Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

Μια Αδελφή και πολύ Macho σκέφτεται…


Το Καλοκαίρι έχει φτάσει πλέον στο τέλος του, αν και για μένα τελειώνει όταν μπω στο ριμαδιασμένο σπίτι μου…έχω ακόμα λίγο καιρό για αυτό. Είναι πολλά που στροβιλίζονται μέσα στο μυαλό μου, ανησυχίες, σκέψεις, άγχη, όμως επιλέγω να μην γράψω για αυτά, ακόμα τουλάχιστον και να διατηρήσω μια ελαφρότητα ακόμη, σα άρωμα καλοκαιριού που ξεθωριάζει. Άλλωστε ετούτος ο Χειμώνας θα είναι σκοτεινός και υπάρχει καιρός για μαύρες σκέψεις… θαρρώ. Ήταν πολλά που ήθελα να γράψω, αλλά δεν έβρισκα το χρόνο, μα θα τα παραθέσω συμπυκνωμένα, έτσι απλά σα μια συλλογή μικρών άχρηστων αναμνήσεων, όμοια με εκείνα τα μικρά κι ασήμαντα πράγματα που κράταγα σε ένα τσίγκινο κουτί από μπισκότα.

Η Μύκονος έχει πολλές κι όμορφες παραλίες. Παραλίες γεμάτες κόσμο, ξαπλώστρες, ομπρέλες και λαδωμένα κορμιά που μυρίζουν καρότο και καρύδα. Ποτέ δεν κατάλαβα τη μανία των Καυκάσιων να μαυρίζουν το καλοκαίρι. Πασαλείβονται με κάθε λογής αντιλιακό προκειμένου να λιάζονται μετά σα τα χταπόδια, για να περιφέρονται έπειτα επιδεικνύοντας το μαύρισμα που απέκτησαν σα διάκριση της πολυτέλειας των διακοπών. Τι ειρωνία, όταν σε άλλες χώρες το μαύρισμα από τον ήλιο υποδηλώνει  κατωτερότητα, λόγω της ενασχόλησης στην ύπαιθρο κι άρα μια κατώτερη κοινωνική τάξη. Φέτος πάντως κατάφερα να κάνω δέκα μπάνια. Μετρημένα σα παράσημο καθότι ήταν η χρονιά που μπόρεσα να κάνω τόσα πολλά. Σε αντίθεση με άλλους που επιδίωκαν τις κοσμικές παραλίες όμως με τις αναπαυτικές ξαπλώστρες, έπαιρνα τα μπογαλάκια μου κι περπατούσα μισή ώρα προκειμένου να φτάσω στο αγαπημένο μου σημείο, σε έναν μικρό βραχώδη όρμο, όπου δεν φτάνει ο εκκωφαντικός ήχος καμιάς μουσικής και πάνω από όλα δεν υπάρχει ψυχή ζώσα. Άντε που και που εμφανίζονταν σα τα κατσίκια κάποιοι που έψαχναν κάναν βράχο για να βγάλουν τα μάτια τους, μην ξεχνιόμαστε στη Μύκονο βρισκόμαστε.

Την πρώτη φορά που βούτηξα η επαφή με το νερό ήταν συγκλονιστική! Το απέραντο γαλάζιο σε βάθος σε συνδιασμό με τον Ελλαδικό ήλιο μου θύμισαν τα δεσμά που έδενα στον εαυτό μου με αυτή την χώρα, καταπραϋνοντας την επιθυμία μου να φύγω. Κολυμπούσα ανάμεσα και πάνω από υποθαλάσσια βράχια δίνοντας μου την ψευδαίσθηση πως πετούσα πάνω από μια πολιτεία. Μια πολιτεία χρωμάτων, γεμάτη ζωή κι ομορφιά. Κάθε λογής ψάρια κολυμπούσαν μαζί μου, μικρά, μεγάλα μαζί με άλλα εξωτικά, παρασυρμένα από πιο ζεστές θάλασσες μα προσαρμοσμένα πλέον στα νερά της Ελλάδας. Και τότε μια μονάχα σκέψη μου ήρθε στο μυαλό, του κυνηγού. Αυτή η πληθώρα των ψαριών με έκανε να θέλω να πιάσω όλα τα ψάρια του ύφαλου. Όχι ένα. Όλα! Λες και μπορούσα, όσο κι αν μου άρεσαν, να φάω πάνω από ένα ροφό. Όμως δεν με ένοιαζε, εγώ ήθελα μονάχα να πάρω ένα ψαροντούφεκο και να αρχίσω να πιάνω κάθε τσιπούρα, κάθε σάλπα και κάθε ροφό που έβλεπα να κολυμπούν αμέριμνα δίπλα μου. Φαινόταν τόσο εύκολο. Μια υπεροχή του ανθρώπινου είδους έναντι της φύσης. Ποιος να το ‘λεγε πως έκρυβα έναν τόσο macho άντρα μέσα μου!

Την επόμενη μέρα φορτώθηκα όλων τον απαραίτητο εξοπλισμό. Βατραχοπέδιλα, μάσκα, φυσητήρα και ένα ολοκαίνουργιο ψαροντούφεκο υψηλών προδιαγραφών. Βούτηξα με τον ενθουσιασμό και την αδρεναλίνη του κυνηγού να κυλάει μέσα μου, αποφασισμένος να πιάσω όποιο μεγάλο ψάρι έβλεπα μπροστά μου. Δεν χρειαζόταν να περιμένω  πολύ, λίγα μέτρα πιο μπροστά ένας μεγάλος ροφός τσιμπολογούσε σε έναν βράχο. Σήκωσα το ψαροντούφεκο και σημάδεψα ανάμεσα στο κεφάλι και το πλαϊνό πτερύγιο του ψαριού. Τα μεγάλα του μάτια μετακινήθηκαν. Έκανε λίγο στο πλάϊ όμως εξακολουθούσε να βρίσκεται στο στόχαστρο κι εκεί που ήμουν έτοιμος να πατήσω τη σκανδάλη, είδα πόσο όμορφα κι αρμονικά κουνιόντα τα πτερύγια του, προσδίδοντας μια αέρινη χάρη στις κινήσεις του. Το χρώμα του άψογα προσαρμοσμένο στο υδάτινο περιβάλλον που ζούσε, όπως κι όλα τα άλλα ψάρια, μοναδικά το καθένα στο είδος του, αλλά άψογα προσαρμοσμένα. Λένε πως τα ψάρια είναι ηλίθια. Μπορεί να έχουν και δίκιο. Όμως βλέποντας αυτή την υδάτινη ομορφιά της φύσης, αυτή τη Ζωή μπροστά μου και το ψαροντούφεκο στο χέρι μου με τον  εαυτό μου, έτοιμο να την καταστρέψει, μονάχα και μόνο για μια ικανοποίηση του αρχέγονου ενστίκτου, συνειδητοποίησα πως αυτό το σκεπτικό είναι που ρήμαξε τον ίδιο μας τον πλανήτη κι εμάς τους ίδιους.

Η αδηφαγία, η λαιμαργία, η ψευδαίσθηση της υπεροχής, μας κατέστησαν Κτήνη κανιβαλλίζοντας ακόμα το ίδιο μας το είδος. Κανένας σεβασμός, κανένα όριο και κανένα μέτρο δεν υπάρχει μπροστά στο κέρδος που αμοραλιστικά αλλοιώνει τον Άνθρωπο μετατρέποντας τον σε ανθρωπο-κτήνος κι εγώ, ένας ανάμεσα τους. Ποια ανάγκη άλλωστε υπήρχε για κυνήγι κι επιβίωση; Καμία. Μονάχα μια άχρηστη υπεροχή έναντι της Ζωής, μια ψευδαίσθηση του ανθρώπου πως είναι υπεράνω αυτής, απλά και μόνο για να καταλαγιάσει τον φόβο του ανεξέλενκτου. Κι έπειτα η Λαιμαργία. Το Θανάσιμο Αμάρτημα που σε οδηγεί στην ύβρη και η ύβρη απλά σε καθοδηγεί στην ίδια την Καταστροφή.

Αφόπλισα το ολοκαίνουργιο ψαροντούφεκο μου και κολύμπησα μέχρι εκείνη την χαράδρα που θα έστηνα καρτέρι για τη λεία μου. Αιωρήθηκα κοιτάζοντας το σκοτεινό του βάθος γεμάτο Ζωή κι ομορφιά που δεν ήμουν ικανός να δω, μα ήμουν σίγουρος πως υπήρχε κι άφησα το ψαροντούφεκο να πέσει μέσα του.Καθώς το έβλεπα να βυθίζεται αργά, μέσα στα βάθη της θάλασσας, μονάχα μια σκέψη είχα μέσα στο νου μου: Μακάρι μαζί του να χαθεί κι η όποια κτηνωδία είμαι ικανός να κουβαλώ μέσα. Έπειτα αιωρήθηκα στην επιφάνεια κοιτάζοντας όλη εκείνη την ομορφιά της υδάτινης Ζωής, ευχόμενος να συνεχίζει να υπάρχει, υπενθυμίζοντας πως είμαστε κι εμείς φτιαγμένοι από την ίδια Ομορφιά.