Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

You Got a Message


Πριν πέντε  χρόνια τέτοιες μέρες έφτιαξα το blog αυτό σε μια άλλη ιστοσελίδα κι ανέβασα το πρώτο μου ποστ με θέμα τις φόλες που ρίχνονται κάθε τέλος της σεζόν στη Σαντορίνη με θύματα τα δεκάδες αδέσποτα που κάποιοι παρατάνε σα παιχνίδια που βαρέθηκαν να έχουν. Σήμερα, επιστρέφοντας μετά απο έξι μήνες στο σπίτι μου, σε μια διαφορετική απο τότε περιοχή, με αφορμή ενός γεγονότος, σκέφτομαι για ποιο λόγο διατηρώ ακόμα αυτό το blog.

Το ίντερνετ αποτέλεσε την «επανάσταση» της σύγχρονης τεχνολογίας για μένα καθώς θυμάμαι ακόμα την εποχή της μη ύπαρξης του. Όμως όπως κάθε τι που είναι δημιούργημα του ανθρώπου, είναι σα τον Ιανό κι εξαρτάται προσωπικά απο τον καθένα το ποια πλευρά επιλέγει να βλέπει, ευτυχώς για πολλούς, δίχως να αγνοούν την άλλη του όψη. Ξεκίνησα αυτό το blog για τους ίδιους λόγους που ξεκίνησα πριν απο δεκαπέντε χρόνια να γράφω μια, αδημοσίευτη ακόμα, συλλογή διηγημάτων και το ονόμασα με τον ίδιο τίτλο. Μέσα σε αυτό το διάστημα ανακάλυψα διάφορα άλλα blogs τα οποία διαβάζω απλά γιατί μου αρέσει η γραφή τους ή η θεματολογία που αναπτύσσουν και σε κάποια απο αυτά θα σχολιάσω είτε γιατί το θέλω, είτε γιατί νοιώθω πως πρέπει να πω κάτι στο συγκεκριμένο blogger για τους δικούς μου προσωπικούς λόγους. Άλλωστε η γνώμη είναι σα την κωλοτρυπίδα, όλοι έχουν απο μια. Αρνούμαι όμως να μπω στη διαδικασία να πρέπει κάθε φορά που διαβάζω κάτι, να εκφράζω και την άποψη μου, ακριβώς για τον παραπάνω λόγο.

Το ποια blogs παρακολουθώ όμως ή όχι δεν τα δημοσιοποιώ, απλά γιατί θεωρώ πολύ προσωπικό το λόγο για τον οποίον κάποιος «παρακολουθεί» κάποιο ή όχι και γιατί μέσα σε αυτή τη «θάλασσα», τα διάφορα blogs, είναι σα τα μικρά ασήμαντα πράγματα που κατά καιρούς βρίσκουμε στις παραλίες και που για τους δικούς μας λόγους κρατάμε σε κάποιο μικρό κουτάκι απλά και μόνο για εμάς τους ίδιους. Και συχνά μέσα σε αυτόν τον εικονικό κόσμο, όπως και στον πραγματικό δημιουργούνται συμπάθειες, έριδες και παρεξηγήσεις που προσωπικά επιλέγω να μην με αγγίζουν απλά και μόνο γιατί τελειώνει με ένα shut down του υπολογιστή. Στα χρόνια αυτά έχω γράψει δεκάδες σχόλια κι έχω απαντήσει επίσης άλλα τόσα, όμως γνωρίζω καλά πως η φιλία, η πραγματική φιλία, αναπτύσσεται με την προσωπική επαφή, με το μοίρασμα, με την Ζωή που είναι πέρα απο το διαδύκτιο και για αυτό το λόγο παραμένω σα ένας επισκέπτης ενός πάρτυ που απλά συνομιλεί με τους υπόλοιπους συνδετοίμονες. Το αν τώρα απο αυτό μπορεί να εξελιχτεί κάτι περισσότερο, αλοίμονο δεν μπορεί να το γνωρίζει κανείς, σίγουρα όμως είναι κάτι που θα κάνω με πολύ σκεπτικισμό και καθόλου αγόγγυστα.

Για όλους αυτούς τους λόγους λοιπόν δεν με απασχολεί το πόσους followers θα έχω, ούτε θα προβώ σε πράξεις κι ενέργειες προκειμένου να τους αυξήσω με το να γίνω αρεστός και συμπαθής. Αλοίμονο, δεν το κάνω αυτό στην προσωπική μου Ζωή, πόσο μάλλον στον διαδικτυακό μου κόσμο. Ξεκίνησα να γράφω όλα όσα έγραψα, απλά και μόνο γιατί ήθελα να δείξω, έστω και σε Έναν, πως το να είσαι ομοφυλόφιλος, δεν σημαίνει ότι είσαι κάτι το «διαφορετικό» και υποδεέστερο απο τους «υπόλοιπους». Πως μπορείς να έχεις άποψη, σωστή ή λανθασμένη όπως όλοι, να έχεις όνειρα, επιτυχίες, αποτυχίες, μια απλή καθημερινή ζωή με όλα της τα προβλήματα όπως Εκείνος, άρα δεν είμαστε ένα φρικιό ή κάτι το διαφορετικό απο Εκείνον. Μα πάνω απο όλα γιατί ελπίζω κι εύχομαι πως μπορεί ένα παιδί, να συνειδητοποιήσει πως δεν υστερεί σε τίποτα απο τους υπόλοιπους, απλά και μόνο γιατί είναι ομοφυλόφιλο  και πως μπορεί και πρέπει να Ζήσει τη Ζωή του όπως όλοι οι υπόλοιποι, τις σκοτεινές εκείνες ώρες της θλίψης του, που αναζητά απαντήσεις στο διαδύκτιο.

Μετά απο πέντε χρόνια, εξακολουθώ να γράφω εδώ μέσα για τους ίδιους λόγους και χαίρομαι γλυκόπικρα που έχουν παραμείνει ίδιοι με την ελπίδα να μην θέλω πια να γράψω λόγω αυτών. Να με συμπαθάτε λοιπόν εαν αποστασιωποιούμαι απο τα περαιτέρω.

Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2013

Παραληρήματα



“How lucky you are!”, θυμάμαι μια Αμερικανίδα να μου λέει, αναφερόμενη στο γεγονός ότι ζούσα στην Ελλάδα. Βέβαια εκείνη αναφέρεται στο γεγογός ότι έπρεπε να ταξιδέψει τόσα μίλια, να σκάσει ένα σκασμό λεφτά προκειμένου  να «ζήσει» δεκαπέντε μέρες στο λίκνο του Ελληνικού τουρισμού. Να μαυρίσει κάτω απο την Ελλαδικό ήλιο, να κάνει βουτιές στα καταγάλανα νερά και να μάθει να κάνει παπάρα στη χωριάτικη. Ενώ εγώ, τα είχα όλα αυτά κάθε μέρα, όλο το χρόνο, λες και δεν υπάρχουν εποχές κι όλη η Ελλάδα είναι ένα ατέλειωτο Μυκονιάτικο καλοκαίρι. «Καημένη Γιολάντα!», σκεφτόμουν απο μέσα μου αλλά δεν ήμουν σίγουρος αν απευθυνόμουν σε εκείνη ή …σε μένα.

Βλέπω τις παραλίες που αδειάζουν, γυμνές πλέον από ομπρέλες και ξαπλώστρες, γεμάτες σκουπίδια. Τα μαγαζιά που έκλεισαν με μαύρες σακούλες στα παράθυρα λες και υπάρχει πένθος και μια Χώρα άδεια, μισοσκότεινη, ένα ολόκληρο πένθος, δίχως την οχλαγωγία, δίχως το πλήθος, δίχως την ακαταλαβίστικη μουσική κι ακούω το φυλλομέτρημα στα ταμεία μαζί με μουρμούρα και θυμηδία, σα από δυσανεσχετημένο νταβατζή. Και το Νησί, τα νησιά, τα άλλα μέρη και μια χώρα ολάκερη στο Τέλος του καλοκαιριού, σα αποκαμωμένη πουτάνα να κοιτάζει τους λεκέδες της βάρδιας επάνω στο γυμνό της σώμα. Με τι άλλο θα μπορούσε να παρομοιαστεί άλλωστε, όταν αφείδωλα επιτρέπεται στον κάθε  καταπιεσμένο ή υπερφίαλο τουρίστα να ξεθυμάνει τις καύλες του με το πρόσχημα του χρήματος το οποίο πετά αδιάκριτα στα μούτρα κι εσύ του κάνεις και τεμενάδες λέγοντας: Στις υπηρεσίες σας κύριε!

Πάντα δυο φορές το χρόνο, θυμάμαι με πικρό χαμόγελο την ταινία «Καλωσήρθε το Δολλάριο» και σκέφτομαι πόσο διαχρονική μπορεί να είναι για τούτη την πραγματικότητα.Καημένη μάνα που στέλνεις το παιδί σου να μάθει Εγγλέζικα, Γαλλικά, Ιταλικά και κάθε λογής ξένη γλώσσα για να μπορεί να γλυκογλείφει τα ξένα αυτιά, μα ξέχασες να του μάθεις την Ελληνική, τόσο που η γλώσσα του σκοντάφτει στο «Καλημέρα» με accent Νέας Υόρκης. Καημένη μάνα που έμαθες στο παιδί σου την «τιμή» του χρήματος μα δεν του ‘μαθες τι είναι η Τιμή, για να πουλιέται από μόνο του σα μωρή κορασίδα με την ύβρη της νιότης της. Μα δεν υπάρχουν ευτυχισμένες πουτάνες. Και θα έρθει ο καιρός, που κάθε ομορφιά θα έχει χαθεί και από τη μωρία των προηγούμενων ετών, το μόνο που θα απομείνει είναι μια κατακρεουργημένη ηθική κι ένας ύπνος δίχως όνειρα. Ή μήπως έχει έρθει ήδη ετούτη η ώρα;

Τούτο το λίκνο είναι το τελευταίο που θα πέσει, σα άλλη Βαβυλώνα όμως έχει όλους τους οιωνούς να πετούν πάνω από το κεφαλάρι της. Δίπλα της ολούθε, τα πάντα φθίνουν. Τα στρας από τα φτηνά μεσοφόρια άρχισαν να ξεφτίζουν και το πατσουλί, δεν επαρκεί πια να καλύψει τη δυσωδία της σήψης. Οι φωνές των νεκρών ακούγονται ολοένα κι περισσότερο, όμως τα νταούλια  καλά κρατούν δυναμώνοντας το τέμπο τους. Ποιος ακούει; Ποιος βλέπει; Τούτος ο πλεούμενος θίασος πεθαίνει μέσα στα ίδια του τα σκατά παρόλ’αυτά παρφουμάρεται σα φθισικιά πουτάνα, ανταλλάσοντας ξεδοντιασμένα χαμόγελα με πατρόνες και νταβατζήδες. Μονάχα κάποιοι βλέπουν την πανούκλα που ξέσπασε κι αφού χαρήκαν ότι είχε σε πληθώρα το αμπάρι, σα άλλους ποντικούς αναζητούν τον επόμενο κάβο για να κατέβουν. Στριμώχνονται όμως στο περίμενε κι αρχίζουν να καννιβαλίζουν ο ένας τον άλλον υπό τους ήχους μιας ορχήστρας φαντασμάτων.

Εκείθε τελειώνει το ταξίδι. Βλέπω τα απόκρημνα βράχια ήδη να ξεπροβάλλουν σα τα δόντια μιας Χάρυβδης και το πλοίο δε θα δέσει σε κανένα κάβο. Ένα μονάχα μένει: Μια βουτιά. Τουλάχιστον σα άλλος Οδυσσέας, έχω μια ύστερη ελπίδα να ξεβραστώ σε ένα νησί των Φαιάκων.