σκέψεις πριν φτάσω στο σημείο που την αρχίζω στα χαστούκια καθότι η άλλη συμπαθεστάτη κυρία μου λέει : «Παρακαλώ, μπορείτε να περάσετε.» και σηκώνομαι κι εγώ για να με αποτελειώσει ο γιατρός με την εξέταση του.

Το λοιπόν βγαίνω απο το ιατρείο, αγκιστρωμένος στην εκ φύσεως ηλιθιώδη αισιοδοξία μου, Τοξότης βλέπετε και κατευθύνομαι στην υποδοχή, πλησιάζοντας την ευγενέστατη κυρία που με φώναξε προ λίγου για να πληρώσω. Επειδή όμως αυτός ο Δίας είχε αποφασίσει ότι σήμερα ήθελε να διακορευτεί, να ξανά η Ηλίθια αφήνει πάλι δυσανασχετημένη το περιοδικό της και μου λέει: «Απο ‘δω». Κάνω κι εγώ τη καρδιά μου πέτρα και μου εύχομαι «Με ένα πόνο» και πλησιάζω προς τη μεριά της. Ξανά μανά τα στοιχεία μου για να συμπληρώσει την απόδειξη κι αφελέστατα τη ρωτάω ο αδαής: «Συγνώμη δεν σας τα έδωσα προ λίγο;» Τι το ‘θελα και το άνοιξα το στόμα μου, σταματά το γράψιμο, γυρίζει και με κοιτάζει για πρώτη φορά τόσο που συνεγχάρηκα τον εαυτό μου για αυτόν τον άθλο και την ακούω να μου λέει: «Θα μου πεις πως να κάνω τη δουλειά μου;» Κόκκαλο εγώ σηκώνω και τα δυο μου φρύδια, νομίζω ότι απο την πίεση που σήκωσα, ένιωσα και μια φλεβίτσα να σκάει στο κεφάλι, γυρίζω βλέπω και τις συναδέλφισσες της αποσβολωμένες κι αντί να κάνω πράξη τις προηγούμενες μου σκέψεις παίρνω το πιο γλυκό και αθώο μου ύφος, ξέρετε εκείνο που παίρνουν τα πεντάχρονα αγοράκια όταν τα μαλώνεις και ψελλίζω μετανοημένα: «Συγνώμη!» Ανασκουμπώνεται λοιπόν κι εκείνη, προφανώς ένιωσε την κυριαρχία του Εγώ της απέναντι στο αλλοδαπό, εμού δηλαδή, για να μου πει το ποσό με ύφος «να δούμε πως θα πληρώσεις».  Βγάζω κι εγώ ταπεινά το πορτοφόλι μου, της δίνω ένα κολλαριστό πράσινο, παίρνω την απόδειξη και κάνω να φύγω. Κοντοστέκομαι λίγο και επιστρέφω στην αρχική μου θέση και τη ρωτάω:
Εγώ: Με συγχωρείτε, μπορώ να σας ρωτήσω κάτι;
Η Ηλίθια: Τι;
     Εγώ: (Με μελιστάλακτη και γεμάτη συμπόνια φωνή)
              - Πόσο καιρό το έχετε;
     Η Ηλίθια: (Εμφανώς απορημένη κι ανήσυχη)
               -Τι να έχω;
     Εγώ: Κοιτάζω με νόημα τις διπλανές της και σκύβω συνωμοτικά προς εκείνην για να της πω:
-       ΞΙΝΟΜΟΥΝΙΑΣΗ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ! ΞΙΝΟΜΟΥΝΙΑΣΗ!

Κοίτα να δεις που τα «γαλλικά» πιάσαν τόπο τελικά! Ευχαριστώ μπαμπά!


Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014

Ακούς Κοπελιά;


μα εκείνον 
θα θάψω εγώ· γλυκός για μένα θα 'ναι, 
σαν θα το κάμω, ο θάνατος· μαζί του, 
σ' αγαπημένον πλάι αγαπημένη 
θα κοίτωμαι, για τ' άγιο αυτό μου κρίμα· 
γιατ' ειν' ο χρόνος πιο πολύς που πρέπει 
στους κάτω πάρα στους εδώ ν' αρέσω, 
αφού με κείνους θα 'μαι αιώνια· εσύ 
μπορείς, αν θέλης, να περιφρονής 
τα τίμια των θεών.


Αντιγόνη, Σοφοκλής
Μετάφραση Ι.Ν. Γρυπάρης





Η επίγνωση του Θανάτου, σε κάνει να Ζεις, λέγανε οι Αρχαίοι. Για αυτό δίπλα από το κρεββάτι τους τοποθετούσαν ένα κρανίο, για να τους θυμίζει τη θνητότητα τους κάθε μέρα που ξυπνούσαν, μη και ξεχαστούν. Περίεργο δεν είναι; Το μόνο βέβαιο στη ζωή μας, είναι ο θάνατος μας και παρόλ’ αυτά τον ξορκίζουμε φτύνοντας στον κόρφο μας, όπως θαρρώ πως πολλοί από σας κάνετε αυτή τη στιγμή. Σκεφτόμαστε, ειδικά στα πρώϊμα μας χρόνια, με όλη τη βιαιότητα της νιότης, πως είμαστε άφθαρτοι. Ευθαρσώς χρησιμοποιούμε αλόγιστα κι απερίσκεπτα  το «για πάντα», με αφέλεια, μολονότι όλα έχουν μια αρχή κι ένα τέλος, το οποίο  αγνοούμε επιδεικτικά.

Πριν χρόνια, όταν πλέον αυτονομήθηκα και πλήρωσα τον Δοσά μου για αυτό, σκεφόμουν τι θα γινόταν εάν πέθαινα. Ποιος θα έκανε την κηδεία μου; Με τι λεφτά; Κι ακόμα χειρότερα, ποιος θα ανακάλυπτε ίσως το πτώμα μου; Μήπως τίποτα γείτονες θα ειδοποιούσαν την αστυνομία ενοχλημένοι από την μυρωδιά της σήψης; Κι αργότερα όταν απέκτησα το σκυλί, σκεφτόμουν τι θα απέγινε εκείνο; Αδέσποτο, σα τόσα που διαβάζω καθημερινά, παρατημένο επειδή οι συγγενείς του νεκρού δεν το θέλουν; …Μα εγώ δεν έχω συγγενείς, σκοντάφτουν οι σκέψεις μου.

Όλα αυτά τα μακάβρια, για μένα είναι καθημερινές σκέψεις που ανα καιρούς με κάνουν και προβληματίζομαι αναζητώντας λύσεις. Λύσεις όπως για παράδειγμα, να έχω κάποια χρήματα για την κηδεία μου. Τα ρούχα με τα οποία θα με «ντύσουν», το τηλεφώνημα που πρέπει να γίνει για την αναγνώριση του πτώματός μου και την αγωνία για την κατάληξη του σκυλιού, τόσο που δεν θέλω να ξαναποκτήσω ποτέ ξανά, για να μην έχω κι αυτόν το βραχνά. Κι ενώ θα έπρεπε να είμαι εξοικειωμένος με όλες αυτές τις γκόθικ σκέψεις, φανταστείτε πως στα γεννέθλια μου αντί για τούρτα γενεθλιων φτιάχνω ένα ταψί κόλυβα αυτοσαρκαζόμενος σε γνωστούς και φίλους πως όταν έρθει η ώρα δεν θα μου τα κάνει κανείς,  εχθές που εμαθα πως μια τρανς γυναίκα βρέθηκε νεκρή, έπειτα από δέκα μέρες κι οργανώνεται δράση για τη συγκέντρωση χρημάτων για την κηδεία της, μούδιασα. Δεν ξέρω γιατί, απλά μούδιασα. Θα μου πείτε γιατί; Κάθε μέρα πεθαίνουν δεκάδες άνθρωποι, έτσι στα αζήτητα και κανένας δεν νοιάζεται, όμως με τον συγκεκριμένο άνθρωπο, δεν ξέρω γιατί αλλά ταυτίστηκα.

Η πλειοψηφία όλων εσάς, ευλογημένοι να ‘στε πάντα, δεν έχετε βιώσει την απόρριψη από την οικογένεια. Δεν νομίζω να έχετε πεινάσει, σε σημείο που να σκέφτεσαι ή ακόμα να κάνεις πράγματα τα οποία σε άλλες συνθήκες ούτε καν θα σου περνούσε από το μυαλό. Εννίοτε όταν τα μαθαίνετε, είτε από την τηλεόραση, είτε από το ίντερνετ, νιώθετε έναν γλυκό οίκτο κιόλας, καλμάροντας τις ενοχές της καλοτυχίας σας. Μη μου ξινίζετε! Δεν τα γράφω αυτά φθονώντας την όποια καλοτυχία ή ευτυχία σας, ούτε για να παριστάνω τον αντικομφορμιστή   χιπστεράκο που θα τρέξει στην Αφρική να σώσει τα παιδιά που πεινάνε. Τόσο άξιος δεν είμαι. Είναι απλά η εξωτερίκευση ενός εσωτερικού διαλόγου με τον φόβο του θανάτου, όχι όμως ως γεγονός αλλά ως απώλεια της όποιας ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Η γυναίκα εκείνη πέθανε, ναι για μένα ήταν γυναίκα δίχως το trans μπροστά.  Δεν γνωρίζω πως και δεν με απασχολεί κιόλας. Το θέμα είναι ότι πέθανε μόνη. Πέθανε κι αυτό που απέμεινε, η σωρός, έγινε κουφάρι, έρμαιο της σήψης επί δέκα μέρες και δεν υπήρχε κανένας να τη αναζητήσει, κανένας να την θάψει, για αυτό  γίνεται ο έρανος, όμως πάνω από όλα δεν υπάρχει  κανένας «δικός της »που να θέλει  να την κλάψει. Γιατί όλοι, ερχόμενοι στη ζωή, έχουμε κάποιους βιολογικούς δεσμούς που δεν είναι αναγκαίο να διατηρηθούν από αμφότερες πλευρές. Μπορώ όμως να σας πω με βεβαιότητα πως ένας άνθρωπος, ομοφυλόφιλος, διεμφυλικός ή οτιδήποτε άλλο έχει να κάνει με μια διαφορετική σεξουαλικότητα εκτός νόρμας, επουδενί δεν επιθυμεί από μόνος του να κόψει τους όποιους δεσμούς με αυτό που ονομάζεται «οικογένεια». Ξεκινά με την ανάγκη για αποδοχή και συχνά, ειδικά όταν πρόκειται για διεμφυλικά άτομα, καταλήγει στην αποπομπή. Την απομάκρυνση του μιάσματος από την οικογένεια. Δεν είναι άλλωστε και κάτι που να μπορεί να κρύβεται, σα τη πουστιά για παράδειγμα ώστε να σχολιαστεί με πονηρά γελάκια. Η διεμφυλικότητα φαίνεται. Κυρίως όταν έχεις το σθένος να ζήσεις με το κοινωνικό σου φύλο και τότε ξεκινά ο κακοτράχηλος δρόμος που θα γίνει η ζωή κάθε τέτοιου ατόμου.

Συνήθως,αφού πλέον εκδιωχτεί κανείς από το σπίτι, επέρχεται το ζήτημα της επιβίωσης κι όχι διαβίωσης. Και τότε το μόνο έντιμο που μπορείς να κάνεις σε μια κοινωνία που αρνείται την αποδοχή σου, είναι να πουλήσεις το κορμί σου προς τέρψιν όλων εκείνων που στο φως της μέρας σε ξορκίζουν. Και διαβιώνεις, με τον όποιον τρόπο. Υπάρχουν όμως κι άλλοι, που δεν θέλουν να πάρουν αυτό το μονοπάτι και παράλληλα δεν θέλουν να είναι κάτι άλλο πέρα από αυτό που είναι. Εκείνοι οι άνθρωποι, γιατί για ανθρώπους μιλάμε, δεν μπορούν να μιλούν για διαβίωση, παρά μόνο για επιβίωση καθώς είναι άποροι κι διεμφυλικοί.  Θα μου πείτε «Και τι έγινε; Τόσοι είναι άνεργοι κι άστεγοι.» Πέρα από την αναλγησία όμως με την οποία διατυπώνεται μια τέτοια σκέψη, γιατί τη συνηθίσαμε πια,  ένας άνεργος  είναι εν δυνάμει  πιθανός για διαβίωση. Ένας άστεγος θα γίνει επαίτης, ακόμα και ικέτης. Όλο και κάποιος φιλέσπλαχνος θα αφήσει τον οβολό του κάνοντας την καλή πράξη της μέρας. Όμως εάν είσαι όλα αυτά και «φρικιό», όπως αποκαλούνται οι διεμφυλικοί, τότε τι γίνεται; Όταν εκδιώκεσαι από τις Αρχές, την Πρόνοια, το Κράτος και ακόμα χειρότερα από την ίδια σου την οικογένεια, τότε τι γίνεται; Τότε πεθαίνεις στα αζήτητα και κανένας δεν θέλει να σε κλάψει.

Σε έκλαψα όμως εγώ εχθές το βράδυ. Σπαρακτικά, γοερά, λυτρωτικά. Για σένα, για μένα, για όλους εμάς που οι «δικοί» μας δεν θα θελήσουν να κλάψουν. Ευτυχώς υπάρχουν  κι άλλοι που θα το κάνουν, για αυτό ελπίζω να με θυμάσαι όταν ανταμώσουμε. Ακούς Κοπελιά;



Υ.Γ. Όποιος θέλει να συνεισφέρει για τα έξοδα της κηδείας, παρακαλώ απευθυνθείτε εδώ στην κυρία Κουρουπού. Δυστυχώς όμως υπάρχουν κι άλλοι άποροι  διεμφυλικοί άνθρωποι για τους οποίους πασχίζει ο Σ.Υ.Δ. (Σύλλογος Υποστήριξης Διεμφυλικών) κι εκεί είναι απαραίτητη η όποια βοήθεια. Η κυρία Κουρουπού είναι η Γραμματέας του Συλλόγου.

Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2014

Είναι κάτι σιωπές που είναι εκκωφαντικές...


Κρυμμένος στην ανωνυμία που προσφέρει ένα τουριστικό νησί, πότε πότε κάθομαι τα βράδια απολαμβάνοντας ένα κρασί, κοιτάζοντας το φεγγάρι, μετέωρος σε έναν κυκεώνα σκόρπιων σκέψεων. Αν μπορούσα να επιλέγω τη μοναξιά μου θα ήταν μια πολυτέλεια, όμως συχνά πυκνά υποχρεώνομαι να ανέχομαι την παρουσία των άλλων και πολύ περισσότερο τον ενοχλητικό απόηχο των δικών τους σκέψεων. Σκέψεις βίαιες, χειραφετημένες, αναμασημένες, ανθρώπων που μηρικάζουν τον παραλλογισμό των άλλων, θεωρώντας πως είναι το δικό τους «εύρηκα».

Με αφορμή λοιπόν το «αντιρατσιστικό νόμο» που αναβάλλεται για άλλη μια φορά  η ψήφισή του, τις επικριτικές  επιστολές και δηλώσεις Μητροπολιτών και την ομοφοβική επίθεση κατά ενός ζευγαριού στο Παγκράτι που γνωστοποιήθηκε από τα  δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης, πολλές παρέες απολαμβάνοντας στην ακροθαλασσιά τη βραδιά τους, έθιγαν σα σε σύγχρονο συμπόσιο,  μεταξύ άλλων το θέμα: «αυτό μωρέ το νόμο με τις αδελφές!» Προσπερνάω την ελλειπή τους ενημέρωση σχετικά με τις λοιπές εκφάνσεις του αντιρατσιστικού και όπως αυτοί που είχα την ατυχία να υπάρξω λαθρανακροατής, θα σταθώ στο θέμα σχετικά με τις αδελφές.

Ξαφνικά οι αδελφές έγιναν θέμα τα τελευταία χρόνια κι ολόκληρος ο πλανήτης ασχολείται μαζί τους. Υπάρχουν χώρες οι οποίες αναγνωρίζουν ολοκληρωτικά ή έστω μερικά, τα ανθρώπινα δικαιώματα που έχουν όλοι εκείνοι με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό και στην Ελλάδα, έπειτα από πιέσεις της Ευρώπης ήρθε η ώρα, θέλοντας και μη, να ασχοληθεί κι αυτή, έστω όσο πατάει η γάτα με αυτούς. Κι εκφράζονται απόψεις από τη μεριά της Εκκλησίας, μιας εκκλησίας με τεράστια οικονομική δύναμη, απαλλαγμένη από φόρους, δίχως ανθρωπιά η οποία προτάσσει τη θρησκεία, τις Γραφές, το θεό τον ίδιον κι απαιτεί τη μη ψήφιση του «αυτού μωρέ του νόμου με τις αδελφές». Λίγες μέρες μετά μια επίθεση στο Παγκράτι, σε αυτές μωρέ τις αδελφές, τους «κύναιδους» (κι όχι κίναιδους) κι έπειτα σιωπή. Μια σιωπή που σπάει από τις λίγες φωνές που μαζεύτηκαν δηλώνοντας την εναντίωση τους στις ρατσιστικές επιθέσεις, μα δεν μπορούν να ακουστούν  περισσότερο, καθώς οι μεθυσμένες φωνές εκείνων που φιλοσοφούν τα βράδια υπερκαλύπτουν τις δικές τους. Μα πιο πολύ, γιατί η σιωπή, όλων εκείνων που θα έπρεπε να φωνάζουν, είναι πιο εκκωφαντική.

«Στην Ελλάδα θεωρούν πως για να είσαι καλλιτέχνης, θα πρέπει να είσαι ή αριστερός ή ομοφυλόφιλος. Εγώ αριστερός δεν είμαι.», είχε δηλώσει ο Χατζηδάκης πριν χρόνια και σκέφτομαι τη σιωπή όλων εκείνων που μπορούν με τον δικό τους τρόπο να διαμορφώσουν αντιλήψεις κι απόψεις. Αναρωτιέμαι αν οι δικοί μας, οι πνευματικοί άνθρωποι, οι καλλιτέχνες, τα δημόσια πρόσωπα, τα εμπορικά, τα διάσημα συμφωνούν με την άλλη πλευρά που έχει επίσης τη δύναμη να διαμορφώνει απόψεις έως σημείο φανατισμού ή απλά επιλέγουν να σιωπούν. Κι αυτός ο λαός, του πνεύματος, της τέχνης, της δημοκρατίας σε ποιους μπορεί τελικά να βασιστεί προκειμένου να προάγει τη σκέψη του; Ή μήπως απλά δεν υπάρχει πια σκέψη;

Τη θέση της σκέψης πήρε ο «ωχαδελφισμός», το «δεν με αφορά» το καμουφλάζ της εγωπάθειας, το «εμείς να είμαστε καλά» μότο και μια κοινωνία, μια χώρα ολάκερη βυθίζεται χάνοντας κάθε Έννοια, με λάβαρο ένα παρελθόν δίχως μέλλον. Με σκοτώνουν και κανένας δεν νοιαζεται. Όμως μάθε πως όταν δεν νοιαζόμαστε πια για τον άλλον που πεθαίνει είμαστε πια νεκροί.

Λένε πως η Ελλάδα αναγεννάται σα τον Φοίνικα. Ο Φοίνικας όμως πρώτα καίγεται ολοσχερώς πριν αναγεννηθεί.
Αλίμονο μας.

Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Ένας Πούστης εκδίδεται


Πριν λίγο καιρό διάβασα πως δυο νέοι που περπατούσαν πιασμένοι χέρι χέρι έπεσαν θύμα επίθεσης από αστυνομικούς οι οποίοι έκαναν κοινώς κατάχρηση εξουσίας. Χαίρομαι μονάχα για το γεγονός ότι τα παιδιά εκείνα κατέγγειλαν το γεγονός και δεν σιώπησαν. Δεν χαμήλωσαν το κεφάλι ευχόμενοι το συμβάν να «μην μαθευτεί». Μην μαθευτεί ότι είναι ομοφυλόφιλοι και τους πήραν «χαμπάρι» και για αυτό τους «έκραξαν». Αντιθέτως κατέγγειλαν και δημοσιοποίησαν το γεγονός καθώς και τα ονόματα τους όπως θα έκανε κάθε ένας που απλά επιζητά το δίκιο του.

Πριν λίγο καιρό γνώρισα κάποιον, της δικής μου γενιάς, ομοφυλόφιλος επίσης, παντρεμένος με κάποια, με δυο παιδιά εγκλωβισμένος σε μια ζωή γεμάτη ψέματα. Ψέματα απέναντι στην γυναίκα του, στους τρίτους, στους ευκαιριακούς εραστές και πάνω από όλα στον εαυτό του. Αρνούμενος μια φύση που τον καταδυναστεύει απλά γιατί «κρύβεται» πίσω από μια καθιερωμένη κοινωνική  νόρμα την οποίαν αρνείται να αποτινάξει είτε από έλλειψη θάρρους, είτε από «βόλεμα». Έτσι ζει μια ζωή μισή, γιατί ζωή δίχως αλήθειες αυτό είναι, περιμένοντας την επόμενη φορά που θα μπορέσει στα κρυφά, ενοχικά κάποιοι κι άλλοι με πλήρη αμοραλισμό, να παραδοθούν στο πάθος που ορίζει η ανθρώπινη φύση.

Πριν λίγο καιρό γνώρισα κάποιον επίσης ομοφυλόφιλο που στιλήτευε τους ομοίους του που δεν ήταν σαν εκείνον. Που πρόδιδαν την φύση τους είτε γιατί η θηλυπρέπεια τους ξεχείλιζε, είτε γιατί κατά τα λεγόμενα του διαλαλούσαν την φύση τους, διότι κατά τα λεγόμενα του «το τι κάνω στο κρεβάτι μου δεν αφορά κανέναν» και συστήνουν τις διάφορες ερωτικές τους γνωριμίες ως φίλους. Από το στρατό; συνήθως ρωτάω. Κι αναζητούν εκείνον που δεν θα τους φέρει σε «δύσκολη» θέση να συστήσουν, που δεν «φαίνεται» που δεν θα προσβάλει τη δημόσια εικόνα τους καταρρίπτοντας το στερεότυπο του macho πολλά βαρύ άντρα. Μαγκιά, κλανιά κι εξάτμιση άντρα λέω εγώ.

Πριν πολύ καιρό ξεκίνησα να γράφω ιστορίες. Μικρά διήγήματα τα έλεγα, απλά σα διέξοδο από τους δικούς μου εφιάλτες στα πρώτα βήματα της αποδοχής του εαυτού μου. Τότε που αποφάσισα πως δεν θα αλλάξω, πως δεν θέλω να αλλάξω και πως απλά είμαι ομοφυλόφιλος. Τότε δεν υπήρχαν πολλά βιβλία σχετικά με την ομοφυλοφιλία και τα βιβλία ήταν ανέκαθεν το καταφύγιο μου. Σε αυτά αναζητούσα τη φυγή, τη σωτηρία και πάνω από όλα την παρηγοριά. Και σε εκείνα τα βήματα της αποδοχής αναζητούσα βιβλία μέσα από τα οποία θα διαπίστωνα πως δεν ήμουν ο μόνος. Το ίντενετ δεν είχε καθιερωθεί ακόμα. Έτσι ξεκίνησα να γράφω. Πρώτα για μένα κι έπειτα με τη σκέψη πως ίσως κάποτε αυτά τα γραπτά να κάνουν παρέα σε κάποιο άλλο παιδί σα εμένα. Να του πουν πως δεν είναι ο μόνος. Να τον προετοιμάσουν έστω να τον προϊδεάσουν για την «τραγική ίσως μοίρα» του να είσαι gay  στην Ελλάδα. Και ίσως απλά έτσι να ολοκληρωθεί το coming out μου στη Ζωή. Χρειάστηκαν δέκα ολόκληρα χρόνια να το ολοκληρώσω κι πέντε χρόνια να το εκδώσω.

Πριν λίγες μέρες το βιβλίο μου εκδόθηκε. Και χαίρομαι που πια δεν έχει κανένα νόημα η ύπαρξη του, γιατί τα παιδιά του σήμερα, εκείνοι οι «διαφορετικοί», οι «τοιούτοι» δεν είναι μόνοι και το ξέρουν. Δεν έχουν ανάγκη από παρηγοριά όπως δεν σκύβουν το κεφάλι δεχόμενοι τη σφαλιάρα, τη χλεύη, το φτύσιμο και την κοροϊδία πια. Απαντούν, διεκδικούν, μιλούν, φωνάζουν απέναντι στους ομοίους τους που «κρύβονται», απέναντι σε εκείνους που τους αδικούν, απέναντι στη Ζωή ζητώντας ή μάλλον απαιτώντας απο εκείνη να τους δώσει όλα όσα δίνει σε όλους. Σε αυτά τα παιδιά αφιερώνω το βιβλίο μου και ο παρελθοντικός εαυτός μου τους Ευχαριστεί που τον κάνουν να μην νιώθει πια μόνος καθώς αντικρίζει το μέλλον με χαμόγελο, ακόμα κι αν δεν είναι δικό του.






Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Σελίδες Ημερολογίου: Θα με αγαπάς ακόμα ρε Μάνα;

Είναι μέρες, μήνες ή μάλλον χρόνια που θέλω  να σου μιλήσω Μάνα! Να σου πω όλα αυτά που ονειρεύομαι μα πάνω απο όλα φοβάμαι. Θυμάσαι; Μου είχες πει ένα βράδυ που είχα πυρετό και ήμουν μικρός, χωμένος στην αγκαλιά σου, ξυπνώντας  απο τον εφιάλτη μα ντρεπόμουνα να σου πω για αυτό που με φόβισε, πως σε Σένα, μπορώ να σου λέω τα πάντα! Πως εσύ, θα είσαι πάντα δίπλα μου και πως με αγαπάς ρε Μάνα, περισσότερο απο το κάθε τι.

Όμως φοβάμαι Μάνα να σου μιλήσω! Φοβάμαι πως θα στερηθώ την αγάπη σου, το χάδι σου, την αγκαλιά σου, όλα εκείνα ρε Μάνα που με κάνουν να είμαι Εγώ. Ένα Εγώ όμως τώρα λειψό, μονό, κατεστραμένο γιατί ο φόβος που έχει φωλιάσει στην καρδιά μου είναι τόσο, μα τόσο  κανιβαλλικός. Φοβάμαι Μάνα. Φοβάμαι να σου μιλήσω για μένα παρά τις διαπιστεύσεις που κάποτε μου έδωσες να σου λέω τα πάντα, γιατί σε ακούω να λες, να μιλάς, να εκφράζεσαι αγόγγυστα για όλα εκείνα κι εκείνους που θεωρείς ανώμαλους και «παρά φύσιν». Γιατί άκουσα τον φίλο μου να μου  λέει πως η δική του μάνα του είπε: Καλύτερα να σε έβλεπα πρεζόνι στη Ομόνοια, παρά ομοφυλόφυλο που λες ότι είσαι!

Με τι κουράγιο και τι δύναμη να σου πω μετά απο όλα αυτά πως είμαι κι εγώ ένας ομοφυλόφιλος.

Είναι βαριά η παραδοχή ρε Μάνα αυτού, πίστεψέ με! Το προσπάθησα, το πάλεψα να αλλάξω αλλά δεν μπορώ, Θέε μου δεν μπορώ! Και τώρα με όση ντροπή κι αυτολύπηση μου μένει προσπαθώ να αντιμετωπίσω τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Εκείνον τον εαυτόν που με κοιτά κι λυπάται που θα σε απογοητεύσει, που θα σε κάνει να στεναχωρηθείς, να κλάψεις και περισσότερο απο όλα να με μισήσεις! Γιατί αυτό φοβάμαι περισσότερο απο όλα, το δικό σου μίσος στο πρόσωπό μου. Διότι αυτό το μίσος θα μου στερήσει εκείνο το χάδι που  έπαιρνε τη θλίψη απο την ύπαρξη μου. Θα μου στερήσει εκείνη την αιώνια αγκαλιά στην οποία μπορούσα, ότι και να γινόταν, να κουρνιάσω ρε Μάνα και να νιώσω εκείνη την ασφάλεια που με τόση αγάπη με περιέβαλες , όπως τότε που με απόθεσαν για πρώτη φορά στην αγκαλιά σου.

Αυτά φοβάμαι Μάνα και δεν σου μιλώ, ούτε απαντώ στις ερωτήσεις σου. Με βλέπεις κι πληγώνεσαι που απομακρύνομαι απο κοντά σου και κλείνομαι κάθε μέρα όλο και περισσότερο στον μίζερο εαυτό μου. Χάνεται το χαμόγελο απο τα δικά μου χείλη κι ταυτόχρονα κι απο τα δικά σου, όμως τι να σου πω, φοβούμενος όλα εκείνα που θα μου πεις, μα χειρότερα θα σκεφτείς. Κ η ενοχή αυτή με διαποτίζει με τον ένα ή τον άλλον τρόπο μη μπορώντας να βρω άλλο τρόπο να γλιτώσω,  ούτε να χαρώ τις υποκατάστατες αγκαλιές, εκείνες που ουδέποτε προσπάθησα να αντικαταστήσω με τις δικές σου, όμως είναι εκείνες που με προστάζει η ύπαρξη μου να κουρνιάσω.

Δεν ξέρω τι φταίει ρε Μάνα, σίγουρα πια κανείς απο τους δυο. Το μόνο που με κουρελιάζει είναι πως δεν μπορώ αυτή την απομάκρυνση απο σένα ρε Μάνα, όμως έτσι ίσως να γίνει πιο ανώδυνη η απόρριψη η δική σου και η παραδοχή του απο εμένα.

Όπως και να έχει ρε Μάνα, στο συγχώρεσα ήδη, όπως συγχώρεσες εσύ όλα τα δικά μου, πέρα απο αυτό. Είναι όμως «λάθος» ρε Μάνα; Που ακόμα κι αν είναι γιατί; Που διαφέρει απο όλα εκείνα που έκανα και δεν μπορείς ρε Μάνα να το παραβλέψεις;

Δεν μου έχεις πει τίποτα  κι όλα αυτά μπορεί κι εύχομαι να είναι παιχνίδια  του δικού μου φοβισμένου νου. Όμως ρε Μάνα, όλα εκείνα που λες και που δεν λες, πληγώνουν εμένα που λες πως με αγαπάς, περισσότερο απο  κάθε τι που με έχει πονέσει ποτέ.


Συγνώμη ρε Μάνα για τις σιωπές μου, φοβάμαι απλά τις δικές σου σιωπές απο τη δική μου ζωή.

Πέμπτη, 3 Απριλίου 2014

Η Απάτη της Ευγένιας

Το να είσαι Ευγενής πλέον δεν είναι θέμα καταβολών, αλλά θέμα παιδείας, προσωπικότητας, καταγωγής και τώρα τελευταία αναρωτιέμαι εαν είναι και θέμα επιλογής. Θέλω δηλαδή να πιστεύω πως μπορεί να είναι και θέμα επιλογής, κάτι σα έναν διακόπτη δηλαδή που τον πατάς και “τσαφ” ως δια μαγείας εξαφανίζεται κάθε ίχνος ευγένιας απο μέσα σου και γίνεσαι ένας κάφρος ο οποίος μπορεί και συνεννοείται άψογα με τον κόσμο κι άρα να ταιριάξει και σε αυτόν.

Πριν κάποιες μέρες περπατούσα με το ποδήλατο παραδίπλα σε έναν αστικό δρόμο, απολαμβάνοντας τη λιακάδα σε μια γειτονιά της Αθήνας. Λίγα βήματα πιο μπροστά απο μένα περπατούσε ένα νέο παιδί, άρρεν, της γενιάς των  20-30, απο εκείνα που επενδύουν αρκετή ώρα στον καφρέφτη πριν βγουν απο το σπίτι προκειμένου να φτιάξουν τη μοϊκάνα φράντζα που πετάγεται σα τον Ταϋγετο και πολύ την έχω την απορία του πως στέκεται όρθια. Απο τα αριστερά, επάνω στο πεζοδρόμιο μας πλευρίζει μια γυναίκα  στα πρώτα της –όντα, με το καρότσι της λαϊκής φορτωμένο μέχρι πάνω, που ειλικρινά σκεφτόμουνα μη τη ματιάξω, με τόσες περικοπές στις συντάξεις μαγκιά της που το έχει φουλάρει. Η γυναίκα ρίχνει μια ματιά σε μένα, μια στο νεαρό κι αποφασίζει να απευθυνθεί για ευννόητους λόγους στον τελευταίο λέγοντας του, «Με βοηθάτε να κατεβάσω το καρότσι;» απο το πεζοδρόμιο εννοούσε η γυναίκα. Απο το πεζοδρόμιο, το οποίο πέρασε σε απόσταση μερικών εκατοστών ο νεαρός και συνέχισε το δρόμο του σα να μην άκουσε τίποτα. Ακουστικά ή Bluetooth δεν είχε στα αυτιά, το τσέκαρα όταν είδα πως φευγαλέα έστριψε το κεφάλι του προς τη γυναίκα που του απευθύνθηκε κι συνέχισε αμέριμνος την πορεία του.

Δεν ξέρω τι πρόλαβε να σκεφτεί εκείνη η γυναίκα μπροστά στην αδιαφορία για κάτι τόσο ασήμαντο μα καίριο για εκείνη, όμως αυτόματα ακινητοποίησα το ποδήλατο στη μέση του δρόμου κι έτρεξα δίπλα της, κατεβάζοντας το καροτσάκι απο το πεζοδρόμιο κι έφυγα εξίσου γρήγορα πετώντας ένα χαμόγελο και μια «καλημέρα». Η όλη διαδικασία κράτησε ούτε 10 δευτερόλεπτα κι αναρωτιόμουν συνεχίζοντας την πορεία μου, πόσο μα πόσο δύσκολο ήταν για εκείνο το νεαρό να σταματήσει για αυτά τα δευτερόλεπτα και να βοηθήσει μια ηλικιωμένη γυναίκα.

Μια άλλη μέρα φεύγοντας απο ένα κατάστημα στο οποίο είχα μπει να πληρώσω έναν λογαριασμό, άνοιξα την πόρτα, την κράτησα και περίμενα να περάσει πρώτα μια κοπέλα απο την είσοδο πριν κάνω τη δική μου έξοδο. Εκείνη απαθέστατα πέρασε απο μπροστά μου, μη λέγοντας έστω ένα ξερό «Ευχαριστώ», ούτε καν να κάνει ένα νεύμα με το κεφάλι της. Και σκεφτόμουν μετά, μήπως θεωρούσε πως ήταν υποχρέωση μου λόγω αλλοδαπών καταβολών να της κρατώ την πόρτα να περάσει; Μήπως δεν ήμουν κατάλληλα ακριβά ντυμένος; Η αλήθεια είναι ότι ήμουν με κάτι παλιές φόρμες κι ένα σακίδιο στην πλάτη, λόγω μετακίνησης με το ποδήλατο. Όμως ότι δικαιολογίες κι αν έψαχνα να βρω, δεν μπορούσα να καταλήξω σε καμμία που να αιτιολογεί τις παραπάνω συμπεριφορές, οι οποίες απλά αποτελούν ένα μικρό, απειροελάχιστο δείγμα της έλλειψης ευγένιας σε αυτή χώρα. Ένα γεγονός που πλέον καταλήγω να επικροτώ και να θεωρώ πως το πρόβλημα είμαι Εγώ κι όχι οι άλλοι.

Θυμάμαι όταν ήμουν στο σχολείο και με φώναζαν «πουστάρα» γιατί δεν συναγωνιζόμουν σε χοντροκοπιές  τους υπολοίπους μαθητές, όπως το ποιος θα ρευτεί πιο πολύ και πιο δυνατά απο τους άλλους ή ποιος θα κάνει την πιο ηχηρή πορδή. Έχασα το μάθημα όπου η αρρενοπότητα κι ο ανδρισμός μετριέται απο το να φτύνεις στο δρόμο και να ξύνεις τα αρχίδια σου την ώρα που μιλάς με τον άλλον ή να αποκαλείς τις γυναίκες πουτάνες κι καργιόλες. Όπως δεν έμαθα πως πρέπει να τσαμπουκαλεύεσαι με την πρώτη που κάποιος θα «θίξει» την «αξιοπρέπεια» σου επειδή έκανε το λάθος να έχει προτεραιότητα στο δρόμο ή να κορνάρεις στον μπροστινό με το που «πρασινίσει» το φανάρι.

Για αυτό λοιπόν ζητώ δημόσια Συγνώμη απο όλους εσάς, που σας έχω φέρει σε δύσκολη θέση με τη συμπεριφορά μου. Λυπάμαι. Ειλικρινά και βαθύτατα που δεν ρουφιάνεψα προκειμένου να κερδίσω την εκτίμηση του «αφεντικού». Που σέβομαι την προσωπικότητα σας και δεν απλώνω πληθωρικά τη δική μου έναντι των δικών σου αναγκών και «θέλω». Που δεν χαστούκισα καμιά γυναίκα, όσο τσουλί κι αν ήταν στην πραγματικότητα, χάνοντας την  εκτίμηση σου στο πρόσωπο μου. Που ως υπάλληλος δεν έκανα κωλοτούμπες που πέρασες απο μπροστά μου κι μετά πίνοντας μπύρες να λέω με τους λοιπούς συναδέλφους «Κοίτα τον Μαλάκα» ή  να σου πουλήσω την υπόληψη μου, έναντι μιας πενιχρής «αναγνώρισης». Για όλα αυτά και πολλά ακόμα ζητώ «Συγνώμη». Βλέπετα ορθά πράττετε απλά εγώ είμαι σε άλλη διάσταση. Κι εύχομαι ολόψυχα να μπορώ να κατεβάζω τον γαμημένο τον διακόπτη της Ευγένιας, μπας και μπορέσουμε να συνεννοηθούμε επιτέλους.


Αϊ στο Διάλο λοιπόν! Συνεννοηθήκαμε τώρα;

Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

Οι Ζωές των Άλλων

Φθόνος, ένα απο τα εφτά Θανάσιμα Αμαρτήματα τα οποία είτε το παραδεχόμαστε είτε όχι, όλοι μας έχουμε νιώσει. Κι ομολογώ! Τις τελευταίες ημέρες είναι το αμάρτημα στο οποίο έχω οργιαστικά υποπέσει, δίχως στάλα ηδονής όμως, που συνήθως γλυκαίνει τις τύψεις όταν υποκύπτεις στην αμαρτία. Ζηλεύω, παράφορα, ασυγκράτητα και βίαια τις Ζωές των Άλλων.

Των άλλων, εσάς, που γεννηθήκατε με το αυτόνομο δικαίωμα στην ευτυχία που χαρίζει η έκφραση του Έρωτα δίχως φόβο, δίχως επίκριση. Που περπατάτε πιασμένοι χέρι –χέρι κι αβίαστα παραδίνεστε στη γλυκύτητα των φιλιών σας ή ακόμα και στο εφήμερο των λέξεων που με ύβρη εκστομίζονται, έχοντας ως εφαλτήριο την αιτιολογημένη σας χαρά. Που μπορείτε, χαζεύοντας τα πεφταστέρια, να μιλάτε δίχως θάρρος και θράσσος για το κοινό σας μέλλον και να διαφωνείτε στο χρώμα που θα βάψετε τους τοίχους της στέγης σας κι αργότερα, ίσως κι εφόσον το επιλέξετε, μπορείτε να διαφωνείτε για το χρώμα του παιδικού δωματίου. Σας βλέπω στους δρόμους, στις συναντήσεις μας, είτε μόνους σας, είτε ζευγαρωμένους και βλέπω τις επιλογές που έχετε. Επιλογές που μπορείτε να αξιοποιήσετε, ακόμα και να χλευάσετε, όμως είναι δικές σας να τις κάνετε ότι θέλετε.

Βολτάρω στην πόλη, σε αυτήν την πόλη που όλοι λατρεύουν να μισούν όμως εγώ μισώ πραγματικά, σκεφτόμενος γνωστούς κι αγνώστους που δεν στερούνται τα όσα στερούμαι εγώ γιατί ζουν σε μια άλλη πόλη, μακρινή ή κοντινή δεν έχει σημασία, μα τόσο εξωπραγματική για εμένα. Κι όσο παλεύω να απαγκιστρωθώ απο την πόλη τούτην, η ειρωνία της ζωής δεν μ’ αφήνει κι εξακολουθώ να κοντοστέκομαι μπροστά απο βιτρίνες χαζεύοντας βέρες, που σε τόσους θυμίζουν κάτι το πεπερασμένο, σκεφτόμενος  λέξεις που θα ήθελα, εαν ήταν εφικτό να ειπωθούν. Και μέσα σε αυτή την παράνοια του «αν» αφήνομαι ώρες-ώρες, έχοντας απογυμνωθεί απο τον κυνισμό μου που με βαστά να προχωρώ και ντύνομαι την τρέλλα της στέρησης όλων εκείνων που ποθώ.

 Με αυτήν την αμφίεση  κάθομαι πότε – πότε στα πάρκα, σκεφτόμενος πως θα ήταν αν στην άδεια κούνια γέλαγε ένα παιδί, δικό μου παιδί, εκείνο το παιδί που με έκανε μια μέρα να μπω σε ένα μαγαζί με βρεφικά είδη και η πωλήτρια με ρώτησε: Πόσο μηνών είναι ο γιος σας; Θέε μου, πόσο γελοίος ένιωσα! Και θυμήθηκα, πριν χρόνια στην πρώτη μου νιότη, ένα απόβραδο, στη σκοπιά να μιλώ με ένα φίλο, φτασμένος καλλιτέχνης τώρα, να με ρωτάει εαν θέλω να κάνω παιδιά και να του απαντώ δίχως να με νοιάζει: Δεν μπορώ να κάνω παιδιά. Πόσο αλλάζει ο χρόνος τον άνθρωπο! Εκείνο το «δεν μπορώ», που πηγάζει απο την έλλειψη εγωϊσμού να φέρεις  ένα παιδί σε μια κοινωνία που θα το καννιβαλίσει, να σε πονά σήμερα τόσο, που  σου φέρνει δάκρυα στα μάτια βλέποντας τα παιδιά των άλλων.

Λένε πως το κλάμα είναι υγιές. Για μένα είναι αδυναμία. Είναι υγιές όταν έχεις έναν ώμο να ακουμπήσεις και κάποιον να σου σφουγγίξει τα μάτια, μα αν είσαι μοναχός, αυτή τη δουλειά, αυτό το φορτίο το επωμίζεσαι εσύ και είναι βαριά δουλειά γαμώτο! Πλύστρα στην ίδια σου την ψυχή! Να στέκεσαι μετά κατάκοπος έχοντας μαζέψει τα δικά σου δάκρυα, μη και γλιστρίσει η Ύπαρξη σου σε αυτά και σε αφήσει σακάτη. Που καιρός να αναρώσεις, όπως δεν έχεις και την πολυτέλεια να ξαποστάσεις. Για αυτό είναι αδυναμία το κλάμα. Σου παίρνει όλη την ενέργεια που έχεις φορτίσει την ύπαρξη σου χάρη σε όλα όσα απαρνιέσαι, για να μην σου λείπουν, για να έχεις δύναμη μετά να αντιμετωπίσεις τη Ζωή που σε περιμένει στη στροφή. Δεν υπάρχουν βλέπεις περιθώρια για λιγοψυχίες. Για λάθη όμως;

Ω! Μα τα λάθη είναι λατρεμένα! Χάρη σε αυτά δικαιολογούμε τις πράξεις μας με τις οποίες ξεγελούμε τη μοναξιά κι ξορκίζουμε τους φόβους μας. Έννοιες τις οποίες ενσταλάξαμε στην ψυχή μας απο τότε που αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε τον κόσμο, απο τότε δηλαδή που συνειδητοποιήσαμε πως το κάθε τι διαφορετικό, είναι κι απορριπτέο. Όμως η ίδια η ύπαρξη μας, κραυγάζει κι αντιδρά! Σα άλλος Ερυχθίονας τρώμε τις σάρκες μας με πράξεις κι ενέργειες που πληγώνουν τους εαυτούς μας, διότι έτσι ο πόνος, ο δοσμένος απο τους άλλους γίνεται πιο υποφερτός.

Όμως συγχωρέστε με, παρασύρθηκα σε ένα μελό παραλλήρημα και δεν συστήθηκα. Είμαι ομοφυλόφιλος κι εσείς ετεροφυλόφιλοι. Θέλετε κι όνομα; Ολόκληρη σύσταση; Εντάξει λοιπόν: Με λένε Ben. Γιός, Φίλος, Συνάδελφος, Συνεργάτης, Αδελφός και πολλά άλλα. Τον χρόνο χρήσης του ρήματος «Είμαι» τον καθορίζετε εσείς, είτε σε αόριστο, είτε σε ενεστώτα εσείς επιλέγετε. Σας δηλώνω απλά πως δεν χρειάζεται να με βρίζετε, ούτε να μου επιτίθεστε. Βλέπετε, οι επιλογές στην ευτυχία που εσείς έχετε κι εγώ όχι είναι αρκετά οδυνηρές για να μου προκαλέσετε περαιτέρω πόνο.

Να ‘στε Καλά.


http://vimeo.com/88060788