Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Μια παλιά Φωτογραφία



Εχθές καθάριζα το σπίτι  κι ανάμεσα στα πράγματα που μετακινούσα, έπεσε στο πάτωμα μια παλιά φωτογραφία. Μια φωτογραφία ξεχασμένη, τραβηγμένη ακριβώς πριν απο έντεκα χρόνια, την ημέρα των γενεθλίων μου. Τη θυμήθηκα εκείνη τη μέρα. Θυμάμαι ότι ήμουν χαρούμενος κι ερωτευμένος. Θα γιόρταζα τα γενέθλια μου με Εκείνον. Ντυνόμουν στο δωμάτιο μου, απέριττο απο τα πολλά κι Εκείνος μπήκε κρυφά με μια φωτογραφική στο χέρι, θέλοντας να με βγάλει μια φωτογραφία. Περιέργο να βρω αυτή τη φωτογραφία, ανήμερα των γενεθλίων μου. Τότε ήμουν είκοσι τρία κι εκείνος στην ηλικία που είμαι εγώ σήμερα, τριάντα τέσσερα.

Κοιτούσα την φωτογραφία για ώρα, θέλοντας να εντοπίσω τις Άλλαγές. Έντεκα χρόνια δεν είναι λίγα, αλλά ούτε και πολλά. Εξαρτάται πάντα για ποια δεκαετία αναφέρεται κανείς. Τότε στα είκοσι, τώρα στα τριάντα. Απο μικρός είχα κάποιες ηλικίες που τις θεωρούσα ορόσημο στη ζωή ενός ανθρώπου. Αρχικά ήταν τα Δώδεκα, ανηπομονούσα να γίνω δώδεκα, θεωρούσα πως θα ήμουν πλέον αρκετά μεγάλος και θα έπαυα να ήμουν παιδί. Έγινα δώδεκα και ονειρευόμουν τα Δεκαπέντε, ένα βήμα πριν την ενηλικίωση των Δεκαοχτώ. Αργότερα τα Εικοσιτρία. Ανδρωμένος, ανεξάρτητος, κάνοντας τα πρώτα βήματα του επαγγελματικού στοίβου, της λεγόμενης «Καριέρας» κι έπειτα τα Τριάντα. Τα φοβερά τριάντα, που πλέον θα μπορούσες να είσαι ώριμος, να κρίνεις ότι είχες κάνει και να συνεχίσεις να χτίζεις πάνω σε γερές βάσεις τη ζωή σου. Μετά δεν είχε κάτι άλλο. Το μυαλό μου σκόνταφτε στα Τριάντα.

 Τα πέρασα όλα τα «ορόσημα» για να φτάσω στα λεγόμενα τριάντα τέσσερα και κοιτάζοντας τη φωτογραφία, μια ανασκόπηση πραγματοποιήθηκε  τάχιστα μέσα στο νου μου. Λάθη, φιλοδοξίες, όνειρα που δεν πραγματοποιήθηκαν, απογοητεύσεις, κλάμα, δυσκολίες, όλα πέρασαν αστραπιαία μέσα στο μυαλό μου κι εκεί που ένα πικρό χαμόγελο πήγε να σχηματιστεί στα χείλη μου, σα άλλος Αντώνιος που αποχαιρετά την Αλεξάνδρεια, θυμήθηκα. Θυμήθηκα τις χαρές, το γέλιο, τις σκανδαλιές, τις μικρές κι μεγάλες επιτυχίες του δικού μου Μικρόκοσμου, και πάνω απο όλα τον Εμένα, στο τώρα. Κι απλά Χαμογέλασα! Έβαλα ένα ποτήρι κρασί, χύμα δεν έχει σημασία, αλλά στο κρυστάλινο ποτήρι κι ήπια «Στην Υγειά» μου. Έτσι για τα Περασμένα, για το  Τώρα κι εκείνα που Έπονται.

Τα χρόνια περνούν κι εμείς αλλάζουμε (;). Οφείλουμε να αλλάξουμε. Άλλοτε ακολουθώντας την ροή των εξελίξεων κι άλλοτε δημιουργώντας τις ίδιες τις εξελίξεις. Τα πάντα αλλάζουν, γυρίζουν. «Δεν ξαναμπαίνεις ποτέ στο ίδιο ποτάμι δυο φορές», έλεγε ο Ηράκλειτος κι έλεγα κι εγώ απο μέσα μου, όταν σχηματίστηκε ναρκισσιστικά κι εγωϊστικά η σκέψη «Να ‘μουν πάλι είκοσιτρία!». Για ποιο λόγο άλλωστε; Τα ίδια «σκατά» θα έκανα. Όταν όμως μου πέρασε η σκέψη να επαναλάβω μια πράξη, την οποία τότε θα έκανα «ελαφρά τη καρδία», αυτοχαστουκίστηκα και γέλασα. Επ!, είπα. «Μεγαλώσαμε, αλλάξαμε, τι πας να κάνεις;» και τότε κατάλαβα το νόημα των Γενεθλίων, που κάθε χρόνο προστίθεται στις πλάτες μας, μέχρι να καμπουριάσουμε απο το πολύ βάρος.

Ώρες-ώρες σκέφτομαι, πως θα έπρεπε να γεννιόμαστε σα τον Μπέντζαμιν Μπάρτον, στην ομώνυμη ταινία. Το βάρος της σωματικής ηλικίας, αντιστρόφως ανάλογο με την εμπειρία. Τότε, ίσως θα αποφεύγαμε τα λάθη λόγο της υπεροψίας της νιότης κι όσο θα περνούσαν τα χρόνια, η ωρίμανση θα έβρισκε την Χρυσή Τομή με την νεότητα. Όμως τι Άνθρωποι θα είμασταν τότε; Τα λάθη μου είναι αυτά που καθόρισαν το τι είμαι και τα μελλοντικά, αυτά τα οποία θα γίνω. Αλλάζουμε κι αλίμονο σε εκείνους που δεν θέλουν να αλλάξουν, χαμένοι στον Κόσμο του «Ποτέ», σαν άλλος Πίτερ Παν. Όμως η μεστότητα της Ζωής, βρίσκεται στο να Την Ζεις.

Να Την Ζεις, έτσι όπως λαχταράει η Καρδιά σου, πληρώνοντας το τίμητα για αυτό. Με λάθη, πολλά λάθη όμως όχι επαναλαμβανόμενα, γιατί αυτό δεν είναι Αλλαγή. Τι κι αν τα όνειρα μας έκαναν γκελ πάνω σε ένα μαύρο τοίχο; Τι κι αν όσα πεθυμήσαμε δεν έγιναν; Τι κι αν πληγωθήκαμε, προδωθήκαμε, κλάψαμε; Το βάρος στις πλάτες μας μπορεί να γίνει μια αναπαυτική πολυθρόνα για καινούργια όνειρα. Άλλωστε δεν έχουν αξία όσα επιθυμούμε, αλλά όσα θέλουμε κι είναι στο χέρι μας, να τα διεκδικήσουμε.

Κάποτε ήθελα να πεθάνω. Τώρα απλά θέλω να Ζω. Θα γίνουν όλα εκείνα που Θέλω; Δεν ξέρω! Της Ζωής τα γραμμένα, κανείς δεν τα ξέρει. Ξέρω μονάχα ένα: Να Ζεις , σα να πρόκειται να πεθάνεις αύριο. Να Σκέφτεσαι, σα να πρόκειται να μην πεθάνεις ποτέ. Για αυτό θα βάλω την φωτογραφία σε μια κορνίζα, μια υπενθύμιση πως τα χρόνια περνούν κι εύχομαι, μετά απο χρόνια, να την κοιτώ κι απλά θα Χαμογελώ!

Χρόνια μου Καλά!




Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Πυρ, Γυνή και Θάλασσα


Τα τελευταία δυο χρόνια, βαριέμαι αφόρητα να βγαίνω έξω. Μου αρέσει το σπίτι μου, έτσι όπως τελικά το έχω φτιάξει με αποτέλεσμα να περνάω πολλές ώρες μέσα και να αποφεύγω οποιαδήποτε βραδινή έξοδο, σε σημείο που οι φίλοι μου με χαρακτηρίζουν «Cave Man». Όμως προτιμώ αντί να καθόμαστε σε μια καφετέρια, κουνώντας ένα καλαμάκι, να τους φωνάζω  για φαγητό, μέσα στην άνεση του σπιτιού, δίχως καμιά δηθενιά και το άγχος του «τι θα βάλω». Αποτέλεσμα αυτού, είναι να απέχω πια αρκετά απο την νυχτερινή Αθήνα, μη έχοντας πια καμιά ιδέα σχετικά με τα καινούργια «στέκια», τα “in & trendy” μέρη κι εννοείται οι κοινωνικές μου γνωριμίες να έχουν περιοριστεί σε μετρημένα, αγαπημένα άτομα. Μετά όμως απο πολλές πιέσεις, δέχτηκα την πρόταση μιας “φίλης” να “βγούμε”, “Έτσι για να θυμηθούμε τα παλιά”, όπως μου είπε.

Ντύθηκα λοιπόν κι εγώ κατα παραγγελία με μισή καρδιά και σε λίγο ακούστηκε η κόρνα απο κάτω με την Ε., ντυμένη στην πένα, να με υποδέχεται με αγκαλιές και φιλιά, τάζοντας μου μια ξέφρενη βραδιά στο πιο μοδάτο μαγαζί της πόλης, το οποίο είχε ανοίξει ένας γνωστός της κτλπ, κάνοντας με να αναρωτιέμαι πως στο διάλο προλάβαινε να έχει καριέρα, χρόνο για κομμωτήριο, μανικιούρ, ψώνια και να διευρύνει τον κοινωνικό της περίγυρο, γνωρίζοντας τους πάντες και τα πάντα! Φτάνουμε λοιπόν στο μαγαζί, δίνει τα κλειδιά στον παρκαδόρο με ύφος μοιραίας γκόμενας, με πιάνει α λα μπρατσέτα και μπαίνουμε μεσα στο περιβόητο μαγαζί. Η Ε., αρχίζει να χαιρετάει δεξιά κι αριστερά, πετώντας φιλιά παντού και σέρνοντας με σα λατέρνα, όπου στην προσπάθεια της να με κοινωνικοποιήσει αρχίζει και μου συστήνει ένα σωρό κόσμο, που ειλικρινά δεν θυμάμαι κανένα όνομα και καμιά φάτσα. Μετά απο αρκετή ώρα κι αφού ολοκληρώθηκε πια το entry show, καθόμαστε σε ένα τραπέζι, Reserve”  παρακαλώ, και πριν προλάβουμε να κάτσουμε καλά καλά, έρχονται δυο ποτήρια κοκτέιλ σαμπάνιας, κερασμένα απο τον Τάδε. “Ωραία! σκέφτομαι. Καλά αρχίσαμε. Θα γλιτώσω τα λεφτά της λαϊκής την Πέμπτη.”, είπα απο μέσα μου, καθώς άρχισα να παρατηρώ το χώρο, τίγκα στον κόσμο και να αναρωτιέμαι κάτω απο πιο τραπέζι κρύβεται η Οικονομική κρίση, πέρα απο το δικό μου κάθισμα.

Η Ε., με τη γνωστή σε μένα λογοδιάρροια, άρχισε να μου λέει για τον κάθε θαμώνα ανάμεσα στις ερωτήσεις που έκανε σχετικά με την προσωπική μου ζωή και στο σχολιασμό του μαγαζιού, παράλληλα με την περιγραφή ενός one night stand με τον barman, ο οποίος φυσικά ακόμα την παίρνει τηλέφωνο. Και πάνω που είχα αρχίσει να καταριέμαι την ώρα και τη στιγμή που δέχτηκα να βγω μαζί της και να αναπολώ τον καναπέ μου, μαζί με τις λούτρινες μου παντόφλες, να βλέπω ένα splatter θρίλερ, αγκαλιά με το σκύλο μου  τρώγοντας μπακαλιάρο - σκορδαλιά που είχα φτιάξει απο το μεσημέρι, να σου σκάει μια σαμπανιέρα στο τραπέζι με ένα μπουκάλι σα αυτό που είχε η γνωστή Τζούλια στην οσκαρική της ερμηνεία.
«Εσύ το παρήγγειλες;», ρωτάω την Ε.
«Όχι!, μου απαντά. Κέρασμα θα ναι.», λέει φυσικότατα και ψύλλοι μπήκαν στα αυτιά μου. «Κοίτα να δεις που για γκομενοδουλειά της Ε. βγήκαμε και τάχα μου με πεθύμησε.», σκέφτομαι και πριν προλάβω να ολοκληρώσω την σκέψη μου, να σου ο σερβιτόρος ανοίγει το μπουκάλι με ένα «ποπ!», λέγοντας πως είναι απο τον κύριο Τάδε, «γνωστό» της Ε. Φεύγει ο σερβιτόρος, «Ωραίο κωλαράκι!», σκεφτόμουν ο αμαρτωλός απο μέσα μου, συγνώμη κιόλας, αλλά είχα ξεχάσει πως στα εν λόγω μαγαζιά το προσωπικό το περνάνε απο casting πρώτα, κι όχι όπως εγώ που τους περνάω απο interview κι έχει πήξει το μάτι μου στις λερωμένες ποδιές και την περιφέρεια γηπέδου Ατρόμητου γωνία με γωνία. Στο μεταξύ η Ε. κοίταζε τον κύριο Τάδε που καθόταν σε μια ροτόντα με άλλα τρία ζευγάρια, συνοδευόμενος προφανέστατα απο την  λίφτινγκ – κολαγονοχειλού – πλαστικηβυζού-κρυοκωλού γνωστή περσόνα πενητάρα σύζυγο κι ξαφνικά ένιωσα σα τριτοκλασσάτη βιζιτού σε μπουζουξίδικο στην Εθνική έξω απο τη Λάρισσα- σε είδα κι λαχτάρησα.

“Στην υγειά μας αγάπη!”, μου λέει η Ε. κι σκεφτόμουν πως με ξένα κόλυβα κάνω μνημόσυνο και μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι, οπότε λέω στην Ε.
“Λέγε μωρή σακοράφα, ότι δεν με έφερες εδώ για ξεκάρφωμα στον Τάδε, αλλιώς θα πω στον barman ότι έχασες το βρακί σου το 2003 σε νταλίκα, έξω απο την Λάρισα.» Ε, και τότε μου ξεφούρνισε όλο το στόρυ.

«Πυρ, Γυνή και Θάλασσα», λέει το τραγούδι κι είχε δίκιο ο χαροκαμένος που το ‘γραψε, καθώς θυμόμουν την Γιαγιά που έλεγε: Της Πουτάνας η τύχη, είναι πίσω απο την πόρτα!» Ο λεγάμενος, παντρεμένος με δύο τέκνα, είχε δαγκώσει τη λαμαρίνα με την Ε., παίρνοντας της το cabrio του οποίου τα κλειδιά έδωσε με ύφος δέκα Καρδηναλιών στον παρκαδόρο και για αυτό αρνιόταν πεισματικά να πάω να την πάρω με την Claudia, (σημ. Το Citroen του ’92 που οδηγώ), αλλά επειδή δεν μπορούσε να βρεθεί μαζί της απόψε όπως συνήθιζαν κι είχε σκοπό να του ζητήσει τα καινούργια Chimy Choo, τον ακολούθησε στο εν λόγω trendy μαγαζί, μια κι το χαϊβάνι είχε αναρτήσει στο φατσοβιβλίο τι θα έκανε και να σου ξαφνικά η Ε. με θυμήθηκε, να θυμηθούμε τα παλιά, να το παίζω αλλοδαπό ζεν πρεμιέ της Ε. για τα μάτια της.

«Έχεις την κάρτα σου μαζί;», τη ρωτάω.
«Ναι», μου λέει.
«Ο λεγάμενος δεν την πληρώνει;», ρωτάω ευθαρσώς.
«Εεεε, ναι.», μου λέει κομπάζοντας.
«Δώστην μου.», της λέω και το κάνει.

            Φωνάζω το σερβιτόρο και παραγγέλνω την πιο ακριβή σαμπάνια κλείνοντας της το μάτι κι εκείνη βάζει τα γέλια καθώς της λέω, «Μου χρωστάς για το αποψινό.» Σκάει λοιπόν ο σερβιτόρος, με την υπόλοιπη κουστωδία, καθώς μη χιέσω, όλα είναι ένα θεαθήναι, ανοίγει την vintage, σερβίρει στα καινούργια, κρυστάλλινα αυτή τη φορά ποτήρια, και μας κοιτάζει το μισό μαγαζί μαζί με το επίμαχο τραπέζι κι εγώ σε οσκαρική ερμηνεία ερωτευμένου Ρομέου. Έλα που σκάει μύτη ο Τάδε μετά απο δυο λεπτά, τάχα να χαιρετίσει μετά απο την επίσκεψη στα τζουρά, προφανώς λόγω προστάτη, την Ε., γνωστή της εταιρίας Τάδε κι εγώ συστήνομαι γόνος Ελβετικής ανατροφής της Αυλής της Ταϊλάνδης κι ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος:

            «Ο κύριος Τάδε, μας κέρασε την πρώτη σαμπάνια.»,λέει η Ε.
Σηκώνομαι να χαιρετίσω κι τον προσκαλώ να καθίσει μαζί μας, κάνοντας νόημα στο σερβιτόρο με τα δάχτυλα να φέρει καρέκλα, απο ποια ταινία το είχα δει δεν θυμάμαι και μας στρώνεται ο κύριος Τάδε.
«Δεν την ήπιατε όμως», λέει ο Τάδε.
«Ναι. Δυστυχώς δεν είναι αυτή που πίνουμε συνήθως.» λέω κι εγώ. «Σας ευχαριστούμε όμως πολύ για την χειρονομία, είστε πολύ ευγενικός και χαίρομαι που οι συνεργάτες της Ε. την εκτιμούν.», Ε; πως με κόβετε;
«Με συγχωρείτε αλλά πρέπει να επιστρέψω στο τραπέζι μου.», απαντά ο Τάδε και σηκώνεται. «Επιτρέψτε μου η επόμενη να είναι απο μένα.», λέει το  χαϊβάνι κι αυτή τη φορά δεν ένιωσα καμιά ενοχή για τα ξένα κόλυβα, κάνοντας του νεύμα με το κεφάλι ευχαριστώντας τον.

Όλη αυτή την ώρα η κερατοφορούσα τεκντατζού, όπως έμαθα αργότερα- δεν θα σας πω- σύζυγος, μας κοιτούσε κι καθώς ο σύζυγος μη μου άπτου απομακρυνόταν, σηκώνω το ποτήρι μου, το οποίο θα πλήρωνε πάλι εκείνος και την χαιρετίζω με σπουδή Downton Abbey για να μου σκάσει ένα -γαμώ τις λευκάνσεις- θέλω το τηλέφωνο του οδοντιάτρου- χαμόγελο, περιμένοντας τον κανακάρη της να επιστρέψει στο πλευρό της. “Καημένη Γιολάντα!”, σκεφτόμουν παράλληλα με το: “I want to thank my Manager…”, κρατώντας τον Oscar στα χέρια μου. Ρε τι τραβάμε κι εμείς οι Αδελφές!

Έλα μου ντε που η Ε. μεγαλοπιάστηκε και με σηκώνει να χορέψουμε πριν καθίσει ο λεγάμενος και τον περάσει απο ανάκριση η μανδάμ και μου λέει:

“Φίλησε με!”
“Είσαι τρελλή μωρή!”, της λέω.
Φίλησε με τώρα! Μας κοιτάζει!”, λέει εκείνη.
Και της δίνω ένα γλωσσόφιλο α λα Rock Hudson για να μάθω σήμερα πως τα Chimy Choo θα τα πάρει απο το Λονδίνο κι όχι απο την Αθήνα!

Επέστρεψα σπίτι μου αργά το ξημέρωμα κι φόρεσα με απόλαυση τα λούτρινα παντοφλάκια μου. Κι επειδή τόση ώρα με είχε κόψει η λόρδα, πιστέψτε με νηστικός μην πίνεις ποτέ σαμπάνια, πλάκωσα την σκορδαλιά με μια φραντζόλα καλαμποκόψωμο που είχα ψήσει πρωτύτερα, με το τηλέφωνο του barman στην τσέπη...Κάτι μου λέει πως μαλακίες μου έλεγε η Ε. κι μάλλον το ‘χαψε κι εκείνος πως είμαι γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, μεγαλωμένος στην Ελβετία… Σιγά μην τον διαψεύσω! Άλλωστε, ψέμα είναι μόνο ότι ΔΕΝ θέλουμε να παραδεχτούμε…



Αφιερωμένο στην Ε. και σε κάθε Ε. γιατί.. "Γυναίκα θα πει Πουτανιά Τσαχπινιά και Ξυράφι μυαλό!"


Αφιερωμένο στον Τάδε, γιατί ΤΑ ΖΗΤΑΕΙ Ο ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΟΥ!!!

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Σημειώσεις ενός Αυτόχειρα


Την άλλη εβδομάδα, έχω τα γενέθλια μου. Ολοκληρώνω άλλο ένα χρόνο σε αυτόν τον κόσμο, σε αυτή τη Ζωή. Για άλλον έναν χρόνο, περπάτησα, ονειρεύτηκα, γέλασα, έκλαψα, δούλεψα, διασκέδασα, Έζησα, όπως κάνουν όλοι. Έχω όμως δυο γενέθλια το χρόνο. Στα πρώτα, συμπληρώνω άλλο ένα βιολογικό χρόνο. Στα δεύτερα, τα ουσιαστικά χρόνια της ύπαρξης μου, που φέτος έγιναν είκοσι.

Είκοσι χρόνια έχουν περάσει, απο τότε που επιχείρησα να γίνω αυτόχειρας. Και θα το είχα καταφέρει εάν η Ζωή για άλλη μια φορά δεν με ειρωνευόταν. «Θα ζήσεις.», μου ‘πε. «Θα ζήσεις, μέχρι τότε που δεν θα θες να πεθάνεις.», ήταν η «Κατάρα» της. Έτσι το ένιωθα όταν τελικά επιβίωσα. Κι επιβίωσα, για να περάσω κι άλλες μέρες μέσα στην κατάθλιψη. Για να ζήσω την χλεύη του σχολείου, την αποδοκιμασία του κόσμου, της κοινωνίας, των γονιών μου, γιατί απλά ήμουν «διαφορετικός». Πάντα ήξερα ότι ήμουν διαφορετικός, απο τότε που άρχισα να έχω συνείδηση του κόσμου. Νομίζω πως τότε άρχισαν να έχουν και οι γύρω μου αυτή την επίγνωση κι άρχισαν να με αντιμετωπίζουν ως «διαφορετικό». Αργότερα έμαθα πως αυτό το «διαφορετικό» έχει πολλά όνοματα. Λέγεται ανώμαλος, ομοφυλόφιλος, πούστης, αδελφή, συκιά κι άλλα πολλά που είχα την ευκαιρία να ακούσω όταν απευθύνονταν σε μένα, όταν μιλούσαν για μένα, όταν αναφέρονταν για μένα.

Είναι δύσκολο να είσαι διαφορετικός στην εφηβεία. Να ξέρεις ότι είσαι διαφορετικός. Να ξέρουν οι άλλοι ότι είσαι διαφορετικός. Και πάνω απο όλα να σε αντιμετωπίζουν σα διαφορετικό, απλά γιατί σε εκείνη την περίοδο προσπαθείς να ενταχτείς κι εσύ, σε αυτό που μελλοντικά θα λέγεται κοινωνία. Καταλαβαίνεις όμως πως δεν πρόκειται ποτέ να ενταχθείς σε αυτήν. Παίρνεις μια πρόγευση, απο το σχολείο, απο την καθημερινότητα σου με το άλλοθι ακόμα του «παιδιού», όμως ξέρεις πως δεν είσαι παιδί. Είσαι ο μελλοντικός ενήλικας, το αυριανό περιθώριο της κοινωνίας στην οποία θα κληθείς να ζήσεις, αλλά ποτέ δεν θα ανήκεις σε αυτήν. Κι η γεύση που παίρνεις, είναι γεμάτη πίκρα. Τότε είναι πιο δυνατή η αίσθηση, γιατί είναι πρωτόγνωρη. Το σώμα σου, η ψυχή σου, ο εγκέφαλος σου, δεν έχει μνήμες απο αυτήν για να σε προφυλάξει. Το σοκ είναι μεγάλο. Αργότερα, μπορεί να γίνει οικεία. Έχεις αποκτήσει τη γνώση, ξέρεις τι σε περιμένει, το συνηθίζεις, έχεις εμπειρία. Τότε όμως δεν είχες τίποτα. Μονάχα μια βιασμένη αθωότητα κι μια μεγάλη απορία: Γιατί;, όμως η απάντηση σκοντάφτει απλά στο «διαφορετικός».

Κάποιοι είναι τυχεροί και καμουφλάρουν αυτή την διαφορετικότητα. Ζούνε ντυμένοι με προβειά, ανάμεσα στους άλλους, γιατί καταλαβαίνουν απο ένστικτο, πως είναι ο μόνος τρόπος να επιβιώσουν, να γίνουν αποδεκτοί στο προοίμιο κι έπειτα στο κυρίως έργο της τραγωδίας που ακολουθεί. Κάποιοι όμως δεν είναι τόσο «έξυπνοι» ή «τυχεροί» και βιώνουν απο νωρίς στο πετσί τους, τις συνέπειες του να είσαι «διαφορετικός». Τι κρίμα που δεν υπάρχει πια ο Καϊάδας. Θα γλίτωναν μια ώρα αρχύτερα αντί να περάσουν μια θηλιά στο λαιμό τους, να χαράξουν τις φλέβες τους, να καταπιούν δηλητήριο ή φάρμακα, να πέσουν απο κάποιο κτίριο, δεκαπέντε χρόνια περίπου μετά τη γέννηση τους, όπως έκανε πριν λίγες μέρες ο Αντρέας στην γειτονική Ιταλία.

Ο Αντρέας ήταν δεκαπέντε χρονών. Ένα παιδί «διαφορετικό» απο τα άλλα. Ντυνόταν «εκκεντρικά», όπως χαρακτήριζαν το ντύσιμό του. Του άρεσε το ροζ χρώμα και πήγαινε στο σχολείο φορώντας αυτά που ήθελε. Έβαφε τα νύχια του, θηλυπρέπιζε, θα έλεγε κανείς. Είχε όλα εκείνα τα στοιχεία που κραύγαζαν την διαφορετικότητα του, σα άλλον Αντρέα της δεκαετίας του ’80 που γυρνούσε στους δρόμους της Αθήνας φωνάζοντας «Φτεράαα! Φτεράααα πουλάω!» και που τόσο διασκέδαζε τους άλλους, επιβεβαιώνοντας συνειδητά και υποσυνείδητα τον ανδρισμό και την «μη- ανωμαλία» των υπόλοιπων. Τώρα όμως, χάρη στην τεχνολογία υπάρχουν και τα κοινωνικά δίκτυα ηλεκτρονικής διασύνδεσης, βάζοντας το λιθαράκι τους στη διεύρυνση του κραξίματος, ξεπερνώντας τον “περιορισμένο” χώρο του σχολείου. Φτιάχνοντας λοιπόν κάποιοι επιτήδειοι ένα προφίλ, ανέβαζαν παραποιημένες φωτογραφίες του Αντρέα, προκειμένου να γίνει χλεύη σε ακόμα περισσότερο κόσμο. Και συμμετείχαν αφείδωλα πολλοί. Σχολιάζοντας, βρίζοντας, κοροϊδεύοντας.

Όμως όταν είσαι δεκαπέντε, έχεις δυο επιλογές. Ή πιστεύεις όλα αυτά τα οποία σου καταλογίζουν πως είσαι, ένα βδέλυγμα ή απλά το παλεύεις όσο μπορείς, όσο αντέχεις, αν αντέχεις. Και τα δυο όμως οδηγούν σε απλές σκέψεις. Ποιος ο λόγος να ζήσεις, εφόσον δεν αξίζεις να ζήσεις; Ποιος ο λόγος να ζήσεις, αφού δεν αντέχεις να περάσεις άλλη μια μέρα, όμοια με την άλλη, γεμάτη πόνο, ντροπή, φόβο, ξεφτίλα; Τι αξία έχει η ζωή σου τότε; Τι αξία έχεις εσύ; Καμία! Στο επιβεβαιώνουν καθημερινά οι άλλοι. Ο περίγυρος σου. Οι “φίλοι” σου. Οι καθηγητές σου. Οι συμμαθητές σου. Οι γονείς σου. Η οικογένεια σου. Και τέλος Εσύ!

Ο Αντρέας πέρασε μια θηλιά στο λαιμό του και κρεμάστηκε μπροστά στον μικρό του αδελφό. Ίσως ήθελε να του πει: Κοίτα μην γίνεις σαν εμένα, γιατί έτσι θα καταλήξεις. Ίσως ήθελε έναν μάρτυρα για το δικό του τέλος. Ίσως γιατί ήθελε να βλέπει ένα οικείο πρόσωπο, ανεξάρτητα απο τη σχέση που μπορεί να είχαν, όταν η ζωή θα έφευγε βασανιστικά απο μέσα του, καθώς ο πόνος της ασφυξίας σου ξεσκίζει τα σωθικά για 40 δευτερόλεπτα μέχρι ενάμιση λεπτό. Τόσο διαρκεί η πορεία προς το θάνατο με αυτό τον τρόπο. Κι ο χρόνος μοιάζει να σταματά, παρατείνοντας το μαρτύριο, την αγωνία του θανάτου, με τις χίλιες δυο σκέψεις να περνούν απο το μυαλό και την ψυχή σου. Φόβος, θλίψη, μετάνοια, πόνος. Η μια εικόνα διαδέχεται την άλλη με αστραπιαίες ταχύτητες, όμως η στιγμή της λύτρωσης αργεί να έρθει. Ένα… Δυο…Τρια…, παγώνουν τα νανοδεύτερα, ενώ γίνεσαι ένα ανθρώπινο εκκρεμές  στο ρολόι του πόνου. Κι έπειτα, ξαφνικά όλα μαυρίζουν.

Ο θάνατος του Αντρέα κοινοποιήθηκε. Ήταν το τελευταίο πράγμα που έκαναν οι γονείς του. Δεν το αποσιώπησαν. Δεν είπαν πως αρρώστησε. Αλλά πως αυτοκτόνησε, γιατί δεν άντεχε άλλο την συμπεριφορά του κόσμου στο πρόσωπο του, λόγω της διαφορετικότητας του. Ίσως γιατί ένιωσαν ενοχές, που δεν μπόρεσε  να γιορτάσει άλλο ένα χρόνο τα γενέθλια του. Ίσως γιατί αισθάνονται υπεύθυνοι, που εκείνος έθεσε τέρμα στη ζωή του, λόγω όσων έκαναν ή δεν έκαναν. Ίσως να είναι, ίσως και να μην είναι. Ο Αντρέας όμως πέθανε. Ένα παιδί δεκαπέντε χρονών έφυγε απο την ζωή. Αυτοκτόνησε δια απαγχωνισμού. Ένα παιδί δεκαπέντε χρονών, που το μόνο που υποχρεούται να κάνει είναι να γελά, να διασκεδάζει και να κάνει αφελή όνειρα για το μέλλον.

Πορεία έκαναν στη μνήμη του ως ένδειξη διαμαρτυρίας απέναντι στην ομοφοβία και το bulling. Το γεγονός αυτό θα απασχολήσει τα Μ.Μ.Ε. για κάποιο διάστημα. Η πολιτική θα θορυβηθεί. Θα γίνει το θέμα της επικαιρότητας και υλικό στις κοινωνικές συναθροίσεις. Κι έπειτα σιωπή. Σιωπή. Σιωπή. Σιωπή. Μέχρι που κάποιος άλλος Αντρέας θα θέσει τέρμα στη ζωή του, για να επανεκκινηθεί το θέμα απο την αρχή, όπως έγινε πριν τον Αντρέα δεκάδες φορές, όμως για πόσο; Πόσα παιδιά πρέπει να πεθάνουν ακόμα, απο τα οποία πολλά άδοξα κι «ανώνυμα», γιατί η ντροπή της οικογένειας, δεν επιτρέπει τη δημοσιοποίηση. Ντροπή, όχι για την αυτοκτονία, αλλά για το λόγο αυτής. Επειδή το παιδί τους, είναι «διαφορετικό». «Καλύτερα να πέθαινες, παρά να είσαι Πούστης.», αντηχεί ακόμα στα αυτιά μου. Είναι βαριά η ταμπέλα του Πούστη, τόσο που ακόμα κι ως ταφόπλακα, δεν την σηκώνει το χώμα.

Στη Γαλλία, χιλιάδες κατέβηκαν στους δρόμους, διαμαρτυρόμενοι απέναντι στο νόμο που πάει να περάσει ο νέος της πρωθυπουργός, το οποίο αναγνωρίζει το δικαίωμα του γάμου, για τα άτομα του ίδιου φύλου. Κι όλα αυτά υποκινούμενα απο την ίδια την Εκκλησία. Στην καρδιά του καθολικισμού, ένα παιδί αυτοκτόνησε, επειδή ήταν διαφορετικό απο τα «χρηστά ήθη». (Αναρωτιέμαι που θα τον θάψουν.) Στην Ελλάδα μια θεατρική παράσταση «κατέβηκε» με φαιδρότητα, με τη συμμετοχή της εκκλησίας και της πολιτικής. Οι επιθέσεις κατά των ομοφυλόφιλων και κάθε έναν διαφορετικό πληθαίνουν ενώ παράλληλα  «λόγος» πολύς γίνεται περί ισότητας κι αποδοχής. Πόσο διαφέρουν όμως τα λόγια απο την πράξη. Γιατί πρέπει να χρειαζόμαστε «μάρτυρες» για την αφύπνιση της συνείδησης μας, μέχρι εκείνη να ξαναπέσει σε λήθαργο;

Σκόπευα φέτος, να μην γιορτάσω τα γενέθλια μου. Να μην κάνω τίποτα. Λόγω οικονομικής δυσχέρειας, λόγω κακής διάθεσης, όμως ο Αντρέας μου υπενθύμισε πως έζησα άλλα είκοσι χρόνια. Είκοσι χρόνια με χαρές, λύπες, λάθη, δάκρυα, γέλια κι όνειρα. Δικά μου. ΚαταΔικά Μου. Κι άξιζε, όπως θα αξίζουν και  τα επόμενα, όπως κι αν έρθουν. Για αυτό, το επόμενο Σάββατο θα τα Γιορτάσω μαζί Σας. Θα ανοίξω το σπίτι μου και θα Γιορτάσω για όλους εκείνους και μαζί   με εκίνους, που δεν το βάζουν κάτω, για οποιονδήποτε λόγο. Για οποιονδήποτε αποδέχεται την διαφορετικότητα, σε κάθε της μορφή. Για εκείνους που δεν χρειάζονται αφύπνιση της συνείδησης τους. Για εκείνους, που σκέφτονται να περάσουν μια θηλιά στο λαιμό, να καταλάβουν πως δεν είναι μόνοι. Για μένα, που κάποτε ήθελα να θέσω τέρμα στη δική μου ζωή γιατί είμαι «διαφορετικός», όμως τώρα δεν θέλω να «αλλάξω».

Όσοι λοιπόν ανήκετε στις παραπάνω κατηγορίες, είστε ευπρόσδεκτοι, μόνοι σας ή με παρέα. Ας φέρει ο καθένας ότι θέλει. Ένα αναψυκτικό, ένα φαγητό, ένα κρασί, μα πάνω απο όλα καλή διάθεση κι αποδοχή, για την διαφορετικότητα του άλλου. Γιατί στην τελική, είμαστε όλοι διαφορετικοί, όμως κατά βάση ολότελα ίδιοι.



Επικοινωνήστε στο e-mail: provisb@hotmail.com αναγράφοντας το όνομα και το τηλέφωνο σας για να πληροφορηθείτε σχετικά με τις λεπτομέρειες. 

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

Ένα Νέο Blog...

      Συχνά, όταν με ρωτούν τι επαγγέλομαι, την απάντηση μου διαδέχεται  απο  έναν καταιγισμό ερωτήσεων που αφορούν την ... Κουζίνα.
     
       Παράλληλα έχοντας περάσει απο τον χώρο της εκπαίδευσης πάνω στο αντικείμενο της εργασίας μου, θεωρώ πως η γνώση πρέπει να μοιράζεται. Ο μάγειρας που έστελνε τον βοηθό στο ψυγείο, προκειμένου να ρίξει το "μυστικό" συστατικό, θεωρώ πως είναι σαχλός.
     
      Έτσι μετά απο σκέψη, αποφάσισα να δημιουργήσω ένα νέο blog, στο οποίο θα αναρτώνται συνταγές, μυστικά και τεχνικές μαγειρικής... έτσι απο έναν ονειροπόλο μάγειρα.

      Ότι κι αν μαγειρέψει πάντως κανείς, το Μεγάλο Μυστικό είναι ΕΝΑ. Κάντο με Αγάπη και θα πετύχει!

      Ελπίζω να απολαύσετε το πρώτο post.

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

Έρωτες Αντρών


Όπως όλοι στην Ελλάδα, μεγάλωσα με τις πάγιες πεποιηθήσεις πως προορισμός του ανθρώπου είναι να παντρευτεί, να κάνει οικογένεια, παιδιά, να δει εγγόνια κι έπειτα μπορεί να πεθάνει ευτυχισμένος κι ολοκληρωμένος. Τα παιδιά θεωρούνται η επισφράγιση του γάμου και της οικογένειας, τόσο που άκληρα ζευγάρια να θεωρούνται «ατελή», για να μην αναφερθούμε στον τζαναμπέτη ή ακόμα χειρότερα στην γεροντοκόρη. Το πρότυπο και στερεότυπο για τον άντρα, είναι να είναι νοικοκύρης, να έχει μια καλή δουλειά με ένα καλό εισόδημα, να τεκνοποιήσει, να μεγαλώσει τα παιδιά του με «αρχές», να τα σπουδάσει και τέλος να τα παντρέψει. Αντίστοιχα μια γυναίκα, οφείλει να παντρευτεί, άντε και να εργαστεί, αλλά «Τον άντρα μου κορώνα στο κεφάλι μου.» Κάπου εκεί, μπορεί να χωρέσει κι ο Έρωτας, αν δεν τον προλάβει το προξενειό παλιότερα, τα οικονομικά συμφέροντα, η «αποκατάσταση» και τα «πρέπει» της κοινωνίας. Κι αυτό το μοντέλο, αρχαίο όσο κι η ίδια η «δομημένη» ανθρώπινη κοινωνία, διαιωνίζεται μέχρι τον εικοστό αιώνα, όπου το κίνημα του φεμινισμού κάπως συντάραξε τα «χρηστά» ήθη κι αμφισβήτησε τα πάγια.

Κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά υπάρχουν και οι gay, όπου δεν νομίζω,  κυρίως στην Ελλάδα, να υπάρχει κανένας απο αυτούς, που να μεγάλωσε με διαφορετικές κοσμοθεωρίες. Θυμάμαι το πατέρα μου όταν είχε μάθει για την ομοφυλοφιλία μου, μου έκανε νουθεσία σχετικά με τον προορισμό του ανθρώπου και του άντρα, βάσει των παραπάνω, συμπληρώνοντας πως ένας άντρας δεν μπορεί να αγαπήσει έναν άλλον άντρα κι αντίστοιχα οι γυναίκες μεταξύ τους. Πως ο έρωτας κι η αγάπη μπορεί να υφίσταται μονάχα μεταξύ ατόμων του αντίθετου φύλου, με σκοπό πάντα την ολοκλήρωση τους, μια και καθένας είναι λειψός, μέσω του γάμου και της οικογένειας. Και χάρη σε αυτήν την πεποιήθηση χιλιάδες άνθρωποι μεγαλώνουν μέσα στην ενοχή, την ντροπή, το φόβο, με τις όποιες επιπτώσεις στην προσωπική και κοινωνική τους ζωή. Όμως οι αμαρτίες είναι ανθρώπινες και τα Αμαρτήματα, ο τρόπος για να  συγκρατείται η Κοινωνία απο την ασυδοσία.

Επέλεξα να ζήσω απο νωρίς σαν Αμαρτωλός, παραδομένος στην Λαγνεία, με μόνη παρηγοριά πως θα γλιτώσω ή έστω θα κάνει πιο υποφερτό το Κολαστήριο, τον Έρωτα του Πλάτωνα, αναζητώντας το άλλο μου Μισό, διαψεύδοντας τον πατέρα μου περί έρωτα. Και μέσα σε αυτή την πορεία, έκανα λάθη, έζησα απογοητεύσεις, γέλασα, έκλαψα και θα συνεχίσω να το κάνω, όπως αναλογεί στον καθένα μας, όμως έμαθα πως «Ναι», μπορεί να υπάρξει Έρωτας κι Αγάπη μεταξύ δυο Αντρών.

Αν η Λαγνεία, ήταν άνθρωπος, θα ήταν σίγουρα παρτόλα αδελφή. Και όσο πιο «Ιανός», είναι μια κοινωνία, τόσο εκείνη θα κυλιέται σα Μαινάδα. Κάπου λοιπόν εκεί ανάμεσα, διέψευσα τις απόψεις του πατέρα μου κι έζησα ένα Έρωτα που θα μπορούσε, εάν δεν ήταν καταδικασμένος απο την γέννηση του, να εξελιχτεί σε Αγάπη και σε μια άλλη χώρα, με άλλες συνθήκες, να προχωρήσει στην οριστική κατάρριψη του παγίου περί «ολοκλήρωσης» και «οικογένειας». Όμως ζω στο Σήμερα, στην Ελλάδα και το μόνο που μου έμεινε απο εκείνον τον Έρωτα, είναι μονάχα κάποιες αναμνήσεις, μαζί με ξεχασμένες φωτογραφίες, κλειδωμένες σε ένα ξύλινο κουτί που αγοράστηκε ένα βροχερό απόγευμα του Σεπτέμβρη, μελαγχολικά Ευτυχισμένος. Το κλειδί κάπου χάθηκε με τα χρόνια στους V δρόμους που αποφασίσαμε να πάρουμε. Εκείνος ακολούθησε τον δρόμο της «ολοκλήρωσης», γιατί έπρεπε να το κάνει κι εγώ χορεύω Piazzola με την Λαγνεία, φορώντας κουστούμι τον κυνισμό.

Δεν ξέρω γιατί τα σκέφτομαι όλα αυτά. Πάντα τις Κυριακές κάνω “περιέργες” σκέψεις. Ίσως γιατί διάβασα τα τελευταία post των Eva και Daphne, που μιλούν για την ισότητα και το δικαίωμα του γάμου των ατόμων του ίδιου φύλου, με αφορμή την επανεκλογή του Ομπάμα κι αθέλητα, κοίταξα τον Πίνακα με την τελευταία αφιέρωση που μου χάρισε ο Σ. Περιέργο πως το ένα φέρνει το άλλο και η μια σκέψη διαδέχεται την άλλη σα ντόμινο, κάνοντας με να σκεφτώ, πως εάν είμαστε πολίτες μιας άλλης χώρας, ίσως να μην είχαμε χωρίσει για τους λόγους του “πρέπει”. Ίσως αυτή τη στιγμή, να μεγαλώναμε ένα παιδί, που τόσο θέλαμε και οι δυο να έχουμε, όταν συζητούσαμε κάποια ξέγνοιαστα βράδια, ξεχασμένοι απο το δρεπάνι του “Πρέπει”. Και κάναμε σχέδια, για μακρινά ταξίδια, για εξερεύνηση ξένων πολιτισμών, για μαθήματα κιθάρας και της δικής μου γλώσσας, για όταν θα επισκεπτόμασταν το χωριό που μεγάλωσα. Και που και που, τολμούσαμε να ακροβατήσουμε νοερά στο μέλλον, όταν το χρώμα των μαλλιών μας θα είχε ξεθωριάσει, όμως θα βρισκόμασταν στις ίδιες θέσεις, αγκαλιά, έπειτα απο μια παρτίδα σκάκι. Θα καθόριζαν ακόμα οι παρτίδες, το ποιος θα έκανε υποχώρηση στον άλλον;

Πολιτική και κοινωνία. Κοινωνία που επηρρεάζει την πολιτική. Μοιάζει άσκοπο κι άκαιρο, στους χαλεπούς καιρούς που διανύουμε να σκέφτομαι περί γάμου, ισότητας και γονεϊκό δικαίωμα των ομοφυλόφιλων, όμως υπάρχουν μέρες  που ξεντύνομαι τον κυνισμό μου και  σκέφτομαι ,πως πέρα απο αυτό κι όλα τα άλλα, είμαι κι εγώ άνθρωπος. Τόσο, ώστε ένας κόμπος με πιάνει πάντα  όταν ακούω την Πρωτοψάλτη να τραγουδά :

Οι φίλοι μου όλοι, εδώ και χρόνια
ζευγάρια γίναν, φτιάξαν σπίτια
μονάχα εμένα χάσκει ακόμα
χωρίς μια στέγη, ετούτη η αλήθεια.








Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

Υπερ-ήρωες κι Αμαρτήματα



Όταν ήμουν μικρός, υποκρινόμασταν τους ήρωες. Υιοθετούσαμε μια ταυτότητα κάποιου φανταστικού ήρωα των κόμικς και βάσει αυτού περνούσαμε ατέλειωτες ώρες παιχνιδιού με φανταστικά σενάρια και μάχες, «μαθαίνοντας», τη διαφορά του κακού απο το καλό, κι ότι στο τέλος νικάει πάντα το καλό. Τα αγόρια πάντα επέλεγαν κάποιον σούπερ- ήρωα δυνατό, άτρωτο, ανίκητο και τα κορίτσια πάντα κάποια όμορφη, ασχέτως υπερδύναμης. Ο Superman ήταν πάντα ο δημοφιλέστερος, λόγω της αφθαρσίας και της δύναμης του, όπως κι ο Ηρακλής της Ελληνικής Μυθολογίας. Μετά ερχόταν ο Batman, ο Wolverine, o Cyclop και τελευταίος ο Spiderman, καθώς ήταν πολύ συναισθηματικός και  καθόλου άφθαρτος. Εμένα πάλι η μοναδική δύναμη που μου προξενούσε ενδιαφέρον να υιοθετήσω, ήταν εκείνην που είχε ο Dr. X κι επειδή ήταν ανάπηρος και γέρος, κανένας δεν είχε αντίρρηση να διεκδικήσει τον ρόλο, ασχέτως εαν στο παιχνίδι ήταν υποχρεωμένοι να ακολουθούν τις δικές μου «διαταγές», επειδή κατά το σενάριο, μπορούσα να διαβάζω τις σκέψεις τους και να τους «επιβάλλω» τις δικές μου.

Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, πάντα είχα την απορία να μάθω τις σκέψεις των άλλων. Όχι εκείνες που εκφράζουν λεκτικά, αλλά εκείνες που δεν λέγονται. Τις μύχιες σκέψεις, πίσω απο το παραπέτασμα, εκείνες που εξηγούν το πραγματικό «γιατί» της κάθε πράξης, εκείνες που είναι η Αλήθεια, το πραγματικό συναίσθημα, η ίδια η ύπαρξη του ανθρώπου. Δεν ξέρω γιατί ήμουν έτσι. Ίσως γιατί προσπαθούσα να δικαιολογήσω κάποιες καταστάσεις που ζούσα σα παιδί, ίσως γιατί ικέτευα για κάποια ψίχουλα αγάπης απο το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσα, οπότε έπρεπε να πληρώ τα «θέλω» των άλλων, ίσως γιατί έπρεπε να μάθω να κρύβω τον ίδιο μου τον εαυτό απο τους άλλους, οπότε γνωρίζοντας τις σκέψεις τους θα ήμουν ένα βήμα μπροστά. Κατάλαβα όμως νωρίς πως οι άνθρωποι κρύβουν σκέψεις και συναισθήματα και μεγάλωσα με μια εμμονή να κοιτάζω τους ανθρώπους κατάματα, προσπαθώντας να διεισδύσω στο νου τους και βασιζόμενος άλλοτε στο ένστικτό μου κι άλλοτε στο συνειρμό μου.

Ανακάλυψα αργότερα βιβλία ψυχολογίας τα οποία καταβρόχθιζα, όταν οι συνομήλικοι μου διάβαζαν αθλητικές εφημερίδες κι αργότερα ήθελα να γίνω ψυχολόγος, ένας profiler με ειδίκευση στην ανάλυση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, το οποίο όμως δεν έγινα. Εξακολουθώ όμως να παρατηρώ τους ανθρώπους, προσπαθώντας να καταννοήσω το «γιατί», ίσως γιατί έτσι μπορούσα να καταλάβω τα δικά μου, στην προσπάθεια μου να ισορροπήσω σε τούτη τη ζωή. Όμως πάντα, μα πάντα, εκπλήσσομαι απο την ανθρώπινη Κακία, ασχέτως εαν «μπορώ» ή όχι να την καταννοήσω. Και δεν αναφέρομαι στους πολέμους και στην αποκτήνωση της έννοιας του ανθρώπου, αλλά στην κακία της καθημερινότητας. Την μικροπρέπεια, τον φθόνο, τη ζήλια, το μίσος που διοχετεύεται αφειδώς απέναντι σε άλλους ανθρώπους, όμως όσες φορές κι αν προσπαθώ να την αιτιολογήσω, η απάντηση δεν με καλύπτει συναισθηματικά όσο λογικά ή ψυχολογικά ορθή μπορεί να είναι.

Περπατώντας σήμερα κοντά στο σπίτι μου, ένα μηχανάκι με δυο νεαρούς με προσπερνάει επιτίθοντας μου λεκτικά για την καταγωγή μου που «προδίδεται» απο την εμφάνιση μου καθώς και για τη σεξουαλική μου ταυτότητα, όχι γιατί αυτή διαφαίνεται απο την συμπεριφορά μου, αλλά γιατί η φυσιογνωμία μου δεν ανήκει στο ελληνικό πρότυπο περί «αρρενωπότητας». Ίσως αναρωτιέστε πως το ξέρω αυτό, όμως ζώντας πολλά χρόνια σε αυτή τη χώρα και έχοντας γνωρίσει το ελληνικό κύκλωμα των gay, εισπράττοντας απορρίψεις λόγω αυτού, καταννοώ το έναυσμα της επίθεσης κι επειδή δεν μου είναι πρωτόγνωρο, δεν έδωσα σημασία και συνέχισα το δρόμο μου.

Λίγο πιο κάτω όμως ξαναπέτυχα τους ίδιους, έχοντας επιτεθεί λεκτικά και σωματικά σε έναν μετανάστη που πουλούσε κάποια ευτελή προϊόντα οικιακής χρήσεως, μια και κάθε Πέμπτη στην περιοχή έχει λαϊκή αγορά, με δεκάδες ανθρώπους να διασχίζουν τους δρόμους. Ο μετανάστης ήταν πεσμένος στο έδαφος, καλύπτοντας το κεφάλι του, τρομαγμένος, αμίλητος, ακίνητος. Ίσως να μην καταλάβαινε κιόλας το υβρεολόγιο της Ελληνικής γλώσσας που τόσο εύγλωτα χρησιμοποιούσαν οι δυο νεαροί, καταλάβαινε όμως τη γλώσσα της κακίας και του μίσους που με την ίδια άνεση έκαναν χρήση, με τους υπόλοιπους θεατές να παρακολουθούν, άλλοι αδιάφορα, άλλοι χαιρέκακα, άλλοι θλιμένα, αλλά όλοι ακούνητοι. Ο μετανάστης δεν έκλαψε, δεν φώναξε, δεν κουνήθηκε. Παρέμενε ακίνητος στο έδαφος, όπως κι όλοι, όμως η σιωπηρή γλώσσα του φόβου του που κραύγαζε, με έβγαλε απο τη σαστιμάρα μου για να ορμήσω στους δυο νεαρούς, που ήταν η δική τους σειρά να σαστίσουν.

Δεν θεωρώ τον εαυτό μου βίαιο άνθρωπο. Έχοντας υποστεί ο ίδιος βία απο μικρός, έμαθα πως δεν  για κανέναν λόγο δεν πρέπει να την ασκήσω. Εκτίμησα τις Ασιατικές πολεμικές τέχνες, ακριβώς γιατί διδάσκουν την μη εφαρμογή τους, όμως μπροστά σε εκείνο το θέαμα, γέμισα οργή και θυμό. Ίσως συνεντέλεσε το περιστατικό που είχε προηγηθεί. Ίσως γιατί η όποια αδιαφορία του περίγυρου ανακάτεψε το στομάχι μου. Ίσως γιατί κάποια μέρα εξαιτίας των παραπάνω λόγων να βρισκόμουν εγώ στη θέση του, παράτησα τα πάντα κι όρμησα πάνω σε εκείνους τους δυο. Η πράξη μου έβγαλε τους γύρω απο την ακινησία τους. Είτε γιατί κάποιοι με γνώριζαν σα «της γειτονιάς», είτε γιατί ήταν η αφορμή για πράξη, το περιστατικό έλαβε τέλος με τους δυο νεαρούς να αποχωρούν καβάλα στο μηχανάκι εξαπολύοντας απειλές για την σωματική μου ακεραιότητα και διάφορα «κοσμητικά» επίθετα, ενώ ο μετανάστης, αρπάζοντας την ευκαιρία, έφυγε τρέχοντας παρατώντας τα εμπόρευματα του, για να γίνουν βορά των διερχομένων κι εκείνων που παρακολουθούσαν τις εξελίξεις με σιωπηρές σκέψεις.

Επέστρεψα σπίτι την ώρα που η λαϊκή τελείωνε και ήταν η ώρα που κάποιοι «υπάνθρωποι», όπως τους χαρακτηρίζουν, έβγαιναν για να μαζέψουν τα πεσμένα λαχανικά απο τους πάγκους. Υπάνθρωποι, απο άλλες χώρες με σπασμένα Ελληνικά κι άλλοι απλά ηλικιωμένοι, που ήξεραν τι είναι η  καθαρεύουσα κι έγραφαν ανορθόγραφα, πολυτονικά, συμπληρώνοντας διάφορα χαρτιά για κάποια δημόσια υπηρεσία. Κι αναρωτιέμαι τώρα το «Γιατί», θυμούμενος τα παιχνίδια των παιδικών μου χρόνων, ανακαλώντας την υπεράνθρωπη ικανότητα της τηλεπάθειας που τόσο μου άρεσε να υιοθετώ, προκειμένου να αιτιολογήσω, να καταννοήσω, να δικαιολογήσω εκείνους τους δυο νεαρούς, τον κόσμο που έστεκε ολόγυρα κι εμένα που βιοπράγησα μη θυμίζοντας σε τίποτα, τον ίδιο μου τον Εαυτό, μα πάνω απο όλα την Κακία.

Δεν βρίσκω όμως άκρη. Όλες μου οι σκέψεις σκοντάφτουν πάνω στην Οργή. Εφτά, λένε πως είναι τα Θανάσιμα Αμαρτήματα. Σήμερα υπόπεσα και στη Οργή. Ας είναι. Άλλωστε όπως έλεγε ο Oscar Wilde: Ο Άγιος έχει παρελθόν κι ο Αμαρτωλός μέλλον.


Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012

Στην Κουζίνα Ολοταχώς



Μάθε τέχνη κι άσ’ τη ‘νε», έλεγε η Γιαγιά μου, στην Ελλάδα. Στην Ταϊλάνδη λέγανε κάτι άλλο, δύσκολο να μεταφραστεί στην Ελληνική γλώσσα αλλά η ουσία είναι ίδια. Οι καταβολές μου είναι περίεργες και δεν αφορούν κανέναν άλλον εκτός απο μένα, αυτό που μετράει είναι ότι έμαθα πως στη ζωή, ο «Κουλουράς», δεν στερείται τίποτα απο τον «Διευθυντή», ίσως μάλιστα να είναι και «καλύτερος», γιατί είναι Κύριος του εαυτού του και δίνει λογαριασμό μόνο στον ίδιο του τον Εαυτό.

Η Ζωή τα ‘φερε έτσι ώστε να καταλήξω (;) Chef όπως με φωνάζουν, αλλά προτιμώ τον όρο «Μάγειρας», προκειμένου να βγάλω αρχικά τα προς το ζειν. Βλέπετε όταν σε ζώνει η Πείνα και η ανάγκη της Ανεξαρτοποίησης, είναι σα να ‘σαι χαμένος στη θάλασσα. Κολυμπάς, προς τα εκεί που νομίζεις πως θα σε βγάλει στην Ακτή. Κάπως έτσι ξεκίνησα αυτό το επάγγελμα, «τυχαία». Πριν απο αυτό έκανα διάφορες δουλειές. Απο οικοδομή, σερβιτόρος μέχρι go go Boy σε διάφορα clubs της εποχής. Είπαμε, ένα μεροκάματο και «Μάζευε κι ας είναι και ρόγες». Κάπως τα φερε η Τύχη και μου πρότειναν μια δουλειά σε κουζίνα. Το σκέφτηκα απο ‘δω, το σκέφτηκα απο κει, λέω δεν χάνω τίποτα να το δοκιμάσω. Τουλάχιστον είναι μια δουλειά που μπορεί να σου δώσει προοπτικές, σε σχέση με τις άλλες που είχα ασχοληθεί, τότε δεν είχε αυτή τη γκλαμουριά και δημοσιότητα, που έχει τώρα. Είχα γνωρίσει κι έναν Chef, που είχε κάνει καριέρα, με εργασίες «στας εξωτερικάς», ξένος, και λέω «Γιατί αυτός κι όχι εγώ;» Άσε που ότι δουλειές έκανα δεν είχαν προοπτική, για πόσο;, ήταν το άγχος μου, οπότε δέχτηκα να μπω σε κουζίνα, δίχως να ξέρω τίποτα, τουλάχιστον απο επαγγελματική κουζίνα.

Η επαφή μου με την κουζίνα ήταν περιορισμένη στην κουζίνα του σπιτιού μου. Ξεκίνησα να μαγειρεύω γιατί η μάνα μου ήταν φριχτή μαγείρισσα οπότε ότι τρώγαμε, ήταν ελεεινό, απο την άποψη της γεύσης. Απο την άλλη η Γιαγιά, που κρατούσε απο Σμύρνη μεριά, ήταν υπέροχη μαγείρισσα. Θα μπορούσα να τρώω σε ‘κείνη, αλλά μεγάλωσα με ασιατικές αντιλήψεις ότι πρέπει να είσαι ανεξάρτητος και να μην βασίζεσαι σε κανέναν. Έτσι ρώταγα τη Γιαγιά, πως γίνεται το τάδε και το άλλο φαγητό και εφάρμοζα τις συνταγές της στο σπίτι για να τρώω ένα φαϊ της προκοπής. Η μητέρα μου δεν είχε κανένα απολύτως πρόβλημα, αντιθέτως χαιρόταν που την έβγαζα απο την αγγαρεία του μαγειρέματος κι ο πατέρας μου, ενώ στην αρχή αντιδρούσε «Αγόρι πράμα στην κουζίνα», άρχισε να το συνηθίζει και να απολαμβάνει τα φαγιά μου, γλιτώνοντας απο την μαγειρική της μάνας μου. Συνέβαλλε βέβαια και η Γιαγιά: «Άστον νε! Μάθε Τέχνη κι άς την ‘νε, κι αν πεινάσεις, πιάστην νε.», ήταν το μότο της που έμαθε απο τη ζωή, πως η Τέχνη, σε σχέση με τα Γράμματα, εξασφαλίζει ένα πιάτο φαϊ στο τραπέζι, χωρίς ποτέ της να υπιτιμήσει τις σπουδές, αντιθέτως, μέχρι Τρίτη δημοτικού πήγε και το’ χε μαράζι που δεν συνέχισε, αλλά... καλό είναι να ξέρει κανείς και μια Τέχνη.

Και κάπως έτσι μπήκα κι εγώ στην Κουζίνα και ξεκίνησα την επαγγελματική μου σταδιοδρομία. Πείνα και προοπτική. Δίχως σπουδές, δίχως πτυχία, δίχως τίποτα. Ξεκίνησα απο λαντζέρης, μέχρι να «μπω» στον «πάγκο», δίχως να ξέρω πως πιάνεται το μαχαίρι, θέτοντας απλά στόχους, πως Εγώ, κάποια μέρα θα γίνω Τάδε. Το αν τα κατάφερα ή όχι, το κρατώ για μένα, δεν είναι άλλωστε αυτό, ο σκοπός αυτού του post, μια φορά πάντως Ευχαριστημένος είμαι.

Παράλληλα με αυτό το επάγγελμα, έκανα κι άλλες δουλειές, η ανασφάλεια της Πείνας βλέπετε και το μότο της Γιαγιάς, που με έσωσε απο πολλά. Ασχολήθηκα με το χορό, τη διδασκαλία, τα καλλιτεχνικά, τις πωλήσεις Χρηματοοικονομικών, μέχρι που έκατσα και σε καρέκλα δερμάτινη ένα φεγγάρι, φορώντας κουστουμιά με χαρτοφύλακα, έτσι για το γαμώτο που δεν σπούδασα και θυμόμουν που μου ‘λεγε ο πατέρας μου πως είμαι άχρηστος και ανεπρόκοπος. Η ανασφάλεια της έλλειψης εκπαίδευσης και του πτυχίου, με κατέτρεχε για πολλά χρόνια, μέχρι που στάνιαρα, γιατί το δικό μου γινάτι, ήταν ανώτερο απο αυτά. Πάντα όμως υπήρχε μια σταθερά. Η Τέχνη. Η μαγειρική, που με έσωσε απο τους δρόμους. Που μου χάρισε πολλά όσα πεθύμισα σα παιδί, κοιμώντας στο πάτωμα τις νύχτες και με πήγε πιο πέρα, πιστεύω, στη Ζωή, απο το να ήμουν ένας ευκαιριακός “τυχοδιώκτης” του μεροκάματου. Πως να μην την αγαπήσω λοιπόν;

“Ότι φτιάνεις, να σκέφτεσαι πως το φτιάνεις, για ‘κείνον που αγαπάς περισσότερο.”, έλεγε η Γιαγιά μου, όταν την ρώταγα πως μπορεί μια μερίδα πατάτες τηγανιτές, να τις κάνει το πιο νόστιμο πράμα του Κόσμου ολάκερου. Κι αυτό έγινε το δικό μου μότο στην δική μου σταδιοδρομία και που προσπαθώ να μεταλαμπαδέψω στα παιδιά, που είχαν την “ατυχία”, να πέσουν στα χέρια μου, ως Chef, αλλά, αμά δεν πεινάσεις, δεν το τιμάς το ψωμί σου μάστορα.

Η μαγειρική έγινε για μένα μια γλώσσα Αγάπης. Μαγειρεύω επαγγελματικά, έχοντας πάντα στο νου μου εκείνος ο άγνωστος πελάτης να είναι εκείνος που αγαπώ περισσότερο, όμως τίποτα δεν συγκρίνεται με το να μαγειρεύω σπίτι μου. Για τους φίλους μου, για τον επισκέπτη, για μένα τον ίδιον, ανακαλώντας έτσι απο την μνήμη, στιγμές Ευτυχίας και Χαράς, όταν με πιάνει η νοσταλγία μου, για ξεχασμένες πατρίδες και “χαμένα” πρόσωπα του παρελθόντος. Άτιμο πράγμα η μνήμη και δεν υπάρχει τίποτα πιο ισχυρό απο την αίσθηση της όσφρησης και της γεύσης, για να ανασύρει πράμματα και ενίοτε θάματα. Κάπως έτσι μπήκα στην κουζίνα μου σήμερα. Λαχτάρισα μια χορτόπιτα κι ένα φρικασέ, σαν αυτά που έκανε η σχωρεμένη η Γιαγιά μου, τέτοια εποχή, μετά του Αγίου Δημητρίου, που έστρωνε τα χαλιά, σα καλοσόρισμα του Φθινοπώρου κι ευχή για τον ερχόμενο Χειμώνα.

Η ώρα άλλαξε, αλλά χαρά Θεού η μέρα. Ούτε βροχές, ούτε κρύα, ούτε χαλιά. Αλλά να, σκοτεινιάζει απο τις πέντε και βρισκόμαστε σε ένα λωλό Φθινόπωρο, με έναν αβέβαιο Χειμώνα στο προσκέφαλο. Χρειαζόμουν μια σταθερά. Κάτι να με καθησυχάσει, σα το χάδι της Γιαγιάς μου, εκείνο το φιλί που μου έδινε και τόσο μου λείπει κι αναζήτησα, σα τα κουτάβια, τις μυρωδιές, που θα ευφράνουν την καρδιά μου. Το σπίτι μύρισε σέσκουλο και σέλινο, δείγμα πως το φρικασέ είναι έτοιμο. Θα το αβγοκόψω σε καμιά ώρα, έτσι για να μην κόψει. Οι πίτες μπαίνουν μια μια στο φούρνο και οι καυκαλίθρες μου γαργαλάνε τη μύτη. “Κυρά να μπεις, Κυρά να βγεις”, σιγομουρμουρίζω, τρυπώντας τες σταυρωτά και ηρεμεί η καρδιά μου. Θα κρατήσω μια μερίδα και τις υπόλοιπες σε φίλους και στον άστεγο που μένει στο φανάρι. “Γιατί το φαϊ, αγόρι μου, είναι Αγάπη. Κι έτσι πρέπει να το μοιράζεσαι.”, έλεγε η κυρά Μαρία.

Μου λείπεις ρε Γιαγιά.