Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

Ένα blog διαφορετικό απο τα άλλα...


Χθές γύρισα απο ένα ταξίδι σε μια χώρα του εξωτερικού με ανάμικτα αισθήματα. Ήταν η πρώτη φορά που αντίκριζα απο ψηλά το αεροδρόμιο Ελ. Βενιζέλος και η προσγείωση συνάδει με την ψυχολογική μου διάθεση. Η όλη διαδικασία της προσγείωσης, ήταν και μια κατάπτωση της δικής μου διάθεσης η οποία συνεχίστηκε σήμερα με την ανάγνωση των νέων σχετικά με ομοφοβικές επιθέσεις και ενός post στο blogkaimetatiegine.wordpress.com .

Ανακάλυψα αυτό το blog  τυχαία κι απο τότε παρακολουθώ κάθε ανάρτηση του μέσω e-mail, άλλοτε σχολιάζοντας κι άλλοτε με «βουβό πόνο». Πρόκειται για μια σελίδα στην οποία παιδιά και νέοι, διηγούνται άλλοτε την προσωπική τους ιστορία του Coming Out, δηλαδή τη γνωστοποίηση στην οικογένεια και στο κοντινό τους περιβάλλον της ομοφυλοφιλία τους, άλλοτε την ψυχολογική κατάσταση την οποίαν βιώνουν λόγω της Ελληνικής πραγματικότητας, την αναζήτηση της σεξουαλικής τους ταυτότητας καθώς και τα προβλήματα τους ως διεμφυλικά  νέα άτομα. Πρόκειται για ιστορίες παιδιών, νομίζω πως λόγω ηλικίας, μου επιτρέπεται να χρησιμοποιήσω αυτόν τον όρο, ηλικίας 16-24 ετών, που ζουν στο σήμερα, στην Ελλάδα του 2012. Που θα μπορούσαν να είναι το ξαδελφάκι, ο αδελφός, το παιδί, το γειτονόπουλο, το ανηψάκι όλων σας κι όμως να μην έχετε καμιά ιδέα για το τι νοιώθουν, τι αισθάνονται, πόσο φοβούνται μα πάνω απο όλα πόσο πονούν.

Σε κάθε ιστορία ανακαλύπτω κι ένα κομμάτι του εαυτού μου, άλλοτε μικρό κι άλλοτε μεγάλο. Ανήκω στη γενιά εκείνων των ομοφυλόφιλων της Ελλάδας, που βρίσκονταν στο μεταίχμιο των αλλαγών. Με γονείς που είχαν καλύτερη μόρφωση απο τους δικούς τους γονείς. Με δυνατότητα και ευκαιρίες για σπουδές και ταξίδια στο εξωτερικό. Με παιδικά παιχνίδια στις αλάνες και με ένα σάλτο περάσαμε την  κόψη της τεχνολογικής ανάπτυξης, αλλά και με μνήμες μιας άλλης εποχής, σα κολώνια σε κάποιο παλιό μαντήλι. Και φτάνω στο σήμερα, στο προσκέφαλο των τριάντα πέντε ετών, να βγαίνω που και που στα φωταγωγημένα gay μαγαζιά, θυμούμενος τη σκοτείνια των σοκακιών που βρίσκονταν εκείνα της δικής μου εποχής πριν δεκαπέντε χρόνια, νοιώθωντας παλαίμαχος απο τη κοσμοσυρροή των εικοσάριδων, που διασκεδάζουν εκκωφαντικά κι απροκάλυπτα, όμως με ένα χαμόγελο πως Ναι, άλλαξαν οι εποχές. Οι ομοφυλόφυλοι μπορούν να είναι ελεύθεροι και ισότιμοι. Όμως γελάστηκα.

Μόλις εχθές γευμάτιζα με κατοίκους μιας άλλης χώρας, που με ρωτούσαν γιατί δεν υιοθετώ ένα παιδί, γνωρίζοντας πως είμαι single και gay, κάτι το οποίο δεν τους προξενούσε καμία απολύτως θυμειδία, ενώ απέναντι στα δικά μου επιχειρήματα, μου απαριθμούσαν ένα σωρό φίλους που γνώριζαν, που έκαναν κάτι τέτοιο, σα να μου λέγανε στην Ελλάδα, για τον τάδε και τη δείνα που έκαναν κάτι στο μαλλί τους. Και διαβάζω πάλι σήμερα, για ομοφοβικές επιθέσεις στον Κεραμεικό, και για ένα παιδί που βρήκε «διαφυγή», απο το καταπιεστικό περιβάλλον του σπιτιού, σε μια πόλη ως φοιτητής, όμως φοβάται να έρχεται στο σπίτι. Για γονείς που τοποθετούν κοριό και παραβιάζουν το προσωπικό απόρρητο, χάρη σε ντετέκτιβ, προκειμένου να μάθουν εάν το παιδί τους «ξεστράτησε», με ύποπτες ως προς την ομοφυλοφιλία, παρέες. Για μάνα, πατέρα, που δεν μιλάνε στα παιδιά τους, διακόπτοντας σχέσεις, εκβιάζοντας κι άλλοτε βιοπραγώντας, επειδή τους είπαν ότι είναι ομοφυλόφυλοι. Για δυστυχισμένα παιδιά, που νιώθουν εγκλωβισμένα στο σώμα τους, λόγω ενός γονότυπου και για τη σκέψη της αυτοχειρίας, να περνά απο το νου τους κάθε τόσο και λιγάκι, λόγω αυτών που βιώνουν, σε μια ηλικία που θα έπρεπε απλά να κάνουν αφελή όνειρα για το μέλλον. Καταστάσεις και συναισθήματα οικεία, που με πάνε είκοσι χρόνια πίσω, στο σήμερα, που είχα την αφέλεια να θεωρήσω πως ξεπεράστηκαν.

Θυμήθηκα την έκφραση του πατέρα μου, μαζί με το ξύλο που έφαγα όταν έμαθαν πως είμαι ομοφυλόφιλος. Θυμήθηκα το φτύσιμο στα μούτρα απο την μάνα μου για τον ίδιο λόγο. Θυμήθηκα τον ψυχολόγο στον οποίον με πήγαιναν, προκειμένου να θεραπευτώ. Θυμήθηκα τις φορές που έψαχνα τρόπους να πεθάνω ανώδυνα, γιατί δεν άντεχα άλλο πόνο, ασχέτως εαν ήταν στην ψυχή μου. Τις ενοχές που ένιωθα, όταν το σώμα μου ξυπνούσε, την κατάθλιψη μου, την απόπειρα αυτοκτονίας μου, το συναίσθημα της κατωτερότητας, του μιάσματος και της ασημαντότητας που μου προκαλούσαν τα λόγια των γονέων μου, γεμάτα ειρωνία, απογοήτευση, αποτροπή κι απέχθεια. Όπως τις προσπάθειες που έκανα προκειμένου να ικανοποιήσω όλες τις απαιτήσεις τους, ώστε να γίνω ένας αποδεκτός γιός, ένα παιδί που θα ένιωθε ότι οι γονείς του το αγαπούσαν και ζήλευα τους φίλους μου για τις σχέσεις που είχαν με τους δικούς τους γονείς. Ο πόνος της σπαστικής κολίτιδας και του έλκους στομάχου που απέκτησα τότε, με επισκέπτεται ακόμα, μαζί με κάποια ταραγμένα όνειρα, απο την εποχή της μοναξιάς και της εγκατάλειψης.

Νοιώθω ένα σφίξιμο στην καρδιά, καθώς τα Χριστούγεννα πλησιάζουν και ψάχνω να βρω καταφύγιο σε κάποια εργασία, γιατί δεν έχω οικογένεια για να τα γιορτάσω. Οι γονείς μου με απέρριψαν κι εγώ απέρριψα εκείνους, προκειμένου να επιβιώσω. Προκειμένου να είμαι ο Εαυτός μου. Προκειμένου να έχω την πολυτέλεια να νοιώσω κάποιες στιγμές ευτυχίας, γιατί η Ευτυχία είναι απλά στιγμές, χωρίς να νοιώθω ντροπή, φόβο, μίσος, αποστροφή κι ενοχή. Για να είμαι απλά ο Ben κι αυτό απαιτεί τίμημα. Έναν φόρο αίματος της καρδιάς κάθε μέρα, κάθε μήνα, κάθε χρόνο. Για τους γονείς μου, είμαι νεκρός. Για μένα είναι εκείνοι νεκροί. Δίχως κηδείες, δίχως μνημόσυνα. Όμως ένα ερώτημα τριβελίζει το νου μου, παρά τις πανοπλίες που έχω φορτώσει την ύπαρξη μου: Γιατί πρέπει να είναι έτσι;

Δεν τρέφω μίσος για τους γονείς μου, όπως διαπίστωσα πως ούτε εκείνα τα παιδιά που διάβασα, τρέφουν. Εκείνα ακόμα τρέφουν μονάχα ελπίδα. Ελπίδα πως θα τους αποδεχτούν, θα τους αγαπήσουν, θα τους αγκαλιάσουν οι γονείς τους, όπως την πρώτη στιγμή της γέννησης τους. Άγνωστε πατέρα, άγνωστη μάνα, το θυμάσαι εκείνο το συναίσθημα; Γιατί ο γιός σου, η κόρη σου, το παιδί σου, το θυμάται καθημερινά, κάθε στιγμή, κάθε βράδυ, κάθε πρωϊ και απλά, τους λείπει. Κλαίνε σιωπηρά, νοσταλγώντας εκείνο το χάδι που τους έδινες, τις νύχτες με πυρετό και τώρα απλά πονούν, για κάτι που δεν είναι φταίξιμο κανενός. Θυμίσου Μάνα, Πατέρα, πως: “Τα παιδιά όσο είναι μικρά μας αγαπούν κι όσο μεγαλώνουν μας κρίνουν και καμιά φορά μας συγχωρούν.” Θυμίσου το, πριν η ελπίδα στην καρδιάς τους γίνει λεπίδα και το χέρι που  το κράτησε ουσιαστικά είναι το δικό σου.

Θα παρακαλέσω όλους όσους με διαβάζουν, όσοι κι αν είναι, να επισκεφτούν αυτό το blog. Δείτε το σα ένα blogoπαιχνίδι. Να γράψουν ένα σχόλιο, σε κάποιο απο τα post αυτών των παιδιών, ακόμα και να εμπλουτίσετε την ειδική κατηγορία  Straight Stories”, το οποίο έχει λιγοστά post απο straight που δεν έχουν θέμα με την ομοφυλοφιλία. Δώστε ένα μήνυμα αισιοδοξίας, ενθάρρυνσης, συμπαράστασης, εσείς που έχετε βγει απο το ημίψηλο καπέλο, γιατί κάθε ένα απο αυτά, μπορεί να είναι ο γιος σας, η κόρη σας, ο αδελφός, ο φίλος, μα πάνω απο όλα, είναι ο συνΑνθρωπός σας.



                           http://kaimetatiegine.wordpress.com

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Βροχές και καιρικά φαινόμενα


“Άστατος ο καιρός σήμερα στην Ελλάδα με βροχές και καταιγίδες και τη θερμοκρασία να κυμαίνεται στους 22 c.», ήταν το πρώτο πράγμα που άκουσα σήμερα με το που σηκώθηκα κι άνοιξα το ραδιόφωνο για να κάνω το πρώτο τσιγάρο της μέρα, όσο ζεσταινόταν το νερό για τον καφέ. «Γαμώτο!», σκέφτηκα κι άνοιξα τις κουρτίνες με την ελπίδα ότι για άλλη μια φορά η Ε.Μ.Υ. θα έκανε λάθος πρόγνωση, αλλά για την τύχη μου σήμερα έπεσε μέσα.

Προσωπικά μισώ τη μουντίλα στον ουρανό. Μισώ το κρύο, τη βροχή και πολύ περισσότερο τα χιόνια. Νομίζω ότι αυτό οφείλεται καθαρά στα τροπικά γονίδια που κληρονόμησα ή ακόμα πιο υπερβατικά, στην προηγούμενη ζωή μου ήμουν Μαμούθ, που καταψύχθηκε και πέθανε απο το κρύο την εποχή των παγετώνων. Όπως και να έχει μισώ τον καιρό του φθινοπώρου και του χειμώνα. Κι επειδή η Ζωή, πάντα μου ήταν ειρωνική, θα καταλήξω να ζω σε μια χώρα με μόνιμο τέτοιο κλίμα. Εμένα δώστε μου ήλιο, θάλασσα, αεράκι, ιδρώτα και είμαι πανευτυχής να λιάζομαι σα το χταπόδι στα βράχια και αυτός είναι απο τους λόγους που λατρεύω την Ελλάδα. Έτσι με μισή καρδιά και μαύρισμα που ξεθωριάζει, ζέστανα το νερό για τον πρώτο ζεστό καφέ της σεζόν και κοιτούσα το ψιλόβροχο να πέφτει στα φύλα της λεμονιάς. Και μη μου πει κανείς ότι του πάει ο νους σε ρομαντικές μελιστάλαχτες εικόνες και του φτιάχνει τη διάθεση, σα μια φίλη που με πήρε τηλέφωνο μέσα στην τρελλή χαρά που φθινοπωριάζει κι της είπα: Και βέβαια σου αρέσει, είναι άλλωστε ο μοναδικός τρόπος για να «μουσκέψεις»! Άουτς! Χτύπημα κάτω απο τη ζώνη! Αλλά μην παίζεις με τον πόνο μου, για να μην παίξω με τον δικό σου.

Εκεί που καθόμουν λοιπόν κι έβλεπα μια ακρίδα να μασουλάει αμέριμνη ένα φύλλο, έψαχνα κι εγώ κάτι να μου φτιάξει τη διάθεση και συνειρμικά θυμήθηκα τον Gene Kelly, να τραγουδά χαρούμενος στη βροχή στους δρόμους της Νέας Υόρκης. Οκ, να ‘μουν κι εγώ στη Νέα Υόρκη τώρα, μια χαρά θα τραγουδούσα χορεύοντας κλακέτες στα λασπόνερα, αλλά είμαι στην Ψωροκώσταινα με τα λούκια να ξεχειλίζουν και τις κόρνες να ακούγονται απο τους οδηγούς  που βγήκαν στους δρόμους σα τα σαλιγκάρια. Ο κυνισμός στο μεγαλείο του. Έσκυψα τότε μέσα μου και ξέθαψα τις σκέψεις που έκανα μικρός, στην προσπάθεια μου να καταννοήσω τον μεγάλο Κόσμο, έξω απο το ημίψηλο καπέλο.

Η ανθρωπότητα βρίθει απο μύθους, που πριν βρεθούν στο ράφι της μυθοπλασίας, αποτέλεσαν την έλλογη επεξήγηση της ζωής και της φύσης. Πολύ πριν γνωρίσω το Δία και τον Ποσειδώνα και πολύ πριν μάθω την ατμόσφαιρα στο μάθημα «Εμείς και το περιβάλλον», η δική μου γεννετήσια επεξηγηματική ανάγκη είχε δώσει την εξήγηση των καιρικών φαινομένων με απόλυτα πειστικό τρόπο, τόσο που στους τότε φίλους μου, έχτισα την δική μου μυθοπλασία.

Σύμφωνα λοιπόν με την εξήγησή μου, πάνω στον ουρανό ζούσε ένας μεγάλος, πολύ μεγάλος Γίγαντας. Ο Γίγαντας αυτός είχε μια τεράστια κοιλιά, τόσο που κάλυπτε τον ουρανό απο όπου πέρναγε κι έτσι εξηγιόταν η μαυρίλα  στον ουράνιο θόλο και δεν φαινόταν ο ήλιος. Κι ήταν τόσο τεμπέλης που το μόνο που έκανε ήταν να κάθεται, να ξαπλώνει και να πίνει μπύρες που όταν του τελείωναν πήγαινε να πάρει κι άλλες κι έτσι καθάριζε ο ουρανός κι εμείς μπορούσαμε να δούμε τον ήλιο. Έλα όμως που απο τις πολλές μπύρες φούσκωνε η κύστη του και του ερχόταν κατούρημα. Άνοιγε τότε το φερμουάρ του και κατουρούσε τα σύννεφα με αποτέλεσμα να πιτσιλάει όλη τη γη. Για αυτό το λόγο όταν βρέχει δεν κάνει να καθόμαστε έξω γιατί βρεχόμαστε με κάτουρο, νουθέτιζα τους φίλους μου.
«Και η βροντή τι είναι;», με ρωτούσαν με απορία.
Τότε με περισπούδαστο ύφος έλεγα:
«Η βροντή, είναι η πορδή του Γίγαντα, βρε κουτορνίθι. Εσένα ο μπαμπάς σου δεν κλάνει όταν πάει για κατούρημα;» Ναι! Ναι!, μου έλεγαν απο την λογική της απάντησης.
«Και οι αστραπές;», ρώταγε ένα άλλο ψιλιασμένο τσογλάνι.
Έλα μου ντε οι αστραπές;, αναρωτιόμουν με φόβο ότι έχανα έδαφος απο τη διήγηση μου.
«Οι αστραπές βρε βλάκα, είναι οι λάμψεις απο το φερμουάρ που κατέβασε ο Γίγαντας για να κατουρήσει!», είπα αποστομώνοντάς τον, θυμούμενος τις λάμψεις απο τον μεταλλικό μελωδικό αιολικό, που κρεμόταν στην βεράντα και μου άρεσε να χαζεύω τις ηλιόλουστες μέρες.
«Ναι αλλά δεν βρέχει συνέχεια πολύ. Άλλες φορές βρέχει λίγο.», συνέχισε το ενοχλητικό τσογλάνι που τολμούσε να αμφισβητήσει εμένα. Τι να του ‘λεγα τώρα;
«Ο Γίγαντας έχει ακράτεια!», είπα κι εγώ, που θυμήθηκα πως και οι μεγάλοι φοράνε πάνες γιατί έχουν αυτό που λέγεται ακράτεια.
«Τι είναι ακράτεια;», ρωτάγανε σύσσωμα τα άλλα και νιώθοντας ακόμα πιο σπουδαίος είπα: «Ακράτεια, να ξέρετε είναι όταν δεν ελέγχεις τα τσίσα και κατουράς το κρεβάτι σου, όπως κάνει κι αυτός.», κι υπέδειξα το τσογλάνι που με αμφισβητούσε, το οποίο έμενε δίπλα απο μένα κι άκουγα τον αδελφό του να τον κοροϊδεύει κάθε πρωϊ, ότι κατουριέται πάνω του, καθώς η μάνα του άπλωνε το στρωματάκι που μοιράζονταν τις νύχτες στο πάτωμα. Τα υπόλοιπα παιδιά γέλασαν κι εκείνο έφυγε κλαίγοντας, αφήνοντας με συνεχίσω με βαρυστόχαστο ύφος, τις επεξηγήσεις του μεγάλου, θαυμαστού τούτου κόσμου.

Ο ήλιος σα να φάνηκε απο κάπου. Μάλλον ο Γίγαντας πήγε για μπύρες κι εγώ πρέπει να βγω για τις δουλειές μου. Η διάθεση μου έχει φτιάξει κι εύχομαι με όλη μου την καρδιά, εκείνο το «τσογλάνι», να είναι κάπου στον θαυμαστό τούτο κόσμο, Υγιής κι Ευτυχής λύνοντας τα κρυμένα ακόμα μυστήρια της Μητέρας Φύσης.

Καλή σας Μέρα!


Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012

Μια κατασκευή, ένα flash-back και τα τουλουμπάκια του Tremens


Όταν ήμουν μικρός, προτιμούσα να κρύβομαι πίσω απο τις σελίδες ενός βιβλίου, το μόνο ασφαλές καταφύγιο που είχα και το μόνο που δεν ενοχλούσε τον πατέρα μου, ο οποίος επέμενε να με βάζει να ασχολούμαι με χειρονακτικές εργασίες. Η πεποιήθηση « Η δουλειά κάνει τον άντρα, το μυστρί το πυλοφόρι...», ήταν ένα πάγιο διαχρονικό, καθώς έβλεπε πως μάλλον  την κούναγα την αχλαδιά απο μικρός. Η τραγική ειρωνία είναι ότι μεγαλώνοντας, άρχισα να ασχολούμαι με όλα αυτά, με αρκετά καλά αποτελέσματα κι όλα ξεκίνησαν με βάση το δικό μου μότο: Αν θες να γίνει κάτι, κάντο μόνος σου. Βέβαια υπάρχει και η λαϊκή ρήση του «Πενία τέχνας κατεργάζεται», οπότε θέλοντας και μη, προκειμένου να κάνω τη δουλειά μου, ξεκίνησα ρωτώντας δεξιά κι αριστερά, να κάνω ότι μερεμέτι μπορούσα προκειμένου να γλιτώσω κάνα φράγκο ή να κάνω διάφορες κατασκευές για το σπίτι, μια και το γούστο μου είναι ακριβό και δε μπορούσα να αποκτήσω ΕΚΕΙΝΟ που μου είχε γυαλίσει. Τουλάχιστον έτσι θα είχα κάτι που μπορεί να μην είχε εκείνη τη χρηματική αξία κι αισθητική της αγοράς, αλλά θα είχε ως αντιστάθμισμα τη συναισθηματική για μένα.



Έπιπλα, μικροκατασκευές, φωτιστικά, είδη διακόσμησης, σιγά σιγά γέμιζαν το σπίτι μου και παράλληλα μάθαινα απο μόνος μου νέες τεχνικές και τέχνες. «Μάθε τέχνη κι άστηνε», έλεγε η Γιαγιά μου και είχε δίκιο. Γνωστός λοιπόν στους φίλους μου για αυτή την ιδιότητα, πέρασα τον Αύγουστο προσκεκλημένος μιας φίλης, να τη βοηθήσω στην ετήσια  συντήρηση του σπιτιού της σε ένα νησί, συνδιάζοντας έτσι μια ασχόλια μαζί με «διακοπές», σε έναν γραφικότατο τόπο κι ένα σπίτι διακοσίων ετών. Ομολογώ πως ήταν απο τα ομορφότερα καλοκαίρια που πέρασα ποτέ, απομακρυσμένος απο την πόλη, την τεχνολογία, το ίντερνετ, δίπλα στη θάλασσα με δημιουργική εργασία. Επιστρέφοντας λοιπόν στο σπίτι μου, κάπου πριν και μετά το νοσοκομείο, η ίδια δημιουργική διάθεση με ακολούθησε κι άρχισα να ασχολούμαι με το σπίτι μου και την κατασκευή κάποιων επίπλων και διακοσμητικών. Ήθελα ένα έπιπλο για την τηλεόραση, που να «δένει» με το σπίτι, ένα τραπέζι σαλονιού και φωτιστικά, όμως δυστυχώς ότι μου άρεσε απο την αγορά ήταν άκρως απαγορευτικά, οπότε: Κάντο μόνος σου!


Ως παιδί και νεαρός, λάτρευα τις καμπύλες και τους κύκλους. Σιχιενόμουν τις γωνίες, τα τετράγωνα, τα παραλληλόγραμμα κι ό,τιδήποτε παρέπεμπε σε ακμή. Πάντα θεωρούσα τις γωνίες σκληρές και τις καμπύλες γλυκές, τα τετράγωνα απόλυτα άσχημα και τους κύκλους όμορφους. Επίσης λάτρευα τα έντονα θερμά χρώματα και απεχθανόμουν το λευκό και το μαύρο. Όταν λοιπόν ξεκίνησα να φτιάχνω τα έπιπλα, έπιασα τον εαυτό μου να προσπαθεί να φτιάξει ένα ΑΠΟΛΥΤΑ τετράγωνο τραπέζι, για να δεχτεί στο κέντρο του ένα ενυδρείο κύβο, τα οποία θα τοποθετούνταν στη μέση του τετράγωνου δωματίου και θα ήταν λευκά για να κάνουν αντίθεση με τα υπόλοιπα μαύρα αντικείμενα που δέσποζαν στο χώρο. Τότε μου ήρθε η πρώτη αναλαμπή: Πως άλλαξα έτσι; Πως εκείνο το παιδί της καμπύλης και των χρωμάτων κατέληξε στην απολυτότητα της ακμής και των αντιθέσεων του λευκού και μαύρου;

Διαβάζοντας το τελευταίο post  του λατρεμένου TremensΤουλουμπάκια, κράτησα την τελευταία του φράση «Δεν είμαι το παιδί που ήμουν κάποτε» και η φράση αυτή τρύπησε τη συνείδηση μου. Δεν είμαι το παιδί που ήμουν κάποτε. Εκείνο το αφελές που λάτρευε κάθε τι δίχως γωνίες και έβαφε τους τοίχους στο πορτοκαλί του ήλιου, φορώντας πορφυρά φουλάρια. Τι μεσολάβησε; Τι άλλαξε; Τι έφταιξε;

Μεγαλώνουμε, λέω σε μια φίλη κοιτάζοντας τα παιδιά του διπλανού σχολείου να παίζουν, έχοντας αλλάξει τάξη κι εκείνη μου απαντά:
 «Απλά ωριμάζουμε.»
 «Ναι, θα γίνουμε σα παραγινωμένα σύκα και θα πέσουμε απο το δέντρο.», απαντώ κυνικά.

Διαπιστώνουμε το πόσο έχουμε αλλάξει ξαφνικά, απο ένα ερέθισμα που αποτελεί είτε μέτρο σύγκρισης, είτε  σημείο αναφοράς. Ένα παιδί που ψήλωσε κι άλλαξε τάξη. Η εικόνα στον καθρέφτη κάποιο πρωϊνό. Μια σκέψη που ποτέ δεν κάναμε παλιότερα. Η ανικανότητα να ανέβουμε ένα σκαλοπάτι. Όλα αυτά κι άλλα τόσα είναι ικανά για να αποτελέσουν ένα σημείο αναφοράς, του πόσο, «μεγαλώσαμε», «ωριμάσαμε», «γεράσαμε», αλλάξαμε, ακόλουθο της ίδιας της ζωής. Είναι κακό όμως κάτι τέτοιο; Πρέπει να μας γεμίζει θλίψη; Η τετράγωνη λογική κραυγάζει όχι, απλά γιατί έτσι είναι η ζωή, τότε γιατί νοιώθουμε μια πίκρα, σα παραδεμένο σιρόπι σε έξι τουλουμπάκια;

Κάποτε πίστευα πως τα πάντα, ακόμα κι τα άψυχα αντικείμενα έχουν ψυχή. Τους μιλούσα, τα φρόντιζα, τα πρόσεχα μην πάθουν ζημιά κι αν σπάγανε έκλαιγα θεωρώντας πως μετείχα στο βουβό τους πόνο. Ήταν ίσως ένας τρόπος να επιβιώσω μέσα στην ανέχεια, αρνούμενος να καταλάβω την όποια στέρηση, δένοντας με τα λιγοστά αντικείμενα που είχα, προκειμένου να θεωρώ τον εαυτό μου πλήρη και δεν υστερούσε σε σχέση με τα άλλα παιδιά. Το μολυβάκι έφτανε μέχρι το τέλος του, μετά απο προσεχτικό ξύσιμο, για να «πεθάνει» ήσυχα κι ηρωϊκά κι όχι να πεταχτεί παρατημένο με πληγωμένα αισθήματα απο ένα καινούργιο που το αντικατέστησε. Μεγάλωσα μαζεύοντας πεταμένα πράγματα απο τους δρόμους κι εννίοτε απο τα σκουπίδια, οδηγούμενος απο το «κλάμα» τους, που κάποιοι τα θεώρησαν πλέον άχρηστα, ενώ εκείνα ακόμα θέλουν να προσφέρουν τη χρησιμότητα τους.

Κάπως έτσι οδηγήθηκα στα παλιά δοκάρια που έχτισαν το σπίτι που μένω και ήταν παρατημένα στην άκρη του κήπου χρόνια και χρόνια, πολύ μεγάλα για να πεταχτούν κι άχρηστα απο την κακοκαιρία. Απο αυτά έκανα το τραπεζάκι μου, το έπιπλο της τηλεόρασης και το φωτιστικό που κρέμασα περήφανα στο ταβάνι. Μπορεί να μην είναι κάποιου διάσημου σχεδιαστή. Μπορεί να μην έχουν καμμία αξία. Έχουν όμως αξία για μένα καθώς τώρα μου ψιθυρίζουν τις νύχτες γλυκόλογα υπόσχοντας να μου χαρίσουν άπειρες νύχτες και μέρες χαράς, γιατί ξανα απόκτησαν την αξία τους. Κι εγώ είμαι χαρούμενος γιατί απλά ευχαριστήθηκα τη χαρά της δημιουργίας.

Ναι. Μεγαλώνουμε, ωριμάζουμε, αλλάζουμε παράλληλα με το πέρασμα των χρόνων. Δεν έχω καμία σχέση πλέον με εκείνο το παιδί που λάτρευε τις καμπύλες, όμως όσο ακόμα ακούω τους ψιθύρους γύρω μου, θα κρατώ για πάντα ένα κομμάτι απο εκείνο το παιδί που μίλαγε στα μολύβια του και μου αρέσει αυτό. «Δεν είμαι εκείνο το παιδί που ήμουν τότε.». Είναι γεγονός Tremens μου, όμως άμα πετύχεις το σιρόπι, την ίδια γλύκα θα μας δίνουν έξι τουλουμπάκια και είναι ωραία τα άτιμα.









Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

Γράμμα σε έναν Άγνωστο



Ως ενήλικας ομοφυλόφιλος, πάντα υποστήριζα πως η διαφορετική σεξουαλική ταυτότητα, δεν πρέπει να αποτελεί αίτιο διαφορών. Σε τι διαφέρουμε απο τους «υπόλοιπους»; Ήταν πάντα το μότο μου, ένα ερώτημα που όμως για μένα εμπεριέχει όλη την επιχειρηματολογία που θα μπορούσα να σκεφτώ, προκειμένου να αρθούν οι διαφορές, που γεννούν τόσα προβλήματα στους ίδιους τους ομοφυλόφιλους. Διαβάζοντας μια πρόσφατη ανάρτηση του αγαπημένου Turigr, (που παρεπιπτόντως όσοι δεν τον γνωρίζετε, σας συστήνω να τον προσθέσετε στη λίστα ανάγνωσης σας για τον άψογο χειρισμό του λόγου και την πλούσια θεματολογία του.), στο οποίο μιλούσε για έναν ομοφυλόφιλο φίλο του, με έκανε να σκεφτώ μια βασική και ουσιαστική διαφορά των gay απο τους straight κι αυτό είναι το θέμα διαχειρισμού των διαπροσωπικών σχέσεων.

Στην καθημερινότητα μου στην Ψωροκώσταινα, βλέπω εκατοντάδες straight ζευγάρια να περπατούν πιασμένα χέρι- χέρι κραυγάζωντας την μεταξύ τους σχέση, κάνοντας με να χαμογελώ γλυκά για το “love is on the air” που εκπέμπουν, ενώ εκλείπουν τα αντίστοιχα gay ζευγάρια, ακόμα και απο τους “σχετικούς” χώρους στους οποίους θα μπορούσαν να κινούνται άνετα. Ακόμα και στην περήφημη Μύκονο, συναντούσα gay ζευγάρια απο όλο τον κόσμο, κάθε φυλής, όμως Έλληνες, πάρα μα πάρα πολύ ελάχιστους. Το γιατί (;), είναι ένα θέμα που δεν θα απασχολούσε ποτέ έναν ετεροφυλόφυλο, ακόμα κι εκείνους που έχουν έναν κολλητό gay και σίγουρα έχει περάσει απο το μυαλό  ελάχιστων gay της Ελληνικής επικράτειας. Όσον αφορά την απάντηση του, θα μπορούσε κάλλιστα να εγείρει ένα ολόκληρο συνέδριο με παρουσία δεκάδων κοινονιολόγων, ανθρωπολόγων, ψυχολόγων και πολλών άλλων  -λόγων και δεν σκοπεύω να μιλήσω για αυτό, σε αυτό το ποστ, καθώς έχω κάνει κατά καιρούς νύξη περι αυτού, αναλόγως τη διάθεση μου και το επίπεδο του λίμπιντο. Θα σταθώ μονάχα σε δυο λέξεις που μου έμειναν, διαβάζοντας το προαναφερόμενο ποστ “Οργή και Αγανάκτηση”.

Οργή και αγανάκτηση, είναι δυο λέξεις που περιγράφουν εκείνα τα οποία αισθάνεται ο Μ., ο φίλος του blogger Turigr, λόγω της σχέσης των gay μεταξύ τους, αισθήματα που όλοι του «είδους», έχουν κατα καιρούς βιώσει για τους ίδιους ακριβώς λόγους. Τη μοναξιά, την επιφανειακότητα των «σχέσεων», το ασύστολο κυνήγι του sex, την ανωνυμία του internet που επιτρέπει το ξεδίπλωμα κάθε σκοτεινής πλευράς, τόσο που αν η κατηγορία δεν ήταν άδυτο, θα δικαιολογούσε απόλυτα το θέμα του αφορισμού των gay, την λατρεία του ωραίου, την θυματολογία του σύγχρονου marketing και ένα σωρό άλλα θέματα που απλά είναι ένας ουροβόρος κλειός με επίκεντρο τον κάθε έναν ομοφυλόφιλο της Ελληνικής πραγματικότητας.
___________________________________________

Δύσκολο πράγμα η μοναξιά. Δύσκολοι και οι καιροί για  πρίγκηπες. Όταν βομβαρδίζεσαι καθημερινά απο το παραμύθι του «ζήσανε αυτοί καλά», δύσκολα ανταπεξέρχεσαι στην καθημερινότητα σου, επιστρέφοντας σε ένα άδειο σπίτι, δίχως μια αγκαλιά να κουρνιάσεις. Όταν οι σκέψεις του γήρατος, που αρχίζουν να σε απασχολούν απο μια ηλικία και μετά, είναι συνώνυμες με τη θλίψη και τη μιζέρια της έλλειψης συντροφικότητας και το άδοξο ψωνιστήρι. Όταν αντιμετωπίζεις την ενοχή της περιφοράς του σαρκίου σου για μια φευγαλέα ψευδαίσθηση του «μη μόνος», κι όταν τα όνειρα σου δεν κάνουν καν γκελ σε έναν μαύρο τοίχο. Ναι υπάρχει αυτή η πραγματικότητα, κυρίως για σκεπτόμενους ανθρώπους και σκέφτεσαι αν θα αφεθείς στο ρεύμα, ακολουθώντας τους «κανόνες» ή αν θα συνεχίσεις να βαδίζεις ως έναν Δον Κιχώτης, κυνηγώντας κάτι που ίσως, λόγω απελπισίας πια, δεν πιστεύεις να βρεις. Πόσο κουράγιο να ‘χεις άλλωστε; Η Ελπίδα που απέμεινε στο κουτί της Πανδώρας, πόσο διαφέρει απο τη λεπίδα; Όλα αυτά Μ. τα έχω ζήσει και δεν είμαι σε θέση, μα ούτε επιτρέπω στον εαυτό μου να πει σε κάποιον τι να κάνει ή πως να τα διαχειριστεί. Ο καθένας, έχει τον δικό του τρόπο.

Έχω ένα κουτί, ντυμένο με κόκκινο βελούδο, καταχωνιασμένο κάπου στο σπίτι. Μέσα σε αυτό έχω όλα εκείνα τα χαζοπράγματα που μου χάρισαν κατά καιρούς οι περαστικοί μου έρωτες. Κάποτε είχα σκεφτεί να τα πετάξω. Τι «αξία», έχουν πια όλα αυτά; σκεφτόμουν. Εχθές, αφού διάβασα το ποστ, το άνοιξα μετά απο καιρό. Θυμόμουν το καθένα, την ιστορία του, την ένταση του, το συναίσθημα που είχα, παρόλο που τα πρόσωπα μπορεί να έχουν ξεθωριάσει απο την μνήμη. Μα πάνω απο όλα θυμήθηκα τον Έρωτα. Θυμήθηκα πως στη ζωή μου είχα την πολυτέλεια να ερωτευτώ, να αγαπήσω, να παθιαστώ. Τι σημασία έχει που πλέον όλα είναι περασμένα; Ξέρω γιατί είμαι ικανός κι απόδειξη όλα εκείνα που κείτονται στον πάτο ενός κουτιού. Θα ξαναζήσω κάτι αντίστοιχο στο μέλλον; Δεν ξέρω. Άλλωστε ποιος ξέρει τι του ξημερώνει αύριο; Ξέρω όμως με τα βεβαιότητας, όλα εκείνα που μου έδειξε το κουτί μου. Πως είμαι ικανός για αυτό που το λένε Αγάπη. Ίσως το βρω πάλι, ίσως κι όχι, όμως θα συνεχίσω το ταξίδι μου προς εκείνο, μέρα με τη μέρα με το δικαίωμα στη μιζέρια, τη γκρίνια, την κατάθλιψη, την ακολασία, την λαγνεία και όλα όσα θα κατεβάσει ο νους μου. Απαραίτητα είναι όλα αυτά, πως αλλιώς θα Την αναγνωρίσεις, όταν την βρεις μπροστά σου;

Κοιτάζω ένα πίνακα που κρέμασα εχθές δίπλα απο το σημείο που γράφω. Το είχε ζωγραφίσει μια πολύ μεγάλη αγάπη που ναυάγησε, με μια αφιέρωση απο πίσω. Έβαλα ένα άλλο θέμα μπροστά, κάτι που έφτιαξα εγώ, κρατώντας το κατα τα άλλα όπως είναι, είπαμε μπορεί να θυμόμαστε τα περασμένα, αλλά δεν μένουμε κολλημένοι σε αυτά. Το κοιτάζω καθώς γράφω κι ένα χαμόγελο  διαγράφεται στα χείλη μου. Έτσι, μια υπενθύμιση για τις δικές μου σκοτεινές μέρες, να μου κλείνει πονηρά το μάτι, θυμίζοντας μου πως το ταξίδι, ακόμα συνεχίζεται.

Καλό ταξίδι Μ., στον κάθε Μ. και πάνω απο όλα σε Μένα. ;-)

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2012

Όσο υπάρχουν Έλληνες



Ακούω τελευταία, συχνά τη φράση : “ Δεν υπάρχουν πολλοί Έλληνες” ή ότι “Πρέπει να προστατευθεί η καθαρότητα της Ελληνικής φυλής.” Μάλιστα μου στείλανε κι  ένα e-mail που περιγράφει τα «φυσικά» γνωρίσματα της ελληνικής φυλής, συγκεκριμένα του άρρεν,  όμοια με εκείνα των Αρχαίων προγόνων, βέβαια για να τα «εντοπίσει» κανείς θα πρέπει να τον εξετάσει γυμνός, οπότε σκέφτηκα πως μάλλον τρελλή λούγκρα το σύνταξε, λόγο της striaghtοφάνειας που την καταπιέζει κι έτσι δεν έδωσα σημασία. Όμως είναι γεγονός πως σιγά σιγά, τέτοιου είδους πεποιηθήσεις υιοθετούνται όλο και περισσότερο απο νέους ηλικίας 30-45, ενώ οι μικρότερες ηλικίες, ασυναίσθητα για αρχή, το χρησιμοποιούν στο καθημερινό τους λεξιλόγιο προκειμένου να εκφραστούν απαξιωτικά προς άλλους, μαζί με άλλα είδη ρατσιστικών και φοβικών σχολίων.


Παρόλ’ αυτά απο κείνη τη φορά που πρωτάκουσα αυτό το «πόνημα», δεν έπαψα να σκέφτομαι το κατά πόσο υπάρχουν Έλληνες και μέσα στην καθημερινότητα μου να αναζητώ εκείνα τα μοναδικά, υπέροχα στοιχεία, εκείνα που συνθέτουν τον Έλληνα, εκείνον που αγάπησα και θαύμασα και που με περηφάνια τολμώ να λέω πως είμαι ένας απο αυτούς.

Θυμάμαι όταν πήγαινα Γ ΄γυμνασίου, όχι στο εξατάσιο για να προλάβω κάποιες κακές γλώσσες, είχα την τύχη να έχω ως φιλόλογο την κ. Καραγιάννη Βίκυ. Νομίζω πως η ίδια δεν θα είχε πρόβλημα που αναφέρω το όνομα της, καθό ότι χάρη σε κείνη, είμαι αυτός που είμαι πνευματικά και της οφείλω όλα όσα πρέπει να οφείλει ένας άνθρωπος σε έναν Δάσκαλο. Σε μια έκθεση λοιπόν που μου επέστρεψε διορθωμένη, με θέμα το ρατσισμό και τη ξενοφοβία, ήταν της μόδας εκείνη την εποχή σα θέμα, μου έγραψε στο σχολιασμό : «Είσαι περισσότερο Έλληνας, απο τους γηγενείς Έλληνες και είμαι περήφανη που σε έχω μαθητή μου για τον Ελληνισμό που έχεις μέσα σου.» Δεν μπορώ να πω ότι κατάλαβα ιδιαίτερα εκείνη τη στιγμή το σχολιασμό της, περισσότερο είχα χαρεί ότι θα έπαιρνα καλό βαθμό στο τρίμηνο, καθώς ήμουν διαβόητος φύτουλας, αλλά χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να καταλάβω τι εννοούσε και να εκτιμήσω και πάλι τη σοφία της και τη βαθειά της γνώση στην φιλολογία.

Η επιστήμη έχει φτάσει στο σημείο της αποκωδικοποίησης του ανθρώπινου DNA. Είμαι σίγουρος, όπως παλιότερα ένας μισο-μουστακαλής, μελαχροινός τάπερμαν, προσπαθούσε να αναβιώσει μια άρια φυλή με τη βοήθεια της γεννετικής, σήμερα, με την εξέλιξη που έχει προηγηθεί, σε κάποιους έλληνες σίγουρα έχει περάσει απο το μυαλό να κάνουν το ίδιο, βάσει των «φυσικών» χαρακτηριστικών τις λίστας που μου έστειλαν. Όμως θέλω να πιστεύω, πως εκείνο το τέλεια κλωνοποιημένο πλάσμα, δεν θα γίνει ποτέ Έλληνας, καθώς θα στερείται το στοιχείο του Ελληνισμού κι ο Ελληνισμός, είναι το βασικό συστατικό, ώστε κάθε ανθρωπος να μπορεί να θεωρείται Έλληνας.

«Είμαστε νάνοι, στους ώμους γιγάντων.», είχε γράψει ο Ουμπέρτο Έκο, αναφερόμενος στην σύγχρονη εξέλιξη που βασίστηκε σε έναν λαό, που όταν έλυσε το πρόβλημα της επιβίωσης του, άρχισε να σκέφτεται: Εν αρχεί ...τι; Και το ένα ερώτημα έφερνε το άλλο και η μια απάντηση, συμπλήρωνε την άλλη και όλα αυτά, τα άφησε να ταξιδέψουν στα πέρατα της γης για μια δημιουργική σύζευξη με ομοιδεάτες. Για έναν λαό που γνωρίζει τι είναι Πίστη, ακόμα κι αν το «πιστεύω» του είναι λάθος, όμως θα δώσει όλο του το είναι για αυτό, απλά γιατί έχει πάθος. Πάθος για ζωή, για έρωτα, τόσο που ούτε οι κακουχίες, ούτε η φτώχεια, ούτε ο δυνάστης, εσωτερικός ή μη, μπορεί να  διαφεντεύσει.  Τι κι αν άλλοι λαοί έκαναν Καμεράτα, ο Έλληνας θα βιωνεί πάντα έναν ασίγαστο νταλκά, ντέρτι μου  μεγάλο και αυτόν θα υμνεί, ακόμα και με φτηνή ρετσίνα κι έναν λειψό μπαγλαμά.

Τέτοιους Έλληνες γνώρισα κι αυτοί μου ‘μαθαν τι είναι  Έλληνας. Να σηκώνεσαι όταν πέφτεις χάμου με ψηλά το κεφάλι. Όταν όλα μοιάζουν να έχουν τελειώσει, να αγκαλιάζεις μια ύστερη ελπίδα και να ρίχνεις μια μοναχική ζεμπεκιά, ακόμα κι αν δεν υπάρχει κανένας να σου κρατά το ρυθμό. Να μοιράζεσαι το φαϊ σου, ακόμα κι αν έχεις ένα πιάτο, γιατί δυο που δεν πεινάνε κάνουν έναν χορτάτο. Να ανοίγεις την αγκαλιά σου και να χωράς όλο τον κόσμο, ανεξάρτητα απο που κρατάει η σκούφια του, γιατί «ΟΛΟΙ άνθρωποι είμαστε.» Να ‘σαι μάνα, πατέρας, αδελφός, αδελφή για όλους, ακόμα και για τον άγνωστο, μα πάνω απο όλα για τον πονεμένο. Γιατί ο Έλληνας, ξέρει τι είναι πόνος και τι ξενιτιά. Τζιέρι μου, Σπλάχνο μου, Θησαυρέ μου, να ψελλίζουν τα χείλη του, γιατί ξέρει τι είναι απώλεια. Αλήθεια, ξέρατε ότι η Ελληνική γλώσσα, έχει τις περισσότερες εκφράσης Αγάπης;

Τα παιδιά του Δευκαλιώνα, είναι γεννημένα απο τις πέτρες και πέτρες υπάρχουν πάντου, όπως και Έλληνες. Εγώ αυτόν τον Έλληνα ξέρω κι αυτόν αγάπησα. Κι όσον αφορά το ερώτημα «Εκλείπουν οι Έλληνες;», αυτό «Έλληνα» μου, μονάχα η καρδιά σου μπορεί να στο απαντήσει.

«Είμαστε αλάνια
διαλεχτά παιδιά απο την πιάτσα
και δεν την τρομάζουν
οι φουρτούνες τη δική μας ράτσα»





Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2012

Στην υγειά μας ρε παιδιά!





«Υγεία!», λέμε τσουγκρίζοντας τα ποτήρια μας. Υγεία, να ‘μαστε γεροί, για να μπορούμε να χαρούμε τη ζωή, τα ροδοπέταλα και όλα τα παρελκόμενα. Μετά όμως απο μια νοσηλεία για μεγάλο διάστημα σε δημόσιο νοσοκομείο, πλέον έχω μια διαφορετική θεώρηση για το σκοπό της πρόποσης.

Στην μέχρι τώρα ζωή μου δεν έτυχε ποτέ να νοσηλευτώ. Έλα που όλα μέσ’ τη ζωή είναι και μπήκα άρον άρον στο νοσοκομείο και μάλιστα έπρεπε να μείνω και μεγάλο διάστημα. Και παρόλο που είχα την τύχη να νοσηλευτώ σε ένα πολύ καλό δημόσιο νοσοκομείο, φρίττω με τη σκέψη του πως είναι η κατάσταση στα υπόλοιπα. Ανεπαρκές προσωπικό, ελλείψεις στον απλό ιατρικό εξοπλισμό, όπως σύριγγες, γάντια, μάσκες, και το χειρότερο, έλλειψη χώρου.

Ασθενείς όλως των ηλικιών στοιβάζονται σε φορεία, τα λεγόμενα ράντζα, στους διαδρόμους, δίχως την ησυχία που απαιτείται για μια ανάρρωση και πάνω απο όλα δίχως αξιοπρέπεια. Μια ηλικιωμένη, την έπλενε η κόρη της, απο τις τυχερές που είχε κάποια να τη νοιάζεται, και  μεταξύ ξύπνιου και νάρκωσης, ένα δάκρυ κυλούσε απο τα μάτια της, μη μπορώντας να αντιδράσει στην έκθεση της γύμνιας της. Ένας άλλος με προχωρημένη άνια, φώναζε «Μανούλα μου!», κάθε μισή ώρα, όμως καμία μάνα δεν ήρθε, κανένας γιός, που τον παράτησε ένα βράδυ στην εφημερεία, μονάχα μια νοσοκόμα, που και που, όταν προλάβαινε και δεν είχε χάσει το τελευταίο ίχνος ευσυνειδησίας. Παιδιά που μπροστά στην κατάσταση της μάνας, του πατέρα, τσακώνοντας δίχως όνειδος για το ποιος έχει την υποχρέωση να αναλάβει την φροντίδα και νεαρά παιδιά με τσακισμένα όνειρα απο την ηρωϊνη και γάγγραινα στα άκρα, φώναζαν για μια σούτα.

Αυτή είναι η εικόνα ενός νοσοκομείου και παράλληλα εκτοξεύονται σα ρουκέτες οι κατηγορίες. Ο γιατρός δεν είναι καλός, η νοσοκόμα είναι αδιάφορη. Όμως όταν το προσωπικό είναι ανεπαρκές, σε πόσους ασθενείς προλαβαίνει να πάει κάποιος απο το προσωπικό; Όταν είσαι απο υπερωρία σε υπερωρία, πόση αντοχή να έχει κανείς; Όταν αυτή την εικόνα του πόνου και της μιζέριας, την αντικρίζεις καθημερινά, για πόσο μπορείς να κρατηθείς δίχως να κατακλύσει η αναλγησία τα σώψυχά σου, προκειμένου να επιβιώσεις; Κι όμως ο Έλληνας στο μεγαλείο του. Ο Φαταούλας, που όλο καταβροχθίζει τα Θέλω του και θα φτάσει να καταβροχθίσει τον ίδιο του τον εαυτό.

Μια κόρη, αποκαλούσε τις νοσοκόμες και τις γυναίκες που καθάριζαν, , υπηρέτες. «Μα αυτή είναι η δουλειά τους, να μας υπηρετούν εδώ μέσα!», ήταν η απάντηση της, ενώ η ίδια, παρόλο που ήταν όλη μέρα εκεί, δεν έδωσε ένα ποτήρι νερό στη μάνα της. Ένας γιός, σε επίδειξη ισχύος, έβρισε μια τραπεζοκόμο που δεν μάζεψε αμέσως τον δίσκο του φαγητού, σε μια πτέρυγα με εξήντα ασθενείς, ενώ το τροχήλατο της αποθήκευσης ήταν μόλις πέντε βήματα. Κάποιος άλλος έβριζε έναν γιατρό που δεν ερχόταν να τον ενημερώσει για το πότε θα πάρει εξιτήριο, κατηγορόντας τον για αδιαφορία κι ανευθυνότητα, ενώ εκείνος αντιμετώπιζε ένα σοβαρό περιστατικό στο διπλανό δωμάτιο κι ένας άλλος ασθενής, έβριζε μια καθαρίστρια γιατί τον ξύπνησε καθώς προσπαθούσε να απολυμάνει το δωμάτιο.

Αν η μιζέρια και η θλίψη έχουν άρωμα, τότε είναι η μυρωδιά του απολυμαντικού στα νοσοκομεία. Εγώ είμαι τώρα καλά. Δεν θέλω να ξαναμυρίσω εκείνη τη μυρωδιά που και μόνο η θύμιση του μου ανακατεύει το στομάχι και σκέφτομαι πως «Την υγειά μας να έχουμε», δεν είναι για να ζήσουμε, αλλά για να ΜΗΝ ζήσουμε τέτοιες καταστάσεις. Ποιος φταίει; Ποιος φταίει; Φταίω εγώ, φταίτε εσείς κι έπειτα οι υπόλοιποι, όπως και για όλα τα άλλα πράγματα για τα οποία μεμψιμοιρούμε κάθε μέρα.

Θα ‘θελα να ευχαριστήσω όλους τους ευσυνείδητους που εργάζονται στα νοσοκομεία, καθώς υπάρχουν κι εκείνοι που δεν ανήκουν σε αυτή την κατηγορία, όμως τους θαυμάζω, καθότι προσωπικά, δεν θα μπορούσα να εργαστώ σε ένα τέτοιο χώρο. Κι αν ποτέ τύχει να χάσω την αξιοπρέπεια μου, ζώντας μια κατάσταση σα εκείνες που είδα ως τρίτος παρατηρητής, τότε θα ακολουθήσω το παράδειγμα των Σαμουράι: Η αξιοπρέπεια για έναν Άνθρωπο, είναι πιο πολύτιμη απο την ίδια του τη ζωή.