Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Ο Πούστης κι ο Gay




Μια φίλη περασμένης γενιάς, εχθές το βράδυ, συζητώντας για τα φλέγοντα θέματα της καθημερινότητας μας, μου είπε με ύφος περπατημένης γκόμενας του Μεσοπολέμου: “Εγώ στη ζωή μου είχα την τύχη να συναναστρέφομαι Πούστηδες κι όχι Gay. Γέλασα με τη δήλωση της, όμως αργότερα το ίδιο βράδυ, συλλογιζόμουν το σκεπτικό της και τον διαχωρισμό που είχε κάνει η ίδια μέσα της για τους ομοφυλόφιλους.

Όταν έφυγα απο το σπίτι μου κι αποφάσισα να ζήσω τη ζωή μου ως συνειδητοποιημένος ομοφυλόφιλος, η λέξη «gay» δεν ήταν ακόμα ευρύτερα γνωστή τότε, η θρασσύτατη αφέλεια της νιότης οδήγησε τα βήματα μου σε διαδρομές άλλοτε σκοτεινές και δύσβατες κι άλλοτε φωτεινές και εύθραυστες. Ήθελα μόνο να ΖΗΣΩ και ζωή για μένα είναι αποκτάς εμπειρίες, να δεις, να γνωρίσεις, να περπατήσεις ώστε στο μεταίχμιο του θανάτου να μπορείς να λες:Ναι γαμώτο έζησα! Η σκέψη του θανάτου, ήταν πάντα στο νου μου απο τα εφηβικά μου χρόνια, μετά απο την αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας, όπου το δικό μου κενό με οδήγησε σε αυτήν. Επέζησα όμως και σκεφτόμουν πόσο ηλίθιος θα ήταν ένας θάνατος δίχως τη μεστότητα της ζωής, απλά για να καλύψεις ένα κενό. Έτσι αποφάσισα να ζήσω, όσα περισσότερα μπορώ, με τη σκέψη του θανάτου να με ακολουθεί, ώστε καθημερινά εαν τον συναντήσω, να μην έχει κενό να καλύψει.

Περπάτησα σε πασαρέλες, σε φωτεινούς δρόμους, σε σκοτεινά μοναπάτια λιμανιών και είχα την «τύχη;» να συναναστραφώ απο πουτάνες και νταβατζήδες μέχρι αριστοκράτες και αρχοντόβλαχους, δίχως να χάνω την πίστη μου στον άνθρωπο, όμως μεγαλώνοντας απλά να γίνομαι λιγότερο ανεκτικός μαζί τους. Σε μια απο εκείνες τις διαδρομές της πρώτης νιότης  γνώρισα τον Φίλιππο. Ο Φίλιππος ήταν (είναι;), μια γρια λούγκρα απο τη Θεσσαλονίκη, όπως μου συστήθηκε, ο οποίος με είχε πάρει υπό την προστασία του όπως μου έλεγε, όσο εγώ μάθαινα την σκοτεινή πλευρά της πόλης.

Μου έδειξε τα παλιά στέκια της Αθήνας, τα εναπομείνοντα, τα πάρκα, τα τζουρά και τα σινεμά. Μου γνώρισε τραβέλια, πουτάνες και τσόλια και μου επίστησε την προσοχή για τους οδηγούς ακριβών αυτοκινήτων που κυνηγούν τα τζόβενα. Και μαζί με αυτά, μου έλεγε ιστορίες. Ιστορίες της ζωής του, για τη ζωή στο χωριό, για την παλιά Θεσσαλονίκη, για το στρατό, για τον πρώτο του έρωτα που πέθανε στην εξορία, για το πεζοδρόμιο, για τη Χούντα, για το πάρσιμο στα σκοτεινά κι όλα αυτά υπό το πρίσμα του πούστη μιας παλιότερης εποχής. Τα έλεγε όπως ακριβώς τα έζησε, άλλοτε στα καλλιαρντά, άλλοτε στην αργκό, όμως πάντα δίχως φόβο και πάθος. «Όταν γερνάς, η μόνη παρέα είναι η αλήθεια.», μου έλεγε.

Σε μια βόλτα μας με πήγε στο «Νέον», στην Ομόνοια. «Έλα πάμε να σου δείξω που καταντούν οι γριές σαν εμένα.», μου πε μια μέρα. Καθίσαμε σε ένα τραπεζάκι στη μέση της σάλας και τριγύρω διάφοροι γέροι με σακάκια και καβουράκια στο κεφάλι, έπαιζαν κομπολόι. Παραγγείλαμε καφέ, εγώ ένα φραπέ κι εκείνος έναν ελληνικό σκέτο. «Αναθεματισμένο ζάχαρο. Που να το πιείς γαμώτο αυτό το φαρμάκι.» Υποκατάστατα ζάχαρης δεν είχαν βγει ακόμα κι όταν τα είδα την πρώτη φορά, ο νους μου πήγε σε εκείνον ευχόμενος να ρούφαγε δυνατά το καϊμάκι και να απολάμβανε τον καφέ έτσι  ακριβώς όπως τον ορεγόταν.

«Για πες τι βλέπεις;», με ρώτησε.
«Τι να δω;», του ‘πα κι εγώ.
«Για ρίξε μια ματιά γύρω σου, τι παρατηρείς;», μου ξανάπε.
Έριξα κι εγώ μια ματιά γύρω μου και του ‘πα πως είναι σα καφενείο εδώ μέσα με τόσες γριές, μια κι είχα αρχίσει να εντρυφούμαι στα καλλιαρντά.
«Δεν παρατηρείς τίποτα άλλο;» μου ‘πε κοιτάζοντας με με μισό μάτι.
«Όχι», του απάντησα και φουρκισμένος μου λέει.
«Μα καλά εσείς οι gay, δεν τζινάβετε καθόλου;»
Μου πήρε λίγη ώρα μέχρι να καταλάβω πως ο χώρος ήταν γεμάτος με διάφορα τσόλια που ζαχάρωναν οι γέροι και πως το σημείο, ήταν μέρος για ψωνιστήρι.
«Εδώ καταντάμε, οι γριές σαν εμένα. Εσείς οι gay, έχετε άλλα μέρη.»
«Εμείς οι gay ;» αναρωτήθηκα για να τον ρωτήσω: «Γιατί εσύ τι είσαι;»
Θυμάμαι ακόμα το βλέμμα του, αφ’ υψηλού, όπως κάθε snob λούγκρας, τελικά είναι διαχρονικό αυτό, να με κοιτάζει λέγοντας περήφανα: «Εγώ είμαι Πούστης αγάπη μου! Συκιά, πισωγλέντης, ντιγκιντάκας.» και συνέχισε λέγοντας μου:
«Τον βλέπεις αυτόν με το πουκάμισο και την καδένα; Μου δειξε ένα τύπο κοντά στα εξήντα για να συνεχίσει: Αυτόν τον παράτησε η γυναίκα του, όταν τον έπιασε στο κρεβάτι με ένα τεκνό πριν τρια χρόνια. Συχνάζει στα μέρη που πας κι εσύ και προσπαθεί τώρα στα γεράματα να καλύψει το κενό παριστάνοντας τον gay. Δες τον πως ντύνεται. Στα γεράματα να παριστάνει το τζόβενο.»
«Μα τι διαφορά έχει; Όλοι gay είμαστε! Άλλωστε τι σημασία έχει πως ντύνεται!», επέμενα εγώ.
«Έχει και παραέχει!», είπε χτυπώντας το χέρι στο τραπεζάκι κάνοντας τους γύρω να μας κοιτάξουν διερωτώμενοι πιθανόν αν ήμουν κάνα καινούργιο τσόλι. Ήπιε μια γουλιά νερό, έβγαλε το μαντήλι απο την δεξιά εσωτερική τσέπη του σακακιού του σκουπίζοντας τις άκρες απο τα μουστάκια του και ίσιωσε το καπέλο του για να μου πει:
«Υπάρχουν οι πούστηδες και η πουστιά. Την πουστιά μπορεί να την έχουν όλοι, οι  πούστηδες όμως  έχουν μπέσα. Είμαστε Άντρες, ότι κι αν λένε οι άλλοι για εμάς κι ένας άντρας τιμά την αλήθεια και τα παντελόνια του. Είναι δυνατόν κάποιος να γουστάρει έναν γέρο σαν εμένα; Όχι. Τι θα ‘πρεπε να κάνω λοιπόν; Να παριστάνω το τζόβενο ενώ δεν είμαι; Χίλιες φορές να έρχομαι εδώ και να ψωνίζω ένα τεκνό, παρά να παίρνω σβάρνα τα κωλόμπαρα της γενιάς σου. Στην πρώτη περίπτωση είναι έντιμο, μεταξύ εμού και του άλλου, ενώ στην άλλη περίπτωση, χάνω την αξιοπρέπεια μου. Τι διαφορά έχουν οι πούστηδες απο τους gay;, συνέχισε παραληρώντας. Οι πούστηδες έχουν μπέσα και οι gay, όπως τους λες, έχουν πουστιά. 

Τρώγεστε μεταξύ σας σα κατίνες και νομίζετε πως η φτηνομαγκιά είναι αντριλίκι. Δεν ξέρετε να αγαπάτε ρε. Εμείς όταν αγαπούσαμε κάποιον τον αγαπούσαμε αληθινά. Και στα καλά και στα δύσκολα. Κρυβόμασταν απο τον κόσμο, ναι, γιατί μας κυνηγούσαν και μας στέλνανε στην εξορία, τάχα πως αριστερίζουμε, όμως μεταξύ μας δεν κρυβόμασταν. Ναι υπήρχαν και αυτοί που κάναν διπλές και τριπλές ζωές, με γυναίκα και παιδιά, όμως ξέρανε τι ήταν και δεν παραμύθιαζαν τον εαυτό τους.Το «Κάτω στα λεμονάδικα το ‘χεις ακούσει»;, σιγά μην το ‘χεις ακούσει. Γαμιόμασταν στα στενά και το ‘φχαριστιόμασταν, βγαίναμε στις ταβέρνες και καμακώναμε βγάζοντας το μαντήλι απο τη δεξιά τσέπη και όταν είχαμε νταλκά, δίναμε παραγγελιά στο μαέστρο και ρίχναμε ζεμπεκιά γιατί είμασταν άντρες. Υπήρχαν και οι κουνιστές. Όμως κι αυτές διαφορετικές ήταν. Ντύνονταν παρτάλια, όχι για να προκαλέσουν αλλά γιατί αυτή ήταν η φύση τους και το πλήρωναν, ειδικά αυτές πολύ πιο ακριβά απο όλους και το ξέρανε. Όμως κι αυτό αντριλίκι ήταν. Εσείς οι gay τι κάνετε; Γαμιέστε και δεν ξέρετε καν γιατί το κάνετε. Που είναι η μπέσα σας ρε;»

Καιρό αργότερα έγινε το πρώτο Gay Pride στην Αθήνα. Υιοθετήσαμε το “Proud to be Gay” και το τυπώσαμε σε μπλουζάκια και κονκάρδες απαιτώντας δικαιώματα και «αναγνώριση». Σκέφτομαι όμως: Πως ζητάς από κάποιον να υποστηρίξει τα δικαιώματα σου με το επιχείρημα  ότι είσαι «διαφορετικός»; Χιέστηκε η Φατμέ στο Γενί Τζαμί, που λέει κι ο Tremens γιατί όλοι διαφορετικοί είμαστε μεταξύ μας. Αν εστιάζαμε όμως σε ‘κείνα που μας ενώνουν ίσως τότε η συμπαράσταση να ήταν ουσιαστικότερη. Άλλωστε για κάθε ανθρώπινο δικαίωμα που χάνεται, καταπατάται και δεν αναγνωρίζεται, απλά χανουμε την αξία μας σαν Άνθρωποι και Πολίτες του Κόσμου.

Σκέφτομαι τι να έλεγε ο Φίλιππος για όλα αυτά. Τον θυμάμαι που εκείνη τη μέρα τραγουδούσε το «Οι Μάγκες δεν υπάρχουν πια, τους πάτησε το τρένο...», και  μου ‘κλεινε το μάτι σε μια ταβέρνα στο  Σταθμό Λαρίσης. Ναι δεν είμαι περήφανος που είμαι gay, εχθές όμως όταν η φίλη μου μου είπε: «Ανάμεσα σε αυτούς τους πούστηδες είσαι κι εσύ.», τολμώ να πω πως ένιωσα περήφανος.




Παρασκευή, 25 Μαΐου 2012

Η Χιονάτη, Ο Ντόριαν Γκρέυ κι ο Σωκράτης


Ρώτησα κάποτε μια φίλη πολύ όμορφη, αν έχει σκεφτεί το γεγονός, ότι κάποια στιγμή, δεν θα είναι πια νέα κι όμορφη. Εκείνη μου απαντησε: Άσε δεν θέλω να το σκέφτομαι γιατί φρικάρω. Μια άλλη, εργαζόμενη μέσα σε ένα κύκλωμα, όπου η εξωτερική εμφάνιση παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο και μπορεί να καθορίσει τα πάντα, μόλις είχε κλείσει ραντεβού για κολαγόνο στα χείλη, στον ίδιο γιατρό που είχε κάνει την αυξητική επέμβαση στήθους πριν κάποια χρόνια. Ένας άλλος πάσχει απο κάποιες ημιρανίες μετά απο προσθετική μαλλιών, ενώ κάποιος άλλος μόλις έκανε μια επέμβαση στη μύτη, έχοντας ολοκληρώσει την ολότελη αλλαγή στην εμφάνιση του. Σήμερα το πρωί κοιτούσα τον εαυτό μου στον καθρέφτη και σκεφτόμουν: Αν εκανα μια επέμβαση να «διορθώσω» το σχήμα των ματιών μου, μαζί με μια ρινοπλαστική και σήκωνα επί έξι μήνες περισσότερα κιλά στον πάγκο, θα «έφτιαχνα» την εμφάνιση μου. Θα γινόμουν πιο όμορφος. Κατ’ επέκτασιν πιο επιθυμητός.

Η εκτίμηση της ομορφιάς, υπήρξε απο αρχαιοτάτων χρόνων, σε όλους τους πολιτισμούς. Υμνήθηκε και αποτυπώθηκε με κάθε τρόπο, απο γραφές σε περγαμηνές μέχρι λάξεμα σε πέτρα. Στην Αρχαία Ελλάδα, πιστευόταν ότι οι όμορφοι άνθρωποι είναι ευνοούμενοι των θεών και υπό την προστασία τους, τόσο πολύ που  κατάφερναν να γλιτώσουν δεινά, που άλλοι στη θέση τους θα είχαν υποπέσει με την πρώτη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Φρύνη, μια διάσημη εταίρα της αρχαιότητας που δικάστηκε με την βαρύτερη κατηγορία, όμοια αυτής του Σωκράτη, και αθωώθηκε επειδή ο Υπερείδης, αποκάλυψε τα κάλλη της, ενώπιον των δικαστών κατά τη σύσκεψη τους. Από τότε,  καθιερώθηκε η απομόνωση των δικαστών κατά τη διαδικασία της απόφασης, προκειμένου να μην επηρρεάζονται οι αποφάσεις τους απο εξωγενείς παράγοντες.

Ναι, η ομορφιά είναι κάτι που μας προσελκύει ενδόμυχα. Μπροστά στο πέρασμα του, γυρίζουμε ενστικτωδώς το κεφάλι. Ποιους παρατηρούμε άλλωστε στο δρόμο; Και είναι γεγονός, ότι αποτελεί διαβατήριο για μια «καλύτερη;» ζωή. Δεν είναι τυχαίο που σε χώρες, λιγότερο προνομιούχες απο τον Δυτικό κόσμο, χιλιάδες κορίτσια εκμεταλλεύονται την ομορφιά τους, προκειμένου να έχουν την ευκαιρία για μια καλύτερη τύχη, ξεφεύγοντας απο την ανέχεια και τη φτώχεια με την οποία μεγάλωσαν. Μια απο αυτές που τα κατάφεραν ήταν η μητέρα μου. Δεκαέξι χρονών ήταν, όταν έφυγε απο το χωριό και κατέβηκε στην πόλη για να γίνει μια απο τις διασημότερες περσόνες στο χώρο της τη δεκαετία το ’60. Με μοναδικό εφόδιο την εμφάνιση της, πέτυχε κι έζησε πράγματα που ούτε καν ονειρευόταν ως φτωχό κορίτσι ενός ορεινού χωριού της Ταϋλάνδης, χτίζοντας έναν μύθο που με κατέτρεχε για πολλά χρόνια.

Απο μια ηλικία και έπειτα, μεγάλωσα σε ένα σπίτι όπου κυριαρχούσαν τα προτραίτα της και αργότερα είχα την τύχη (;), να γνωρίσω απο πρώτο χέρι τα «προνόμια» του να ανήκεις στους «ευννοούμενους» των θεών. Την θαύμαζα τη μητέρα μου. Θαύμαζα τον τσαμπουκά της, το θάρρος και το θράσσος της, να ξεφύγει απο μια ζωή, τολμώντας να διεκδικήσει μια καλύτερη. Δεν θαύμασα όμως ποτέ τις επιλογές της και αυτές ήταν που με έκαναν να επιλέξω έναν διαφορετικό δρόμο από εκείνη, όμως με αρκετά κοινά πορείας.

Η μητέρα μου είχε κάνει τρεις βελτιωτικές επεμβάσεις,ακολουθώντας  τα πρότυπα της αγοράς. Δεν ξέρω αν αυτά βοήθησαν την καριέρα της, άλλωστε η αρχή είχε γίνει πολύ νωρίτερα, όμως όταν το πρωί στεκόμουν στον καθρέφτη, σκεφτόμενος τις επεμβάσεις που δυνητικά, θα μπορούσα να κάνω, στο νου μου ήρθε η φωτογραφία της στα δεκαέξι, όπου κατά την προσωπική μου άποψη, ήταν πολύ πιο όμορφη και μούτζωσα τον εαυτό μου, που μεγαλώνοντας, θα επέστρεφα στα χρόνια της πάλης για την αποδοχή του εαυτoύ μου.

Μεγαλώνουμε με παραμύθια που μιλούν για όμορφες πριγκίπισσες, γενναίους πρίγκηπες και το ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. Προσωπικά σιχιένομαι αυτά τα παραμύθια, καθώς χτίζουν και διαιωνίζουν το πρότυπο πως η ομορφιά είναι το παν. Ντύνουμε τα κοριτσάκια όμορφες πριγκίπισσες και τα αγοράκια ρωμαλέους πολεμιστές. Τους λέμε «Τι όμορφο που είσαι!», μαθαίνοντας τους απο μικρά, πως το πρώτο πράγμα που προσέχουμε είναι η εξωτερική εμφάνιση, για να μεγαλώσουν με ανασφάλειες, κόμπλεξ και αγώνα για αποδοχή κληροδοτώντας τους απλά τα δικά μας πάθη. Δεν έχει τύχει ποτέ να ακούσω κάποιον να λέει σε ένα παιδί: Τι έξυπνος, Τι καλός, Τι ευγενικός, αλλά αντιθέτως το «Τι όμορφο», είναι αυτό που διατυπώνεται με ευκολία.

Θυμάμαι μια σκηνή απο την ταινία «Υπηρέτριες», όπου η μαύρη γκουβερνάντα, μάθαινε το κοριτσάκι που μεγάλωνε να λέει στον εαυτό του : «Είμαι έξυπνη, είμαι καλή, είμαι ευγενική» και με έκανε να σκέφτομαι: Αυτό το παιδί, όταν μεγάλωνε, τί πορεία θα είχε στη ζωή του. Σίγουρα πάντως, δεν θα αναλωνόταν μπροστά σε έναν καθρέφτη και ίσως να κοίταζε τους ανθρώπους στα μάτια, προσπαθώντας να δει την ομορφιά πίσω απο αυτά, αντί να περιορίζεται στην αντανάκλαση του κάτοπτρου.

Θυμάμαι πριν χρόνια, όταν είδα την Παναγία των Παρισίων, που έκλαψα στο τέλος, ενώ οι άλλοι είχαν ενθουσιαστεί απο το αίσιο τέλος, όταν με ρώτησαν γιατί έκλαιγα, τους είπα πως λυπόμουν που κανένας δεν είδε την ομορφιά του  Κουασιμόδου και η Εσμεράλντα επέλεξε τελικά τον Λοχαγό. Ναι η Χιονάτη σώθηκε επειδή ήταν όμορφη, ο Ντόριαν λατρεύτηκε όσο κανείς κι ο Σωκράτης έλεγε πως η ομορφιά, είναι μια σύντομη τυρρανία. Ολόκληρος πόλεμος έγινε για μια Ελένη και ένας Αλκιβιάδης, προκάλεσε έναν άλλον καθώς εμείς είμαστε θύματα όσων μπορεί να δείξει ένας καθρέφτης. Λένε πως η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο. Συμφωνώ. Υπάρχει όμως η ομορφιά που διαρκεί όσο ένα βλεφάρισμα του χρόνου και η Ομορφιά που κρατά αιώνια και αυτή, είναι θαμμένη μέσα μας, κρυμμένη και τη βλέπεις μονάχα με τα μάτια της ψυχής.

«Αγαπώ κι αποδέχομαι τον εαυτό μου, όπως ακριβώς είναι.» Ίσως αν μπορούσαμε να κάνουμε αυτό, ο κόσμος να μας φαινόταν πιο όμορφος, απλά γιατί κι εμείς θα είμασταν όμορφοι. Άλλωστε:

«Ο Ωραίος, είναι απλά ωραίος
Ο Καλός όμως, μπορεί να γίνει κι Ωραίος»

Σαπφώ



Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

And the Oscar goes to...



Με αφορμή την ανάρτηση της nasia, σκέφτομαι το θέμα των ρόλων που έχουμε στην καθημερινότητα μας. Για μένα υπάρχουν οι ρόλοι που καλούμαστε να παίξουμε, λόγω των υποχρεώσεων που αναπτύξαμε και οι ρόλοι που είτε αναγκαζόμαστε, είτε επιλέγουμε να «παίξουμε». Για τους πρώτους δεν θέλω να κάνω κουβέντα μια και είναι συνδεδεμένοι με τις διάφορες πτυχές της ζωής μας καθώς και με τις υποχρεώσεις που έχουμε ως υπεύθυνα άτομα. Ρόλοι όπως, μάνα, πατέρας, εργαζόμενος, επαγγελματίας κτλπ, είναι απλώς υποχρεώσεις και καθένας μας ξέρει κατά πόσο ανταποκρίνεται σε αυτές. Όμως η ζωή μας είναι πολύπλευρη και μέσα στην καθημερινότητα μας, συχνά ζούμε καταστάσεις λες και είναι βγαλμένες απο ταινία, άλλοτε επιστημονικής φαντασίας, άλλοτε κωμωδίας κι άλλοτε τραγωδίας. Δεν λένε άλλωστε πως η ζωή μιμείται την τέχνη; Αν και δεν είμαι σίγουρος για αυτό, ίσως το αντίστροφο να είναι πιο θεμιτό.

Έχοντας υπάρξει συνειδητοποιημένος gay στην εφηβεία, μεγαλώνοντας σε μια συντηρητική κοινωνία και ένα εχθρικό περιβάλλον, αναγκάστηκα συχνά να παίξω το ρόλο του straight Έλληνα της δεκαετίας του ’90. Μια δόση γκαγκουριάς, αρκετό βρισίδι, φτηνή μαγκιά, παντελόνι Levis και μαλλί κοκόρι ήταν αρκετά για να εναρμονιστώ με το περιβάλλον του σχολείου. Όλοι έχουν την τάση να γίνονται αποδεκτοί, να “ανήκουν” κάπου όταν βρίσκονται σε αυτή την ηλικία, ψάχνοντας την θέση τους μέσα στην κοινωνία και ο πιο εύκολος τρόπος είναι απλά να εναρμονιστούν με το περιβάλλον που ζουν. Αυτό δεν κάνουν και τα ζώα στη φύση; Ένα καμουφλάζ. Το θέμα είναι πως το καμουφλάζ είναι εύκολο, στηρίζεται στην εικόνα, τι γίνεται όμως όταν πρέπει να συναναστρέφεσαι και το περιβάλλον σου; Εκεί εφαρμόζεις την παράφραση του “όταν είσαι στη Ρώμη, ντύνεσαι όπως οι Ρωμαίοι”. Βρήκα λοιπόν τον συνδετικό κρίκο όλων αυτών, που ήταν το ποδόσφαιρο και το sex.

Ποδόσφαιρο δεν είχα παίξει ποτέ στη ζωή μου, όσον αφορά το sex, εκεί τους έβαζα τα γυαλιά. Φρόντισα λοιπόν και διάλεξα μια ομάδα της οποίας υπήρχαν οι περισσότεροι ακόλουθοι και έμαθα τους παίχτες της. Διάβασα και 5-6 κανόνες του παιχνιδιού, έμαθα και τους παίχτες της αντίπαλης ομάδας και μιλούσα λακωνικά όταν σχολιαζόταν ένα παιχνίδι, δίχως να το έχω δει καν. Αυτό ήταν. Ξαφνικά έγινα ο ειδήμων του ποδοσφαίρου. Εκείνος στον οποίον απευθύνονταν οι άλλοι όταν διαφωνούσαν για την έκβαση του παιχνιδιού, ενός παιχνιδιού που δεν είχα δει ποτέ κι απαντούσα διφορούμενα, με ακαδημαϊκό λεξιλόγιο και περισπούδαστο ύφος, κάνοντας τους άλλους να επικροτούν απλά και μόνο γιατί δεν καταλάβαιναν το λεξιλόγιο αλλά κανένας δεν το παραδεχόταν, εκμεταλευόμενος τον ηλίθιο αντρικό εγωϊσμό. Τότε κατάλαβα, πως στη ζωή, για να μην πιαστώ κότσος, έπρεπε να μάθω να χειρίζομαι τον εγωϊσμό μου για να μην πέσω θύμα κάποιου επιτήδειου σαν εμένα.

Το επόμενο βήμα για την ολοκλήρωση της εικόνας μου ήταν το sex. Έχοντας άνεση με τις κοπέλες, μια και δεν είχα αυτοσκοπό το sex μαζί τους, μπορούσα να μιλάω και να συναναστρέφομαι άνετα μαζί τους, με αποτέλεσμα να περιτριγυρίζομαι πάντα απο κοπέλες, όταν οι άλλοι ένιωθαν ανασφάλεια απο τα σπυράκια και το μέγεθος του ανδρισμού τους. Βγήκε έτσι ο μύθος του Δον Ζουάν και έρχονταν κατά καιρούς οι υπόλοιποι να μου ζητήσουν χάρες, προκειμένου να κανονίσω καταστάσεις τα Σάββατα, ώστε να βγαίνουμε παρέα με τις κοπέλες που γούσταραν και εγώ να τους συμβουλεύω πως να κινηθούν και πως να μιλήσουν. Η επιτομή, ήρθε όταν τους πήγα την πρώτη μπουρδελότσαρκα, όπου ένας απο τους νταήδες του σχολείου ήρθε την επόμενη μέρα και μου ζήτησε εμέσως πλην σαφώς συγνώμη που νόμιζε πως ήμουν αδελφή και αν μπορούσα να πάω μαζί του στο ντέλο μια και είχα «εξοικείωση» με τις κοπέλες του. Τώρα πως την είχα αποκτήσει αυτή την εξοικείωση, είναι άλλη ιστορία.

Βαρέθηκα όμως εκείνον τον ρόλο. Τον σκοπό μου τον είχα πετύχει. Η συναναστροφή μου μαζί τους, δεν είχε τίποτα να μου προσφέρει, το αντίστροφο κιόλας κι αποτραβήχτηκα με τη δικαιολογία του διαβάσματος μια και πλησίαζαν οι Πανελλήνιες και ήμουν περίφημο φυτό με γυαλάκια. Πλέον δεν έχω λόγο να ξαναπαίξω αυτό τον ρόλο. Οι συναναστροφές μου με straight άντρες είναι περιορισμένες και επιλεκτικές, τόσο που δεν χρειάζεται να συζητώ για το ποδόσφαιρο και τις γκόμενες κι αν τύχει να παρευβρεθώ σε μια τέτοια συζήτηση, απλά αποτραβιέμαι γιατί δεν έχω ανάγκη την αποδοχή τους πια.

Οι ρόλοι μας στη ζωή, εκείνους που επιλέγουμε να παίξουμε χάρη σε μια σκοπιμότητα ποικίλουν και πάντα έχουν ως γνώμωνα ένα όφελος, ακόμα και κέρδος. Θυμάμαι την πρώτη μου συνέντευξη, την πρώτη μου εργασία, που αποτέλεσε την βάση της όποιας καρίερας μου. Πλασαρίστηκα με ένα ψεύτικο βιογραφικό και αέρα φιλόδοξου και επιτυχημένου επαγγελματία. Σε ότι με ρωτούσε αν ήξερα ή μπορούσα να κάνω  “ναι” έλεγα κι ας μην είχα ιδέα τι ήταν. Όμως είχα ανάγκη τη δουλειά και ήξερα πως εαν κατάφερνα να την πάρω, θα ήταν η αρχή της καριέρας μου. Με τα πολλά την πήρα τη δουλειά. Ανταγωνίστηκα επαγγελματίες με διπλώματα και περγαμηνές πουλώντας αέρα κοπανιστό, με μοναδικό εφόδιο το θράσσος και την αυτοπεποιήθηση ότι, ό,τι  και να με βάζανε να κάνω θα τα κατάφερνα, όπως κι έγινε.

Δεν ξέρω αν εκείνος ο Διευθυντής κατάλαβε ότι του έλεγα μαλακίες και έπαιζα ένα ρόλο, δεν το έμαθα ποτέ. Όμως απο τη στιγμή που πήρα τη δουλειά, ποτέ δεν εξέθεσα τον εαυτό μου, ούτε εκείνον που με εμπιστεύτηκε. Αντιθέτως μέσα σε 2 χρόνια πήρα δυο προαγωγές και αυξήσεις κι όταν εκείνος συνταξιοδοτήθηκε απο την εταιρία, την τελευταία του μέρα, μου είπε πως είναι σίγουρος ότι θα έχω μια λαμπρή καριέρα και κλείνοντας μου το μάτι, μου είπε πως κι αυτός έτσι ξεκίνησε. Τι ακριβώς εννοούσε, δεν το έμαθα ποτέ. Όμως όποτε μου δίνεται η ευκαιρία, όταν βλέπω κάποιον με το βλέμμα του αγωνιστή να μου πουλάει παπατζηλίκια, θα προτιμήσω εκείνον απο τον άλλον με τις περγαμηνές.

Μεγαλώνοντας και ίσως ωριμάζοντας, σταμάτησα να παίζω ρόλους. Επιλέγω τις ευθύνες, απέναντι στον εαυτό μου και έπειτα απέναντι στους άλλους. Που και που, θα διεκδικήσω ένα Oscar, έτσι σα παλαίμαχος θεατρίνος, για να μην χάνω την επαφή και ο λατρεμένος μου ρόλος, τον οποίον τολμώ να πω ότι “παίζω” και καλά, είναι ο ρόλος του Ηλίθιου. Κάτι μεταξύ Ντάλιας και Θεοπούλας.

Βλέπετε οι άνθρωποι αγαπάμε του Ηλίθιους. Μας κάνουν να αισθανόμαστε ασφαλείς και “ανώτεροι”. Απέναντι σε έναν Ηλίθιο, βγάζουμε τον πραγματικό μας εαυτό, γιατί νοιώθουμε άνετα. Δεν έχουμε να αποδείξουμε τίποτα μια και a priori, υπερέχουμε. Απέναντι σε έναν Ηλίθιο, βγάζουμε την κακία ή την καλοσύνη μας, ανάλογα τι κρύβουμε μέσα μας και αυτός είναι ο λόγος που πάντα σε μια νέα γνωριμία, μου αρέσει να κάνω τον Ηλίθιο. Ϊσως και να είμαι, δεν είμαι εγώ αυτός που θα το κρίνω, όμως πάντα βγήκα κερδισμένος απο αυτό. Βλέπω ποιος με κοροϊδεύει, ποιος με λυπάται, ποιος αμφιβάλει, απο τη συμπεριφορά του απέναντι μου και ανάλογα κάνω τις επιλογές μου. Κι επειδή η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο, έρχεται κάποια στιγμή που τελικά ο Ηλίθιος είναι κάποιος άλλος, και ε, άνθρωπος είμαι κι εγώ, ποοοολύ το απολαμβάνω.

Κατά τα άλλα είμαι ένας πολύ βαρετός και μονόχνωτος άνθρωπος. Άντε στο κρεββάτι να παίξω κάνα ρολάκι, από άβγαλτο χωριατόπουλο μέχρι master in leather, καθώτι καλά τα οσκαρικά, αλλά κι ένα βραβείο ερμηνείας τσόντας δεν με χαλάει, έεετσι γιατί είμαστε πολύπλευρες προσωπικότητες.

Ναι, στη ζωή μας παίζουμε ρόλους. Άλλοτε αναγκαζόμαστε κι άλλοτε γιατί το θέλουμε. Το καλύτερο όμως είναι να παίζουμε τους εαυτούς μας, στο μονόπρακτο που λέγεται Ζωή. Οι μάσκες όταν τις φοράμε πολύ, ποτίζουν τη φάτσα μας και χάνουμε τους εαυτούς μας και είναι πολύ λεπτές οι ισορροπίες μεταξύ της ηθικής και της ανηθικότητας. Ναι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, όμως ο σκοπός, δεν πρέπει να βλάπτει τον άλλον. Θυμάμαι τη Γιαγιά μου, που ορμήνευε τη μάνα μου και νύφη της να της λέει: «Ότι θες να ζητήσεις απο τον άντρα σου, κάντο στο κρεββάτι και εκεί, ξέχνα κάθε θυμό και στεναχώρια. Ένας ρόλος είναι.» Και δεν θυμάμαι τον πατέρα μου να ζημειώθηκε ποτέ μετά απο κάτι τέτοιες ερμηνείες της μάνας, μονάχα κάτι χιλιάρικα λιγότερα, αλλά ευτυχισμένος.

Μεγάλη πολυτέλεια όμως να είσαι ο εαυτός σου. Θέλει μαγκιά, μπέσα, αυτοπεποιήθηση και πάνω απο όλα αποδοχή του ίδιου σου του εαυτού. Δύσκολα πράγματα και το πληρώνεις, πολλές φορές ακριβά, όμως το να κοιτάς τη μούρη σου στον καθρέφτη και να του χαμογελάς, είναι το καλύτερο Oscar ερμηνείας. Κι όλοι μας αξίζουμε ένα Oscar!

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2012

Αν ήμουν Straight...


Αν ήμουν straight, σκέφτομαι τελευταία πως θα ήταν η ζωή μου. Όχι γιατί κουβαλώ ομοφοβικά συναισθήματα και κόμπλεξ κατωτερότητας, αυτά τα ξεπέρασα προ καιρού, απο τη στιγμή που αποφάσισα να ζήσω τη ζωή μου ως ομοφιλόφυλος κι έφυγα απο το σπίτι. Απλά σκέφτομαι πως θα ήταν η ζωή μου με διαφορετικά κεφάλαια και σενάρια. Μπορεί να φταίει η πανσέληνος. Μπορεί τα προκλιμακτηριακά, μπορεί να χτυπάει το βιολογικό μου ρολόι, όμως το μόνο που σκέφτομαι είναι ότι αν ήμουν straight θα είχα παιδί. Θα μου πείτε δύσκολο είναι; Παριστάνω τον straight, παντρολογιέμαι, κάνω ένα, δυο παιδιά και παράλληλα ψωνίζομαι στο ίντερνετ και στα κωλόμπαρα με κανα τεκνό, όπως κάνουν άλλοι straight με πουτάνες, ε απλώς στη δική μου περίπτωση αντί για πουτάνα θα είναι κάνα ξέκωλο. Διότι καμιά αδελφή αξιοπρεπής κατά την προσωπική μου άποψη, δεν θα επέτρεπε στον εαυτό της να τα μπλέξει με παντρεμένο και παιδί. Μπας και δεν γίνεται; Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου. Το θεωρώ όμως άνανδρο. Το γεγονός ότι είμαι ομοφιλόφυλος, δεν σημαίνει πως δεν μπορώ να είμαι Άντρας. Άλλο πούστης κι άλλο πούστης στην ψυχή.

Θα έκανα λοιπόν έναν υπέροχο γάμο, έτσι να γουστάρουμε, καλοκαίρι σε ένα ξωκλήσι ξυπόλητοι στην παραλία. Ντυμένοι απλά και οι δυο στα άσπρα με δυο γιρλάντες λευκές ορχιδέες, να την περιμένω να κατέβει απο το καϊκι και το γλέντι μας σε μια ψαροταβέρνα δίπλα στα βράχια εκεί που σκάει το κύμα. Κι αντί για σαμπάνια, τσίπουρο και ουζάκι για να ανοίξουμε τον χορό με καρσιλαμά, δίπλα στη φωτιά, καθώς πυροτεχνήματα θα κάναν παρέα στο φεγγάρι. Τους όρκους με μάρτυρα τη Σελήνη θα λεγα, γιατί ο ήλιος καίει τα λόγια και χάνονται μετά στον αέρα. Όρκους για Αγάπη, Σεβασμό, Εκτίμηση, μέχρι να μας χωρίσει ο Θάνατος. Στα καλά, στα κακά. Στα πλούτη, στην φτώχεια. Στην υγεία και στην αρρώστια. Που αν γινόμουν επίορκος, με μάρτυρα τη Σελήνη, σκοτεινές να γίνονταν όλες οι νύχτες μου, γιατί η μέρα σε ξεγελά και οι αλήθειες μονάχα τη νύχτα φαίνονται.

Θα ‘θελα δυο παιδιά. Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, όμως αυτά είναι τυχερά. Θα τα αγαπούσα το ίδιο, όμως σε ποιο θα είχα περισσότερη αδυναμία δεν ξέρω, ίσως σε εκείνο μου μου ‘μοιαζε περισσότερο, γιατί εγωϊστικά, θα το ‘βλεπα σα προέκταση του Εγώ μου. Όμως θα ‘κανα και δυο και τρεις δουλειές, τίποτα να μην τους λείψει και θα τα φύλαγα για καληνύχτα κάθε βράδυ, ακόμα κι αν τα είχε πάρει ο ύπνος περιμένοντας με. Θα τα μεγάλωνα με παραμύθια ξεχασμένα, με πρότυπα της μυθολογίας τις νύχτες που θα είχα την πολυτέλεια να τα κοιμίζω και θα τους τραγουδούσα το «Είμαστε αλάνια, διαλεχτά παιδιά απο την πιάτσα...», για τις στιγμές που θα στάξει το δάκρυ στην καρδιά τους, να εξακολουθούν να χαμογελούν. Θα ‘χαμε ζώα στο σπίτι, σε μια μονοκατοικία με κήπο, για να μάθουν να σέβονται τη ζωή. Να τα φροντίζουν για να μάθουν να είναι υπεύθυνα και να μάθουν τι σημαίνει να αγαπάς και να νοιάζεσαι. Σας έχει κοιτάξει ζωντανό στα μάτια;

Κάθε Κυριακή, θα πηγαίναμε βόλτες στην εξοχή, για να μάθουν την φύση. Να μυρίσουν το θυμάρι, τη ρίγανη, τη θρούμπα, γιατί ζωή, δεν είναι μόνο ο θόρυβος της πόλης και η τηλεόραση. Να ακούσουν το κοτσύφι να κελαηδά και να δουν πως κολυμπά το λαυράκι στο κύμα, ώστε να καταλάβουν, πως κι αυτά είναι μέρος της φύσης. Θα τραγουδάγαμε κι ας είμαστε φάλτσοι, γιατί το τραβάει η καρδιά μας κι αυτήν πρέπει να ακούν, κι όχι τις γνώμες των άλλων. Και θα χορεύαμε ξυπόλητοι στο χώμα, γιατί η γη, μας δίνει δύναμη κι ελευθερία να εκφράζουμε τις σκέψεις και τα συναισθήματα μας, και πρέπει να το μάθουν αυτό.

Κι όταν θα μεγάλωναν, θα χαστούκιζα τον εαυτό μου για την πίκρα που θα έπαιρνα,  γιατί θα αποτραβιόντουσαν κάθε φορά που θα πήγαινα  να τα αγκαλιάσω και δεν θα ‘βλεπα πως μεγαλώνουν και έχουν ανάγκη τον χώρο τους, στην προσπάθεια τους να βρουν τον εαυτό τους. Όμως θα ήμουν εκεί, παραδίπλα, ξάγρυπνος, για να τα μαντρώσω όποτε κι αν χρειαστεί, και θα ορμούσα μαινόμενος στον κάθε έναν που θα τολμούσε να τα βλάψει, γιατί είναι παιδιά μου και η ελπίδα του αύριο. Κι αν θα έκανα υπερβολές, θα θελά τη σύζυγο μου να με συνετίσει, γιατί θα έχω ξεχάσει να τα ακούω με την καρδιά, εκείνη όμως που τα άκουγε απο την πρώτη μέρα που τα ‘νοιωσε στα σπλάχνα της, ξέρει καλύτερα ίσως να ακούει.

Στα λάθη τους, απο δίπλα, δίχως κατηγορίες γιατί κι εγώ έκανα λάθη και  δικό θα ήταν το φταίξιμο, επειδή παρέλειψα να τους μάθω τι είναι σωστό και τι λάθος, δίχως εγωϊσμούς και ψωροπερηφάνιες, διότι σπλάχνο μου θα ήταν, πως να σε πάει η καρδιά να τα απορρίψεις; Τζιέρι μου, Τζιβαέρι μου, Φως των Ματιών μου, θα τα αποκαλούσα κι αν το θελήσουν κι εκείνα, έτσι θα αποκαλούσα και τα παιδιά τους, γιατί τα παιδιά των παιδιών μου, δυο φορές δικά μου θα ήταν.

Δεν θα αποκαλέσω όμως ποτέ δικό μου παιδί έτσι. Ούτε «φυσικό», ούτε υιοθετημένο στην Ψωροκώσταινα γιατί είμαι Πούστης και διπλή ζωή αρνούμαι να ζω. Τι πατέρας θα ήμουν τότες; Αργεί πολύ αυτή η αυγή να ξημερώσει, όπου θα έχω το δικαίωμα για κάτι τέτοιο και δεν θα έχω κουράγιο να τη ζήσω. Μια Χρυσή Αυγή ανέτειλε και φοβάμαι ρε Φίλε, για τα παιδιά σου, για τα παιδιά της Ελλάδας.

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2012

Πουτάνες!


- Επάγγελμα;
- Πόρνη!

Απάντησε η Λιλή Ζωγράφου, όταν τη ρώτησαν τι επαγγέλεται στην Αστυνομία, ιστορία που μετέφερε στο διήγημα της με τίτλο την παραπάνω στοιχομυθία. Δεν θα μιλήσω για το διήγημα. Όποιος το έχει διαβάσει, ξέρει. Όποιος θέλει μπορεί να το βρει. Όμως με τις «κοινωνικές» εξελίξεις των τελευταίων ημερών, δεν ξέρω γιατί, αλλά στο νου μου γυροφέρνει η Ζωγράφου. Τι θα έγραφε  η Γυναίκα με τον Βαρναλικό λόγο άραγε, για τις πουτάνες, έχοντας δηλώσει «ντεκλαρέ» την εποχή της Χούντας, πως είναι πόρνη;

Λίγες μέρες πριν τις επερχόμενες εκλογές, το μέγα θέμα των συζητήσεων είναι οι πουτάνες. Ίσως γιατί έχουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον, άλλωστε μπας και θα γίνει κάτι διαφορετικό στις κάλπες; Ειδήσεις, έντυπα, blogs, facebook βομβαρδίζουν καθημερινά με νέα, σχετικά με τις πουτάνες που είναι οροθετικές με πλήρη στοιχεία. Ονοματεπώνυμο, ηλικία, διεύθυνση και φωτογραφίες, ολόσωμες και πορτραίτο, προφίλ δεν είχε, και κάθε μέρα εμφανίζονται όλο και νέα «στοιχεία». Στοιχεία που τεκμητιώνουν τι; αναρωτιέμαι. Παράλληλα, πανικός, οικογενειακά δράματα, απο εκείνους που «πήγαν» μαζί τους και σκέφτονται ότι η ζωή τους μπορεί να «κρέμεται» απο μια κλωστή με πολλά «κατηγορώ», όπως και τα σχόλια. Ποικίλα, με διάφορες απόψεις, διάφορες αντιδράσεις. Άλλα συμπονετικά, άλλα απαξιωτικά, άλλα χαιρέκακα ακολουθούμενα απο δάχτυλα που «δείχνουν» προς διάφορες κατευθύνσεις, σα τους ρουφιάνους με την μαύρη κουκούλα. Λένε όμως πως όταν δείχνεις κάποιον με το δάχτυλο, τρία δείχνουν εσένα.

Δεν θα αναφερθώ σχετικά με τον HIV, που αναφέρεται απο την Ελληνική ειδησιογραφία ως “Ιός του AIDS”, αναβιώνοντας τραγελαφικά το κύμα τρόμου του ’80 στην Ελληνική πραγματικότητα, λες και τώρα το πρωτάκουσε ο Έλληνας, ούτε για την τραγικότητα ή μη των πουτάνων που οι Μοίρες τις έριξαν σε αυτό τον δρόμο. Όλα άλλωστε είναι θέμα επιλογής και ότι κάνουμε το βρίσκουμε μπροστά μας. Εκείνο που με τρομάζει όμως είναι ο φαρισαϊσμός. Η ολότελα καταπάτηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, που παραβιάζει το ιατρικό απόρρητο και η ποινική δίωξη εναντίον των οροθετικών που «εργάζονταν» και εξέθεταν την δημόσια υγεία. Προφανώς, οι πουτάνες δεν έχουν αξιοπρέπεια. Δεν έχουν δικαιώματα. Δεν είναι άνθρωποι. Προφανώς οι πελάτες, αναγκάστηκαν να συνουσιαστούν, ρε δεν γαμιέται, να γαμήσουν χωρίς καπότα, εκτείθοντας την υγεία τους. Φαίνεται η βούληση σταματά μέχρι να φτάσει το βρακί στο γόνατο, μετά γίνονται υποχείρια και θύματα.

Διοργανώνουμε πορείες, διαδηλώσεις, για τους κομμένους μισθούς, για την ανεργία, για την ακρίβεια. Για όλα εκείνα που βιώνουμε καθημερινά μέσα στον μικρόκοσμο μας, για όλα εκείνα δηλαδή που έχουμε εμείς ανάγκη. Δικαίωμα, ορίζεται κάθε τι προς το προσωπικό μας συμφέρον. Το Ανθρώπινο δικαίωμα, κατάντησε το δικαίωμα του ανθρωπάκου. Τι κι αν η δημόσια αποπομπή κάποιων πουτάνων, έγινε θέμα της επικαιρότητας, παραβιάζοντας κάθε Ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Πουτάνες είναι. Εμείς είμαστε κύριοι και κυρίες. Τι κι αν ο πελάτης ήθελε να γαμήσει ακάποτα. Έγκλημα είναι για εκείνες που άνοιξαν τα πόδια τους. Κι όλα αυτά γεμίζουν την δική μου ψυχή με τρόμο, γιατί είναι η απαρχή της πτώσης, αυτού που λέμε Πολιτεία. Διότι για κάθε δικαίωμα ένοχου ή μη που καταπατάται και φαρισαϊκά επικροτούμε ή αδιαφορούμε, γιατί δεν είμαστε εμείς, απλά γκρεμίζουμε οι ίδιοι τον μικρόκοσμό μας.

Οι πουτάνες εκτέθηκαν και μέσα μας νοιώθουμε καλά, γιατί δεν είμαστε σαν αυτές. Υπάρχει δίκαιο κι εκείνες θα τιμωρηθούν για το έγκλημα τους. Είδαμε τις φάτσες τους και δεν μοιάζουν με το είδωλο μας στον καθρέφτη. Τις δακτυλοδείχνουμε και γελάμε μακαρίζοντας την τύχη μας, νοιώθοντας καλύτεροι. Δεν είμαστε αυτές. Δεν είμαστε σαν κι αυτές, όπως άκουσα κάποιον να κηρύττει. Κι όμως αυτές τις μέρες νοιώθω πως είμαι σαν αυτές. Πουτάνα κι εγώ.

Να ψάχνω και να αγωνιώ για μια εργασία, στο πεζοδρόμιο της Αγοράς εργασίας, λες και ψάχνω έναν πελάτη. Και όταν εκείνη βρεθεί, θα δουλέψω δίχως τα «νόμιμα». Δίχως ασφάλιση ή στην καλύτερη περίπτωση κλεμμένη. Θα δουλεύω όσες ώρες μου πουν, ότι μέρα μου πουν και στο τέλος όταν θα με πληρώσουν θα πω και ευχαριστώ, που γαμήθηκα ένα μήνα στη δουλειά για να πάρω το βασικό μισθό, τον οποίον άμα τον διαιρέσω, το μεροκάματο μου ίσως βγαίνει και λιγότερο απο ένα γαμήσι στο σοκάκι. Και έχω και τσατσά άμα λάχει. Να μου κάνει υποδείξεις για το πως πρέπει να κάνω το κάθε τι. Να μου τη λέει αν μια μέρα δεν είμαι καλά και δεν μπορώ να πάρω τα πόδια μου. Έχω όμως δικαιώματα! Έχω; Μπορώ να απολυθώ οποιαδήποτε στιγμή δίχως αποζημίωση. Μπορώ να μπω σε οποιοδήποτε νοσοκομείο, αν έχω γνωστό γιατρό σε αυτό. Μπορώ να διακδικήσω τα δεδουλευμένα και απλήρωτα, εφόσον αποδείξω πόσα παίρνω, σε μια δικάσιμο μετά απο πέντε χρόνια τουλάχιστον. Και πάντα πρέπει να πληρώνω τις εισφορές στο κράτος, για να μην κάτσω στο εδώλιο του κατηγορούμενου, παρόλο που δεν έχω, επειδή εσύ Κράτε-Πελάτη, με γάμησες ακάποτα κι ασάλιοτα και εξέθεσα την οικονομική σου υγεία.

Ναι, αυτές τις μέρες αισθάνομαι μια εϊντζού πουτάνα κι εν όψη των προκείμενων εκλογών, που μαζί με κάθε δημοσκόπηση που ανακοινώνεται, δημοσιοποιείται και μια απο εμάς, σκέφτομαι να πάω την Κυριακή το βράδυ στο Μαξίμου με γόβα και να δώσω μια καπότα με λίπανση στον νέο Πρωθυπουργό του Ντέλου.

Ζητώ συγνώμη κυρία Ζωγράφου, όμως υποκλίνομαι.