Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Γεροντοκόρες στο Ράφι και Παστρικοθοδώρες εν Δράσει


Όταν ζεις μόνος σου, έχεις την τύχη να είσαι αυτό που λένε ανεξάρτητος. Ειδικά για τους gay, είναι κάτι πολύ βασικό, καθώς δεν χρειάζεται να δίνεις αναφορά για το που πας, τι ώρα γυρίζεις, τι θα κάνεις και το βασικότερο απο όλα, είναι ότι δεν δίνεις λογαριασμό σε κανέναν για το ποιον βάζεις στο σπίτι σου και κατά καιρούς θέλεις να βάζεις. ΟΚ, αν μένεις σε πολυκατοικία, δίνεις αναφορά στη γειτόνισσα η οποία μπορεί να έχει την ατυχία να σε πετύχει στο ασανσέρ και να να σου πει δεικτικά «Πολλοί άντρες μπαινοβγαίνουν στο σπίτι σου.», για να της απαντήσω « Αν μπαινόβγαιναν και στο δικό σας πάντως, θα χαμογελούσατε περισσότερο.» Μετά απο αυτό μου ‘κοψε την «Καλημέρα», αλλά δεν συγχίστηκα κι ιδιαίτερα, άλλωστε για ζάχαρη πήγαινα στον φοιτητή, δίπλα. Λίγο καιρό μετακόμισα σε μονοκατοικία και δεν είχα άλλες τυχαίες συναντήσεις τύπου «ασανσέρ».

Όμως όταν ζεις μόνος, οφείλεις να κάνεις κι όλες τις δουλειές που δημιουργούνται σε ένα σπίτι. Και καλά να είσαι και οικονομικά άνετος, προσλαμβάνεις μια παραδουλεύτρα και κάθεσαι με τα πόδια στο τραπέζι και πίνεις καφέ. Αλλά αμα δεν ανήκεις σε αυτή την κατηγορία, έ, εκεί κάνεις τζάμια πατζούρια με την πρώτη λιακάδα κι τινάζεις, πέρα απο τον κουραμπιέ, και τα χαλιά άμα λάχει. Κι όταν είσαι ο μόνος εργένης στη γειτονιά που ζει μόνος, σε μια γειτονιά με καθωσπρέπει οικογένειες, όπου τις Κυριακές μαστουρώνεις απο τα θυμιατά και κάθε εβδομάδα υπάρχει και κάποιο κηδειόχαρτο στην κολώνα μπροστά απο το σπίτι σου, γίνεσαι αντικείμενο σχολιασμού κι ενδιαφέροντος. Καλά δεν μου έχει βγει το «όνομα», ακόμα τουλάχιστον, αλλά σίγουρα λένε «τι νοικοκύρης» και «προκομένος» που είμαι και να ‘ναι καλά η διπλανή γιαγιά, που με ρώτησε μια μέρα την ώρα που απλώναμε τις πάστρες μας, πως τα δικά μου ασπρόρουχα είναι τόσο λευκά, ενώ τα δικά της γαριάζουν και της αποκάλυψα ότι χρησιμοποιώ πάντα σε κάθε πλύση, μια μικρή δόση απο ένα απορρυπαντικό. Αυτό ήτανε, νομίζω ότι πλέον σε όλη τη γειτονιά χρησιμοποιούν το ίδιο απορρυπαντικό και θα ζητήσω ποσοστά επι των πωλήσεων απο την εταιρία.

Δεν ξέρω για εσάς, αλλά για μένα το να ψωνίζω απορρυπαντικά είναι κάτι που κάνω με μεγάλη ευχαρίστηση και προσοχή. Κατά καιρούς έχω απογοητευτεί απο την αποτελεσματικότητα τους όμως που και που ανακαλύπτω κάποιο που πραγματικά κάνει «θαύματα» κι εκστασιάζομαι τόσο πολύ, λες κι έχω πολλαπλό οργασμό με τη μια. Έτσι κι εχθές, ανακάλυψα ένα λιπαντικό, οκ όχι το γνωστό, αλλά το άλλο που είναι για πιο brutal χρήση, aka μηχανική, το οποίο πέρα απο το ότι λιπαίνει, εξαφανίζει και τις σκουριές στα μέταλλα.

Βλέπετε επειδή μου κλέψανε το ποδήλατο, μια πολύ καλή φίλη μου έδωσε του άντρα της, το οποίο του το πήρε για να κάνουν καμιά βόλτα, αλλά η μεγαλύτερη απόσταση που έκανε εκείνο, ήταν μέχρι το μπαλκόνι του σπιτιού τους. Κρίμα είναι να μείνει αχρησιμοποίητο και κατέληξε σε μαύρο χάλι απο τον ήλιο και τη βροχή. Όμως όταν σου χαρίζουν γαϊδούρι, δεν το κοιτάζεις στα δόντια, έκατσα το ‘λυσα ολόκληρο, το καθάρισα απο τη σκουριά με το παραπάνω λιπαντικό-έκσταση-οργασμό, του άλλαξα κάποια εξαρτήματα και το ξαναμόνταρα εξ αρχής, με αποτέλεσμα να γίνει ένα ολοκαίνουργιο, σένιο ποδηλατάκι. Με την ολοκλήρωση των εργασιών διαπίστωσα ότι ήμουν καταλερωμένος, γεμάτος γράζια, με χέρια μηχανικού αυτοκινήτων και κατάμαυρα νύχια, τόσο brutal που με έπαιρνα επιτόπου πάνω στο ποδήλατο. Όμως θυμήθηκα έναν φίλο που με αποκάλεσε «αποτυχημένη αδελφή» και έβαλα τα γέλια, σκεπτόμενος την  on line «γνωριμία» που είχα κάνει το προηγούμενο βράδυ.

Απο όταν βγήκε το internet χάθηκε το καμάκι στους δρόμους. Πλέον στα μαγαζιά δεν βγαίνει κανείς για να καμακώσει, αλλά για να «φανεί», κρατώντας ένα ποτήρι στο χέρι και κοιτάζοντας το ταβάνι, λες και είναι στο αστεροσκοπείο. Οι γνωριμίες πλέον γίνονται διαδικτυακά, ανα πάσα ώρα και στιγμή, κυρίως βραδινές ώρες, μέσω συγκεκριμένων σχετικών site και η διαδικασία έχει ως εξής: Μιλάς με κάποιον, περνάς στο msn ή στο skype, ανοίγεις κάμερα, δείχνεις τη φάτσα σου, βλέπεις τη δική του και κανονίζεις να βρεθείτε, κάποια στιγμή. Συνήθως η “στιγμή” είναι μετά απο μια ώρα, απλά για μια άλλη “στιγμή”, αλλά υπάρχουν και οι περιπτώσεις όπου μιλάς και καλά “γνωρίζεσαι” με κάποιον κι αυτό μπορεί να συνεχιστεί επ’ άπειρον. Προσωπικά οι δικές μου “γνωριμίες” λήγουν στο σημείο της κάμερας. Δεν είμαι “Αυτό που ψάχνω”, όπως μου λένε κατ' εξακολούθησιν.

Κάποια στιγμή πρόλαβα να ρωτήσω απο περιέργεια, τι ακριβώς ψάχνει κι εν πάση περιπτώση, τι ακριβώς δεν είμαι που με κάνει χυλοπιτοσυλλέκτης. Η απάντηση λοιπόν ήταν ότι δεν είμαι καυκάσιος, δεν είμαι αρρενωπός, δεν είμαι κορμί γυμναστηρίου, τούμπανο με λίγα λόγια. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει ένα συγκεκριμένο πρότυπο ομορφιάς στους gay στην Ελλάδα, κάτι σα το μοντέλο εσώρουχων των Dolce&Gabbana ένα πράγμα, απο το οποίο απέχω παρασάγγας. Ναι οι αδελφές είναι και τόσο ρηχές κι ομοφοβικές. Εγώ απλά συλλέγω απορρίψεις, τόσο που έχω κρεμάσει ένα ράφι δίπλα στο γραφείο μου, το οποίο αρνούμαι παρά την όποια προτροπή να γεμίσω με «κάτι». «Γιατί το κρατάς άδειο», με ρωτούν όσοι έρχονται στο σπίτι και η απάντηση είναι «Το κρατώ για Μένα».

Αυτού του είδους «σκηνικά», πραγματοποιούνται καθημερινά στον «κύκλο» μας, κάνοντας πολλούς να μετεωρίζονται ανάμεσα στην ανασφάλεια και το κόμπλεξ κι άλλους να αιθεροβατούν στον ναρκισσισμό και το «ψώνιο». Θα έπρεπε λοιπόν κανονικά με τόσες απορρίψεις και χυλόπιτες να νιώθω χάλια κι ανασφαλής με τον εαυτό μου... Ρε πάτε καλά; Έναν μας έχουμε κι αλίμονο μας εαν αφηνόμαστε έρμαιο του καθενός. Ας εκτιμήσουμε εμείς πρώτα τον Εαυτό μας κι ας «φτιαχνόμαστε» με την πάρτη μας. Όταν λοιπόν γέλασα με τα «χάλια» μου μετά την επισκευή του ποδήλατου, θυμούμενος την τελευταία «χυλόπιτα», πήγα στον καθρέφτη, κοιτάξα τις μουτζούρες στη μούρη και μου είπα: «Φτου σου, Άντρα μου!», γιατί απλούστατα ο Άντρας της Ζωής μου ειμαι Εγώ. Όσον αφορά το ράφι, δεν βάζω τίποτα επάνω, γιατί  καλύτερο διακοσμητικό απο μένα δεν υπάρχει. Εννίοτε πάντως, κατεβαίνω  για να  πιάσω   μυστρί και πυλοφόρι, έως και τζάμια πατζούρια άμα λάχει.

Βλέπετε, οι Γεροντοκόρες πιάνουν αράχνες, ενώ  οι Παστρικοθοδώρες το «ξαραχνιάζουν». ;-)

Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

After Midnight Confessions...In Vino Veritas

ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ:

Το περιεχόμενο απευθύνεται σε Ενήλικες.

Παρακολουθήστε ΜΟΝΟ εφόσον δεν έχετε κάτι καλύτερο να κάνετε κι εύχομαι να έχετε πολλά!

Επειδή παλεύω ΠΕΝΤΕ μέρες να το ανεβάσω στο blogspot κι ΔΕΝ τα κατέφερα,( το ντεκαπάζ έχει επικίνδυνες παρενέργειες),  τελικά μου 'κοψε κι το ανέβασα αποσπασματικά στο φατσοβιβλίο. Λυπάμαι για την ταλαιπωρία, αλλά πιστέψτε με, εγώ παιδεύτηκα  περισσότερο  ! Ώρες - ώρες έχω κάτι ιδέες...

...Όμως επειδή δεν σκοπεύω να κάνω ένα σωρό άσχετους "φίλους" στο facebook, αν κάποιος θέλει να με κάνει add, ας μου γράψει κι κάνα μήνυμα με την blogoταυτότητά του.


(Κάντε "κλικ" στο εκάστοτε Part)




After Midnight Confessions...In Vino Veritas  Part 1
After Midnight Confessions...In Vino Veritas  Part 2
After Midnight Confessions...In Vino Veritas  Part 3
After Midnight Confessions...In Vino Veritas  Part 4
After Midnight Confessions...In Vino Veritas  Part 5
After Midnight Confessions...In Vino Veritas  Part 6




Αφιερωμένο στη Νάσια γιατί...

Είναι η Καθηγήτρια που θα ήθελα να είχα
Η Φίλη που θα ήθελα να έχω
Και ο Γονέας που θα ήθελα να είμαι.

Υ.Γ. Το μαγειρικό blog, θέλω να το κάνω με video κι απευθύνεται κυρίως σε σπουδαστές, επαγγελματίες κι φανατικούς της μαγειρικής, οπότε έχει ΠΟΛΥ δουλειά!!!
OK Nάσια???!!!

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

Φώτα, Κάμερα, Πάμε!

Η γλυκειά -γλικατζού-στριμένη-ώρες ώρες φιλική- το Κορίτσι με τα Μαύρα, α λα Λαμπέτη ένα πράμα Φιλόλογος στην Κάσο( δεν τα λέω εγώ, οι μαθητές της βάλανε τη μαύρη κουκούλα),  Νάσια, με κάλεσε σε ένα παιχνίδι 11 εξομολογήσεων, με αρχή την Ιωάννα.

Επειδή όμως δεν το 'χω με τα μπλογκοπαιχνίδια, καθότι πλέον τα δικά μου περιορίζονται σε Τoys στην κρεββατοκάμαρα, είπα προκειμένου να μην με πει και ξιπασμένο, να βάλω κι εσάς στο παιχνίδι.

Οπότε, επειδή δεν μου αρέσει να μιλώ άσκοπα για την πάρτη μου, δέχομαι απο τον καθένα ΜΙΑ ερώτηση, όσο κουλή κι kinky μπορεί να είναι, την οποίαν θα απαντήσω δίχως φόβο κι πάθος. Και θα ανάψω τον προβολέα γιατί ΝΑΙ ! Νάσια, είμαι αδελφή κι με ενδιαφέρει η αισθητική του χώρου, το λάθος που έκανε η Γκεστάμπο ήταν που δεν πρόσεξε ποτέ το ντεκόρ, κι θα σας αφήσω δυο μέρες περιθώριο να σκαρφιστείτε ΤΗΝ ερώτηση έως τις 12:00 π.μ. της Πέμπτης, τις οποίες θα απαντήσω την ίδια μέρα.

Ανάβω λοιπόν τσιγάρο, φώτα και κάμερα και περιμένω...κάτι σα τις πουτάνες ένα πράμα.

Υ.Γ. Έτσι Άσωτε Υιε, για να μου την λες! Μα "Ράνια Θρασκιά"???

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

Περί Έρωτος κι Άλλων Δαιμονίων



Επειδή ο φίλτατος ΆσωτοςΥιός μου «την είπε» στην προηγούμενη μου ανάρτηση, παρομοιάζοντας με, με την Ράνια Θρασκιά, την οποίαν Μανδάμ δε γνώριζα, αλλά αποτάνθηκα στον ρουφιάνο  Mr. Google. Για να είμαι ειλικρινής είχα μείνει στην εποχή της Τάνια (Τένια;) Μακρή απο όταν έβλεπα τηλεόραση, όπως και να ‘χει είπα να το γυρίσω σε πιο μεσημεριανό-Λαμπύρη-Εξομολογήσεις ύφος, γιατί όπως σοφά έλεγε η Γιαγιά μου, καλύτερα να σου βγει το μάτι παρά το όνομα. Έτσι λοιπόν λόγω ημέρας κιόλας, θα προβώ σε εξομολογήσεις προσωπικές περί Έρωτος κι άλλων Δαιμονίων, που πολύ με ταλανίζουν τα εικοσιεφτά χρόνια (δίχως τα καλοκαίρια κι τους χειμώνες), που βρίσκομαι σε αυτόν τον πλανήτη.

Ο πρώτος μου έρωτας, απο όσο θυμάμαι είπαμε στη μικρή μου ζωή, έλαβε χώρα κάπου στην Τετάρτη Δημοτικού. Το αντικείμενο του πόθου μου ήταν ένας συμμαθητής, ο Θ., ο δεύτερος γιος εκπαιδευτικών, ξανθός με γαλάζοπράσινα μάτια κι ήταν αυτός που μου έμαθε τι είναι η μέρα του Αγίου Βαλεντίνου. Νομίζω πως ο λόγος που τον καψουρεύτηκα ήταν ακριβώς λόγω αυτών των χαρακτηριστικών καθώς δεν είχα ξαναγνωρίσει άλλο παιδί με τέτοια χρώματα, τόσο που δεν έδινα καν σημασία στα στραβά δόντια που είχε για τα οποία φόρεσε σιδεράκια για τουλάχιστον πέντε χρόνια. Ο Θ. καθόταν ένα θρανίο πιο μπροστά απο μένα με τον τότε κολλητό του, τον Μ. και οι δυο αριστούχοι μαθητές, ενώ εγώ που τους συναγωνιζόμουν, καθώς απο μικρός γούσταρα τρελλά τον ανταγωνισμό, καθόμουν με ένα άλλο ξανθό παιδάκι, τον Π., αλλά ποτέ δεν μου έκανε κούκου για αυτόν καθώς ήταν στουρνάρι και η προσωποποίηση του ωραίου με I.Q. ραδικιού. Παρόλ’αυτά όμως τον άφηνα να αντιγράφει στα διαγωνίσματα κι εκείνος να τον χουφτώνω στα διαλείμματα και γράφοντας αυτές τις γραμμές συνειδητοποιώ πως απο μικροί φαινόμαστε τι θα απογίνουμε στο μέλλον. Οϊμέ! Τσουλοπανίδου απο μικρός με αδυναμία στους άντρες απο σόι.

Μια μέρα σε κάποιο πάρτυ όπου παίζαμε κρυφτό, ο Μ. πάνω στο τρέξιμο στούκαρε σε ένα αυτοκίνητο, παρκαρισμένο κιόλας, κι επειδή ήταν κι αφρατούλης, βούλιαξε το προφυλακτήρα κι έσπασε το πόδι του, για να μείνει τρείς μήνες κλινήρης. Τότε ο Θ. μου ζήτησε να καθίσουμε μαζί, κάτι το οποίο έκανα με μεγάλη χαρά, έχοντας συμφωνήσει βέβαια να εξακολουθώ να αφήνω τον Π. να αντιγράφει, με το αζημείωτο βέβαια. Όμως η συμφωνία μου με τον Θ., όπως μου ξεκαθάρισε θα ήταν μέχρι να ξαναγυρίσει ο Μ. στο σχολείο και νομίζω πως τότε σφραγίστηκε και η Μοίρα μου στον τομέα των σχέσεων: Όλες με ημερομηνία λήξεως. Στους τρεις μήνες που καθόμασταν μαζί αρχίσαμε να κάνουμε και περισσότερη παρέα και χάρη σε αυτόν έμαθα να διαβάζω εξωσχολικά βιβλία. Βλέπετε ως γιος εκπαιδευτικών, είχε έρθει σε επαφή με την λογοτεχνία απο μικρός με αποτέλεσμα να έχει μια εντυπωσιακή για την ηλικία του βιβλιοθήκη. Άρχισε λοιπόν να μου δανείζει βιβλία κι επειδή όπως είπαμε ήμουν ανταγωνιστικός, ξεκίνησα να καταβροχθίζω άπειρα βιβλία απο τη βιβλιοθήκη του προκειμένου να φτάσω στο δικό του “πνευματικό” επίπεδο.

Ο καιρός όμως περνούσε και να σου μια ωραία μέρα σκάει ο Μ. στο σχολείο και θρονιάζεται στη θέση μου κι εγώ μένω μπουκάλα. Έρχεται λοιπόν τότε ο Θ. και μου υπενθυμίζει τη συμφωνία μας κι καταπίνω κι εγώ τον εγωϊσμό μου, μαζί με τα δάκρυα μου κι πάω κι κάθομαι περήφανα μόνος στην άλλη άκρη της αίθουσας. Κάναμε να μιλήσουμε κάνα μήνα, διάστημα στο οποίο τον απόφευγα κι έκοψα μαχαίρι τα πέρα δώθε στο σπίτι του κι αντί να δανείζομαι απο αυτόν βιβλία αποφάσισα να φτιάξω μια δική μου βιβλιοθήκη για να μην τον έχω ανάγκη, μια και είχα κολλήσει για τα καλά το μικρόβιο του διαβάσματος. Όλα αυτά όμως λήξανε κι αρχίσαμε να κάνουμε και οι τρεις παρέα, γίνοντας οι πιο “δημοφιλείς” της τάξης όταν σε έναν διαγωνισμό γνώσεων, τον κατατρόπωσα και βγήκα πρώτος, ενώ αυτός δεύτερος κι ο Μ. τρίτος. Τότε πλέον ξεπέρασα την καψούρα που είχα για αυτόν, προφανώς γιατί έπαψε να με “εμπνέει”,  για να ερωτευτώ τελικά τον μεγαλύτερο του αδελφό, επίσης στα ίδια χρώματα και… σημαιοφόρος. Όμως αυτό είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία.

Στο Γυμνάσιο η παιδική μας φιλία έληξε και πήραμε διαφορετικούς δρόμους όπως συμβαίνει πάντα στη ζωή. Εκείνος έγινε ο δημοφιλής μπαστεκτμπολίστας παρά το χαμηλό του μπόι, με τις γκόμενες να τον περιτρυγιρίζουν, ο Μ. αναρχικός, μέσα στα μαύρα να ακούει Heavy Metal κι κάτω απο το μέτριο μαθητής κι εγώ η πουστάρα του σχολείου αλλά αριστούχος. Ανταλλάσαμε μονάχα έναν τυπικό χαιρετισμό όλα εκείνα τα χρόνια, εις μνήμην της παιδικής μας φιλίας, μέχρι που τελειώσαμε το σχολείο κι πλέον οι δρόμοι μας χωρίστηκαν ολότελα.

Τον ξαναείδα τυχαία μετά απο χρόνια σε μια παραλία στη Σίφνο, απο όπου κατάγεται, την ώρα που ξάπλωνα την κορμάρα μου στην Prince Oliver πετσέτα, ισιώνοντας  το λευκό μαγιό Dolce Gabbana το οποίο αναδείκνυε στο μέγιστο τους  six-pack κοιλιακούς μου. Με φώναξε με το ονοματεπώνυμο μου κι νωχελικά κατεβάζω το γυαλί ηλίου για να φορέσω της στραβωμάρας, το μελανό μου σημείο στο image, για να τον δω μπροστά μου κι τρόμαξα να τον αναγνωρίσω. Αρχίσε να μου μιλάει σα δυο κολλητοί που χάθηκαν , λες και τα χρόνια που με είχε απομακρύνει στο σχολείο δεν συνέβησαν ποτέ, ενώ είχε καρφωθεί στους κοιλιακούς μου και στα brand που είχα επιδεικτικά απλωμένα γύρω μου μαζί με ένα βαρύ τόμο του Πλάτωνα. Εξακολουθούσε να μένει με τους δικούς του, παράτησε τις σπουδές του για να κάνει καριέρα στο καλλιτεχνικό στερέωμα κι όση ώρα μου μιλούσε σκεφτόμουν που πήγε εκείνο το άτομο που ήταν ο πρώτος μου έρωτας, χαμένος σε μια πλαδαρότητα, με ελαφρά αραίωση στο κεφάλι. Κι όταν μου πρότεινε να πάμε για ουζάκι να τα πούμε και να θυμηθούμε τα “παλιά”, απλά του είπα: “Ποια παλιά, αφού ούτε καν μου μιλούσες μετά το Δημοτικό.” Ε, αφού τον είδα να κομπλάρει, νομίζω πήρα το αίμα μου πίσω και τον αποχαιρέτισα ευγενικά λέγοντας του πως με περίμενε ο τότε γκόμενος μου στο πιο χλιδάτο μαγαζί του νησιού κι καβάλησα ναρκισσιστικά τη μηχανή μου μαρσάροντας.

Μικρόψυχο θα μου πείτε. Είναι, αλλά πραγματικά κάποιες φορές η κατινιά, είναι πολύ απολαυστική!

Να περάσετε καλά σήμερα καθότι κάθε αφορμή για να γιορτάσουμε τον Έρωτα, έστω με τον δικό μας τρόπο, είναι σημαντική. Όσοι τώρα είστε μόνοι κι αναμασάτε σκοτωμένους Έρωτες απλά θυμηθείτε πως: Έχει ο καιρός γυρίσματα! ;-)

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013

Οικογενειακά Cliché



Στην σχολή μου τα απογεύματα, λίγο πριν το δικό μου μάθημα, λαμβάνει χώρα στη διπλανή αίθουσα ένα παιδικό τμήμα Τae Kwo Do. Γύρω απο την αίθουσα κάθονται οι γονείς, περιμένοντας καρτερικά τα παιδιά τους να τελειώσουν το μάθημα και να τα γυρίσουν στο σπίτι, στήνοντας άλλοτε πηγαδάκια μεταξύ τους, σχολιάζοντας χαμηλόφωνα τα παιδιά τους, άλλοτε βγαίνουν στις σκάλες κάνοντας ένα τσιγάρο στη ζούλα μιλώντας για τα θέματα της καθημερινότητας κι άλλοτε κοιτάζουν το δικό τους παιδί, με εμφανές το βλέμα της “πέρδικας” αποτυπωμένο στο πρόσωπό τους. Συχνά πριν το μάθημα μου κάθομαι και τα χαζεύω κι εγώ. Αυτή η ενέργεια κι αφέλεια τους είναι αναζωγονητική, καθώς προσπαθούν να πειθαρχήσουν τους εαυτούς, ακολουθώντας τις οδηγίες του δασκάλου, άλλοτε με φωνές κι άλλοτε με επιβραβεύσεις, που πάντα μου φτιάχνει τη διάθεση και με κάνουν να γελάω. Οκ, ομολογώ ότι ο δάσκαλος είναι ένα απίστευτο τεκνό, αλλά δεν είναι αυτός ο λόγος για τη δική μου ευφορία.

Κατά καιρούς παρακολουθώ τις συζητήσεις των γονέων κι καμιά φορά εμπλέκομαι σε αυτές κι όλες ξεκινούν με τη φράση: Εμένα ο/η γιος/κόρη ΜΟΥ… συνεχίζοντας με ένα κατόρθωμα που έκανε το κανακάρι τους για να πάρει τη σκυτάλη ο άλλος, αρχίζοντας πάντα απο την ίδια cliché  φράση. Δεν ξέρω εαν είχα παιδί και το παρακολουθούσα στο μάθημα, εαν θα έκανα το ίδιο συμμετέχοντας σε αυτές τις συζητήσεις κι κατά καιρούς πιάνω τον εαυτό μου να φαντάζεται πως θα ένιωθε, παρακολουθώντας το παιδί του σε εκείνη την τάξη ή συμμετέχοντας σε μια ομαδική δραστηριότητα. Σίγουρα θα ένιωθα περηφάνια, χαρά, εύθυμα και… κτητικά, εγωϊστικά, ναρκισσιστικά, βλέποντας στο πρόσωπο εκείνου του παιδιού την δική μου αντανάκλαση. Και τότε αυτοχαστουκίζομαι, επιβεβαιώνοντας στον εαυτό μου πως δεν είμαι έτοιμος, ακόμα τουλάχιστον, να γίνω γονέας. Βλέπετε σε κάθε μια απο αυτές τις φαντασιώσεις, ποτέ δεν σκέφτηκα πως το παιδί εκείνο θα μπορούσε να είναι υιοθετημένο, παρά μόνο “δικό” μου. Μια προέκταση του Εγώ μου, ένα κομμάτι του Εαυτού μου, μια συνέχεια του DNA  μου, μια αντανάκλαση του Είδωλου μου.

Μεγαλώσαμε εκπληρώνοντας συχνά τα θέλω των γονέων μας. Όλα εκείνα που στερήθηκαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να  κάνουν, προσφέρθηκαν απλόχερα σε εμάς, συχνά δίχως να μας ρωτήσουν κι απο μικρά μαθαίνουμε να κάνουμε κάθετι που χαροποιεί τους γονείς μας. “Φάε αυτή τη μπουκίτσα για τη μαμά”, είναι το πρώτο μήνυμα που πέρασε στο υποσυνείδητο μας κι αθώα κι αυθόρμητα, φτύναμε μετά τη μπουκιά στη μούρη του μπαμπά γελώντας. Αργότερα μαθαίνουμε πως οι μεγάλοι, αρχικά οι γονείς, έχουν απόλυτο δίκαιο κι είναι εκείνοι που ξέρουν πιο είναι το σωστό και πιο το λάθος. Μας επέβαλλαν τιμωρίες, για κάθε τι δεν είναι σωστό, μας μάθαιναν να είμαστε “καλά” παιδιά και να γίνουμε “σωστοί” άνθρωποι, καθένας με το δικό του πιστεύω και τη δική του πεποιήθηση. Κάποια στιγμή μεγαλώνουμε, αποκτούμε κατά πάσα πιθανότητα τη δική μας οικογένεια, το ΔΙΚΟ μας παιδί και το μεγαλώνουμε έτσι όπως μεγάλωσαν εμάς τους ίδιους κάνοντας μας να τρομοκρατούμαστε πολλές φορές για το πόσο πολύ τελικά τους μοιάσαμε, μια ιδέα που κάποτε ίσως θελήσαμε να αποτινάξουμε. “Η καταδίκη μιας γυναίκας, είναι ότι κάποια στιγμή στη ζωή της, θα μοιάσει στη μάνα της.”, είχε πει κάποτε ο Oscar Wilde. Αφαιρώντας όμως τη δόση μισογυνισμού του, το ίδιο ισχύει  με τους άντρες και τους πατέρες τους.

“Κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν” έπλασε ο Θεός τα Τέκνα του, το πρώτο αρχέτυπο της οργανωμένης κοινωνίας, εκφράζοντας εύστοχα το πως είδε ο πρωτόγονος άνθρωπος, το πρωτόγονο τέκνο του. Κι η μια γενιά διαδέχεται την άλλη, μεταθέτοντας τα όνειρα και τις φιλοδοξίες η παλιότερη στη νεότερη, με την τελευταία να επωμίζεται το βάρος, μέχρι να το μεταθέσει με τη σειρά της. Κάθε επιτυχία, το στέφεται η προηγούμενη γενιά, επιβεβαιώνοντας την “καλή” και “σωστή” δουλειά που έκαναν, κορνιζάροντας την στον τοίχο σε περίωπη θέση κι εννίοτε κρυφά, τη γυαλίζουν αναρωτόμενοι εαν φαίνεται σε κείνη τη θέση που τη κρέμασαν.

Τι γίνεται όμως σε εκείνη την περίπτωση, που το παιδί δεν εκπληρώνει εκείνα τα οποία ασυνείδητα ίσως εναποθέτησαν σε εκείνο, τη στιγμή που το κράτησαν στην αγκαλιά τους την πρώτη φορά. Τι γίνεται όταν η πρώτη ευχή “Να το δεις όπως ποθείς”, δεν εκπληρώνεται; Όταν το παιδί γίνεται πούστης, πρεζάκι, κλέφτης, τρομακράτης, βιαστής ακόμα κι ενάρετος, προερχόμενο απο μια εγκληματική οικογένεια; “Δεν είναι το παιδί μου αυτό!”, άλλη μια cliché φράση που μας έμαθε ο ασπρόμαυρος κινηματογράφος μαζί με το «Δεν σε μεγάλωσα εγώ έτσι!» Άξαφνα, ακυρώνονται όλες εκείνες οι χαρές κι όλα όσα κορνιζαρίστηκαν, απλά έγιναν κορνίζες που κρύβουν έναν τοίχο. Οικογενειακά δράματα πολλά, να΄ναι καλά η τηλεόραση που μας ενημερώνει καθημερινά για αυτά, κάνοντας μας να μακαρίζουμε την τύχη μας, θέτοντας ένα μέτρο σύγκρισης της δικής μας ευτυχίας-επιτυχίας.

Απο την άλλη υπάρχουν και κάποιοι που επωμίζονται όλο το βάρος της «αποτυχίας» τους. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την έκφραση του γέρου μηχανικού μου πριν χρόνια, όταν μου εξομολογήθηκε τον κρυφό του καημό για τον μοναχογίο και μοναχοπαίδι του που ήταν ναρκωμανής. Η θλίψη, η απορία, η απογοήτευση ήταν κάθε δάκρυ που αυλάκωνε το πρόσωπο του με ένα τεράστιο «Κατηγορώ», τον Εαυτό μου. Σκεφτόταν, παιδευόταν να βρει τι έκανε λάθος. Μήπως ήταν πολύ ελαστικός και δεν τον τιμωρούσε αρκετά; Μήπως ήταν πολύ γενναιόδωρος και του έκανε όλα τα χατίρια; Μήπως δεν τον αγάπησε αρκετά και το παιδί του αναζήτησε στην πρέζα την αγάπη; Μήπως τον αγάπησε πολύ και τον έπνιγε που έψαχνε τη διέξοδο στην ντρόγκα;

Κι πιάνοντας το κουβάρι της σχέσης γονέας-παιδιού απο αυτήν την άκρη, απλά αναρωτιέμαι γιατί ο λώρος δεν κόβεται στη γέννηση. Γιατί στέφτεται με δάφνες η προηγούμενη γενιά για την επιτυχία της επόμενης; Γιατί φαρισαϊκά κατηγορούμε την μάνα, τον πατέρα για τα λάθη κι ατοπήματα του παιδιού τους; Γιατί οι αμαρτίες των γονιών, όπως και τα όνειρα τους, πρέπει να βαραίνουν τα τέκνα; Γιατί ένα παιδί, δεν αντιμετωπίζεται ποτέ ως Άτομο κι ένας γονέας δεν μπορεί να γίνει απλά ένας Άνθρωπος;

Δεν είμαι γονέας και δεν ξέρω εαν θα γίνω ποτέ, για να έχω το «δικαίωμα» να μιλώ για αυτό το θέμα. Όμως σκέφτομαι πως θα ήταν εαν μεγαλώναμε τα παιδιά μας μαθαίνοντας εμάς τους ίδιους να ακούμε τη δική τους φωνή, δίχως να κάνουμε τον υποβολέα. Εαν παύαμε να το βλέπουμε σα μια προέκταση του Εγώ μας, αλλά σα μια ξεχωριστή οντότητα με δικαίωμα στα λάθη και την αρετή. Εαν απλά είμαστε σκεπτικοί όταν φτύνει  την μπουκιά που του επιβάλλουμε να καταπιεί. Μα πάνω απο όλα, εαν παρά τα όσα ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ ως υπεύθυνοι για μια Ζωή να παρέχουμε,  αφαιρούσαμε την ιδιοτέλεια μας, πως θα μετουσιωνόταν αυτή η σχέση;

Δεν ξέρω εαν ο Γκιλμπράν, όταν έγραψε το περιβόητο «Τα παιδιά σου δεν είναι παιδιά σου...», είχε παιδιά ή ήταν άτεκνος, όμως παρακολουθώντας όλο το γκροτέσκο με τα «Παιδιά Τρομοκράτες», σκέφτομαι μονάχα την ευκολία με την οποία γονείς, λιθοβολούν εκείνους τους γονείς των «παιδιών τέρατα» κι εγώ, τι είδους πατέρας θα γινόμουν.

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2013

Η Δυναστεία της Τσόντας




Το όμορφο με το blogging, είναι ότι πολλές φορές, διαβάζοντας κάποιον άλλον, αποκτάς αφορμή για σκέψεις, ιδέες κι αναθεώρηση απόψεων, τόσο που κάνουν τα «Μεγάλα» μυαλά να μοιάζουν μικρά, μπροστά στην οξυδέρκεια και ομορφιά κάποιων ανθρώπων της διπλανής «πόρτας». Και κάποιες φορές απλά φρίττεις με τις απόψεις που εκφράζονται. Παίρνοντας τη σκυτάλη απο τη Δάφνη, που θα χαρώ να γνωρίσω απο κοντά φέτος το καλοκαίρι εαν το επιθυμεί κι η ίδια, θα σας παρασύρω, σα έκφυλη Σειρήνα  στον “σκοτεινό” χώρο της Τσόντας.

Τη δεκαετία του ’70 και λίγο πριν εκπνεύσουν τα ’60 η βιομηχανία του πορνό γνώρισε τεράστια άνθηση κυρίως χάρη στην τεχνολογία των VHS, κοινώς βίντεο εαν θυμάστε. Πριν απο αυτό όμως, στην Ελλάδα όπου υπήρχε ακόμα η ποινικοποίηση της πορνογραφίας, τα «διάσημα» σινεμά της εποχής γύρω απο την Ομόνοια,πρόβαλλαν διάφορες τριτοκλασάτες ταινίες δράσης Χολυγουντιανής παραγωγής κι κάπου ανάμεσα στις σκηνές μεταξύ πιστολίδι και ξύλου, τσουπ!, τσοντάρανε μια σκηνή, απόσπασμα μιας πορνογραφικής ταινίας, καθιερώνοντας και ταυτίζοντας την έννοια της «Τσόντας», με το γνωστό ρήμα.

Η ιστορία της πορνογραφίας ξεκινά απο την γέννηση του οργανωμένου ανδροκρατούμενου πολιτισμού, όπως μαρτυρούν οι εικαστικές ανησυχίες καλλιτεχνών της εποχής. Αναπαραστάσεις σεξουαλικής συνεύρεσης συναντούμε σε όλους τους Αρχαίους πολιτισμούς, απο τον Ελλαδικό έως της Ανατολής, γεγονός που πιστοποιεί την άρρηκτη σχέση του sex με τον άνθρωπο. Η ηδονοβλεψία, η επιδειξιομανία, η διεγερτική δράση της φαντασίωσης που εκπληρώνεται μέσω τρίτου, είναι οι κύριοι λόγοι της γέννησης της πορνογραφίας, έχοντας περάσει απο διάφορους σταθμούς- καταλύτες, όπως η Θρησκεία, η Βιομηχανική Επανάσταση, η Ποινικοποίηση και οι αλματώδεις εξελίξεις της Τεχνολογίας, για να φτάσουμε στο σήμερα, όπου καθισμένοι μπροστά απο έναν υπολογιστή μπορούμε να «θαυμάσουμε» ποικίλες ταινίες όλων των θεματολογιών του είδους.

Συντριπτικά το κοινό που βλέπει τσόντες είναι περισσότερο άντρες με ένα αισθητά πολύ μικρότερο ποσοστό να αποτελείται απο γυναίκες. Σε συζητήσεις περί του θέματος με γυναίκες, προνόμιο του να είσαι gay που εαν μπορούσε να πραγματοποιηθεί και μεταξύ των ετερόφυλων αντρών-γυναικών πιστεύω θα έλυνε πολλά προβλήματα, οι γυναίκες βλέπουν τσόντες για ολότελα διαφορετικούς λόγους. Είτε γιατί «φτιάχνει» το σύντροφό τους, προσωπικά εαν ο σύντροφος μου ήθελε να παρακολουθεί τσόντες την ώρα της συνεύρεσης μαζί μου θα του ‘χα δώσει τα παπούτσια στο χέρι, είτε γιατί αναζητούν κάποιον «τρόπο» να αναθερμάνουν τη σχέση τους με κάνα καινούργιο κόλπο, (οκ η λέξη και η τοποθέτηση της είναι λίγο παρεξηγήσιμη), είτε γιατί οι πιο τολμηρές, «ζούνε» κάποια φαντασιώση στις μοναχικές ώρες κι ελάχιστες γιατί απλά «τις φτιάχνουν».

Ένας άντρας απο την άλλη ξεκινά με το ότι ΤΟΝ φτιάχνει. Γιατί ο άντρας βιολογικά παράγει δισεκατομύρια σπερματοζωάρια στη ζωή του, υποψήφιες ζωές, που μπορεί να «σπαταλά» ασυστόλως. Γιατί ο αυνανισμός είναι «αντρικό προνόμιο» και η ποινικοποίηση του απο τη θρησκεία παλαιότερα, κατέγραψε στον γεννετικό του κώδικα την ηδονή αυτού. Γιατί ο άντρας σκέφτεται το sex 84 φορές τη μέρα κι έχει ανάγκη να ικανοποιήσει συχνά την γεννετήσια του ανάγκη. Γιατί μεγάλωσε σε μια κοινωνία όπου έμαθε πως ο Άντρας χτυπά το χέρι στο τραπέζι και μαζί με το στομάχι του ΠΡΕΠΕΙ να ικανοποιεί κι άλλο όργανο πιο χαμηλά στο υπογάστριο. Γιατί η παρεγκεφαλίδα του είναι διαφορετική απο των γυναικών και για άλλους χίλιους δυο λόγους που δεν δύναμαι,ίσως λόγω έλλειψης μόρφωσης, να σκεφτώ. Όπως και να έχει, στο πέρασμα της καταναλωτικής κοινωνίας και του καπιταλισμού, μια ολόκληρη κερδοφόρα βιομηχανία γεννήθηκε κι αυτή είναι η βιομηχανία της τσόντας.

Με το πέρασμα των ετών και την “χαλάρωση” των ηθών στη Δύση, οι ομοφυλόφιλοι έκαναν  αισθητή την παρουσία τους, λόγω του ότι είναι άντρες, δημιουργώντας μια νέα αγοραστική ανάγκη να καλυφθεί, η οποία με τη σειρά της γέννησε ένα νέο “τμήμα” παραγωγής, της οποίας η ζήτηση, προσφορά και παραγωγή, πιστέψτε με βάζει κάτω τις ετεροφυλοφιλικές παραγωγές. Κάνω αυτή την αναφορά γιατί καλώς ή κακώς, κοινωνιολογικά υπάρχει μια μορφή “ταύτισης” της γυναίκας με έναν gay κι ζητώ συγνώμη απο τις λεσβείες, οι οποίες πρώτα απο όλα επειδή είναι γυναίκες με όλα τα συνυφασμένα, δεν έδωσαν ποτέ ιδιαίτερα πρόσφορο έδαφος στην εκμετάλλευση. Ας περάσουμε όμως τώρα στο πιπεράτο backstage, το οποίο κι εγείρει πολλά κοινωνιολογικά ερωτήματα, κυρίως απο φεμινιστικής πλευράς.

Υπάρχει μια ταινία των ’90 με τον τίτλο Boogie Nights (Τρελλές Νύχτες), με συγκλονιστικές ερμηνίες γνωστών ηθοποιών που μιλά για την βιομηχανία της τσόντας τη δεκαετία του ’70. Περιγράφει τη ζωή και την οπτική των γυναικών που εργάζονται σε αυτή την βιομηχανία με εκπροσώπους δυο πρωταγωνίστριες διαφορετικής ηλικιακής κλίμακας κι ενός άντρα πρωταγωνιστή. Sex, drugs  και το Rock ‘n Roll δεν ακολουθείται απαραίτητα. Αυτό που βλέπουμε όμως ως αποτέλεσμα, είναι αυτό που μας ενδιαφέρει. Δεν διαφέρει με το να δούμε μια καλογυρισμένη ταινία στο σινεμά, και το τι κάνει κι “περνά” ο ηθοποιός να μην πας απασχολεί καθόλου, παρά μονάχα εαν το διαβάσουμε σε κάποιο περιοδικό κομμωτηρίου ή στις ειδήσεις των οκτώ, αλλά μέχρι εκεί. Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς για την Merilyn Monroe, James Dean, Rock Hudson φερ ειπέιν; Δε νομίζω, απλά παρακολουθούμε τις ταινίες και ...that’s it. Η διαφορά είναι πως στο θέμα της τσόντας, μια γυναίκα πιθανόν να σκεφτεί το πως και γιατί, ενώ ένας άντρας, απλά στέκεται στο γεγονός της όποιας απόλαυσης κι αυτό γιατί είναι γεγονός πως οι περισσότερες τσόντες, “σεναριακά” εκπληρώνουν την φαντασίωση των αντρών περί εξουσίας.

Οι γυναίκες κατά βάση υποτάσσονται στις ταινίες αυτές. Gros plan στα πρόσωπα των αντρών έξυπνα σπανίζουν, καθώς πωλείται η φαντασίωση της ταύτισης με τον “ήρωα” και τη συγκεκριμένη γυναίκα. Κι όσο πιο “εξειδικευμένο” το σενάριο, εκπληρώνοντας πιο “σκοτεινές” φαντασιώσεις, τόσο πιο δύσκολο είναι “τεχνικά” για τον παθών πρωταγωνιστή. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο, που σε κάτι τέτοιες θεματολογίες, οι πρωταγωνιστές αγκιστρώνονται στην μειωμένη “προσφορά”, προκειμένου να καλυφθεί η ζήτηση της αγοράς και οι ίδιοι να δουλέψουν. Προσωπικά, ούτε το ένα τέταρτο απο όσα ερμηνεύονται δεν θα μπορούσα να κάνω, όμως όταν έχει περάσει η μπογιά σου, το κάνεις.

Και το κάνεις, όπως έκανες την αρχή, απλά και μόνο για το χρήμα. Είναι μια “εύκολη” εργασία, η οποία κοντόφθαλμα προσφέρει ένα σημαντικό εισόδημα κι αυτή είναι η μεγάλη διαφορά απο την πορνεία, καθώς σε αυτόν τον χώρο, σπανίζει ο αρχικός εξαναγκασμός, χάρη στην προβολή και “δημοσιότητα” που τον χαρακτηρίζει. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως εκλείπουν κυρίως σε κλειστά κυκλώματα διακίνησης συγκεκριμένου υλικού. Σκοτεινή η ψυχή του ανθρώπου. Κάθε ένας όμως που επαγγέλεται σε αυτό τον χώρο, υπογράφει ένα συμβόλαιο πως οικειοθελώς συμμετάσχει και παραχωρεί κάθε άδεια εκμετάλλευσης του περιεχομένου έναντι αμοιβής. Και υπάρχουν πράγματα και καταστάσεις τις οποίες μπορεί να μην έκαναν υπό “φυσιολογικές” συνθήκες, αλλά επιλέγεις να κάνεις. Κι αν κατά καιρούς γίνεται μια δημοσιοποίηση της σκοτεινής πλευράς, του backstage, με εξαναγκασμούς και βία, μας σοκάρει απλά γιατί αφορούν μια σφαίρα, το χώρο του sex, που πολλοί δεν έχουμε ολότελα αποποινικοποιήσει. Όμως ειλικρινά, πιο πολύ με σοκάρει η κακοποίηση της γυναίκας στο δίπλα διαμέρισμα, το trafficking, η καθημερινή βία στους δρόμους και η ιστορία με τις ιερόδουλες πέρισυ.

Έχω έναν φίλο που εργάζεται στον χώρο της  πορνοβιομηχανίας. Στο ερώτημα γιατί το κάνει, απλά μου απαντάει:Για το χρήμα. Είναι απλά μια δουλειά, δίχως εγκληματικά στοιχεία. Δεν είναι; Ακόμα κι αν τα χρόνια της επαγγελματικής δραστηριότητα είναι λίγα, όπως και του χορευτή ή του μοντέλου άλλωστε. Ακόμα κι αν δεν υπάρχει η εξασφάλιση της σύνταξιοδότητσης, αλήθεια πόσοι σήμερα πιστεύετε ότι θα απολαμβάνετε μια σύνταξη στο μέλλον; Μου έχει περιγράψει σκηνικά του χώρου, που απλά μου θυμίζουν παρασκήνια μιας πολυεθνικής εταιρίας. Μου έχει πει ιστορίες παιδιών-συναδέλφων, μέσα στο δράμα, όμως δράματα μπορούμε να ακούσουμε καθημερινά πια. Όταν γνωρίζουν την ιδιότητα του, τον επικρίνουν κι αυτός είναι κι ο λόγος που οι προσωπικές του σχέσεις είναι με ανθρώπους του συναφιού. Είναι όλα αγγελικά πλασμένα; Όχι βέβαια δεν είναι! Είναι ένας χώρος με τη λάμψη του στρας, σκληρός, ανταγωνιστικός, χυδαίος κι συχνά ασύδοτος και για αυτό είτε  απωθεί, είτε άλλους τους προσελκύει. Θέλετε να προχωρήσω σε λεπτομέρειες και σκανδαλιστικές ιστορίες; Give me a break! Τόσο βαρετή είναι η ζωή σου;;;

Στο ερώτημα εαν θα μπορούσα να ασκήσω  το επάγγελμα του, το αντρικό υπερφίαλο Εγώ μου θα έλεγε με ελαφρά την καρδία, Ναι, έχω εξάλλου  μια σχετική εμπειρία και μια μικρή συλλογή απο homemade παραγωγές ;-) Οι περισσότεροι άντρες έχουν ονειρευτεί έστω αμυδρά να γίνουν porn star κι εκεί εντοπίζεται  η διαφορά μας απο τις γυναίκες, ως προς το πως βλέπουμε το sex. Όμως πιο σκεπτικά η απάντηση θα ήταν όχι, απλά κι μόνο γιατί δεν θεωρώ πως θα μου προσδώσει εκείνα τα οποία εγώ επιθυμώ, με τον τρόπο που τα θέλω κι επειδή η φθορά της φύσης εργασίας μου είναι αβάσταχτη. Όμως δεν έχω και το δικαίωμα να επικρίνω κανέναν για όσα αποφάσισε να πράξει, απο τη στιγμή που δεν έβλαψε κανέναν άλλον. Δικαίωμα στην «Κρίση Συνείδησης», έχουμε όλοι, όχι όμως και το να κρατούμε την ζυγαριά της ενοχής για τους άλλους.

Οι γυναίκες στις τσόντες παρουσιάζονται ως υποχείρια κι αντικείμενα ηδονής, ενώ οι άντρες ως κυριάρχοι και Alpha Male εγείροντας το θέμα της εκμετάλλευσης της γυναίκας.  Δυστυχώς θεωρώ πως ο φεμινισμός σκοντάφτει στο φαίνεσθαι, καθώς όπως ανέφερα παραπάνω, γίνεται με συναίνεση κι είναι ανώφελο ίσως να αναζητούμε τις εξαιρέσεις που προκύπτουν, απο τη στιγμή που μέσα στην καθημερινότητα μας, δεν δίνουμε πολλές φορές σημασία στην διαιώνιση του φαινομένου και των καθημερινών θυμάτων του. Όσο κάθε γυναίκα σιωπά, απέναντι στην αδικία που επιδέχεται στην κοινωνική της ζωή, στην εργασία της, στα όνειρα της, στις ευκαιρίες της, θα υπάρχει η εκμετάλλευση της. Όσο κατεβάζει το κεφάλι κοκκινίζοντας απέναντι στα σοβινιστικά και φαλλοκρατικά σχόλια που ακούει στο δρόμο, στο σχολείο, στο σπίτι της, ντροπιάζει κάθε γυναίκα πριν απο αυτήν που διεκδίκησε το δικαίωμα της ψήφου της. Όσο ένας άντρας δεν τολμά να γίνει Άντρας, στηρίζοντας μια γυναίκα κι όσο εκείνη μεγαλώνει τις κόρες της με το παραμύθι της Ωραίας Κοιμωμένης, άλλο τόσο  θα ακούγεται η φράση που μελωποίησε ο «ποιητής»: «Έχω ένα παιδί και μια κόρη.»

Η πορνογραφία σε κάθε της μορφή θα εξακολουθεί να υπάρχει. Ο άνθρωπος εξελίχτηκε τα τελευταία 10.000 χρόνια. Ίσως μέχρι τα επόμενα, να εξελιχτεί τόσο, που δεν θα έχει ανάγκη την πορνογραφία. Προς το παρόν, είναι μόνο προς τέρψιν της φαντασίας , αρκεί να μην διαφεντεύει τις ζωές μας με οποιονδήποτε τρόπο και κυρίως θέτοντας λανθασμένα σωματικά πρότυπα και συμπεριφορές. Τέλος αν κάτι πρέπει να απασχολεί τις γυναίκες απο το θέμα της τσόντας, είναι ότι εκατομμύρια άντρες κάθε λεπτό, περνούν το χρόνο τους καθηλωμένοι μπροστά απο μια οθόνη, υποχείριοι ουσιαστικά του γυναικείου φύλου. Είστε ικανές με άλλα λόγια να προσφέρετε τον πόνο και την ηδονή. Τόσο είναι η δύναμη σας.

Κλείνοντας παραθέτω το παρακάτω βίντεο. Το θεωρώ την πιο χυδαία και χείριστη μορφή πορνογραφίας, διότι σε εκείνη που αναφερθήκαμε, είναι ξεκάθαρος ο στόχος της. Όμως κάθε φορά που τυγχάνει να το ακούσω, απλά χαμογελάω μειλίχια και  κλείνω το μάτι μου πονηρά σε κάθε Γυναίκα.  ;-)