Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

Διακοπή για Διαφημίσεις


Όταν ήμουν μικρός λάτρευα την τηλεόραση. Στην Ελλάδα πρόλαβα την εποχή που υπήρχαν μονάχα τα κρατικά κανάλια έως κάπου το ’89 που κάνανε την εμφάνιση τους τα ιδιωτικά κι άξαφνα όλος ο κόσμος αποκαλύφθηκε μπροστά μου. Ενθουσιασμός και δέος, μπροστά στο πρωτόγνωρο μεγαλείο της τηλεόρασης. Πέρα όμως απο τις παιδικές σειρές και τις λουσάτες σαπουνόπερες που διασκέδαζαν την παιδική μου φαντασία λάτρευα τις διαφημίσεις. Εκείνα τα μικρά σποτάκια όπου τα πάντα ήταν τέλεια. Η ευτυχισμένη οικογένεια, ο πάντα χαρούμενος μπαμπάς, η ευτυχισμένη μαμά, το μεγάλο σπίτι με τον κήπο και το σκύλο θάμπωναν τα μάτια και το νου μου, τροφοδοτώντας την φαντασία μου με άπειρα σενάρια και ονειροβασίες. Μεγαλώνοντας λάτρεψα την αισθητική και ομορφιά που προέβαλλαν. Οι γυναίκες όλες όμορφες, τέλειες και οι άντρες sexy, γοητευτικοί, με υπέροχα σώματα και αμαξάρες. Ήθελα να γίνω σα κι αυτούς. Να ανήκω σε έναν όμορφο λαμπερό κόσμο όταν μεγάλωνα και να ζούσα την ευτυχία που μου επιδείκνυαν μαζί με το προϊόν που διαφήμιζαν. Ευτυχώς όλα αυτά μέχρι κάπου στα δεκαπέντε μου. Μέχρι τότε που η Ζωή μου έδωσε μια σφαλιάρα κι έκανα γκελ στο Είναι μου για να έρθω στα ίσα μου.

Η Ζωή, η πραγματική Ζωή, δεν είχε καμιά σχέση με τις διαφημίσεις. Δεν ζούμε όλοι σε τεράστια σπίτια. Δεν μπορούμε να είμαστε πεντακάθαροι κι ευτυχισμένοι 24 ώρες το 24 ωρο. Δεν είναι οι μητέρες συνέχεια με μια ποδιά καθαρή κι χαρούμενη να καθαρίζει, ούτε να χαμογελάει όταν το μούλικο αρνείται να φάει και πετάει την φρουτόκρεμα στο πάτωμα. Ειλικρινά δεν νομίζω να έχει υπάρξει μια μάνα που έστω μια φορά δεν θέλησε να γίνει “Μήδεια” κι όποια λέει το αντίθετο, απλά ψεύδεται. Τότε άρχισα να γίνομαι πιο σκεπτικός απέναντι στις διαφημίσεις προσπαθώντας να εξετάσω και να διαχωρίσω τα μηνύματά της που έντεχνα μας περνούν οι διαφημιστικές εταιρίες, τόσο που με ιντρίγκαρε σε βαθμό που ήθελα να ασχοληθώ με το marketing επαγγελματικά, αλλά αυτό είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία. Πλέον όμως δεν βλέπω τηλεόραση και η συσκευή έχει διακοσμητικό ρόλο στο σπίτι.

Πριν κάποιες μέρες έλαβα μια αίτηση απο μια νεανική LGBT (Lesbian Gay Bisexual Transexual) οργάνωση, την ColourYouth να υπογράψω για την άρση της  διαφήμισης μιας εταιρίας πώλησης αεροπορικών εισητηρίων, την οποίαν σας παραθέτω πιο κάτω σε περίπτωση που είστε άνθρωποι των σπηλαίων όπως εγώ. Εκ πρώτης όψεως η «μαρκετίστικη» ματιά μου την βρήκε αρκετά έξυπνη. Ένας νεαρός θέλει να ταξιδέψει, κάνει auto stop σε μια Εθνική οδό και σταματά μια νταλίκα για να τον πάρει. Ο οδηγός είναι σαράντα φεύγα, θυληπρεπής και «τρελλή αδελφή», του αφήνει σεξουαλικά υπονοούμενα, φέρνοντας σε δύσκολη θέση το νεαρό και η διαφήμιση τελειώνει με την ατάκα πως «Δεν χρειάζεται να πληρώνεις ακριβά το ταξίδι» για να κλείσει με το logo της εταιρίας. Έντεχνα η εταιρία περνούσε το μήνυμα της, σχετικά με την οικονομία των προϊόντων της, σε μια εποχή οικονομικής κρίσης, όπου τα ταξίδια για πολλούς θεωρούνται «είδος πολυτελείας». Μια πιο προσεκτική ματιά όμως, αποκωδικοποιώντας την ίδια διαφήμιση, διαφαίνεται η χρήση και διαιώνιση ενός στερεότυπου των ομοφυλόφιλων που η ίδια η ελληνική τηλεόραση έχει θεσπίσει απο τη δεκαετία του ’60. Ο ομοφυλόφιλος ισούται με πουστάρα αδελφή που έχει το νου του μονάχα στον πούτσο, (όχι τον δικό του, αυτό είναι προνόμιο και σήμα κατατεθέν των «αντρών»),  αλλά των άλλων.

Κατά πάσα πιθανότητα όλοι εσείς μπορεί απλά να γελάτε με την διαφήμιση ή απλά να την προσπερνάτε αγόγγυστα, όπως τόσες άλλες, εμένα όμως προσωπικά η συγκεκριμένη διαφήμιση με προσβάλει ως άνθρωπο πρώτα απο όλα κι έπειτα ως ομοφυλόφιλο. «Χιεστήκαμε!», θα μου πείτε κι έχετε απόλυτο δίκαιο! «Εσύ είσαι πουστάρα, εμείς όχι!» σκέπτεστε και συμφωνώ απόλυτα μαζί σας. Είναι όμως τόσο διαφορετική η δική μου θέση απο την δική σας;

Σε δυο μήνες έρχεται το πολυπόθητο καλοκαίρι κι όλοι θα ξεχυθούμε στις παραλίες για να απολαύσουμε τον ήλιο και τη θάλασσα με τα υπέροχα μαγιό μας, πασαλοιμένοι με αντηλιακά και χίλες δυο κρέμες. Πείτε μου τώρα ότι δεν σας έχει περάσει απο το μυαλό η λέξη δίαιτα κοιτάζοντας τον εαυτό σας στον καθρέφτη, εξετάζοντας την κυταρρίτιδα οι κυρίες και το πατσοκοίλι οι κύριοι, που προεξέχει, αναρωτώμενοι ποια συσφικτική κρέμα ή ποιον λιποδιαλύτη πρέπει να πάρετε αντίστοιχα. Γιατί εκείνα τα καλλίγραμμα πόδια και τους 6 pac κοιλιακούς που προβάλλονται στις διαφημίσεις αντηλιακών φθονούνται απο πολλούς. Να λοιπόν οι δίαιτες και να τρέχουμε στα γυμναστήρια να προλάβουμε το διάδρομο ελεύθερο για αεροβικές ασκήσεις και να αυξήσουμε τα βάρη στον πάγκο, ώστε να προλάβουμε τον Ιούνιο οσονούπω, να βγούμε στις παραλίες ακριβώς όπως τα μοντέλα που ξαπλώνουν νωχελικά στην άμμο. Για να μην αναφέρουμε τη σύγχρονη γυναίκα που είναι μάνα, σύζυγος, πετυχημένη καριερίστρια και παράλληλα θηλυκό, έτοιμη ανα πάσα ώρα και στιγμή να ικανοποιήσει το σύντροφο σεξουαλικά με τα καινούργια, πρόστυχα, μαύρα, απο λύκρα εσώρουχα ή τον άντρα που είναι πετυχημένος, φραγκάτος, οδηγεί το καινούργιο μοντέλο αυτοκινήτου με τις γκόμενες να τον κυνηγούν κι εκείνος κάθεται με τα πόδια ακουμπισμένα στο τραπεζάκι του σαλονιού, απολαμβάνοντας ένα malt whisky.

Είμαστε όμως όλοι έτσι; Δε νομίζω. Θα θέλαμε όμως να είμαστε όλοι έτσι; Και βέβαια! Κι εγώ μαζί σας, αλλά οκ εκτός απο τις γκόμενες, θα προτιμίσω καμιά δεκαριά γυμνασμένα τεκνά! Μέχρι εδώ όλα καλά και θεμιτά. Μας προβάλλουν ένα πρότυπο ζωής και αγωνιούμε να το προφτάσουμε. Να πάρουμε μια γεύση απο αυτή την “ευτυχία”, δεν είναι κακό (;) να προσδοκούμε στο καλύτερο (;). Τα ερωτηματικά εντός παρενθέσεων ας τα διαχειριστεί ο καθένας όπως θέλει. Τι γίνεται όμως όταν τα πρότυπα και στερεότυπα που προβάλλονται εγείρουν αρνητικές επιπτώσεις κι αντιδράσεις; Όταν η κόρη σας παύει να τρώει κι αρχίσει να πάσχει απο νευρική ανορεξία προκειμένου να μοιάσει σε αυτό το πρότυπο “επιτυχίας”. Όταν ο γιος σας θεωρεί πως τη γκόμενα, πρέπει να την αλλάζει σα τα πουκάμισα, γιατί έτσι κάνει ο σωστός ο άντρας και πριν πάρετε τα πάνω σας οι πατέρες σκεφτείτε πως υπάρχει και η πιθανότητα ο κανακάρης σας να αρχίσει να πίνει απο το malt whisky της κάβας, να μπει στο αυτοκίνητο ή να καβαλήσει οδηγώντας του σκοτωμού για να πάει να πάρει την γκόμενα, έχοντας ξυριστεί ελαφρά με το ξυραφάκι που χρησιμοποιεί κι εκείνος ο πολλά βαρύς άντρας που οδηγεί την κουρσάρα στους δρόμους μιας μεγαλούπολης, με τη διαφορά ότι ο δικός σας κανακάρης, μπορεί να γίνει κονοστάση σε κάποιο δρόμο, γιατί έτσι κάνει ο άντρας ο σωστός.

Πλατιάζω όμως για ένα θέμα το οποίο δεν σας αφορά(;)!  Η συγκεκριμένη διαφήμιση δεν προβάλλει κάποιο πρότυπο απο το οποίο θα κινδυνέψει το δικό σας παιδί. Αφορά μονάχα εμένα κι τους «ομοίους» μου. Βλέπετε προβάλλει το στερεότυπο πως ο ομοφυλόφιλος είναι συνώνυμο με τη θηλυπρέπεια και την τρελλή, σεξουαλικά πεινασμένη αδελφή, απο την οποίαν κινδυνεύουν εσείς και τα παιδιά σας. Παράλληλα είμαστε μια καρικατούρα, με την οποίαν μπορείτε να γελάτε, να μην μας παίρνετε σοβαρά υπόψη, γιατί άλλωστε;, μεσ’τα φρου φρου κι αρώματα είμαστε, λατρεύουμε το ροζ της Barbie και χαριεντιζόμαστε σα τη μπαγιαντέρα σε φουρτούνα. Κι όλα αυτά, σε μια εποχή όπου το θέμα του γάμου των ατόμων ίδιου φύλου, έχει λάβει παγκόσμια δημοσιότητα χάρη στον Ομπάμα στις Η.Π.Α. και τον Ολάντ στη Γαλλία, καλά η Ελλάδα εξαιρείται, τα Μ.Μ.Ε. της χώρας είναι απασχολημένα με άλλα θέματα. Σε μια εποχή όπου ο σπόρος της μισαλλοδοξίας και του ρατσισμού ανθίζει στη χώρα και τα εγκλήματα μίσους λόγω της «διαφορετικότητας» όλο και πληθαίνουν. Όμως και πάλι, αυτό δεν σας αφορά. Απλά την επόμενη φορά που θα ακούσετε, διαβάσετε, δείτε, για ένα παιδί που απαγχωνίστηκε λόγω bulling, εξαιτίας της σεξουαλικής του «διαφορετικότητας» σε κάποια χώρα, αν και φοβάμαι πως δεν θα αργήσει να συμβεί και στη χώρα μας, κι ως έντιμοι και σωστοί άνθρωποι που είστε, μαζί με το «Κρίμα» που θα αναφωνίσετε σκεφτείτε τι κάνατε Εσείς για να το αποτρέψετε.

Η συγκεκριμένη διαφήμιση με προσβάλει ως άνθρωπο γιατί ευτελίζει μια μερίδα ανθρώπων της κοινωνίας, όπως με προσβάλλει και κάθε διαφήμιση όπου η γυναίκα χρησιμοποιείται ως υποχείριο κι αντικείμενο, όπως κάθε μορφής διαφορετικότητας η οποία εκμευταλλεύεται για την τόνωση της εγωπάθειας των άλλων. Ευθαρσώς όμως αναφέρω πως έχω κι έναν λόγο παραπάνω να εξανίσταμαι καθότι είμαι ομοφυλόφιλος. Και μέσα στον «δον κιχωτισμό» μου ξεκίνησα αυτό το blog, προέκταση της στάσης μου στη ζωή, σε μια προσπάθεια να δείξω πως οι ομοφυλόφιλοι δεν είμαστε όλα αυτά τα οποία μας προσάπτουν. Είμαστε κι εμείς σκεπτόμενοι άνθρωποι, επαγγελματίες, καριερίστες, με όνειρα, με ανησυχίες, με φόβους, με δικαιώματα κι αξία μέσα στην Κοινωνία. Πως δεν διαφέρουμε σε τίποτα απο τους υπόλοιπους, απο όλους Εσάς, πέρα απο το φύλο του ατόμου με το οποίο θέλουμε να είμαστε μαζί κι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον προσβάλλομαι. Διότι μια εταιρία στο όνομα του κέρδους της, αμαυρώνει την δική μας ύπαρξη ως Ανθρώπους και προσφέρει ενδόμυχα το «ηθικό άλλοθι» σε πολλούς, προκειμένου να δικαιολογήσουν τη στάση και τις πράξεις τους απέναντι μας. Μας «αξίζει» και μας «αρμόζει» η προσβολή, η βία, η χλεύη κι ο λόγος μας και τα όποια δικαιώματα μας, είναι ανήκουστα κι φαιδρά. Απο την άλλη ακόμα και μεταξύ μας, στο συνάφι μας, όποιος θηλυπρεπίζει ή δεν ανταποκρίνεται στο πρότυπο του macho  ετεροφυλικού άντρα, πρέπει να απομονώνεται και να απορρίπτεται, μη και μας πάρει κι εμάς η μπάλα της ρετσινιάς και πως να σταθούμε, στρουθοκαμιλίζοντας στην κοινωνία.

Ευτυχώς όμως τον ίδιον «δον κιχωτισμό» συμμερίζεται και μια μικρή μη κερδοσκοπική ομάδα νέων παιδιών ή καλύτερα διατυπώνοντας, μπορώ εγώ ακόμα να συμμεριστώ. Η Colour Youth, με αξιοσημείωτες δράσεις που κερδίζει τον σεβασμό μου ως άνθρωπο κι όχι ως ομοφυλόφιλο, ανέλαβε την πρωτοβουλία να καταγγείλει το γεγονός δημιουργώντας μια σελίδα, στην οποίαν ζητούν την συμμετοχή του κόσμου υπογράφοντας, για να αρθεί η συγκεκριμένη διαφήμιση απο την εν λόγο εταιρία. Μια ενέργεια την οποίαν στήριξα εμπράκτως κι επωνύμως, παρά την έκπληξη μου απο τη διαπίστωση της μικρής ανταπόκρισης που είχε. Μόλις 171 υπογραφές σε μια χώρα με πάνω απο δέκα εκατομμύρια κατοίκους με άλλα τόσα profile στο facebook. Κι αν λάβω υπόψη τις στατιστικές που λένε πως το 10% του πληθυσμού είναι ομοφυλόφιλοι, απλά μου έρχεται να βάλω τα γέλια ή καλύτερα τα κλάματα.

Μην ανησυχείτε όμως, δεν πρόκειται να σας ζητήσω να συμμετάσχετε, απλά θα  παραθέσω το link πιο κάτω, άλλωστε «Ιδού η Ρόδος ιδού και το πήδημα». Σας αφήνω λοιπόν να ασχοληθείτε με τα παιχνίδια διαδυκτίου και τις υπόλοιπες σελίδες συμπαράστασης, είναι πολλές οι άτιμες εξάλλου και σε όσους δεν με σιχτιρίσατε ακόμα που κατανάλωσα το χρόνο σας, ελπίζω να διασκεδάσετε με τις παρακάτω διαφημίσεις.











Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

Στοιχειά και λοιπά Δαιμόνια


Η τηλεόραση στο σπίτι μου πλέον έχει διακοσμητική «αξία». Έχω να παρακολουθήσω κάτι σε αυτήν πέντε χρόνια πια και η τελευταία εκπομπή που παρακολουθούσα ήταν της Telemarketing, μια και τις ώρες που την άνοιγα είχε μονάχα αυτό. Λόγω εργασίας οι στιγμές που βρισκόμουν στο σπίτι ήταν οι ώρες της νύχτας κι απο μια ανασφάλεια ίσως της μοναξιάς, άνοιγα την τηλεόραση για να ακούγεται κάτι μέσα στο σπίτι. Κάποια στιγμή έπιασα τον εαυτό μου να αποβλακώνεται επικίνδυνα έχοντας μάθει τα πάντα για τις κρέμες απο σάλιο σαλιγκαριού, μέχρι κάτι ηλεκτρικές σκούπες που καθαρίζουν τζάμια-πατζούρια, αν και το τελευταίο ήμουν στο τσακ να την παραγγείλω, απο τις φορές που την είχα δει να διαφημίζεται. Έτσι αποφάσισα να μην την ανοίγω καθόλου και να περνάω τον χρόνο μου στον υπολογιστή, όπου χάρη στο διαδύκτιο μπορούσα να ενημερώνομαι όποτε ήθελα, για ότι ήθελα, δίχως να αναγκάζομαι να υπομένω τη δυναστεία των διάφορων καναλιών.

Δυστυχώς αυτός ο παλαιολιθισμός μου με τοποθετεί εκτός(;) ελληνικής «πραγματικότητας», με αποτέλεσμα σε κάποιες προσπάθειες κοινωνικοποίησης μου, να με κοιτάζουν σα άνθρωπο των σπηλαίων που μόλις κατέβηκε απο το δέντρο και συνάντησε τον πολιτισμό. Για παράδειγμα σε μια ας πούμε κοινωνική συνάθροιση μεταξύ αγνώστων, απο κείνες που κρατάς ένα ποτήρι στο χέρι και μοιράζεις χαμόγελα οδοντόκρεμας, άκουσα κάποιους να μιλούν σχετικά με την Πάολα. Σκέφτηκα κι εγώ να συμμετάσχω στη συζήτηση, μη με πουν και ξιπασμένο και τους ρώτησα αν πήγαν να δουν την έκθεση της. «Ποια έκθεση;», με ρωτούν. «Την έκθεση φωτογραφίας της.», λέω εγώ. «Φωτογραφίζει η Πάολα;», ρωτάει μια κοπέλα τύπου ξώπλατο με μειον είκοσι βαθμούς κελσίου. «Όχι ακριβώς, απλά είναι μια έκθεση φωτογραφιών που έχει τραβήξει μέσα στα χρόνια της πιάτσας.», συνεχίζω εγώ σα αδαής. «Μα  πριν λίγο βγήκε στην πίστα.», συνεχίζει η κοπέλα. 
«Τραγουδάει καλέ η Πάολα; Απο πότε;», άλλος ηλίθιος εγώ.
«Ναι καλέ με τον Παντελίδη.», απαντά το ξώπλατο.
«Ποιον Παντελίδη;», ακάθεκτος εγώ, μέχρι που με σκουντάει μια φίλη και μου λέει: «Σκάσε μαλάκα, ρεζίλι με ‘κανες! Η Πάολα κι ο Παντελίδης είναι τραγουδιστές της μόδας τώρα.»
«Υπάρχει τραγουδίστρια με το όνομα Πάολα;», διερωτώμαι φωναχτά εγώ.
«Ναι καλέ, δεν την ξέρεις;», ρωτά το ξώπλατο.
«Όχι!», απάντησα.
«Συγνώμη για ποια Πάολα μιλούσες;», με ρωτούν.
«Για το τραβεστί, απο τη δεκαετία του ’80!», κόκκαλο οι υπόλοιποι.

Όταν λοιπόν μου στείλανε ένα αίτημα να «υπογράψω» στη σελίδα στήριξης για τον Τόμας Πρωτόπαπας, ο οποίος νοσηλεύεται σε κρίσιμη κατάσταση έπειτα απο τροχαίο, είπα να το google-άρω πρώτα, καθότι εμένα το μυαλό μου πήγε στην αδικοχαμένη Λαίδη Νταϊανα, που πραγματικά λυπήθηκα για την απώλεια της, εξαιτίας του κοινωνικού της έργου, αλλά επειδή είπαμε, είμαι άνθρωπος των σπηλαίων, δεν είχα καμία ιδέα για το τι πραγματεύεται αυτός ο άνθρωπος. Όταν λοιπόν έμαθα, όσα χρειαζόταν να μάθω, έμεινα με ένα τεράστιο ερωτηματικό να αιωρείται πάνω απο την κεφάλα μου και για άλλη μια φορά ένιωσα πραγματικά Ηλίθιος. ( Στο σημείο αυτό να αναφέρω πως λυπάμαι που ένα νέο παιδί χαροπαλεύει άδικα, αν υπάρχει ποτέ δίκαιο για κάτι τέτοιο. Όπως λυπάμαι για την οικογένεια του, λόγω της αγωνίας που περνούν και είναι απο τις φορές που σε κάνει να αναρωτιέσαι για το θέμα της Τύχης και του Κισμέτ, όμως αυτό είναι θέμα για άλλη ανάρτηση.)

Όταν μπαίνω στο μετρό, δεν ξέρω αν το έχετε παρατηρήσει, αλλά υπάρχουν αναρτημένες διάφορες ανακοινώσεις για εξαφανισμένα παιδιά. Κάθε φορά που βλέπω τη φωτογραφία ενός παιδιού τις επόμενες ημέρες κοιτάω στο δρόμο μην και δω εκείνο το παιδί της φωτογραφίας. Συχνά, αναλόγως και την ψυχολογία μου, βλέπω το πρόσωπο του να στοιχειώνει τα όνειρα μου και σκέφτομαι την τύχη του. Τι να απέγινε; Ζει;Πέθανε;Βρέθηκε; Γιατί εξαφανίστηκε;, είναι ερωτήματα που ψυχαναγκαστικά(;) τριβελίζουν το μυαλό μου. Θυμάμαι ακόμα ένα άρθρο που διάβασα όταν πήγαινα σχολείο σχετικά με ένα παιδί που βρέθηκε νεκρό απο υπερβολική δόση, «αγνώστων λοιπών στοιχείων», σε μια οικοδομή, δίχως άλλα σημάδια που να μαρτυρούν χρήση και κατάπτωση όπως στους συνήθεις χρήστες. Κανένας όμως δεν έδωσε σημασία  για αυτό την επόμενη μέρα, ούτε η εφημερίδα ουδέποτε ανακοίνωσε κάτι νεότερο πέρα απο εκείνη την παράγραφο που διάβασα. Εμένα όμως με έτρωγε το ερωήτμα αυτό για καιρό, τόσο που έγραψα στη σχολική εφημερίδα, με την ελπίδα ότι ίσως μάθαινα κάποια πληροφορία που θα έβαζε τέρμα στα ερωτήματα και τις ανησυχίες μου. Μήπως αυτοκτόνησε; Γιατί το έκανε; Βρήκαν τη σωρό του οι δικοί του; Τον αναζήτησαν; Τον έκλαψαν; Τίποτα απο αυτά δεν απαντήθηκε κι ακόμα θυμάμαι την εικόνα του έτσι όπως την έπλασα μέσα στο εφηβικό μου μυαλό, ενός παιδιού λίγο πιο μεγάλο απο μένα, να δένει το χέρι του και με το άλλο να χορηγεί την ηρωϊνη μέσα στη φλέβα. Να πεθαίνει εκεί, μόνος, σε μια οικοδομή μέσα στη νύχτα για να βρουν το πτώμα του έπειτα απο δυο μέρες οι εργατές.

Πριν κάποιο διάστημα νοσηλεύτηκα για δυο βδομάδες σε ένα νοσοκομείο και είχα την «ευκαιρία» να δω τον ανθρώπινο πόνο  εκ των έσω όπως και τις ανθρώπινες προσπάθειες του νοσοκομειακού προσωπικού. Εκατοντάδες άνθρωποι, νέα παιδιά, πεθαίνουν καθημερινά. Λιώνουν αργά αργά μέσα σε φριχτούς πόνους, χάνουν ελπίδες, κλαίνε για ανεκπλήρωτα όνειρα και στο προσκέφαλο κάποιοι είναι τυχεροί κι έχουν αυτό που ορίζεται ως οικογένεια. Κάποιοι άλλοι έχουν κοράκια. Υπάρχουν όμως κι άλλοι που δεν έχουν κανέναν. Που πεθαίνουν μόνοι και στηρίζονται στην καλοσύνη και την ανθρωπιά του νοσηλευτικού προσωπικού, όχι στο σύστημα, γιατί αυτό δεν υπάρχει. Όπως ο Π. Άνεργος, ανασφάλιστος με σοβαρή ασθένεια, δίχως οικογένεια, κάτι σα εμένα ένα πράμα κι όμως βρέθηκε κάποιος ιατρός να του κάνει εισαγωγή, ριψοκινδυνεύοντας δεν ξέρω κι εγώ τι και οι νοσοκόμες να τον προσέξουν, όπως όφειλε το λειτούργημα τους, απλά κι ανθρώπινα. Στους δικούς μου φίλους είχα απαγορεύσει να έρθουν να με δουν. Δεν μου αρέσει να με βλέπουν οι άλλοι όταν είμαι άρρωστος, μόνοι μας γεννιόμαστε και μόνοι μας πεθαίνουμε λένε κι εγώ κάνω εξάσκηση σε αυτό για να μην μου πέσει βαρύ στο μέλλον. Δεν ξέρω αν ο Π. είχε πει το ίδιο, αλλά τις μέρες που μοιραστήκαμε το θάλαμο, δεν ήρθε κανένας να τον δει. Δεν ρωτούσε τι είχα, γιατί ήμουν μέσα, ούτε κι εγώ εκείνον. Το θεωρώ μεγάλη αδιακρισία να μιλάς για αρρώστιες και θέματα υγείας σε οποιονδήποτε πέρα του ιατρού σου, και οι κουβέντες μας περιορίζοταν σε άσχετα θέματα όταν καπνίζαμε ένα τσιγάρο στη ζούλα με τον καφέ που τον κέρναγα διακριτικά. Εγώ πήρα εξιτήριο, εκείνος παρέμεινε μέσα, δεν ξέρω για πόσο ακόμα.

Αυτόν σκεφτόμουν μετά το  googla-ρισμά μου και την «αίτηση» που μου έστειλαν. Πως κοστολογείται και πόσο κοστολογείται μια ζωή; Άνθρωποι οι οποίοι ουδέποτε έχουν γνωρίσει απο κοντά κάποιον, παρά μονάχα απο την τηλεόραση, κινητοποιούνται για «συμπαράσταση». Στέλνουν μηνύματα «αγάπης», «συμπαράστασης», «ενδιαφέροντος», λουλούδια, δώρα, κάνουν επισκέψεις σε κάποιον που ουδέποτε γνώρισαν, τόσο που η οικογένεια του να ζητήσει μέτρα φρούρησης. Αναρωτιέμαι τι να σκέφτονται, πως σκέφτονται, τι νιώθουν. Τόση αγάπη, τόσο ενδιαφέρον γιατί να διοχετεύεται μονάχα σε ένα πρόσωπο της δημοσιότητας; Της λάμψης του στρας; Γιατί τσιγγουνεύεται προς τους άλλους, κοντινούς γνωστούς κι «ανώνυμους»; Ίσως εαν απλά η αγάπη δεν είχε συγκεκριμένο στόχο και προσωποποίηση, ο κόσμος μας να ήταν πιο όμορφος. Λιγότεροι άνθρωποι να πέθαιναν μόνοι, ο πόνος να γινόταν πιο υποφερτός κι εμείς περισσότερο Άνθρωποι. Κι αυτή η τηλεόραση! Ρημάδα τηλεόραση. Γιατί δεν μου λες για τα χαμένα παιδιά, αν βρέθηκαν κι ότι είναι καλά; Μου χρωστάς ακόμα για εκείνο το παιδί. Το «Αγνώστων λοιπών στοιχείων», που κατά καιρούς στοιχειώνει ακόμα τα όνειρα μου και δεν έμαθα ποτέ το όνομα του.

Σκέφτομαι να δημιουργήσω μια σελίδα στο facebook, για εκείνους που είναι πραγματικά μόνοι στα νοσοκομεία και χρειάζονται μια συμπαράσταση. Τόση αγάπη δεν πρέπει να πηγαίνει χαμένη. Σκέφτομαι όμως ότι θα είναι «ανώνυμοι», ποιος να ασχοληθεί μαζί τους, δίχως τα φώτα και τη δημοσιότητα, άλλωστε δεν θα έχουν λάμψη να κλέψουν, ούτε καν μια πούλια απο ξεφτισμένο στας. Κι απο την άλλη, ποιος αξιοπρεπής άνθρωπος, θα ζητειανέψει για αγάπη. Τούτην την δέχεσαι μονάχα κι ο άλλος πρέπει απλά να στην δίνει απλόχερα.

Ελπίζω να είσαι καλά Π.



Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

Ευπατρίδες και Μέτοικοι 2013 μ.Χ.


Αφιερωμένο στην Τίτη και στον κάθε Έλληνα που η Χώρα δεν μπόρεσε να κρατήσει.


        Μια φίλη ανάρτησε ένα άρθρο στο φατσοβιβλίο, το οποίο εγώ με τη σειρά μου ανάρτησα στη δική μου σελίδα. Εαν δε βαριέστε μπορείτε να το διαβάσετε εδώ. Μιλάει για ένα παιδί, με καταβολές απο τη Νιγηρία, γεννημένος το ’80 στην Ελλάδα και που «ζει» κι «εργάζεται» στην Αθήνα. Τα δυο ρήματα είναι σε εισαγωγικά, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν έχει τα απαιτούμενα έγγραφα που χρειάζονται για να αφαιρεθούν. Βλέπετε παιδιά που έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα, απο γονείς ξένων χωρών και κυρίως απο χώρες με πολιτική αστάθεια, το μόνο έγγραφο που έχουν είναι ένα Πιστοποιητικό Γέννησης, απο το νοσοκομείο στο οποίο γεννήθηκαν, άντε και ένα έγγραφο της Εκκλησίας η οποία βεβαίωνει την «εγγραφή» στην Ορθόδοξη Εκκλησία, λόγω ονοματοδοσίας κι εννοείται βάπτισης. Δυστυχώς όμως αυτά τα δυο έγγραφα δεν επαρκούν για να ζήσει κι να εργαστεί κανείς στην Ελλάδα, σε μια χώρα όπου οι Δημόσιοι Φορείς κωλυσιεργούν λόγω ενός «χαρτιού» ή ακόμα και για αυτό. Σε μια χώρα όπου δεν υπάρχει νομοθεσία όσον αφορά το μεταναστευτικό, την ιθαγένεια κι όπου πάντα υπάρχουν δυο μέτρα και δυο σταθμά, ανάλογα που έχεις γνωστό.

Έχετε αναρωτηθεί ποτέ πόσα «χαρτιά» κουβαλάμε που πιστοποιούν το ποιοί είμαστε; Για την όποια διενέργεια με το Κράτος-Δημόσιο, πρέπει να προσκομίζουμε ένα σωρό έγγραφα, για τα οποία απαιτούνται άλλα έγγραφα και απο τη γέννηση μας δεν κάνουμε κάτι άλλο πέρα απο το να συλλέγουμε έγγραφα. Όσον αφορά τους μετανάστες, εκεί μιλάμε πλέον για μαραθώνιο εγγράφων γεννώντας με τη σειρά της μια σωρεία προβλημάτων τόσο στους ίδιους όσο και στους «υπόλοιπους», για τα οποία δεν θα αναφερθώ σε αυτό το ποστ. Η πολιτική δεν ήταν ποτέ το φόρτε μου. Αναφέρω μονάχα πως δίχως τα απαιτούμενα έγγραφα, ΚΑΝΕΙΣ δεν μπορεί να εργαστεί, να συμμετέχει, να είναι πολίτης και απλά να Ζήσει. Θα σας πω όμως κάποιες ιστορίες, δικές μου και κάποιων άλλων που ζώντας στην Ελλάδα, έχουμε μια γεύση πικραμύγδαλου πάντα στα χείλη και τα αφήνω στην δική σας κρίση, των ευπατρίδων.

Έχω μια φίλη, την Τίτη, βαφτισμένη Κατερίνα. Γνωριστήκαμε πριν χρόνια μέσα στα πλαίσια μια επαγγελματικής σταδιοδρομίας μου, μια απο τις πολλές που έχω στην καμπούρα μου. Εκείνη την εποχή ήμουν κάτι σα Γενικός Διευθυντής μιας εταιρίας που δραστηριοποιόταν στον καλλιτεχνικό χώρο και σε αναζήτηση διδακτικού προσωπικού οι δρόμοι μας διασταυρώθηκαν. Ταλαντούχα και αξιόλογος Άνθρωπος η Τίτη εντάχθηκε μέσα στο Ανθρώπινο Προσωπικό της εταιρίας, αλλά υπήρχε ένα πρόβλημα. Δεν υπήρχε πουθενά. Βλέπετε η Τίτη κατάγεται απο το Καμερούν, γεννήθηκε στην Ελλάδα, αλλά δυστυχώς δεν έχει καμμία ιθαγένεια. Καμία απο τις δυο χώρες δεν την «αναγνώριζε» καθεμία για τους δικούς της λόγους και πολλοί θα σκεφτείτε έλλογα «Και τι μας ενδιαφέρει; Ας λύσει το πρόβλημα της με τη Χώρα της, άκα Καμερούν.». Σωστά;

Η Τίτη μεγάλωσε στην Ελλάδα. Η γλώσσα που πρώτα έμαθε ήταν Ελληνικά κι δεύτερη τα Γαλλικά. Οι φίλοι της όλοι ήταν Έλληνες και στο σχολείο έμαθε τον Εθνικό ύμνο, την Ελληνική ιστορία, έλαβε Εληνική Παιδεία, συμμετείχε στις παρελάσεις και στις 25επτες Μαρτιού την ντύνανε Μπουμπουλίνα! Φαντάζεστε το θέαμα; Μια μαύρη, «Αφρικανή», με ένα τεράστιο, ειλικρινές χαμόγελο με την παραδοσιακή φορεσιά της Ελλάδας. Η ειρωνία είναι, ότι σε αντίθεση με κάτι άλλες κοπελιές γηγενείς, καμάρωνε για αυτή τη στολή. Βλέπετε, παρά το χρώμα της, σε μια απο τις εξομολογήσεις της, μου είπε πως ένιωθε Ελληνίδα. Ακόμα και τώρα που δεν ζει, δίχως εισαγωγικά, σε αυτή τη χώρα, η σκέψη της βρίσκεται εδώ, στην Ψωροκώσταινα. Ευλογημένη η τεχνολογία.

Θυμάμαι επίσης μια ιστορία που μου είπε, εκείνη στο Θησείο, με μια φίλη της Ελληνίδα, να κοιτάζουν τα CD που κουβαλούσαν προκειμένου να αποφασίσουν πιο κομμάτι θα χορογραφούσαν, την πλησίασε ένας αστυνομικός για να την πάει στο τμήμα, καθότι οι Μαύροι, εξ ορισμού πουλάνε CD. Η τραγελαφικότητα που ακολούθησε ήταν το ανέκδοτο για τον επόμενο μήνα. Όπως επίσης και για έναν φίλο της, Αφρικανός κι αυτός που γεννήθηκε στην Κίνα και σε μια επιχείρηση σκούπα της Ελληνικής Αστυνομίας, τους ζήτησαν τα «έγγραφα» τους κι εκείνος τους παρουσίασε Κινέζικο Διαβατήριο, καθότι γεννημένος εκεί, είχε αποκτήσει δικαιωματικά και την ιθαγένεια. Φαντάζεστε σκηνικό στο Τμήμα; Επίσης θυμάμαι έντονα, όταν καθόμασταν σε μια κεντρική καφετέρια στο κέντρο της Αθήνας, ένας Κίτρινος και μια Μαύρη, να συνομιλούμε χειρονομώντας πληθωρικά στην Ελληνική γλώσσα, δίχως accent και συντακτικά λάθη, όχι ατοπήματα, τα έκπληκτα βλέματα των συν καθήμενων. Προφανώς Έλληνας, καθορίζεται απο το χρώμα και τη φυλή.

Βλέπετε, για όσους δεν το γνωρίζουν, ο υποφαινόμενος μπορεί να έχει Ελληνική ιθαγένεια, αλλά για πολλούς δεν είναι Έλληνας. Η φάτσα μου δεν είναι εγχώριας παραγωγής, όμως το ελληνικό μότο «Ό,τι δηλώσεις είσαι», κάνει στην προκειμένου περίπτωση μια εξαίρεση κι ευτυχώς, έχω τα απαιτούμενα έγγραφα να το πιστοποιήσουν.

Κάθε φορά που πρέπει να απευθυνθώ σε μια δημόσια υπηρεσία, το πρώτο πράγμα που κάνω είναι να έχω εύκαιρη την Αστυνομική Ταυτότητα, πριν καν συναντήσω το αγέλαστο πρόσωπο του υπαλλήλου με το υποτιμιτικό βλέμα που ρίχνει στα «αλλεπουδά», χαριτωμενιά των ευπατρίδων για να χαρακτηρίζουν με ελαφρά την καρδίαν τα αλλοδαπά. Όπως επίσης δεν διαννοούμαι να βγω απο το σπίτι δίχως αυτήν, κυρίως όταν πρέπει να κυκλοφορίσω στο κέντρο της Αθήνας, καθώς ανα πάσα ώρα και στιγμή θα με πλησιάσουν δυο μπάτσοι, σα τους Χιώτες ένα πράμα, για να μου πουν με προφορά «Greek Lover»: Passort and Paper(s) !

Ναι, μετά απο τόσα χρόνια τίποτα δεν έχει αλλάξει. Όπως τότε στο σχολείο που παρά το γεγονός ότι ήμουν αριστούχος μαθητής, δεν μπορούσα να παρελάσω ως παραστάτης, ούτε καν ως διμοιρίτης. Τότε, που παρά την άριστη ανάλυση του “Οιδοίπους Τύρρανος”, δεν μπόρεσα να συμματάσχω στο θεατρικό του σχολείου. Μετά απο τόσα χρόνια ακόμα με κοιτάζουν επικριτικά στο δρόμο και ακούω βρισιές ως "αλλεπουδό" στην Χώρα ή αντιμετωπίζομαι ως γιος δουλικού, καθώς είναι ταυτισμένο στην Ελληνική αντίληψη, πως όποιος έχει σχιστά μάτια, η μάνα του είναι Φιλλιπινέζα εσώκλειστη υπηρέτρια, όπως ο Μαύρος να πουλάει CD, ο Πακιστανός να καθαρίζει τζάμια στα φανάρια. Αν και τα τελευταία χρόνια με την άνοδο της Κινέζικης οικονομίας κι εξάπλωσης τους, πήρα «προαγωγή» σε Κινέζο.

Η ειρωνία είναι ότι κάθε ένας μετανάστης, απο όποια περιοχή την οποίαν αφ ‘υψηλού πάντα κοιτάζουν οι Έλληνες,  θα νοσταλγεί την πατρίδα του. Θα μιλά πάντα με βουρκωμένα μάτια απο τον νόστο, για τα άγρια κι άγονα βουνά του χωριού του, τις απέραντες στέπες και τις άνυδρες ερήμους κι ας ήταν αυτός ο λόγος που ξενιτεύτηκαν. Ένας νόστος που φοβάμαι πως θα σφηνώσει και στην δική μου καρδιά, όπως σφηνώνει στην καρδιά της Τίτης, αναγκασμένος λόγω μιας πολλαπλής πραγματικότητας να μεταναστεύσω ίσως απο μια χώρα, που ποτέ ολότελα δεν με δέχτηκε. Βλέπετε κανείς δεν θέλει να αφήνει τον τόπο του. Ρωτήστε αν θέλετε τους ίδιους τους Έλληνες της διασποράς, πρόσφυγες κι μετανάστες, τι καημό έχουν εκείνοι στην καρδιά τους, με τη διαφορά ότι τα δικά τους παιδιά, απ-ελληνισμένα πια λόγω του ότι γεννήθηκαν σε «άλλη» χώρα, με άλλη παιδεία, έχουν κι άλλη ιθαγένεια για έρχονται που και που διακοπές σα ξένοι, στα “Greek Islands are Fabulous”, ώστε να τους κάνουν τεμενάδες οι ντόπιοι των νησιών  “Καλωσήρθε το Δολλάριο”. Όσον αφορά τα παιδιά που τυγχάνει να  γεννιούνται εδώ, είναι απλά ξένοι, με φίλους Έλληνες.

Ευτυχώς που υπάρχουν και οι Φίλοι. Οι Έλληνες. Έλληνες που βλέπουν εμένα και την κάθε Τίτη ως Άνθρωπους, δίχως το βλέμα τους να σκοντάφτει στο σχήμα των ματιών, του χρώματος του δέρματος ή στην Εθνικότητα των “Paper(s)”. Που ανησυχούν όταν δεν σηκώνω το τηλέφωνο μη κι έπεσα θύμα επίθεσης της Χρυσής Αυγής, φοβούμενοι την αθυροστομία μου. Έλληνες, που στην καρδιά τους υπογράφει ο Ν. Πολίτης αναγράφοντας πως “Έλληνας, είναι όποιος έχει Ελληνική Παιδεία”. Μια Παιδεία που διαπαιδαγωγεί με έννοιες όπως Δημοκρατία, Αλληλεγγύη, Ανθρωπισμός, Σεβασμός και Προσφυγιά. Που διδάσκει τις βλαβερές συνέπειες της διχόνοιας, του πολέμου και  του φασισμού. Που γέννησε την έννοια της Σκέψης και κάθε λέξη της Γλώσσας της, κρύβει μια έννοια, ένα νόημα, μια ιδέα, όπως το “άνω-θρώσκω”.  Παρόλ’ αυτά για πολλούς δεν είμαι Έλληνας, παρά τα “Papper(s)”. Ο κύριος Κατίδης προφανέστατα είναι πιο Έλληνας. Ρωτήστε όμως ένα παιδί, "αλλεπουδό", που πηγαίνει σε ένα Δημοτικό της Κυψέλης για παράδειγμα, τι αισθάνεται: “Έλληνας ή Απο ‘κει που είναι”, εαν έχει υπόσταση μια τέτοια ερώτηση κι αφήστε το να σας εκπλήξει με την απάντηση του.

Πριν κάποιες μέρες άκουσα για την πρόταση της Χρυσής Αυγής για τα ξεχωριστά σχολεία. Ευελπιστώ να περάσει η πρόταση περί ξεχωριστών σχολείων των “καθαρών” και των παιδιών των μεταναστών, αρκεί τα τελευταία να λαμβάνουν Ελληνική Παιδεία, όμοια με εκείνη που είχα την τύχη να λάβω κι εγώ, για να εξακολουθεί η ανθρωπότητα να γνωρίζει τι σημαίνει να είσαι Έλληνας.

Κυριακή, 17 Μαρτίου 2013

Τα Τακούνια στην Κυρία και μια Γραβάτα στον Κύριο



«Όταν είσαι στη Ρώμη, ντύσου όπως  οι Ρωμαίοι», έλεγε ο Αμβρόσιος. Ένα γνωμικό το οποίο ακολούθησα στη δική μου ζωή, στην προσπάθεια μου να ενταχθώ σε τούτη την κοινωνία. Βλέπετε ήμουν διαφορετικός, απο πολλές απόψεις και ξεχώριζα πάντα, σα τη μύγα μέσα στο γάλα απο μικρός, οπότε όταν έφτασε η ώρα της «ένταξης» στην κοινωνία των ενηλίκων, φόρεσα τα «καλά» μου προκειμένου να ενταχθώ μέσα σε αυτήν. Πριν όμως απο αυτό, μεγάλωσα με νουθεσίες των γονέων, των υπόλοιπων ενηλίκων, με παρατήρηση των ίδιων και διαμόρφωσα σιγά σιγά ένα πρότυπο επηρρεασμένο σε ένα τεράστιο βαθμό απο όλα αυτά, σα μια ατελείωτη πρόβα για τη «σκηνή» της Ζωής.

Όταν ήμουν μικρός ήθελα να γίνω ηθοποιός, ακολουθώντας τα βήματα της μητέρας μου. Ο πατέρας μου δεν ήθελε επουδενί να το ακούσει, για εκείνον ο επιτυχημένος άντρας ήταν μονάχα γιατρός, για αυτό κι μου απαγόρευσε τη συμμετοχή σε οποιαδήποτε καλλιτεχνική δραστηριότητα. Όμως επειδή επέμενα, το έκανα στα κρυφά, μα το δικό μου όνειρο σκόνταφτε απλά στα πρότυπα που υπήρχαν σε μια μονότονα μονοφυλετική χώρα. Οι ρόλοι που μπορούσα να διεκδικήσω ήταν μονάχα τρίτοι με αποκορύφωμα μια διανομή, στην οποίαν παρά τις κριτικές του σκηνοθέτη, ο πρωταγωνιστικός ρόλος πήγε στον αμέσως επόμενο υποψήφιο... λόγω φάτσας. Θυμάμαι ότι στεναχωρέθηκα κι ευχόμουν να μπορούσα να αλλάξω μούρη, αλλά τελικά αποφάσισα να παραιτηθώ απο αυτό το όνειρο διότι δεν συμβιβαζόμουν σε κάτι λιγότερο απο τον πρώτο ρόλο κι διάλεξα το κομμάτι του χορού. Αργότερα έπρεπε να παραιτηθώ κι απο αυτό, καθότι ήταν πολυδάπανο και δεν με έπαιρνε οικονομικά η ενασχόληση  με αυτό το καλλιτεχνικό κομμάτι.

Μεγαλώνοντας όμως πρόσεξα πως όλοι οι άνθρωποι «υποκρίνονται» κάτι. Κάποιον ρόλο στη ζωή τους, προσεγγίζοντας κάποια πρότυπα θεσπισμένα μέσα τους απο άλλους. Υπήρχαν ποικίλοι ρόλοι. Του σωστού επαγγελματία, της μάνας, της γυναίκας, του συζύγου και χίλιοι δυο άλλοι καθώς θυμόμουν τη δική μου διαπαιδαγώγηση με το μότο να είμαι «καλό παιδί». Κανείς όμως δεν μου εξήγησε τι σημαίνει να είσαι «καλό παιδί» στην ουσία, μονάχα ότι έπρεπε να υπακούω κάποιους κανόνες, με πρώτο το να «υπακούω». Και υπάκουα, τυφλά, δίχως αντιρρήσεις κάθε νουθεσία κι ήμουν το «καλό παιδί» κι χαιρόμουν με αυτήν την αποδοχή κι επισήμανση. Όταν λοιπόν έφτασε η ώρα να ανέβω στη σκηνή της ζωής, έκανα αυτό το οποίο είχα εξασκηθεί τόσα χρόνια, να «υπακούω». Κι υπάκουσα και πάλι, αυτή τη φορά στις επιταγές και τα πρότυπα της κοινωνίας, ερμηνεύοντας οσκαρικά διάφορους ρόλους. Του ενήλικα, του άντρα, του φίλου, του επαγγελματία, του εραστή, αλλάζοντας κουστούμια και μάσκες ανάλογα την περίσταση. Ποιος είπε ότι δεν μπορούσα να γίνω ηθοποιός τελικά;

Κάποια στιγμή βρέθηκα πίσω απο ένα διευθυντικό γραφείο, με κουστούμι, γραβάτα και χαρτοφύλακα. Ένα «κουστούμι» για ένα ρόλο, αν κι η αλλοτρίωση δεν με άφηνε να το δω έτσι τότε,  κι έβλεπα πως άλλαζε η συμπεριφορά των άλλων απέναντι μου. Ξαφνικά φαινόμουν «κάποιος» και το κάπα άλλαζε σε μικρό και κεφαλαίο, αναλόγως την αξία του κουστουμιού και την τιμή του χαρτοφύλακα. Αν μάλιστα την αμφίεση ακολουθούσε κι ένας τίτλος με πάνω απο τρεις λέξεις, έβλεπες τη γυαλάδα στα μάτια των άλλων, σα της αγελάδας που βόσκει ευτυχισμένα στο λιβάδι. Υπήρχαν όμως κι άλλοι ρόλοι που δεν βασίζονται τόσο στα σκηνικά αλλά στην ερμηνεία. Μια ερμηνεία η οποία απλά πρέπει να ακολουθεί κάποιο συγκεκριμένο πρότυπο. Το πρότυπο της βουβαμάρας, της εκπλήρωσης των προσδοκιών των άλλων κι εκείνοι με τη σειρά τους σε άλλους με διάφορες εξάρσεις και ξεσπάσματα, πάντα με εξιλαστήριο θύμα κάποιον άμοιρο. Έτσι ζούσα για χρόνια, ένα προβατάκι στην μάντρα της «Κοινωνίας», να βελάζω μυρικάζοντας την ευτυχία που έφτυσαν οι άλλοι.

Όμως δυο πράγματα που χαρακτηρίζουν εμένα ως άνθρωπο, έρχονταν και μου υπενθύμιζαν κατά καιρούς πως σκόνταφτα σε αυτήν την «ένταξη». Η φάτσα μου και η ομοφυλοφιλία μου. Και τα δυο με πρόδιδαν, όπως τότε που έχασα το ρόλο και τότε που ήμουν το μαύρο πρόβατο στην μικροκοινωνία του σχολείου. Ευτυχώς, γιατί συχνά όταν πέφτεις, κάνει γκελ το Είναι σου κι επανέρχεσαι στα συγκαλά σου.

Ο Manolo Blahnik ζήτησε κάποτε δημόσια συγνώμη απο τις γυναίκες που αυξάνουν τον τραπεζικό του λογαριασμό, προκειμένου να μαρτυρήσουν, ισορροπώντας επικίνδυνα στα ψηλοτάκουνα του. Τι είναι άλλωστε τα πρότυπα που καλούμαστε να εκπληρώσουμε, πέρα απο μια μέρα ορθοστασίας με γόβα για τις κυρίες και ένα καλοραμένο κουστούμι για τους κυρίους μια Αυγουστιάτικη μέρα; Ξεκινώντας απο το πρότυπο του «ωραίου» που ωθεί πολλές σε ένα decapage και μια εξαντλητική δίαιτα, όπως και τα σπασμένα αγγεία των ματιών, απο την αρτηριακή πίεση στον πάγκο των βαρών, μέχρι μια σύζυγο, εγκλωβισμένη σε ένα σπίτι δίχως «θέλω» και χρεωμένες κάρτες για ένα hi-tech κινητό. Όλα αυτά είναι απλώς για την “ένταξη” κι εννίοτε επανένταξη σε μια κοινωνία με πρότυπα των “πρέπει”. Αλίμονο όμως, τα πρότυπα ορθώς υπάρχουν. Διαμορφώνουν έναν “κανόνα” συμβίωσης, διαφορετικά θα καννιβαλίζαμε ο ένας τον άλλον, όχι ότι πλέον δεν γίνεται, όμως που σταματά και που ξεκινά η προσωπικότητα και η ατομικότητα του καθενός μας; Ίσως εαν βρίσκαμε τη Χρυσή Τομή, να έλλειπαν τα διάφορα ξεσπάσματα ανακούφισης, που όμως δυστυχώς θύμα αυτών είναι πάντα κάποιοι που μας αγαπούν κι αγαπάμε.

Ανάλωσα χρόνια απο τη ζωή μου, ακολουθώντας πρότυπα, φορώντας μάσκες και κακοραμένα κουστούμια, τόσο που έχασα τον εαυτό μου, για να περάσω στην αντίπερα όχθη, αντιδρώντας για την αντίδραση, απέναντι στα λεγόμενα status. Ξεφώνισα τον εαυτό μου κι κατακερμάτισα στη συνέχεια κάθε αμφίεση, απογυμνώνοντας τον εαυτό μου, όμως δεν σταμάτησα εκεί. Σα άλλος Μαρσύας με Απόλλωνα εμένα, έγδαρα το τομάρι μου, ως τιμωρία για όλα όσα έπραξα, όμως οϊμέ, μήπως κι αυτό δεν ήταν ο καθωσπρεπισμός του επαναστάτη; Το λάθος του φεμινισμού, ήταν το καψιμο των σουτιέν. Κακώς, τα ψηλοτάκουνα έπρεπε να πετάξουν οι γυναίκες στην πυρά και ο κόμπος του Windsor άδετος, για να σκουπίζουμε τα μάτια μας εύκολα, όταν μας τελειώνουν τα χαρτομάντηλα.

Πλέον αποσύρθηκα στη σπηλιά μου, σα άλλος Τίμωνας και κατά καιρούς αφήνω την προβιά μου, για μια περιπλάνηση στον Κόσμο και να επιστρέψω με μεγαλύτερη λαχτάρα στις σπηλαιογραφίες που χρωματίζουν τη ζωή μου. Κατά καιρούς με επισκέπτεται η Μοναξιά. Κάθεται αυθάδικα σα φτηνή πόρνη απέναντι και μοιραζόμαστε ένα τσιγάρο, όμως δεν με αντέχει για πολύ. Οι Σκιές απο την δική μου Εστία την τρομάζουν.

Μου αρέσουν οι Απόκριες και τα Καρναβάλια. Δεν με τρομάζουν οι Βενετσιάνικες μάσκες πια γιατί ξέρω την ασχήμια που κρύβουν,  ούτε οι τρομακτικοί Κλόουν, γιατί απο πίσω είναι ένα γελαστό πρόσωπο. Άλλωστε κι εγώ στις Απόκριες μασκαρεύομαι μια Καρικατούρα. Τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου είμαι απλά ο Εαυτός μου.

Καλά Κούλουμα.

Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

Οι Γυναίκες της Ζωής Μου



Οι gay ανέκαθεν είχαμε μια ιδιαίτερη σχέση με τις γυναίκες. Άλλοι «παθολογική», άλλοι θαυμασμού, άλλοι εκτίμησης κι άλλοι φόβου. Δεν ξέρω γιατί, δεν είμαι ειδήμων. Ίσως γιατί το γονίδιο της ομοφυλοφυλίας μας το κληρονομούμε απο τις μητέρες, (μην φρικάρετε λοιπόν μάνες, απο εσάς «το πήραμε»), ίσως γιατί οι γυναίκες και οι gay έχουν μια κοινή πορεία στο σύγχρονο κόσμο. «Άκου κι υπάκουε» ήταν το μότο. Για τις γυναίκες να «Μην μιλούν», να εκπληρώνουν τα θέλω του άντρα, πατέρα, συζύγου και για τους gay, έπρεπε να υπακούν στις επιταγές της Κοινωνίας. Να καταπνίγουν τις επιθυμίες τους, τα θέλω τους, να επιβεβαιώνουν το πρότυπο του Άντρα και πάνω απο όλα... να σιωπούν. Όπως και να έχει πάντως, δράττοντας της ευκαιρίας της Ημέρας της Γυναίκας, δεν είμαι εναντίον των «Παγκόσμια Ημέρα», γιατί η καθημερινότητα μας, μας κάνει να σκοντάφτουμε στη λήθη και λησμονιά,  θεωρώντας κάποια πράγματα δεδομένα, γι’ αυτό θέλω να μιλήσω κι πάνω απο όλα να ευχαριστήσω κάποιες Γυναίκες της Ζωής μου.

Μη. «Μη» στα Ταυλανδέζικα, είναι γυναικείο όνομα, πέρα απο μόριο στην Ελληνική γλώσσα και σημαίνει περιφραστικά «Μεγάλη Καρδιά». Νομίζω πως το όνομα αυτό ταίριαζε στη Γυναίκα που με μεγάλωσε. Άκληρη, καταδικασμένη να μεγαλώνει ξένα παιδιά, όμως εμένα με μεγάλωσε σα να ήμουν δικό της κι ακόμα καλύτερα, «σπλάχνο του σπλάχνου της». Απο εκείνη έμαθα τι σημαίνει στοργή κι αγάπη, την στιγμή που για άλλα παιδιά ήταν δεδομένα. Το «μπάσταρδο» δεν υπήρχε στο λεξιλόγιο της. Ήμουν απλώς εγώ, ένα παιδί που μεγάλωσε κι όταν αργότερα αποχωρίστηκε, με δάκρυα στα μάτια, του αγόρασε ένα χρυσό φυλαχτό της πατρίδας με κείνα τα λεφτά που είχε μαζέψει, για να με «φυλάει» και να την θυμάμαι, λες και μπορούσα ποτέ να την ξεχάσω. Θυμάμαι ακόμα πριν πολλά χρόνια μια πράξη αγάπης, κρυμένη στον πάτο μιας γαβάθας ρύζι, όταν μου υπέδειξε ποιο ήταν το δικό μου, εφόσον είχα σερβίρει τους άλλους, για να βρω στο δικό μου κατακάθι τα περισσότερα κομμάτια κρέατος, γνωρίζοντας πως εκείνη δεν είχε κανένα. Αν αυτό δεν είναι αγάπη, τότε τι είναι;

Μαρία. Η θρυλική, μέσα στο blog, Γιαγιά μου. Μια γυναίκα, ένας άνθρωπος που μέσα στην αγκαλιά της μπορούσε να κουρνιάσει ο Κόσμος ολάκερος. Εκείνος ο άνθρωπος που με έμαθε να εκφράζω την αγάπη, την χαρά, την συμπόνια, με πράξεις κι όχι με κούφια λόγια, γιατί οι άντρες μεγαλώνουν μαθαίνοντας να μην εκδηλώνουν τα αισθήματα τους, απλά για να είναι «άντρες». Με έμαθε στη Ζωή, να είμαι «μέσα» σε όλα, γιατί η Ζωή έχει αναποδιές κι όταν πέφτουμε απο καμιά σφαλιάρα δική της, να σηκωνόμαστε με χαμόγελο και τσαμπουκά για το αύριο που έρχεται. Και πάντα έρχεται. Με έμαθε να μην κατακρίνω τους άλλους, «ο αναμάρτητος πρώτο το  λίθο βαλέτω», αλλά να είμαι κριτικός, απέναντι στον καθένα, γιατί δεν έχουν όλοι καλό σκοπό, πόνημα έπειτα απο χρόνια στο αλισβερίσι της ζωής. Που με δέχτηκε, ακριβώς όπως είμαι και με δίδαξε τι σημαίνει να Αγαπάς, γιατί η Αγάπη μπορεί να εμπεριέχει και πόνο και δεν μπορείς να έχεις δυο μέτρα και δυο σταθμά για αυτήν. Όταν πέθανε, δεν πήγα στην κηδεία της, μια πέτρα στην δική μου καρδιά, που δεν κατέβαλα τον φόρο τιμής που της όφειλα. Μου λείπεις Γιαγιά.

Ρία. Η Φίλη. Η προίκα των μαθητικών μου χρόνων, τότε που σα «Δον Κιχώτες» ξεκινούσαμε για το κυνήγι των ανεμόμυλων της ζωής. Ένας ολότελα διαφορετικός άνθρωπος απο μένα, ποιος λέει όμως ότι οι φίλοι πρέπει να είναι όμοιοι; Χαράξαμε διαφορετικές ζωές, διαφορετικές πορείες, όπως αρμόζει στην προσωπικότητα του καθένα μας, όμως μέσα σε τούτες τις πορείες δεν λησμονούμε ο ένας τον άλλον, έχοντας κάνει λίγο χώρο ο ένας στην καρδιά του άλλου. Αποδεχόμαστε ο ένας την διαφορετικότητα του άλλου, ακόμα κι αν δεν συμφωνούμε μεταξύ μας, όμως φίλος είναι αυτός που σε στηρίζει όταν πέφτεις, δίχως επίκριση, μονάχα με αγάπη. Κι απο αγάπη, η Ρία ξέρει να δίνει, τόσο που μπορεί να αναλώνεται στα «θέλω» των άλλων λησμονώντας τα δικά της.

Χριστίνα. Η Νεραϊδονονά μου. Ο άνθρωπος που συμπονά και που στα δύσκολα μου,  στέκεται δίπλα λέγοντας μου «Βάστα!» Που ξέρει τι σημαίνει να κάνεις θυσίες και να αγαπάς αυτό που κάνεις, τόσο ώστε δεν θυσιάζεις την ακεραιότητα σου για αυτό. Γιατί αυτό σημαίνει να αγαπάς και να σέβεσαι τη δουλειά σου. Μου έμαθε πως γενναιοδωρία, δεν είναι να μοιράζεσαι τα πολλά, αλλά τα λίγα που έχεις και πως η αξία των πραγμάτων, βρίσκεται στα μικρά κι «ποταπά». Πως το χρήμα δεν έχει καμία αξία, εαν δεν μπορείς να βοηθήσεις κάποιον και πάνω απο όλα, πως Σχέση, σημαίνει να είσαι ειλικρινής. Να μην κρύβεσαι, να μην καταπίνεις τις σκέψεις σου, τους φόβους σου αλλά παράλληλα αποδέχεσαι κι εσύ τον άλλον ακριβώς όπως είναι. Και μπορεί να «σκοτώνεσαι» με τον άλλον, αλλά σε μια αληθινή σχέση, τίποτα απο αυτά δεν μετρούν, όταν πραγματικά είσαι με εκείνον που αγαπάς και μάλιστα εκεί βρίσκεται και η ομορφιά της. Γιατί μια Σχέση, σημαίνει τιμιότητα, ειλικρίνεια, συμπαράσταση κι ένα φιλί, έπειτα απο έναν καυγά.

Μεταξία. Το πρότυπο. Το πρότυπο του γονέα που θα ήθελα να γίνω, εαν ποτέ αποκτήσω παιδιά. Γιατί γονέας σημαίνει να βάζεις το παιδί σου πάνω απο σένα και πριν απο σένα. Γιατί όταν αποφασίζεις να φέρεις ή καλύτερα να έχεις στην ευθύνη σου ένα παιδί, ξεχνάς τον εαυτό σου και σκέφτεσαι μόνο εκείνο, δίχως όμως κτητικότητα, δίχως λώρους, δίχως εγωϊσμούς και «θέλω», αλλά το σέβεσαι σα άνθρωπος, σα προσωπικότητα και το μόνο που θέλεις είναι να το δεις Ευτυχισμένο. Κι αυτό είναι μονάχα το όνειρο σου. Κι όλα όσα δεν έζησες, τα προσφερεις απλόχερα για να τα ζήσουν τα παιδιά σου, δίχως να ζητήσεις τα «ρέστα», γιατί ρέστα, δεν πρέπει ποτέ να ζητά ένας γονέας.

Στέλλα. Ο ορισμός πως οι φίλοι φαίνονται στις χαρές και πως δεν τον αφήνεις ποτέ να κάνει τις μαλακίες μόνος του. Γιατί κανένας δεν είναι «τέλειος», όμως η ατέλεια είναι εκείνο που μας κάνει μοναδικούς. Αγάπα με για αυτό, και τότε αξίζει να σε έχω στην καρδιά μου. Δεν επικρίνουμε ο ένας τον άλλον κι ας μην συμφωνούμε, όμως όταν κι αν έρθει ο εισπράκτορας της Ζωής, θα βρούμε τρόπο να γελάμε για τη δόση που του οφείλουμε. Άλλωστε η Ζωή είναι πολύ μικρή, για να τη ζήσουμε δέσμιοι στα «πρέπει» και «Το να κάνουμε λάθη είναι ανθρώπινο, το να γελάμε με αυτά όμως είναι θεϊκό.»

Όλες Εσάς. Που με διαβάζετε, που σχολιάζετε, που δίνετε ζωή σε αυτό το blog. Που οι σκέψεις σας εμπλουτίζουν τις δικές μου και που ο τρόπος που μεγαλώνετε τα παιδιά σας, που ζείτε τη ζωή σας, που κυνηγάτε τα όνειρα σας, με κάνουν να πιστεύω, πως ο Κόσμος μπορεί να αλλάζει αργά, αλλά θα αλλάξει. Που μου κρατάτε συντροφιά κι ομορφαίνετε τις μέρες και τις νύχτες μου, παρά την όποια απόσταση κι όποια απροσωπία. Εξάλλου οι σκέψεις δεν έχουν πρόσωπο, αλλά χρώμα κι εσείς μου τις χρωματίζετε, πολύχρωμα, φανταχτερά, μεστά.

Μια «Μέρα», δεν αρκεί κι δεν έχει κι «αξία». Όμως η καθημερινότητα μας, μας κάνει να ξεχνάμε πράγματα, καταστάσεις, πρόσωπα, σκέψεις, αξίες κι αρχές. Μπορεί όλα να διακορεύτηκαν πάνω στον βωμό της εμπορευματοποίησης, όμως η αξία μιας «Μέρας» καθορίζεται μονάχα απο Εμάς τους ίδιους. Και τούτη τη μέρα, τη «Μέρα της Γυναίκας», απλά θέλω να πω ένα «Ευχαριστώ»  σε ΟΛΕΣ τις Γυναίκες της Ζωής μου.

Άλλωστε η αξία ενός Άντρα, καθορίζεται απο τις Γυναίκες που έχει στην Καρδιά του.

Τρίτη, 5 Μαρτίου 2013

Τρελλές Αδελφές υπό Σκέψιν




Διάβασα το τελευταίο post της Serenata και πολύ με προβλημάτισε. Τόσο που πήγα στην Ψιλικατζού της γειτονιάς, που πολύ με αγαπάει, γιατί όποτε με πιάνουν ντέρτια κι προκάμω για  γλυκό ώστε να ξεδώσω, της πάω το μισό ταψί και πήρα μια μποτίλια κρασί με δυο  ευρώ (μου κάνει εκπτωση 20%). Η Serenata λοιπόν αναρωτιέται γιατί είναι μόνη και σηκώνει τα χέρια ψηλά στο θέμα «Άντρες-Σχέση», ένα θέμα που μου είναι τόσο οικείο και σηκώνω όχι μόνο τα χέρια, αλλά και τα πόδια συνάμα, κάτι σα στάση “La Cucaracha” μετά απο απεντόμωση.

Η τελευταία μου σχέση ήταν πριν, (κάτσε να μετρήσω), οχτώ χρόνια πάνε. Πριν απο αυτό ήμουν απο τη μια σχέση μετά την άλλην, με μέσο όρο τα 2,5 χρόνια, Ολυμπιακό ρεκόρ για τις Αδελφές ένα πράμα, όχι του Ελέους, αλλά για κείνες που την τινάζουν την Αχλαδιά (Νάσια βοήθα, γιατί πότε μπαίνει το κόμμα σε ανα(η)φορική πρόταση, ποτέ δεν το κατάλαβα!). Αν αναρωτιέστε για τα χρόνια που έχω στην καμπούρα μου, για τους  μη μυημένους, ας πούμε 27 καράτια, (σε μονόπετρο), χωρίς τα καλοκαίρια και τους χειμώνες, γιατί οι λούγκρες πέφτουμε στα αζήτητα μετά τα thirties. Μετά απο εκείνη τη σχέση…το απέραντο Χάος! Αλλά, άλλο αυτό κι άλλο αν το μουσκεύουμε το παξιμάδι, που πανάθεμα το Λεβεντονήσι, που μας έμαθε τον Ντάκο, αλλά τσουνάμι να γένει, όπως τότες στη Θήρα, να το ξαναπνίξει το Νησί. Χαμέτι μου αμέτι μου,(Ζουζούνα μου διορθωσέ με άμα κάνω λάθος ;-) όλοι οι μουσαφιραίοι στην κλίνη μου (Τάφε μου κρεβάτι νυφικό μου…!) απο το Κωλόνησο ήταν.

Το σκέφτηκα πολύ που λες Κοπελιά κι αναρωτιόμουνα: “Λες να είναι κακό το Feng Shui;... μετέφερα τον καφρέφτη πιο πέρα κι απομάκρυνα τις γλάστρες απο το δωμάτιο.
           
             Λές ; ...σα άλλος «Μοιραίος» να...

-       “Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
-       Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
-       Φταίει το κεφάλι το κακό μας!

-       Φταίει πρώτ' απ' όλα το κρασί!”

ΟΚ... για το τελευταίο δεν παίρνω όρκο, γουστάρω Τζένη Βάνου με χίλια να λέει... «Σε βλέπω στο ποτήρι μου και πίνοντας σε πίνω...»

Λες... «Στραβός είναι ο Γιαλός ή στραβά αρμενίζω;»... κι καθόμουνα ο Δόλιος σα χαροκαμένη Γιολάντα, με τα πόδια ανοιχτά (για να φτάνω στον τοίχο, τι νομίζατε;;;), να χτυπάω το κεφάλι μου σε αυτόν ...τον Τοίχο, (σα τότες που ήμουνα παιδί κι άνοιγα τα πόδια μου για να κοπανήσω την κεφάλα μου στο πάτωμα, επειδή δε μου δίνανε το γάλα μου ΟΤΑΝ το ήθελα), να αναρωτιέμαι «Άντρα θέλω, ΤΩΡΑ το ‘νε θέλω» γιατί δεν μου κάθεται; Λέτε να μου έμεινε βλάβη απο τότες;;;...ρητορική η ερώτηση Νάσια μην απαντήσεις!!!

Και σου σκάει και η Αλέξω να τραγουδά το «Οι Φίλοι μου Χαράματα» και λες «Με τι να κάμω χαρακίρι τώρα, που δεν κόβει ο Bιc τις φλέβες, αλλά στομώνει κιόλας άμα έχεις και δυο βδομάδες να κάνεις αποτρίχωση;

Έτσι που λες Κοπελιά κι σε ΟΛΟ τούτο το διάστημα, γνώρισα κάτι Άντρουκλες, ίσα με ‘κει πάνω, (στο όρθιο κι στο ανάσκελο) κι αναρωτιώμουνα “Μα τι δεν κάνω κάλα κι δεν φτουράνε, τα Άτιμα!” μέχρι που γνώρισα ένανε κι πολύ μ’ άρεσε, απο τη Λεβεντομάνα κι τούτος, ο οποίος με δήλωσε πως “ΟΚ μια χαρά Κοπέλι είσαι, με τα αυτά σου και τα τούτα σου, (γιατί τις Χάρες μας τις έχουμε βεβαίως, βεβαίως!) κι ας μην έχεις προίκα αλλά…!” Ε, στο “αλλά” σφιχτήκανε τα λαγώνια μου: “Θα το χάσουμε το φιλέτο Γιολάντα!” σκεφτόμουνα κι έψαχνα να έβρω που τις καταχώνιασα εκείνες τις μαύρες τις πλερέζες που κληρονόμισα απο την Νόνα κι που φόραγε στην κηδεία της θείας της Ευτέρπης. Και μου λέει το Μορφονιό, (που να μην του ξανασηκωθεί του λεγάμενου, για top-αρος να πηγαίνει και bottom-ιέρα να βγαίνει)  “Όλα κάλα κι ωραία, αλλά το σκυλί θα το διώξεις!” ???

-Το Σκυλί μου βρε Πασά μου, βρε Τζιέρι μου να διώκω, που το εμάζεψα  απο τα σκουπίδια και μπήκα ολόκληρος με το  Dolce και τα Prada, στον κάδο να το περισώσω;
-       Ναι! Ε, τούτο!
-     Μα γιατί βρε Τζαρτζαμίνι Μου; Τι σου έφταιξε το Ζωντανό, Μάτια μου, ψυχή της Ψυχής μου, Τζιβαέρι μου, πε’ μου; Δε λυπάσαι την ουγγιά απο την κολώνια που χαράμισα για να το βγάλω απο τον κάλαθο, πριν έρθει η σκουπιδιάρα κι το κάμνει καστανόχωμα προ πάω να συναντήσω τον τότε αμόρε (μεταξύ μας Λεβέντης, δε το λέω εγώ, αλλά εδώθε στο Πασαλιμάνι, στην Βγαγγελίστρα  τον τάξανε κι η Καρδούλα μου… Να! …Με το συμπάθιο, Άντρακλας έγινε!;)
-       Μαδάει το Ζωντανό!, με είπε.
           
     Ε! κι εκεί μου βγήκε ΟΛΟ το Καλιαρτντό που έπνιγα τόσο καιρό, προκειμένου να είμαι αρεστός στον Λεγάμενο,Σώγαμπρο που μου ‘γινε, στον οποίον έστελνε η Μάμη του τα αυγά (εγώ έτσι τα γράφω εγώ, ΟΚ;;;) από  κότες Ελευθέρας Βοσκής του Νησιού, για να τα τρώει ο Κανακάρης της για πρωτεϊνες (μια χαρά Carnation υψηλής παστερίωσης κατανάλωνε) και του είπα:
-      Τι λες ρε Καραμήτρο, που όταν  στο «Ελέησον Με Κύριε» και στην «Μαγδαληνή Γονυπετής», τουμπεκί κάμω για το οδοντόνημα και θα μου πεις εσύ για την τρίχα του σκύλου; Αντέστε στη μάνα σου να σε έχει φυλακτο στο κονοστάσι!
              
    Τα παραπάνω μπορεί να μην συνέβησαν ακριβώς κατά λέξει, όχι πως η ουσία απέχει πολύ, επικαλούμαι παρ’ αυτα την «ποιητική αδεία» κι ενίοτε «αηδία».  Κι αυτό γιατί η δική μου Ζωή, μου υπέδειξε πως Αυτόν που θα Επιλέξω σε Αυτήν, θα πρέπει να Αγαπά κι όλα όσα  Μου Την Ομορφαίνουν. Βλέπετε ο Έρωτας, λένε πως είναι σα το πυροτέχνημα. Προσωπικά όμως προτιμώ μια  Supernova, γιατί απλά είμαστε μικρά Άστρα κι ο Έρωτα,ς οφείλει να είναι η Καταστροφή μας. Για κάτι λιγότερο, αδυνατώ κι αρνούμαι.

Καλήμέρα Αριστέα.

Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

Ο Τρελλός της “Γειτονιάς” με κουτσομπολιά απο τον Κάτω Μαχαλά




Κάποιος αναγνώστης, ο Άκης, πριν μερικά posts με ρώτησε εαν είμαι «ευτυχισμένος». Η ερώτηση του με εξέπληξε, όχι όμως για την θεματολογία της, αλλά γιατί ήταν μια ερώτηση που έθετα πριν κάποια χρόνια μετα μανίας, σε κάθε σχεδόν άνθρωπο που συναντούσα. Ήταν μια περίοδος όπου τίποτα στη ζωή μου δεν πήγαινε «καλά», έτσι πίστευα, κι η «αναζήτηση» της λεγόμενης ευτυχίας είχε αποτελέσει αυτοσκοπό. Ρωτούσα λοιπόν τον κάθε έναν να μου πει εαν είναι ευτυχισμένος και να μου ορίσει την ευτυχία του, έτσι για να έχω ένα μέτρο σύγκρισης, προκειμένου να ορίσω κι αλίμονο να βαθμολογήσω τη δική μου (ευτυχία ή δυστυχία άραγε;). Ήταν ένας αντίρροπος μηχανισμός, όμοιος με εκείνον που πραγματοποιείται ασυνείδητα κι εννίοτε ηθελημένα μέσα μας, όταν αντικρίζουμε τη δυστυχία του άλλου. Όταν συναντούμε τον άστεγο που κρατάει το χαρτόνι με την λέξη «Πεινάω» κι πότε, πότε σκύβουμε να ρίξουμε ένα κέρμα στο πλαστικό ποτήρι που κρατά στα χέρια. Όταν βλέπουμε ανθρώπους να αναζητούν στα σκουπίδια κάτι για να φάνε κι όταν μας πλησιάζουν στα φανάρια, ζητώντας την όποια «ελεημοσύνη». Ναι, κατά κανόνα, «χρειαζόμαστε» κι αναζητούμε ένα εξωγενή σημείο αναφοράς, προκειμένου να προσδιορίσουμε τα ενδότερα μας. Χρειάζεται όμως αυτό;

Η καθημερινότητα μας πλήττεται καθημερινά απο δεκάδες προβλήματα. Για την πλειοψηφία, η ρίζα τους είναι το οικονομικό. Ανεργία, μειωμένοι μισθοί, απλήρωτοι μισθοί, η μη δυνατότητα για ανταπόκριση των υποχρεώσεων οικονομικής φύσεως κι όλα αυτά ορθά κι ανθρώπινα επηρρεάζουν την ψυχολογία μας, την κακή μας διάθεση, τα νεύρα μας, ακόμα κι την υγεία μας. Παράλληλα επιφορτιζόμαστε κι απο τις εικόνες που βλέπουμε καθημερινά στη μέρα μας, απο τους διαλόγους κι μονολόγους που ακούμε, τόσο που απλά μοιάζουμε με σκύλους που κυνηγούν την ουρά τους. Με τη διαφορά ότι εκείνα το κάνουν για να διασκεδάσουν την ανία τους, ενώ εμείς για να κανιβαλίσουμε τον Εαυτό μας.

Αν η τηλεόραση έκανε τη Γη ένα «πλανητικό χωριό», όπως λέει ο Marshall Mac Luhan, το internet τη μετέτρεψε σε μια γειτονιά. Σε μια άκρη αυτής, στην πόλη Cateura της Paraguay, μέσα σε μια παραγκούπολη, γεννήθηκε μια ορχήστρα, η “The Orchestra of Recycled Instruments”. Ίσως δεν την έχετε ακουστά όμως όσοι επιθυμείτε μπορείτε να κάνετε ένα “google”. Πρόκειται για μια ορχήστρα, αποτελούμενη απο παιδιά κι εφήβους, όπως τόσες πολλές, με τη διαφορά όμως ότι τα μουσικά όργανα που χρησιμοποιούν είναι φτιαγμένα απο σκουπίδια. Σε αυτή την πόλη, οι κάτοικοι της ζούνε στην κυριολεξία συλλέγοντας σκουπίδια κι απορρίματα, ακόμα και το υλικό με το οποίο χτίζουν τα σπίτια τους προέρχεται απο αυτά. Όμως δεν στάθηκαν μονάχα στην επιβίωση, που αποτελεί καθημερινά ένα ζοφερό πρόβλημα, θελήσανε μέσα σε αυτή τη “μιζέρια” να προάγουν την σκέψη τους, την ποιότητα της ζωής τους, τα όνειρά τους ένα βήμα παραπέρα, ασχολούμενοι με την Τέχνη της Μουσικής.

Θέλησαν κι τόλμησαν να προσφέρουν  στα παιδιά τους μια διέξοδο απο την καθημερινή δυστυχία και τη σκέψη της αναξιότητας για την ίδια τη ζωή, μιας ζωής που “λογικά” θα έπρεπε να γεμίζει απο την κενότητα των άπιαστων ονείρων. Έφτιαξαν λοιπόν, ξεκινώντας απο έναν άνθρωπο, μουσικά όργανα, απο σκουπίδια. Κονσέρβες, σωλήνες, τενεκέδες, κάθε τι που πετάγεται με ευκολία, μετατράπηκαν σε βιολιά, τσέλο, φλάουτο κι σχημάτισαν σιγά σιγά μια ορχήστρα, εντυπωσιάζοντας κι κερδίζοντας τη “συμπάθεια” του “ανεπτυγμένου κόσμου. Αυτή τη στιγμή είναι “διάσημη” και συνεχίζουν με τον δικό τους δύσκολο τρόπο την πορεία τους, έχοντας σα στόχο να μαζέψουν χρήματα για το γύρισμα ενός ντοκιμαντέρ για την ορχήστρα τους. Τους εύχομαι ότι καλύτερο και  στέκομαι  μονάχα, πως δεν ήταν αυτός ο σκοπός τους, αλλά η σκέψη, πως μέσα απο το “τίποτα”, δημιούργησαν το “κάτι” κι αυτό το κάτι έγινε τα “πάντα”, για ένα παιδί που δεν έχει τίποτα, ούτε καν δικαίωμα για όνειρα, καθώς εκείνα σκοντάφτουν σε μια πραγματικότητα.

Σε μια άλλη άκρη αυτής της “γειτονιάς”, ένα σκυλάκι γεννήθηκε “καταδικασμένο”, με τα μπροστινά του πόδια να λείπουν. Για τα τετράποδα ζώα, η ικανότητα να μπορούν να στέκονται, καθορίζει την ίδια την επιβίωση τους, τόσο που ενστικτωδώς, η ίδια η μάνα του το απαρνήθηκε, γνωρίζοντας a priori τη μοίρα του. Όμως ο Faith, έτσι το ονόμασε το “αφεντικό” του, με επιμονή κι αγάπη, το έμαθε να περπατά στα δυο πίσω του πόδια, για να γίνει ένας διάσημος σκύλος, εμπνέοντας χιλιάδες παιδιά με κινητικό πρόβλημα, να ξεπεράσουν το πρόβλημα τους. Aστείο δεν είναι;

Αστείο είναι, πως όταν μεγάλωσα κι ρωτούσα μανιωδώς τους άλλους, τι είναι ευτυχία, είχα ξεχάσει το παιδικό μου πρότυπο, που καθόρισε κι επηρρέασε τη ζωή μου, κάνοντας με να πιστέψω στον εαυτό μου και να τον εκτιμήσω. Την εποχή λοιπόν που οι συνομήλικοι μου είχαν ως πρότυπο έναν Rock Star ή έστω έναν διάσημο ποδοσφαιριστή, εγώ είχα την Hellen Keller για την οποίαν θυμάμαι έγραψα σε έκθεση με θέμα: Ποιον έχετε πρότυπο κι έγινα αντικείμενο χλεύης για άλλη μια φορά. Όμως το γεγονός ότι ένας άνθρωπος, στα βρεφικά του χρόνια, έχασε τις αισθήσεις της όρασης και της ακοής, κατάφερε να μιλάει πέντε γλώσσες, να γίνει διακεκριμένη συγγραφέας και να κερδίσει ένα βραβείο Νόμπελ, έκανε ένα παιδί να γατζωθεί απο ένα γινάτι, προκειμένου να γίνει “κάποιος” σε τούτο το ντουνιά. Και μπορεί να μην έγινα πετυχημένος, πλούσιος κι διάσημος, όμως εκείνη την περίοδο που αναζητούσα το νόημα της ευτυχίας, κατάλαβα πως η ευτυχία είναι κάποιες στιγμές, που ευτυχώς είναι στο χέρι μας να δημιουργήσουμε.

Ζω, μέσα σε δικά μου προβλήματα κι βλέπω παντού ολόγυρα μου τη δυστυχία. Όμως αρνούμαι πεισματικά να εγκλωβίζομαι μέσα σε αυτά, όσο κι αν η Σειρήνα της παραίτησης κι απελπισίας, μου τραγουδά ηδονικά. Παλεύω, όχι για να μην είμαι δυστυχής, αλλά να βρίσκω κι συχνά να εφευρίσκω πράγματα κι καταστάσεις που θα με κάνουν ευτυχισμένο, με κίνδυνο ίσως να ζω σε έναν δικό μου “κόσμο”, ένα δικό μου σύμπαν, ένα κουκούλι, όμοιος με έναν σχιζοφρενή, χαμένο στον δικό του κόσμο. Ίσως και να είμαι, καθώς κάνω διαλόγους με τον Μένη, μια ακρίδα που απο τότε που έπιασα αυτό το σπίτι, κάθεται στο κλαδί της λεμονιάς που ορθώνεται στο παράθυρο μου και ροκανίζει τα φύλλα της. Στην αρχή έψαχνα τρόπους να την εξοντώσω, γιατί την έβλεπα προκλητικά να μασουλάει τα φύλλα του δέντρου που φρόντιζα με επιμέλεια κι εκείνος χάλαγε την ομορφιά της με την λαιμαργία του. Όμως μια συννεφιασμένη μέρα, μια ακτίνα φώτισε τη μέρα μου, διαθλώντας το φως της σε ένα κρύσταλλο, κάνοντας με να νιώσω χαρούμενος απο το παιχνίδισμα του φωτός, χάρη στο κενό που άφησε ένα μασουλημένο, μη τέλειο φύλλο της λεμονιάς μου. Απο τότε τον άφησα ήσυχο και κάθε μέρα τον βλέπω, αυτόν ή μάλλον κάποιον άλλον που πήρε τη θέση του, (δεν ζούνε τόσο καιρό οι ακρίδες θαρρώ), πότε στο κλαδί και πότε στο πατζούρι όταν φυσάει κι έχει κρύο, για να πούμε “Καλημέρα”, κάνοντας με να νιώθω μια αφελή χαρά, σα εκείνη που είχα όταν ήμουν μικρός, παίζοντας με αυτοσχέδια παιχνίδια που έβρισκα πεταμένα στο χώμα.

Η Ζωή, δεν μας τα “φέρνει” ποτέ όπως θέλουμε. Μας δίνει όμως τη δυνατότητα και πάνω απο όλα τη Δύναμη, να πάρουμε απο Αυτήν αυτά που έχουμε ανάγκη. Άλλωστε για ότι δεν αλλάζει, δεν αξίζει να στεναχωριόμαστε κι ότι αλλάζει, είναι απλά στο χέρι μας να το κάνουμε, έστω και με διαφορετικό τρόπο.

Καλή Εβδομάδα.