Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2012

Η Γλώσσα που μου δόθηκε, είναι Ελληνική


Η Ελληνική γλώσσα είναι μια πολύ πλούσια, πολυεκφραστική και νοητική γλώσσα. Γεννήθηκε απο την ανάγκη να καλύψει τις ανάγκες έκφρασης της Ελληνικής σκέψης, διαννόησης και συναισθηματικού πλούτου του συγκεκριμένου λαού  και εξελίχτηκε παράλληλα με αυτά. Πιστεύω ως ένα ζημείο, έφτασε στο ζενίθ της, όχι γιατί δεν μπορούσε να προαχθεί ακόμα περισσότερο, αλλά γιατί η ίδια η νόηση και συναισθηματική ανάγκη απλά πήραν την κατιούσα. (Συγχωρέστε με κύριε Μπαμπινιώτη, αλλά δεν ήμουν ποτέ fun σας.)

Έχοντας την τύχη να γνωρίζω πέντε μισή γλώσσες, το ενάμιση εκ των οποίων είναι Ασιατικού πολιτισμού, τολμώ να πω πως έχω τη δυνατότητα να προβώ σε συγκρίσεις τόσο γλωσσολογικές όσο κι πολιτισμικές, λόγω της συναναστροφής με τους ίδιους τους λαούς, των ομιλούντων γλωσσών. Κι αυτό που μου προκαλεί υποχθόνια εντύπωση, είναι η προστακτική έγκλιση της Ελληνικής γλώσσας και η «έγκλιση ευγενίας», χρησιμοποιώντας καταχραστικά την ελληνική γραμματική ορολογία προκειμένου να γίνω καταννοήσιμος, άλλων γλωσσών ανατολικής προέλευσης. Συγκεκριμένα αναφέρομαι στην Ελληνική και Ταϊλανδική γλώσσα, μια και είναι οι πρώτες που έμαθα στη ζωή μου και γιατί ζώντας στην Ελλάδα τώρα πια, έρχομαι αντιμέτωπος καθημερινά με την χρήση  κι συχνά διακόρευση της.

Στην Ταϊλανδική γλώσσα, μάλλον γραμματική, απουσιάζει η προστακτική έγκλιση. Αντιθέτως για παραίνεση ή προτροπή κάποιας ενέργειας, χρησιμοποιείται η «έγκλιση ευγενίας». Πιθανόν να διερωτάστε πως είναι δυνατόν να υπάρχει ένα τέτοιο γλωσσολογικό φαίνομενο κι  είναι μια έλλογη απορία, όμως η απάντηση εναπόκειται στην καταννόηση της ίδιας της εξελικτικής ιστορίας των δυο πολιτισμών και φοβάμαι πως είναι μακρόχρονο κι άτοπο να αναλυθεί εδώ μέσα. Ας πούμε χοντρικά, ότι το ίδιο το ρήμα σε αυτή την «έγκλιση», αποτελεί την πεμπτουσία του ρήματος «παρακαλώ» ως συνθετικό με το χρησιμοποιούμενο ρήμα.

Θα μου πείτε στα Ελληνικά, γίνεται με τη χρήση των βουλητικών ρημάτων και του πλάγιου λόγου, άλλη μια απόδειξη του πλούτου της Ελληνικής γλώσσας, προκειμένου να εξυπηρετήσει γραφικούς πλέον τρόπους επικοινωνίας, οπότε έχουμε και λέμε:
«Θα μπορούσατε να πάρετε αυτό;»
Απο την άλλη έχουμε και την προστακτική έγκλιση, όπου η παραπάνω πρόταση των εφτά λέξεων απλά γίνεται:
«Πάρτε αυτό!», προστακτική έγκλιση και γραπτώς ακολουθείται απο θαυμαστικό.

Πείτε μου τώρα, πόσες φορές τη μέρα χρησιμοπιείτε βουλητικά ρήματα με πλάγιο λόγο και πόσες προστακτική. Πόσες φορές τη μέρα ακούτε να απευθύνονται σε εσάς με πλάγιο λόγο και πόσες με προστακτική;

Ίσως φταίει το γεγονός ότι τα πρώτα μου χρόνια τα πέρασα εκτός Ελλάδος και το «λογισμικό» της γλώσσας που μου «φορτώθηκε» ήταν της ευγενίας, ίσως γιατί αργότερα στην Ελλάδα, γαλουχήθηκα επίσης με τον ίδιο τρόπο απο το οικογενιακό μου περιβάλλον, αλλά ειλικρινά δεν μπορώ την αγένια. Ούτε να την φέρω, ούτε να την υπόκειμαι. Η μητέρα μου, έχοντας καταλήξει σε αυτή την χώρα, έτρεμε στην ιδέα ότι θα εξελισσόμουν σε έναν άξεστο, δίχως «τρόπους» άντρα και πάνω απο όλα, ότι δεν θα μπορούσα να συνοδεύσω μια κυρία, όπως της αρμόζει. Έτσι, όταν έκλεισα τα έντεκα, άρχισε να με νουθετεί και να με βάζει να τη συνοδεύω σε διάφορες εκδηλώσεις, μαθαίνοντάς με όλες τις αβρότητες που απαιτούν οι περιστάσεις με αρκετά Σπαρτιάτικο τρόπο. Οπότε ναι, όλα εκείνα τα «φλώρικα», όπως χαρακτηρίζονται, μου έχουν γίνει βίωμα, όπως το να ανοίγω την πόρτα, να τραβάω την καρέκλα, να σηκώνομαι όταν κάποια γυναίκα σηκώνεται απο το τραπέζι και πάνω απο όλα, να είμαι ευγενικός σε όλες τις περιστάσεις.

Όμως ευγένια, δεν είναι να έχεις «τρόπους», να γνωρίζεις τον κώδικα του savoir vivre και να μην πηγαίνεις ανθοδέσμη σε μια επίσκεψη. Ευγένια είναι να τιμάς το λόγο σου, να σέβεσαι τον συνάνθρωπό σου, το περιβάλλον στο οποίο βρίσκεσαι και πάνω απο όλα να έχεις μπέσα, άλλη λατρεμένη λέξη της Ελληνικής γλώσσας. Όταν λοιπόν έρχομαι αντιμέτωπος με καταστάσεις και ανθρώπους μη ευγενικούς, όχι ευγενείς, βρίσκομαι πάντα σε μια αμήχανη κατάσταση ανάμεσα στο να μην «προδώσω» τις αρχές μου και στο να παραδοθώ στην αντίδραση που προκαλεί η δράση. Δυστυχώς μάλλον, παραδίνομαι στις δικές μου αρχές με αποτέλεσμα να προσφέρω μια εφήμερη νίκη στον άλλον, καθιστώντας με έναν δειλό εχθρό και εννοείται να βγαίνω ο «χαμένος» της υπόθεσης. Δυστυχώς ζώντας στην Ελλάδα, αντιμετωπίζω συχνά τέτοιου είδους καταστάσεις, τόσο που εύχομαι να ζούσα κάπου μέχρι τον Μεσοπόλεμο.

Όταν λοιπόν εχθές, αντιμετώπισα για άλλη μια φορά κάποιον μη ευγενικό, ο οποίος με νταβατζιλίκι και δίχως ίχνος σεβασμού, απέναντι στο φύλο του, τα λόγια του κι εμένα, προσπαθούσε να επιβληθεί πράττοντας αυτό που εξυπηρετεί τα προσωπικά του συμφέροντα, ακυρώνοντας όλα τα συμφωνηθέντα μονοκοντυλιά, ε δεν άντεξα και του ‘πα:

«Μπορείτε να πάτε στο διάλο σας παρακαλώ;»


Τρίτη, 17 Ιουλίου 2012

Ζωώδη Ένστικτα



Τα παιδικά μου χρόνια, τα πέρασα σε ένα χωριό, σε ένα σπίτι με πολλά ζώα. Ζώα που ήταν ελεύθερα, αλλά ταίζονταν απο το σπίτι και τις νύχτες έμεναν στο υπόστεγο και φύλαγαν το σπίτι. Ήταν κι δεν ήταν «ιδιοκτησία» μας, αν μπορεί να πει κανείς ότι είναι ιδιοκτήτης ζώου, ακόμα κι εκείνα που εκτρέφει προς σφαγή, αλλά στο σπίτι είχαμε οχτώ σκύλους, έξι γάτες, ένα ζευγάρι πάπιες, και κατά καιρούς καμιά δεκαριά κότες. Με εξαίρεση τα πουλερικά, οι σκύλοι και οι γάτες ήταν περιπλανώμενοι που ήρθαν στο σπίτι, βρήκαν λίγο νερό και φαϊ κι εγκαταστάθηκαν, καθώς η γυναίκα που με μεγάλωσε, βαθιά θρησκευόμενη κι Ανθρώπινη τα λυπόταν και τα αγαπούσε τόσο, που αν δεν έτρωγαν αυτά πρώτα, δεν ησύχαζε για να κάτσει για φαγητό η ίδια, ακριβώς στις έξι το απόγευμα που τρώγαμε το βραδινό.

Η πρώτη θρησκεία με την οποία ήρθα σε επαφή, ήταν μια η οποία πρέσβευε την μετενσάρκωση. Ο άνθρωπος μετενσαρκώνεται στην επόμενη ζωή, αναλόγως πως έζησε στην προηγούμενη σε άνθρωπο ή σε ζώο ή ακόμα και σε ένα κατώτερο ον της τροφικής αλυσίδας, μέχρι να καταφέρει, έχοντας συλλέξει εμπειρίες απο τις πολλές ζωές που έζησε, να ζήσει μια ζωή τέτοια που θα του επιτρέψει να φτάσει στη θέωση, ώστε να πάψει να αναγεννάται. Έτσι, κάθε πλάσμα που έβρισκε καταφύγιο στο δικό μας σπίτι, ήταν μια ψυχή, που έψαχνε την δική του Νιρβάνα κι εμείς, αναζητώντας τη δική μας, δεν έπρεπε να τους αφαιρέσουμε τη ζωή ή να τους βλάψουμε, κάνοντας κακό στο δικό μας Κάρμα.

Βέβαια ως παιδί, όλα αυτά μου ήταν αόριστα γνωστά κι καταννοητά. Για μένα εκείνα τα ζώα ήταν η παρέα μου τις ζεστές μέρες της μοναξιάς μου, οι σύντροφοι στις περιπέτειες μου και η απάντηση στα ερωτήματα του παιδικού μου μυαλού. Ο μεγάλος σκύλος, αρχηγός της αγέλης, ήταν το άλογο μου, σαν εκείνου που είχα δει την πρώτη φορά που έκατσα κατάχαμα για να δω μια ταινία στο υπαίθριο σινεμά. Και καβάλαγα τον κακομοίρη και του ριχνά μια με τη βίτσα στα κωλομέρια, αλλά εκείνος δεν κουνιόταν, παρά στεκόταν ακίνητο γιατί ήξερε πως αν κινηθεί θα πέσω, όπως κι έγινε όταν μια μέρα, στην προσπάθεια μου να τον κάνω να τρέξει, του δάγκωσα το αυτί κι εγώ έπεσα κι έσπασα το κεφάλι μου.

Μια άλλη απορία που είχα ήταν γιατί οι σκύλοι κολυμπούσαν ενώ οι γάτες όχι. Την εποχή των μουσώνων, όταν τα πάντα είχαν καλυφθεί απο νερό και κυκλοφορούσαμε με βάρκες, οι σκύλοι μου με ξεπροβόδιζαν κολυμπώντας μέχρι το σημείο της ξέρας, όπου μπορούσα να συνεχίσω τη διαδρομή μου με τα πόδια, ενώ οι γάτες ούτε που πλησίαζαν το νερό για να μου κάνουν παρέα. Ανέβηκα λοιπόν κι εγώ μια μέρα με μια γάτα υπο μάλης στη σκεπή του σπιτιού, θέλοντας να την πετάξω στο νερό κι εκείνη έχοντας πάρει χαμπάρι, μάλλον απο ένστικτο τι ήθελα να κάνω πάλευε απεγνωσμένα να φύγει γεμίζοντας με γρατζουνιές, ώσπου πέσαμε και οι δυο στο νερό. Η γάτα κολύμπησε εν τέλει, αλλά μάλλον δεν της αρέσει να βρέχεται, σκεφτόμουν ενώ πνιγόμουν, ώσπου πήδηξε στο νερό ένα απο τα σκυλιά, ενώ τα άλλα γάβγιζαν δαιμονισμένα κι εμένα με έβγαλε μια θεία, γατζωμένο πάνω στο σκύλο κι έφαγα ένα αλύπητο ξύλο, όταν της είπα τι είχα κάνει.

Ο άρχοντας του σπιτιού όμως ήταν μια θηλυκή, λευκή πάπια. Εκείνη είχε ένα ταίρι, έναν όμορφο αρσενικό δίχως τη δυναμική προσωπικότητα της. Δεν ξέρω τι κρίματα είχε απο προηγούμενες ζωές της, όμως ακόμα κι ώς πάπια πλήρωνε για αυτά. Όλα τα μωρά της τα έκανε λίγο πριν ξεκινήσουν οι πλημμύρες και πνίγονταν πέφτοντας απο τη φωλιά τους, καθώς δεν μπορούσαν ακόμα να κολυμπήσουν κι αργότερα, το ταίρι της το δάγκωσε ένας σκύλος και ξεψύχισε, κι εκείνη έμεινε μόνη. Την ίδια τύχη, είχαν και τα κοτόπουλα και δεν πρόφτασα ποτέ να φάω αυγό κότας, μέχρι που έφτασα δέκα χρονών και είδα ότι έχουν κόκκινο χρώμα, εν αντιθέσει με το αυγό της πάπιας που ήταν λευκό, με το οποίο με τάιζαν κάθε μέρα το πρωϊ, προκειμένου να δυναμώσω, αντιμετωπίζοντας την ασιτία.

Εκείνη ήταν ο φύλακας του σπιτιού. Κανένα σκυλί δεν την πλησίαζε, καθώς άνοιγε τα φτερά της και ορμούσε με φωνές στον παρείσακτο. Με εκείνη πέρασα αμέτρητα μεσημέρια, όταν είχαν υποχωρήσει οι πλημμύρες και την έπιανα απο πίσω, μη και με δαγκώσει, την παράταγα καμια δεκαριά μέτρα πιο κάτω και αλλαφιασμένη με κυνηγούσε κι εγώ έτρεχα μέχρι το σημείο που δεν με έφτανε. Την εποχή που τα πάντα καλυπτόταν απο νερό, άφηνε το σπίτι και τριγύριζε κολυμπώντας χιλιόμετρα ολόκληρα στους ορυζώνες κι επέστρεφε πάντα στην ώρα της, λίγο πριν πέσει ο ήλιος. Ήταν η εποχή που δεν μπορούσαμε να παίζουμε, όμως κάθε απόγευμα, ανέβαινε στη στέγη της ψωλιάς της, φώναζε ανοίγοντας τα φτερά της μέχρι να με δει κι έπειτα ησύχαζε για όλο το βράδυ μέχρι το επόμενο πρωϊνό, ακριβώς στις πέντε και μισή όπου θα ξαναφώναζε, δίνοντας σήμα πως έκανε το αυγό που προοριζόταν για μένα και που ήταν το σινιάλο ότι έπρεπε να σηκωθώ απο το πάτωμα. Λίγο μετά που έφυγα απο εκείνο το σπίτι, έμαθα μετά απο χρόνια ότι η πάπια πέθανε. Έζησε έντεκα χρόνια, απο τα οποία τα εννιά, τα πέρασε μεγαλώνοντας στην κυριολεξία εμένα, ώστε κατάφερα να σταθώ στα πόδια μου, να περπατήσω, μέχρι να χορέψω. Δεν ξέρω αν υπάρχει μετενσάρκωση, δεν  ξέρω αν απλά τα ζώα είναι απλά ζώα, αλλά αν υπάρχει επόμενη ζωή, τότε εκείνη πρέπει να έφτασε στη δική της Νιρβάνα.

Δεν ξέρω αν φταίνε τα παιδικά μου βιώματα, αλλά δυστυχώς σε ένα σπίτι δίχως ζώα, δεν μπορώ να ζήσω. Για χρόνια ένιωθα ότι κάτι μου έλειπε, μέχρι που ανεξαρτοποιήθηκα κι απέκτησα εντελώς τυχαία τη Μπόνι. Η Μπόνι είναι η Κυρά του δικού μου σπιτιού, μια μαύρη μπασταρδεμένη σκυλίτσα με καταγάλανα μάτια. Ένα σκυλί, που με συντρόφευσε στις δύσκολες στιγμές, μένοντας νηστικοί βδομάδα ολόκληρη και παρόλ’ αυτά, δεν παραπονέθηκε ποτέ, αρκεί το βράδυ να κοιμόταν δίπλα μου και να της χαϊδεύω το κεφάλι.  Ζούσαμε αρχικά σε μια γκαρσονιέρα και δεν γάβγισε ποτέ της, όπως δεν έκανα κι εγώ φασαρία μη και πάρει χαμπάρι ο σπιτονοικοκύρης ότι ήμουν μέσα και μου γυρέψει το ενοίκιο και κοιμόταν στα πόδια, τα οποία ζέσταινα στην μαλλιαρή της κοιλιά, όταν δεν υπήρχε θέρμανση τα βράδια του χειμώνα. Κάποιοι «φίλοι» την κακοχαρακτηρίσαν ότι δεν είναι εκπαιδευμένη επειδή πηδάει πάνω στους επισκέπτες κουνόντας την ουρά της και θέλει να κάθεται δίπλα σου, διεκδικώντας χάδια, όμως είναι αλήθεια ότι δεν την εκπαίδευσα ποτέ και ουδέποτε μετάνιωσα για αυτό. Μάθαμε να συμβιώνουμε ο ένας με τον άλλον, καλύπτοντας ο ένας τις ανάγκες του άλλου, όμως πάνω απο όλα μου έμαθε πως αγάπη, είναι να ανέχεσαι, να συγχωρείς, να φροντίζεις ακόμα κι αν έφαγες ξύλο, ακόμα κι αν ο άλλος είναι κακόκεφος και σου φώναξε, ακόμα κι αν δεν σου δίνει καμία σημασία, όμως μόλις χαμογελάσει λίγο, θα είσαι δίπλα του, έχοντας ξεχάσει όλα όσα είχαν προηγηθεί. Έτσι η Μπόνι έμεινε ανεκπαίδευτη και οι «φίλοι» έμειναν στο περιθώριο, γιατί ειλικρινά, όσους ανθρώπους δεν αγαπούν τα ζωντανά, μου βγήκαν όλοι σκάρτοι, όχι ότι οι έχοντες μπορεί να μην είναι.

Αυτή τη στιγμή ένα νέο μέλος στην δική μας φαμίλια, είναι ένα ολόλευκο γατί, με το όνομα Γιασμίν. «Τρώγονται σα το σκύλο με τη γάτα», λένε κι όμως η Μπόνι δεν πείραξε ποτέ γατί. Κι όποτε έβλεπε γατί έτρεχε για να παίξει μαζί τους, όμως εκείνα έφευγαν πανικόβλητα. Όμως την βλέπω να ξαπλώνει και να αφήνει το γατάκι να ξαπλώνει δίπλα της και να τη θηλάζει, ασχέτως αν δεν έχει γάλα, γιατί ξέρει, ότι εκεινο το μικρό πλασματάκι, έχει ανάγκη, να νιώσει το θηλασμό και ανέχεται τα παιχνίδια της, την αφήνει να τρώει απο το μπωλ της και της έχει μάθει να κοιμάται στα πόδια μου, για τις κρύες νύχτες του χειμώνα.

 Με την ίδια ανιδιοτέλεια μεγάλωσε την Ηλέκτρα, ένα πραγματικά άσχημο παπί, που δεν αγόραζε κανένας απο τον γύφτο το Πάσχα, όπου συνηθίζεται να παίρνουν κάποιοι πουλάκια στα παιδάκια τους για παιχνίδι και να πεθάνουν μετά απο λίγες μέρες. Η Ηλέκτρα κουλουριαζόταν δίπλα στη Μπόνι, αναζητώντας την ζεστασιά και τη στοργή, που τελικά όλα τα πλάσματα έχουν ανάγκη στο ξεκίνημα της ζωής τους μέχρι που μεγάλωσε και αναβίωσε τον μύθο του Ασχημόπαπου, απολαμβάνοντας τις βουτιές της στην πλαστική πισίνα και κατά καιρούς, κουρνιάζει ακόμα δίπλα απο την Μπόνι.

Χρησιμοποιούμε την έκφραση «ζωώδη ένστικτα», για να περιγράψουμε την βία που πράττουμε οι ίδιοι σαν άνθρωποι. Ο ορισμός του ζώου, είτε αυτούσια, είτε ως συνθετικό, χρησιμοποιείται υποτιμιτικά απο ανθρώπους, προς ανθρώπους κι σκέφτομαι τον Ιάκωβο με τη Ντανιέλα, ένα ζευγάρι παπαγαλάκια, να κάθονται και να φροντίζουν το ένα το άλλο, όλη την μέρα κι αποδεδειγμένα, αν πεθάνει το ένα, θα πεθαίνει απο τον καημό του και  το άλλο, καθώς σκέφτομαι, αν ποτέ θα βρω ένα σύντροφο που να μπορούμε να αγαπηθούμε με τον ίδιο τρόπο. Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό λένε πάλι, όμως κοιτάζω το μικρό μου ενυδρείο και τα βλέπω να ζούνε ειρηνικά και το ένστικτο της θανάτωσης, έχει να κάνει μονάχα με την επιβίωση κι όχι απο πρόθεση.

Ζωώδη ένστικτα λοιπόν κι ανθρώπινες πράξεις. Θαρρώ, πως γίναμε πολύ «άνθρωποι» πια και στη σημερινή Ελλάδα, ίσως πρέπει να έρθουμε σε επαφή, με το ζώο, μέσα μας. Βλέπετε, εκείνα απο ένστικτο και μόνο, ξέρουν να αγαπούν, να νοιάζονται, να σέβονται κι εμείς, απο το πολύ «άνω- θρώσκω», ξεχάσαμε πως είμαστε ζώα.


Υ.Γ. Μάλλον για να βρω το "παπαγαλάκι" μου πρέπει να κόψω τα πουστράδικα και να πάρω σβάρνα τις φιλοζωϊκές.

Σάββατο, 14 Ιουλίου 2012

Παρασκευή και 13


Η Παρασκευή και 13, θεωρείται απο τους Δυτικούς ως μια γρουσούζικη μέρα. Οι θεωρίες που γέννησαν αυτή τη δεισιδαιμονία πολλές, άλλες γιατί ήταν η μέρα που εκτελέστηκαν όλοι οι Ναϊτες Ιππότες κι άλλες έχουν θρησκευτικές ρίζες. Όπως και να έχει εγώ την Παρασκευή και 13 την γνώρισα όταν ήρθα στην Ελλάδα και ένας φίλος που κάναμε παρέα τότε μου εξήγησε τι σημαιολογία της μέρας και περίμενα κι εγώ απο τότε τι σκατά θα μου συμβεί. Κατά καιρούς μου έχουν συμβεί διάφορα κουλά και συχνά συμβαίνουν Παρασκευή και 13. Σύμπτωση θεωρώ πως είναι, αλλά ειλικρινά μετά απο τη χθεσινή μέρα, ανατρέχω το ημερολόγιο για να δω πότε θα ξανακάτσει Παρασκευή και 13 ώστε να μην βγω απο το σπίτι.

Η μέρα ξεκίνησε μέσα στο άγχος καθώς άργησα να ξυπνήσω καθώτι με τη ζέστη ήταν αδύνατον να κοιμηθώ και τα κουνούπια έκαναν και πάρτι πίνοντας υποβρύχιο το αίμα μου. Στη διαδρομή για το λουτρό, σκοντάφτω στο παιχνίδι του σκύλου και πέφτω στο κούφωμα της πόρτας, όπου στην προσπάθεια μου να στηριχτώ, μπάινει το μικρό δακτυλάκι στη χαράδρα, κλείνει η πόρτα απο την πρόσκουση και παράληλα πιέζεται το λεπτεπίλεπτο μου δαχτυλάκι κάναντάς με να ρίξω το πρώτο βρισίδι της μέρας. Αφού λοιπόν συνήλθα απο τον πόνο, μπαίνω κάτω απο το νερό, αρπάζω το σαμπουάν  και αρχίζω να σαπουνίζω το θεϊκό μου κορμί, το οποίο κοίταζα στον καθρέφτη και αναρωτιώμουν γιατί το σαμπουάν μυρίζει διαφορετικά και έχει πολύ σαπουνάδα, για να διαπιστώσω ότι είχα πάρει το σαμπουάν του σκύλου!

Μετά λοιπόν το δεύτερο ξέβγαλμα, βγαίνω με την πετσέτα για να φτιάξω τον απαραίτητο πρωϊνό καφέ και διαπιστώνω ότι είχαν τελειώσει τα παγάκια κι εκεί που σιχτίριζα την τύχη, μου λύνεται η πετσέτα, την ώρα που η κυρά γειτόνισσα ογδόντα καρατίων βγήκε να τινάξει το χαλάκι της κουζίνας της στο μπαλκόνι το οποίο είναι ΑΚΡΙΒΩΣ απέναντι απο την δική μου κουζίνα. Νομίζω ότι δεν θα ξαναχαιρετηθούμε όταν θα μαζεύουμε τις μπουγάδες μας για καιρό. Παίρνω λοιπόν τον φραπέ δίχως παγάκια και κάθομαι στο γραφείο προκειμένου να κάνω το ΠΡΩΤΟ τσιγάρο της μέρας και να πιω επίσης την πρώτη τζούρα του καφέ για να διαπιστώσω ότι το τελευταίο καλαμάκι που είχα στο σπίτι είναι τρύπιο και ότι ο αναπτήρας μου δεν δούλευε. Που να ζητήσω τώρα απο τη γειτόνισσα;

Φεύγω μέσα στα νεύρα απο το σπίτι, με την σκέψη να σταματήσω σε ένα περίπτερο και να πάρω ένα καφέ απο το δρόμο και διαπιστώνω ότι το περίπτερο είναι κλειστό και το μαγαζάκι με το καφέ έκανε ανακαίνηση. Δεν γαμιέται λέω, θα πιω καφέ όταν φτάσω στη δουλειά και πατάω τον αναπτήρα του αυτοκινήτου, το οποίο είναι εικοσαετίας και περίμενα πότε θα ζεσταθεί ο αναπτήρας. Και περίμενα, περίμενα, περίμενα. Τίποτα. Ο αναπτήρας σφίνωσε και δεν έλεγε να βγει. Άντε λεω δεν γαμιέται δεν είναι η μέρα μου σήμερα και ανοίγω το ραδιόφωνο. «Παρασκευή και 13» λέει ο εκφωνητής, «Ωραία!» σκέφτομαι εγώ κι εκεί που οδηγούσα στην εθνική ξαφνικά ανάβει το φωτάκι του θερμόμετρου, το αυτοκίνητο να κάνει σα τρακτέρ σε κατσάβραχα και απο δίπλα να περνάνε τα διερχώμενα χαρίζοντας μου απανωτά φάσκελα με δάχτυλα δίχως μανικιούρ.

Αφήνω το αμάξι σε έναν παράδρομο κάπου στο ύψος της Φιλαδέλφειας, με το σκεπτικό να βρω ένα ταξί να πάω στη δουλειά που είχα ένα σημαντικό ραντεβού και και να καλέσω την οδική βοήθεια στο γυρισμό. Έλα που εκεί στην Εθνική δεν υπάρχουν ταξί και το κόβω με τα πόδια μέχρι την Δεκελείας, έχοντας γίνει μούσκεμα απο τον ιδρώτα, με την τσάντα υπο μάλης, όπου σπάει το λουράκι εκεί που περπατούσα και πέφτει σε μια λακούβα με νερά. Συνεχίζω ακάθεκτος όμως την πεζοπορία με τα μοκασίνο να με χτυπάνε και να έχω βγάλει φουσκάλα στη φτέρνα κι έχοντας ενημερώσει ότι θα καθυστερήσω στο ραντεβού, φτάνω επιτέλους στην πιάτσα και μπαίνω στο πρώτο ελεύθερο ταξί, το οποίο κατά τύχη, δεν είχε air condition.

Φτάνω στο ραντεβού με μια ώρα καθυστέρηση, μέσα στον ιδρώτα και ζητώντας χίλια συγνώμη για το στήσιμο, τελειώνω το ραντεβού και περίμενα να μιλήσω με τον νέο μου εργοδότη σχετικά με το άνοιγμα του μαγαζιού. Φτάνει ο τύπος και αρχίζει να μου μασάει τα συμφωνηθέντα βγάζοντας με τρελλό, του τύπου δεν εννοούσα αυτό, αλλιώς το κατάλαβες, με λίγα λόγια θα καθυστερήσει η έναρξη γύρω στο ένα μήνα τουλάχιστον λόγω κωλυσιεργίας των εργασιών και βέβαια μαζί με ταυτό και η μισθοδοσία μου, για να καταλάβω ότι για άλλη μια φορά πιάστηκα κορόιδο απο τους Έλληνες επιχειρηματίες και να μετανοιώνω που απέρριψα εκείνες τις τρεις προτάσεις προκειμένου να μείνω στο σπίτι μου και να μην ξενιτευτώ για άλλη μια φορά. Έπρεπε να δείξω καταννόηση, έλεγε. Σε μένα καταννόηση ποιος θα δείξει που τελικά ξέμεινα στην Αθήνα, δίχως εργασία, δίχως λεφτά, να περιμένω πότε θα γίνει η γαμημένη έναρξη λειτουργίας;

Φεύγω απο τα Μελίσσια με ακριβώς δεκαπέντε ευρώ στο πορτοφόλι και το κόβω με τα πόδια για να βρω ταξί και να με πάει στο σημείο που άφησα το αμάξι μου. Μετά απο μισή ώρα αναμονής βρίσκω ένα το οποίο επίσης δεν είχε air condition με έναν οδηγό που δεν είναι και το πρώτο τζιμάνι, ο οποίος δεν ήξερε την περιοχή που κατευθυνόμασταν, δεν είχε gps, ούτε χάρτη. Έλα που δεν ήξερα κι εγώ την περιοχή και γυρίζαμε σα την άδικη κατάρα προκειμένου να βγούμε στον παράδρομο που έψαχνα κι εγώ να κοιτάζω το ταξίμετρο πότε θα φτάσει στα δεκαπέντε ευρώ για να κατέβω και τελικά κατέβηκα ακριβώς στα 15,02 και το ξανακόβω με τα πόδια για να βρω το αμάξι με μια κλήση κολλημένη πάνω του.

Παίρνω την οδική βοήθεια, τους λέω το σημείο κτλπ όπου μετά απο συνεννοήσεις μου λέει η ξανθιά τηλεφωνήτρια, «Σε περίπου μια ώρα ο συνεργάτης μας θα είναι εκεί.» Δέντρο δεν υπήρχε πουθενά, μέσα στο αμάξι να καθίσω αδύνατον απο τη ζέστη και κάθομαι σε ένα πεζούλι στο δρόμο με τον ήλιο να βαράει ντάλα. Κι αφού έχω γίνει σα σαρδέλα λιαστή απο την ζέστη και ο ιδρώτας έρεε ποτάμι, αρχίζω να νοιώθω ότι είμαι στα όρια της ηλίασης, έχοντας κάνει ηλιοθεραπεία με ρούχα, βρίσκω περιχαρής 50 cents στην τσάντα και αναζητώ ένα περίπτερο να πάρω ένα μπουκάλι νερό. Γυρίζω στο σημείο που περίμενα και η ώρα περνούσε. Μετά απο κάνα δίωρο με παίρνει η ίδια ξανθιά και ρωτάει:
«  Ε, συγνώμη. Στην μεταμόρφωση δεν είστε;» ???!!!
 «Όχι, στη Φιλαδέλφεια σας είπα.»
«Α! Γιατί ο συνάδελφος πήγε στη Μεταμόρφωση στην ίδια διεύθυνση και δεν σας βρήκε! Μην ανησυχείτε όμως θα τον ενημερώσω και θα έρθει απο εκεί.»

Ξανά να περιμένω άλλη μια ώρα και η ώρα είχε πάει έξι και μισή και εγώ να κατουριέμαι και να μην έχει ουτε ένα θάμνο τριγύρο. Κι εκεί που αποφάσισα να κάνω την ανάγκη μου στη μέση του δρόμου, μια και δεν πέρναγε ψυχή πουθενά, να σου παρκάρει ενα αμάξι με μια οικογένεια που ετοιμαζόταν να φορτώσουν για να φύγουν διακοπές. Που να κατουρήσω τώρα εγώ. Μετά απο ώρα φτάνει το ρυμουλκό, ανεβάζουμε το αμάξι πάνω και αφού περάσαμε όλη την κίνηση της Εθνικής, φτάνω κατά τις οχτώ στο σπίτι, πετώντας τσάντα, παπούτσια όπου έβρισκα για να μπω στην τουαλέτα όπου βρίσκω όλο το πάτωμα πλημμυρισμένο, γιατί το λάστιχο της αποχέτευσης του πλυντηρίου που είχα θέσει σε λειτουργία το πρωϊ, είχε φύγει απο την θέση του με αποτέλεσμα όλη η άντληση να πηγαίνει στο πάτωμα, ε και  τότε ακριβώς κατουρήθηκα επάνω μου.

Ειλικρινά, δεν είμαι προληπτικός, αλλά την επόμενη Παρασκευή και 13, που πέφτει το Σεπτέβριο του 2013, θα κάτσω σπίτι, με κατεβασμένα ρολλά και τηλέφωνα!


Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2012

Ventus Calendarium


Vanitas vanitatum et omnia vanitas

Κατά καιρούς παθαίνω διάφορες αναλαμπές. Μου έρχονται στο «άσχετο;» διάφορες λέξεις, έννοιες, φράσεις, που άλλοτε γίνονται μότο, ή απλά απορία. Με την εξέλιξη της τεχνολογίας πάντως βρήκα τη σωτηρία μου. Εκεί που παλιότερα έπρεπε να ψάχνω σε εγκυκλοπαίδειες και λεξικά ή να παίρνω τηλέφωνο κάποιον που ήξερε τι σημαίνει η αναλαμπή που είχα, απλά τώρα κάνω google ή bing και έχω ότι απαντήσεις θέλω.



             Vanitas vanitatum et omnia vanitas, (Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης),διόρθωσε με Turigr, αν κάνω λάθος, αυτό μου κόλλησε εδώ και κάποιες μέρες, απο την πανσέληνο θαρρώ, έχω ένα κάτι με το φεγγάρι. Ίσως είναι απλά η απάντηση που δίνει το ασυνείδητο μου, για τις σκέψεις που έχω τον τελευταίο καιρό, πως όλα είναι μάταια, ανούσια, άσκοπα, αδιάφορα.

 Ο Aizen ίσως μπορούσε να το εξηγήσει.



Περίεργο πως ένα Α, αλλάζει τελείως το νόημα μιας λέξης.

Ακάνθινες ερωτήσεις ξεπετάγονται, σφυροκοπώντας για απαντήσεις οι οποίες άλλοτε αναζητώνται στο σκοτάδι του ουρανού κι άλλοτε στον πάτο ένος μπουκαλιού... Ποιος είναι ο στόχος της ζωής μου; Τι αξία έχει; Τι αξίζει; Τι όχι; Ποιο το νόημα; Προκλημακτηριακά ένος μεσήλικα, έτσι μου παν πως λέγεται η φάση που περνάω. Μπορεί να έχουν δίκιο, αλλά και πάλι, ποιος θα μου δώσει τις απαντήσεις; Τι να σου κάνει και η τεχνολογία; Αν πάντως φτάσουμε στο σημείο να μας δίνει απαντήσεις η τεχνολογία σε αυτά, τότε πάψαμε να είμαστε άνθρωποι.

Ξυπνάω και περιφέρω στον κόσμο το σαρκίο μου. Επιστρέφω στο σπίτι και βυθίζομαι στο τίποτα. Κοιτάζω τα λουλούδια και μου φαίνονται αδιάφορα, θα μαραθούν κι αυτά. Έτσι δεν είναι Tremens; Κάνω αναδρομή της ζωής και δεν βρίσκω κάτι ουσιαστικό. Τι κι αν δούλεψα; Ποιο το όφελος. Ξυπνάω, δουλεύω, περπατάω, ανασαίνω, με μια καρτερικότητα της αναγνώρισης, της μέρας να περάσει, του χρόνου να γίνει χρόνια και απλά να χαθώ στο άυλο, έχοντας γίνει λίπασμα για τα σκουλίκια. Ναι, καταλαβαίνω έτσι ορισμένους που αποφάσισαν να κάνουν ένα παιδί, προκειμένου να αποκτήσουν ένα νόημα στη ζωή τους, αφού μπορούν, γιατί όχι; Και μεγαλώνουν εκείνα ευνουχισμένα, φορτωμένα με ελπίδες κι όνειρα, με όλα όσα οι ίδιοι δεν έζησαν.

Πάρε ένα μαχαίρι και κοψτ’ το λαιμό σου, ίσως πείτε. Εγώ αυτό θα έλεγα πάντως. Όμως ίσως είμαι δειλός για να κάνω κάτι τέτοιο. Ίσως γιατί κρατιέμαι ακόμα απο το ερώτημα του :Τι αξίζει τελικά; Το ταξίδι ή ο προορισμός; Ά ! ρε Καβάφη, εσύ που με συντρόφευες ώρες κι ώρες, έφτασε η στιγμή να σε αμφισβητήσω.

Πλέον μου απευθύνονται στον πληθυντικό και κοιτάζω να δω απο δίπλα τον κλώνο, όμως όχι, σε μένα απευθύνονται, ως μονάδα. Έγινα ο Κύριος Τάδε, κεριά και λιβάνια, έλεγε η Γιαγιά μου, δίκιο δεν είχε Αντιγόνη;.

Ψάχνω κάπου να ακουμπήσω, όπως λέει η Νasia, σε μια ανάμνηση, σε μια ιδέα και αντικρίζω ένα Έρεβος. Έχει τελικά το  κενό χρώμα;

«Για αυτό,
δεν έχω τίποτα άλλο να πω
Ένα μεγάλο κενό, ένα Μηδενικό
Χωρίς Εσένα», ακούω το τραγούδι που ανάρτησε ο Zero Point. Ποιος σε χέζει κι Εσένα. Το Εμένα με απασχολεί τώρα. Άλλωστε, αν εμφανιζόσουν, θα κανιβάλιζα σα μια Μαύρη Χήρα.

Θυμάμαι τελικά μια ανάμνηση. Πέντε χρονών να κάθομαι πάνω σε ένα πηγάδι, κοιτάζοντας το σκοτάδι να απλώνεται κάτω και πετώντας πέτρες, περιμένοντας να ακούσω το γκελ στον πάτο, καθώς σκεφτόμουν: Τι υπάρχει στο σκοτάδι; θέλοντας να βουτήξω σε αυτό. Ακόμα εξακολουθώ και κάθομαι στα σκοτάδια τις νύχτες, περιμένοντας μια απάντηση, το γκελ στον πάτο του πηγαδιού.

Χάζευα το Φεγγάρι τις προάλες και ο νους μου ταξίδευε στην Σκοτεινή της πλευρά. Σκεφτόμουν τις φορές που βυθίστηκα στην Άβυσσο. Ξέρεις E.D.I.L.Y.L. ποια εννοώ. Εκείνη που έχουμε μέσα μας, εκείνη που μας περιτριγυρίζει, εκείνη που μας έμαθαν να αποφεύγουμε. Inferno! ψιθυρίζω, αναζητώντας την αγκαλιά της Λίλιθ. Ίσως γιατί είμαι δικό της παιδί κι εκείνη σε μια κρίση μετάνοιας, γιατί όλοι μετανιώνουμε κάποια στιγμή για κάτι, με παράτησε στα τρελλά νερά μιας  Στύγγας.

Ένας Λωλός εμφανίστηκε στη γειτονιά. Κάθεται κάθε μέρα, όλη μέρα σε ένα πεζούλι του δρόμου και κοιτάζει τον κόσμο που περνά. Ένα σκυλί ψυχοραγούσε, έχοντας φάει φόλα και οι περαστικοί φώναζαν: «Το καημένο!», συνεχίζοντας το δρόμο τους, το έχεις δει έτσι Daphne; Ένας έφηβος πουλάει στυλό κι η ώρα είναι δώδεκα το βράδυ. Ένας άλλος θα πηγαινοέρχεται στη δουλειά με λεωφορεία, γιατί πούλησε τη μηχανή για τα ενοίκια. Λίγο πριν περάσουν τα σκουπιδιάρικα τη νύχτα, η ησυχία της διακόπτεται απο τον Άγνωστο, που ψαχουλεύει τα σκουπίδια κι εγώ κοιτάζω τη στοίβα με τα άδεια πακέτα τσιγάρα, κάνοντας τα μπουκάλια της μπύρας κορίνες. «Τα πολλά χέρια μας κατσιάζουν.», έλεγε ο Βέγγος. «Τα πολλά μας παραπλανούν.», λέω εγώ, όμως έμαθα σε αυτά. 

 Γαμημένη έξις. Άχ ρε Sweet Cherry!
Τι κρίμα, να ανακαλύπτουμε τα πάντα, στο τίποτα. Το φως, στο σκοτάδι. Την ανθρωπιά, στην κτηνωδεία και μετά να ονοματιζόμαστε «άνθρωποι». Να ‘βρισκα εκείνο το Πηγάδι. Να καθόμουν ξανά στην άκρη του και να ‘πεφτα μέσα, βρίσκοντας την απάντηση στο ερώτημα μου.