Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

The Art of Pleasure



Οι άνθρωποι είμαστε εγωϊστικά πλάσματα. Συχνά έχουμε  ή θέλουμε να έχουμε τον εαυτό μας στο επίκεντρο και όλα τα υπόλοιπα, άλλοτε του δικού μας μικρόκοσμου, άλλοτε του ευρύτερου, να γυρνούν με άξονα εμάς τους ίδιους. Δεν φταίμε για αυτό, είναι στοιχείο της φύσης μας. Γεννιόμαστε και βάζουμε τα κλάματα για να μας προσέξουν. Μεγαλώνουμε και χτυπάμε το πόδι πεισματικά στο πάτωμα, όταν δεν μας προσέχουν ή δεν μας κάνουν το χατήρι. Είναι στη φύση μας, γιατί ο εγωϊσμός ήταν αυτό που έκανε τον πρωτόγονο άνθρωπο να επιβιώσει ενάντια σε κάθε αντιξοότητα της φύσης και να γίνει το κυρίαρχο όν του πλανήτη. Είναι η αρχέτυπη γνώση, εκείνη που περνάει στον γονότυπο μας, απο γενιά σε γενιά για να φτάσουμε στο σήμερα, στο “Τι είμαι, τι είσαι, τι είμαστε”

Και τα χρόνια πέρασαν και εξακολουθούν να περνούν. Πολιτισμοί εξελίχτηκαν και χάθηκαν και φτάνουμε στο Σήμερα, ο Άνθρωπος, με τη γνώση του Εγωϊσμού περασμένη μέσα στο DNA του, που εξελίχτηκε κι αυτή, κάνοντας μας συχνά να κανιβαλίζουμε τον εαυτό μας και τους άλλους, γιατί προέχει το Εγώ. Η δική μας επιβίωση. Η δική μας Ηδονή.

Απορρίπτουμε άλλους γιατί η εικόνα τους δεν προσφέρει ηδονή στα δικά μας μάτια. Απορρίπτουμε τους άλλους, γιατί τα λόγια που ακούμε, δεν χαϊδεύουν τα δικά μας αυτιά. Απορρίπτουμε άλλους, γιατί δεν μας προσφέρει την ηδονή που θέλουμε. Απορρίπτουμε τους άλλους, γιατί δεν μας είπαν ‘Σ’αγαπώ», επειδή κάναμε το «λάθος;» να το πούμε πρώτοι. Απορρίπτουμε το κάθετί, που δεν ταιρίαζει στον «δικό» μας κόσμο κι όμως έχουμε το θράσσος να ζούμε μέσα σε κοινωνία και να θεωρούμε πως την προάγουμε κιόλας. Θέλουμε κι πολλές φορές απαιτούμε, όλα να γίνονται βάσει της δικής μας σκοπιάς και γεμίζουμε την τηλεφωνική μας αντζέντα, με ανθρώπους που δεν «βλέπουν» όπως εμείς, αλλά εξυπηρετούν την δική μας σκοπιά και τις ονομάζουμε «φιλίες».

Ίσως όλος αυτός ο πρόλογος, να είναι φιλοσοφίες της αμπέλου, όμως θυμάμαι τα λόγια της Γιαγιάς που με ορμήνευε πως «Οι φίλοι, δεν φαίνονται στις λύπες, αλλά στις χαρές.» και μεγαλώνοντας συμφωνώ απόλυτα με την σκέψη της. Βλέπετε στις λύπες των άλλων, είπα πολλές φορές «Ευτυχώς δεν ήμουν εγώ» και στις χαρές ένιωσα το τερατάκι της ζήλιας να μου τρώει τα σωθικά. «Γιατί αυτός και όχι εγώ.» Χρειάστηκαν πολλά χρόνια, με προδοσίες, με απομόνωση, με σκέψη, με λύπες για να σφυρηλατηθεί ο εγωϊσμός και να πάρει μορφή. Μια μορφή που γλυκαίνεται μέρα με τη μέρα, απο χαμόγελα, χαρές κι «Ευχαριστώ», δικά μου κι άλλων για να γίνει απλά μέρος του έργου που λέγεται ο Εαυτός μας, χάνοντας τη μορφή του Εγώ.  Και το Εγώ, λαξεύεται, όταν αρχίζουμε και κοιτάζουμε τον κόσμο με τα μάτια των άλλων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αφηνόμαστε απο τον Εαυτό μας. Όταν στη χαρά των άλλων, συμβάλλαμε κι εμείς λιγάκι δίχως να διεκδικούμε τα επινίκια. Κι όταν απλά το χαμόγελο των άλλων, ζεσταίνει την καρδιά μας, ακόμα κι αν δεν το έχουμε «δει».

Το Εγώ, αναζητά την Ηδονή κι εκείνη τροφοδοτεί το Εγώ. Όμως ο δρόμος της Ηδονής δεν είναι μονός. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για την αναζήτηση της και πιστεύω πως ένας απο αυτούς, είναι ο δρόμος της προσφοράς. Προσφοράς χαράς, αγάπης και όλες εκείνες τις έννοιες που ανήκουν στην απατηλή σφαίρα του εκλείποντος ρομαντισμού. Δεν πιστεύω όμως στον ακτιβισμό, ούτε στον εθελοντισμό, γενικότερα ότι τελειώνει σε
«–ισμό», με κάνει επιφυλακτικό, καθώς θεωρώ πως βαθιά, ίσως κρύβουν ένα Εγώ που αδυμονεί να τροφοδοτείται πίσω απο βαρύγδουπες επιβραβεύσεις.

Θέλω όμως να πιστεύω σε ένα απλό χαμόγελο, δίχως τη σκέψη, «γιατί να χαμογελάσω πρώτος». Σε μια συμβουλή, δίχως συμφέρον, γιατί είδαμε τα πράγματα απο μια άλλη σκοπιά κι όχι απο τη δικιά μας, απλά και μόνο γιατί δεν έχουμε την απαίτηση ο άλλος να λειτουργεί όπως Εγώ. Στην έλλειψη επίκρισης, αλλά συμπαράστασης. Ποιος δεν έχει κάνει λάθη άλλωστε; Στην χαρά, λόγω χαράς κι όλα αυτά μέσα στον δικό μας μικρόκοσμο. Ίσως αν γινόταν αυτό, δεν θα υπήρχαν οι έννοιες  «–ισμός» και η Ηδονή να έπαυε να είναι ο αυτοσκοπός, αλλά απόρροια.

Δεν ξέρω γιατί τα σκέφτομαι όλα αυτά. Ίσως γιατί ξύπνησα απο το τηλεφώνημα μιας φίλης που μου είπε πως είναι καλά, έπειτα απο έναν καφέ που ήπιαμε μαζί. Ίσως γιατί κάποιος άλλος τόλμησε τελικά να κάνει κάτι που φοβόταν, όταν απλά άκουσε μια διαφορετική γνώμη, ειπωμένη απο μια διαφορετική γωνία, αλλά απο τη δική του σκοπιά. Ίσως γιατί κάποιος δεν φοβάται να μιλήσει, γιατί δεν υπάρχει επίκριση, αλλά διακωμώδηση. Ίσως απλά να έχει ωραία μέρα και  ξύπνησε ο πεθαμένος μου ρομαντισμός. Όπως και να έχει, απλά χαμογελάω. Θεέ μου, τι Ηδονή είναι αυτή.

Κι αν το μέλλον κάποια στιγμή μας κάνει να νοιώσουμε προδομένοι και κορόιδα; Τι σημασία έχει; Η μεγαλύτερη Προδοσία είναι αυτή που κάνουμε σε εμάς τους ίδιους και Κορόιδα, γινόμαστε μονάχα στον ίδιο μας τον Εαυτό.

Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

Let's Talk About Sex And Why You Shouldn't Do It!



 «Αυτοί που μπορούν, πράττουν. Αυτοί που δεν πράττουν, μιλούν.», λέει μια φράση κι επειδή απο την αρχή αυτού του σωτήριου έτους, όπως είχα γράψει σε παλαιότερη ανάρτηση, έκοψα το sex, είπα να μιλήσω για αυτό. Οκ, έκανα ένα διάλλειμμα το διάστημα με τον Μακαρίτη, αλλά δεν πιάνεται, καθώς ήταν μέσα στα πλαίσια συζυγικών καθηκόντων, κάτι σα μαγείρεμα, σκούπισμα δηλαδή, οπότε ναι: Sex, yok!

Πολλοί ίσως σκεφτούν εαν πάσχω απο κάποια δυσλειτουργία, ακόμα κι εγώ το έχω σκεφτεί όταν πριν λίγο καιρό διάβασα ένα άρθρο σχετικά με την ανδρική ανικανότητα η οποία χτυπά κατά κόρον άντρες της δικής μου δεκαετίας. Ποιας δεκαετίας;...θα το πούμε σε άλλη ανάρτηση. Μπήκα λοιπόν κι εγώ στο τρυπάκι να σκεφτώ, ρε μπας και κάτι έχω; Μπας και κάτι δεν πάει καλά με μένα και είμαι έτσι; Μην είναι καμία αγχωψυχοσωματικομολυσματική λοίμωξη απο εξωγαλιαξιακόμονοκυτταρικό πρωτεύον οργανισμό; Απο την άλλη σκέφτομαι πως τα υδραυλικά μου μια χαρά λειτουργούν και τώρα που μπήκε η άνοιξη κιόλας το λίμπιντο έχει γίνει σα το Voyager σε αποστολή στον Άρη, αφού τις προάλλες κόντεψα να τρακάρω χαζεύοντας δυο τύπους καβάλα σε μηχανή με τιραντάκια και στενό τζιν, καθώς σκεφτόμουν εαν χώραγα κι εγώ ανάμεσα πάνω στη σέλα. Αχ! Ανέκαθεν είχα αδυναμία στις μηχανές. Κι έχω φτάσει λοιπόν σε σημείο να έχω ονειρώξεις τα βράδια, σα τότε που ήμουν δεκαπέντε και να ξυπνάω το πρωϊ μπαίνοντας κατευθείαν στο μπάνιο για ντουζάκι, οπότε ναι, απέκλεισα το ενδεχόμενο για κάτι παθολογικό. Φτου φτου! Καλά είμαι απο αυτές τις απόψεις.

Όταν στην αρχή του χρόνου είχα πάρει την απόφαση να κάνω αποχή, ήταν απο τη μια μέσα στα πλαίσια ενός στοιχήματος με τον εαυτό μου, κάτι σα το κόψιμο του τσιγάρου, μια και μια σχετική νυμφομανία την είχα. Θα μου πείτε γιατί δεν έκοβες το τσιγάρο; Ε, είπα αν τα καταφέρω με τον πιο δυνατό εθισμό, το τσιγάρο είναι παιχνιδάκι, αν και τελευταία καπνίζω ακόμα περισσότερο...μάλλον παράπλευρη ανεπιθύμητη παρενέργεια. Από την άλλη, την είχα δει κάπως σα συμπαντικό μάθημα, όπως λέει μια φίλη, μπας και καθαρίσω το κάρμα μου και μου έρθει τελικά ο Ιππότης με τη λευκή Ferrari. Το θέμα πάντως έχει ως εξής: 112 μέρες χωρίς sex. Κανονικά κάτι σε κονκάρδα δεν πρέπει να πάρω, όπως στους Α.Α.;

Τον πρώτο καιρό, οφείλω να ομολογήσω πως ήταν δύσκολα. Μετά πλέον γίνεται συνήθεια, μια νέα συνήθεια που αντικαθιστά την παλιά, όπως το κομπολόι σε κείνους που κόβουν το τσιγάρο. Περίεργο, δεν έχω δει ποτέ γυναίκες να κρατούν κομπολόι λόγο τσιγάρου, μάλλον οι άντρες έχουμε τη συνήθεια να πιάνουμε πάντα κάτι... Πλέον όμως έχω φτάσει στο σημείο πως απλά, βαριέμαι το sex και όσο περνάει ο καιρός, όλο και βρίσκω περισσότερους λόγους για να το βαριέμαι. Ακόμα και με τον Μακαρίτη το βαριόμουν και δυστυχώς μου φαινόταν, τόσο που  τροφοδοτούσε ακόμα περισσότερο την ανασφάλεια του. Η σκέψη της όλης διαδικασίας εύρεσης με πλήτει αφόρητα καθώς και η συνέχεια είναι τόσο, μα τόσο προβλέψιμη. Θα έρθει ο λεγάμενος, θα καθίσουμε στο σαλόνι, θα πιούμε ένα ποτό, θα γδυθούμε κάπως και πάει λέγοντας. Άντε μετά άλλαξε σεντόνια, κάνε ξανά μπάνιο για να μην αναφέρω το μάζεμα του σπιτιού πριν και μετά, για να είναι έτοιμο για την επόμενη φορά.

Άσε που όταν βλέπεις κάποιον πλέον το σκέφτεσαι: Να του την πέσω ή όχι; Όχι λόγω ντροπής αλλά σκέφτεσαι: Είναι gay ή Str8; Με τόσους metrosexual και γυμνασμένους νάρκισσους, ειλικρινά σκέφτομαι πως οι γυναίκες τα βγάζουν πέρα. Κι άντε, είναι σα το Joker και ο τύπος την κουνάει την αχλαδιά, τόση περιποίηση και κοκεταρία δεν την αντέχω ρε αδελφέ. Πας να φιλήσεις, γεύεσαι το Liposan για τα χείλη. Φιλάς στο λαιμό, σου ‘ρχεται η πίκρα του after save, πας στην κοιλιά είναι η λιποδιαλυτική κρέμα ε, μέχρι να φτάσεις και στα επίμαχα, έχεις μαστουρώσει απο τόσα χημικά, που νοιώθεις σα κατσαρίδα σε απεντόμωση. Άντε και ζορίζεσαι, γιατί παίζεις τρίλιζα στους κοιλιακούς του, αλλά … μάπα το καρπούζι. Τόσα στεροειδή για κορμί τούμπανο και αρχιδάκι κορόμηλο, που να σηκωθεί η σημαία. Θυμάμαι την τελευταία φορά που μου ‘τυχε, τόσην ώρα γονυπετής, θα ’χα πάει απο το λιμάνι στη Μεγαλόχαρη και θα χα γυρίσει. Το χειρότερο ήταν ότι μου είπε πως θέλει αγκαλίτσες, φιλάκια και κουβέντα. Οκ, δεκτόν. Αλλά ρε μάστορα, άμα ήθελα αγκαλίτσες έχω το λούτρινο και για κουβέντα τηλέφωνο. Τι με πιλάτευες τάζοντας: θα σου κάνω, θα σου ράνω κι με έκανες να σκεφτώ ότι θα την πέσω με τον Κόναν τον Βάρβαρο;

Και άντε, έχεις κάνει και λίγο σκόντο βρίσκεσαι με κάποιον φαινομενικά πολλά υποσχόμενο. Δεν ψαρώνει, όταν απο τα νεύρα σου με τον προηγούμενο, με το καλησπέρα τον έχεις στριμώξει στο κούφωμα της πόρτας και λες δόξα σοι ο Κύριος, όμως καταλήγεις να κάνεις νεκροφιλία. Ούτε λόγος να κουνηθεί. Γουστάρεις μάστορα μου; Γουστάρω! σου λέει και σκέφτεσαι manual θέλει; Ότι έχεις, έχω. Άγνωστο πεδίο δεν είναι. Αλλά στην πράξη; Δεν παράγγελνα σουβλάκια καλύτερα να δω και καμμία ταινία; Σε αντίστοιχη συζήτηση με μια φίλη, μου πε πως στη ζωή της, μόνο τρεις φορές είχε οργασμό. ???!!!??? Οκ, ένιωσα καλύτερα, αλλά απο την άλλη σκέφτομαι: Όταν ένας άντρας, δεν μπορεί να χειριστεί ένα αντρικό σώμα, πως μπορεί να χειριστεί ένα ολότελα διαφορετικό, όπως το γυναικείο; Σημείο G σου λένε μετά και πως ο γυναικείος οργασμός είναι μύθος. Ναι απαντώ κι εγώ, όταν προσφέρεται τόσο σπάνια, καταντά μύθος. Που πας ρε Καραμήτρο; που παριστάνεις τον γαμίκουλα; Διότι καλός εραστής, είναι αυτός που αντλεί την ηδονή, στην προσφορά της ηδονής. Και για να ξεκαθαρίσουμε  τα πράγματα: Άλλο η εκσπερμάτωση κι άλλο ο οργασμός. Γκε γκε;

Φαινομενικά ζούμε σε μια εποχή σεξουαλικής απελευθέρωσης. Η εύρεση του sex ή μάλλον ενός εφήμερου ερωτικού συντρόφου είναι πολύ εύκολο. Η ηδονή, όμως, που είναι και το ζητούμενο κατά πόσο είναι επακόλουθο; Παρολ’αυτά κάνουμε sex ασύστολα. Ανεξαρτήτως αποτελέσματος, που πολλές φορές παραγκωνίζεται, η όλη διαδικασία του, έχει μετουσιωθεί σε κάτι διαφορετικό που σημειολογικά δεν μπορώ να ονοματίσω. Όμως σίγουρα η ηδονή, συχνά χάνεται απο τον ορίζοντα. Ίσως γιατί αποκορωθήκαμε απο τόσο πορνό. Ίσως γιατί διαιωνίζουμε την έννοια της σεξουαλικής απελευθέρωσης, δίχως την ουσία της. Ίσως γεμίσαμε ανασφάλιες και τις καλύπτουμε με αυτόν τον τρόπο, προσπαθώντας να χτίσουμε μια λοβοτομημένη αυτοεκτίμηση. Δεν ξέρω. Το σίγουρο πάντως είναι ότι στην επόμενη γνωριμία, θα εφαρμόσω τον κανόνα της εβδομάδας πριν θυσιάσω την χαμένη μου παρθενιά.

Έτσι, μετά απο πάρα πολύ ώριμη σκέψη, είπα να κάνω αποχή. Αν είναι να μπω σε όλη αυτή την ταλαιπωρία για να καταλήξω πάλι να αναζητώ τον ατομικό δρόμο της ηδονής, άστο το κάνω εξ αρχής μόνος, μπας και γλιτώσω και τα σεντόνια απο το γάριασμα. Όσοι και όσες πάντως, έχετε βρει το άτομο που μπορεί να σας την προσφέρει, κρατήστε το. Γιατί η εύρεση του, κατάντησε πια ένας μύθος.

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2012

O.M.G. !!!


  
Μια απο τις τάσεις των τελευταίων χρόνων στην επικοινωνία, είναι η χρήση συντομογραφίας, η οποία ξεκίνησε από το διαδύκτιο, με σκόπο την εξοικονόμηση χρόνου και όπως όλα τα trends, ήρθε κι αυτό απο τα ξένα. Έτσι φράσεις καθομιλούμενες στην Αγγλική ή καλύτερα Αμερικάνικη γλώσσα, έπαψαν να χρησιμοποιούνται ολόκληρες, παρά μονάχα με τα αρχικά τους. Κι επειδή το ξενόφερτο, είναι και εκτιμητέο, αυτόματα υιοθετήθηκε και απο την ελληνική νεολαία, αρχικά, για να περάσει στην καθημερινότητα των trendy ατόμων, που και καλά είναι κοσμογυρισμένοι, δηλαδή έχουν «ζήσει» στο Ν.Υ. City και L.A., ασχέτως εάν εννοούν τα Νέα Υδραιϊκα και το Λεκανοπέδιο Αττικής.

Έτσι πληθώρα συντομεύσεων, όπως ΑSAP (As Soon As Possible), BTW (By The Way), CML (Call Me Later) και πολλά άλλα, έχουν κατακλύσει στην καθημερινή επικοινωνία, όχι μόνο μέσα στο διαδύκτιο, αλλά και στον προφορικό λόγο, κάνοντας κάτι τύπους σαν εμένα να αισθάνονται  Μαθουσάλες, με καταγωγή απο τα Άνω Κατωγιάννια, δίπλα στη Σταμνίτσα και πριν τα Κουτσούρια, που έχει και μια πηγή και μαζεύουν ακόμα το νερό με τη στάμνα. Δεν θα αναφερθώ στον εξελληνισμό της νέας μόδας, όπου λέξεις όπως «τελοσπάντων», έγιναν ΤΕΣΠΑ, που όταν την άκουσα σε μια παρέα συνομήλικων μου, νόμισα πως μιλούσαν για μια νέα γρίπη και ντράπηκα να ρωτήσω που ήμουν τόσο ανημέρωτος, αλλά είπαμε, είμαι απο χωριό εγώ.

Τελευταία, και  μάλλον καθυστερημένα, έμαθα και τι σημαίνει το O.M.G. Το χρησιμοποιούσαν κάτι trendy τριαντάρηδες, που είχα την ατυχία να συνεστιαστώ κάποιο βράδυ και ξεπερνώντας κάθε ντροπή, ρώτησα ευθαρσώς: Συγνώμη, τι είναι το O.M.G.;
- Μα καλά, που ζείς;, μου απάντησε μια τύπισσα έκπληκτη! Oh My God!, βέβαια!
Τουτ’ έστιν «Ω! Θέε Μου».
Ε, τη ρώτησα τότε κι εγώ: Κι εσένα που σε λένε συνέχεια ΦΑΜΠ (FAB, fabulous),  σημαίνει Fuck You Bitch (FUB)? !!!, … δεν μου ξαναμίλησε όλο το βράδυ.

Τις τελευταίες μέρες πάντως, πρέπει να αναφώνησα το Θεό, O.M.G. , αμέτρητες φορές. Ίσως έφταιγε το πνεύμα των ημερών, ίσως μια γλυκειά νοσταλγία για τα παιδικά μου χρόνια, τότε που ο πατέρας μου με σφαλιάριζε εαν μέσα στο σπίτι χρησιμοποιούσα εκφράσεις της «αργκό», όπως αποκαλούσε τις εκφράσεις τύπου «Τα πήρα», «Την είδα», «Την πάτησα», μια κι είχε απίστευτες γνώσεις της Ελληνικής γλώσσας, γεγονός που του προκαλούσε κι απέραντο σεβασμό ως προς αυτήν, πράγμα που προσπαθούσε να εμφυσήσει και σε μένα. Όμως όλα ξεκίνησαν απο μια μανία που με έπιασε την Μ.Πέμπτη, ακούγοντας την καμπάνα της εκκλησίας, δίπλα απο το σπίτι μου να χτυπάει, καλώντας τους πιστούς στη Θεία Κοινωνία.

Εκείνη την ώρα έπινα καφέ και κάπνιζα το δεύτερο τσιγάρο, όταν ο χτύπος μου ανέσυρε την ανάμνηση, εμένα παιδί, να τρέχω με τα καλά μου εναγωνίως προς την εκκλησία, προσπαθώντας να προλάβω να κοινωνήσω, πριν λήξει το Μυστήριο και δεν βγάλω, όπως τα άλλα παιδάκια, «χρυσό δοντάκι». Ο παπάς βέβαια, όποτε με έβλεπε στη σειρά με τα άλλα παιδάκια, στραβωμουτσούνιαζε και δεν καταλάβαινα ποτέ το γιατί, μέχρι που μου είπε η Γιαγιά μου, πως της είχε ζητήσει να μην πηγαίνω για κοινωνία, γιατί ήμουν αβάπτιστος. Απο πείσμα κι εγώ, όποτε μας τραβολογούσαν με το σχολείο στην εκκλησία, να ‘μαι πρώτος στη σειρά να κοινωνήσω κι διάλεγα για κανά πεντάλεπτο το καλύτερο κομμάτι αντίδωρο, μπροστά στο παπά, μέχρι που βαφτίστηκα, μετά απο χρόνια και ήταν η τελευταία φορά που πάτησα σε εκκλησία.

Εκείνη η ανάμνηση όμως, με έκανε να θυμηθώ τα Πάσχα των παιδικών μου χρόνων, τα οποία μπορεί να μην ήταν ποτέ ιδιαίτερα, με παιχνίδια σε χωριό κτλπ, αλλά όπως κάθε τι παιδικό στην ενήλικη ζωή, περιβάλλονται μετά απο χρόνια, από ένα νοσταλγικό, γλυκό άρωμα. Ένα άρωμα που ήθελα να ξαναμυρίσω, για να ξανανοιώσω τη γλυκήτητα και τη ζεστασιά της Γιαγιάς μου, ενός ανθρώπου που με έκανε να είμαι αυτό που είμαι, και που μου αρέσει να είμαι.

Κάθε Μ. Πέμπτη, η Γιαγιά μου έβαφε τα αυγά, για το Πασχαλινό τραπέζι και φτιάχναμε τσουρέκια και κουλούρια, απο τη μία, γιατί έτσι το ‘μαθε απο μικρή, αλλά και για να είναι όσο το δυνατόν πιο φρέσκα, για το προκείμενο φαγοπότι και απο την άλλη για πρακτικούς λόγους , καθώς όπως μου έλεγε, τη Μ.Παρασκευή, δεν θα κάναμε καμία δουλειά και το Μ. Σάββατο, θα είχαμε δουλειές με φούντες, όπως έλεγε, οπότε η Μ. Πέμπτη ήταν η καλύτερη μέρα. Και έτσι γινόταν κάθε χρόνο.

Η όσφρηση, είναι για μένα η πιο δυνατή αίσθηση του ανθρώπου. Είναι εκείνη η αίσθηση που μπορεί να ανασύρει ξεχασμένες μνήμες, μα πάνω απο όλα συναισθήματα. Είναι η αίσθηση, που συνδέεται άμεσα με την καρδιά, όπως η όραση με τη λογική. Είναι η αίσθηση, που επειδή δεν μπορείς να περιγράψεις ορισμένες φορές το τι μυρίζεις, ο νους ταξιδεύει ελεύθερος και η καρδιά φτερουγίζει, σε αντίθεση με την όραση, που θέτει μια έλλογη αλληλουχία σκέψεων, ικανή να δημιουργήσει μια ιστορία για διήγηση. Τη Μ. Πέμπτη λοιπόν, η μια ανάμνηση έφερε την άλλη κι ένιωσα την ανάγκη, να ανασύρω μνήμες της καρδιάς, μα πιο πολύ, να αναβιώσω το τρυφερό χάδι της Γιαγιάς μου, όταν έκλεβα τα φρεσκοψημένα κουλούρια απο τη λαμαρίνα, μη μπορώντας να αντισταθώ στο άρωμα τους, εν εβδομάδα νηστείας κι εκείνη γέλαγε, χαϊδεύοντάς με απαλά στο κεφάλι, λες και ήταν η καλύτερη της επιβεβαίωση, ότι είχαν πετύχει.

Έβαψα λοιπόν αυγά, κόκκινα, δεμένα με τριφύλλι σε κάλτσα και τα γυάλισα με λάδι. Τα ‘βαλα σε ένα καλάθι, πάνω στο τραπέζι, γιατί έτσι έκανε κι εκείνη, ως έναρξη του πραγματικού εορτασμού του Πάσχα. Ανέσυρα απο τα κιτάπια του νου, τη συνταγή για τα κουλούρια. Εκείνα που έμαθα να πλάθω όρθιος πάνω σε ένα τελάρο, μια και δεν έφτανα στον πάγκο, φορώντας μια ποδιά στη μέση που μου κάλυπτε τα πόδια. «Το βούτυρο, πρέπει να χτυπιέται με τη ζάχαρη», θυμόμουν αρχικά, «για να γίνουν αφράτα τα κουλούρια και μετά τα αυγά να τα σπας ένα-ένα μέσα στον κάδο, για να μην σφίξει η ζύμη. Ανακάτεψε λίγη ζάχαρη, μαζί με τα μπαχαρικά, για να μην χάσουν το άρωμα τους. Ποια μπαχαρικά; Τρία είναι και πάνε πάντα μαζί σα τις Μοίρες. Κανέλα, Γαρύφαλλο και Μαχλέπι  κι ρίχτα μετά τα αυγά, για να μη βρωμίσουν στα κουλούρια. Το πορτοκάλι ρίχτα με το αλεύρι,κοσκινισμένο πάντα, ακούς; Για να μην σου κόψει το βούτυρο και τελευταία τη βανίλια, για να μυρίσει το σπίτι.» Και τα ‘πλεξα σε πλεξούδες και τα έψησα, έτσι όπως θυμόμουν και O.M.G. το σπίτι μοσχομύρισε έτσι όπως θυμάμαι πως πρέπει να μυρίζει το Πάσχα.

Σειρά, είχαν τα τσουρέκια. Η ζύμη τους ελαστικιά και μαλακή, πλασμένα σε στεφάνι για να χωρέσει το κόκκινο αυγό στο κέντρο. Και φουσκώσανε, χαρούμενα απο τα τραγούδια που άκουγαν κατά το ζύμωμα. «Πάντα να τους τραγουδάς», μου ‘λεγε. «Να γίνουν χαρούμενα, για να φουσκώσουν και να αγκαλιάσουν το αυγό, έτσι όπως σε αγκαλιάζω κι εγώ.» και μύρισε το σπίτι μαστίχα κι ένιωσα μια ζεστασιά στην καρδιά μου. Δεν ξέρω αν ήταν απο τη θερμότητα του φούρνου ή αν εκείνη, ξελογιασμένη απο τις μυρωδιές της ζωής της, ήρθε και μου ‘δωκε, φευγαλέα μια αγκαλιά, σα εκείνες που μου ‘δινε μικρός, κάνοντας με να ξεχνώ κάθε στεναχώρια. O.M.G. ! μα καλά που ζω;

Στον Επιτάφειο, δεν πήγα, συνηθίζαμε να πηγαίνουμε μαζί, τη μοναδική μέρα που πήγαινε στην εκκλησία κι αυτό, γιατί δεν χώνευε τους παπάδες. Αλλά στο θρήνο μιας Μάνας, ένιωθε την ανάγκη να παρευβρεθεί. Τα πρώτα χρόνια, κάναμε μόνο τη μισή διαδρομή, μέχρι το σπίτι, όπου είχε αφήσει όλα τα φώτα αναμένα, σα τις ολονυχτίες και εγώ γκρίνιαζα που δεν έκανα όλο τον κύκλο. Όταν μεγάλωσα όμως λίγο με άφηνε, αφού ορμήνευε τη γειτόνισσα να με έχει στο νου της.

Χρόνια έχω να πάω στον Επιτάφειο, απο την πρώτη χρονιά που πέθανε η Γιαγιά και πήγα μόνος αναζητώντας τη θύμιση της, μια κι είχα καιρό να τη δω πριν πεθάνει. Ήταν ένας τρόπος να την αποχαιρετίσω, μια και δεν πήγα στην κηδεία της και αφού προσκύνησα, έκατσα σε ένα παγκάκι στο προαύλιο της εκκλησίας κι έκλαψα, βαστώντας αναμένο το κερί,  να πάω το φως στο σπίτι, όπως έκανε κι εκείνη, για να ανάψει το καντηλάκι των νεκρών.  Και τα λόγια της, ειπωμένα πριν χρόνια, ηχούσαν μέσα μου, να μου λέει: «Εμένα στην κηδεία μου, θα πηγαίνουν απο μπροστά τα νταούλια κι απο πίσω εγώ, ακούς! Και θα τραγουδάς! Δε θέλω εγώ κλάματα, αλλά τραγούδι και γέλιο.» Σκούπισα τότε τα δάκρυα μου και γύρισα σπίτι, σε μια μικρή, φωτισμένη γκαρσονιέρα, άναψα με το φως του Επιταφείου, ένα κερί και έβαλα παλιά, γλεντζέδικα λαϊκά να παίζει.

Φέτος, για άλλη μια χρονιά, δεν πήγα στον Επιτάφειο. Άναψα όμως όλα τα φώτα του σπιτιού, άναψα κι ένα κεράκι κι έβαλα στο τέρμα τα τραγούδια που της άρεσε να τραγουδά, σκανδαλίζοντας τον κόσμο που περνούσε απο κάτω, υπο τις φάλτσες νότες του «Ω γλυκή μου Έαρ», να ακούν τον Τσιτσάνη να λέει: « Κι όλο κλαίνε, τα καβουράκια, στου γιαλού, στου γιαλού τα βοτσαλάκια» O.M.G.! τι θα πει ο κόσμος.

Το Μ.Σάββατο, ήταν πάντα ημέρα τρεξίματος. Δουλειά, σπίτι, προετοιμασίες για το τραπέζι της Ανάστασης και της Κυριακής του Πάσχα. Οι παππούδες μου δούλευαν μέχρι που πέθαναν. Είχαν μάθει στη δουλειά, τη σκληρή δουλειά και παρά τη συνταξιοδότηση τους, δεν έκατσαν. Ηι Γιαγιά θα ξέκλεβε χρόνο μέσα στην ημέρα απο τη δουλειά, για να ετοιμάσει το τραπέζι. Και Πάσχα, χωρίς μαγειρίτσα, γίνεται; Δεν γίνεται!

Μικρός σιχαινόμουν τη μαγειρίτσα, όπως κι όλα τα Πασχαλινά εδέσματα. Η ιδέα του να τρώω εντόσθια και σωθικά σφαγμένων ζώων, με αναγούλιαζε. Θυμάμαι μια χρονιά, που σφάξανε οι δικοί μου δυο κατσίκια, που τάιζα για κάνα μήνα ο δόλιος, αγορασμένα για το Πάσχα, αλλά εγώ νόμιζα πως τα πήρανε για μένα και έτρεχα μετά το σχολείο να παίξω μαζί τους. Κάποια μέρα μέσα στη Μεγάλη εβδομάδα, θεώρησα, ότι μπορώ να πάρω τη μικρή την κατσίκα βόλτα απο το λουρί και την έβγαλα στο δρόμο σα σκυλί σαλονιού κι εκείνη ακούγοντας τα αυτοκίνητα να περνάνε δίνει μια και μπαίνει απο το παράθυρο στο ισόγειο μιας γριάς, καταστρέφοντας της το σπίτι και στέλνοντας την στο νοσοκομείο, στα πρόθυρα εγκεφαλικού. Ακόμα θυμάμαι το ξύλο που έφαγα απο τον πατέρα μου όπως και την επόμενη μέρα που πήγα να ταϊσω τα κατσίκια και τα βρήκα κρεμασμένα ανάποδα απο τη λεμονιά με τα σωθικά χυμένα. Εκείνη τη χρονιά, δεν έφαγα τίποτα στο τραπέζι. O.M.G. !

Πέρασαν χρόνια μέχρι να δοκιμάσω τη μαγειρίτσα της Γιαγιάς μου. Νήστευα ακόμα τότε Μ. Εβδομάδα και οι δικοί μου με είχαν στρώσει στη δουλειά στις διακοπές. Στην οικογένεια μου, λόγω έλλειψης χρόνου, μαζευόμασταν οικογενειακώς τέσσερις φορές το χρόνο. Ανήμερα τα Χριστούγεννα, του Αγίου Βασιλείου, το βράδυ της Ανάστασης και την Κυριακή του Πάσχα. Δεν θυμάμαι να έλλειψε κανείς εκείνες τις μέρες. Εκείνη τη χρονιά τόλμησε ο θείος μου να πει ότι δεν θα ερχόταν στο τραπέζι, γιατί θα πήγαινε στο χωριό της καινούργιας του γυναίκας για Πάσχα και η Γιαγιά μου του είπε: «Καλά παιδί μου, κάνε ότι θές και να περάσεις καλά. Αλλά πόσα Πάσχα θα κάνεις ακόμα με τη μάνα σου. Μπορεί να είναι το τελευταίο μου αυτό.» και να σου ο μπάρμπας στο τραπέζι μαζί με τον Πινγκουϊνο, όπως αποκαλούσε τη νέα της νύφη. «Έεετσι, για να μάθει ο Πινγκουϊνος!», έλεγε την ώρα που γύριζε ανάποδα τα άντερα κι εγώ είχα πεθάνει στα γέλια.

Μαζευόμασταν λοιπόν κάθε Μ. Σάββατο στο σπίτι της Γιαγιάς και πηγαίναμε μαζί όλοι κουστωδία στην εκκλησία για να γυρίσουμε μετά για το τραπέζι. Εκείνη τη χρονιά, η άρτια αφιχθείσα νύφη καθόταν κι έβλεπε τηλεόραση κι η Γιαγιά αυγόκοβε τη μαγειρίτσα. Κάτι η νηστεία, κάτι η κούραση της δουλειάς, κάτι η μαγειρίτσα που μοσχοβόλαγε, με είχε κόψει λόρδα. Πάω λοιπόν στην κουζίνα και λέω στη Γιαγιά μου να μου βάλει ένα πιάτο. Εκείνη ποτέ της δεν μου χάλαγε χατήρι, μου γεμίζει ένα πιάτο και κάθομαι στο τραπέζι δίπλα απο τον Πιγκουϊνο. Τρώω την πρώτη κουταλιά και θυμάμαι τη θεσπέσια γεύση της, κάνοντας με να νομίσω πως ήταν ότι νοστιμότερο έχω φάει στη ζωή μου, όπως όλα και όσα έφτιαχνε η Γιαγιά μου. Γυρίζει η νέα μου θεία που μάλλον κι εκείνη είχε κόψει η λόρδα απο τη Σαρακοστή, με κοιτάζει αποσβολωμένη και μου λέει: «Μα καλά, δεν ντρέπεσαι; Τρως πριν την Ανάσταση; Αμαρτία είναι!» O.M.G.! Τι το ‘θελε κι άνοιξε το στόμα της η δόλια. Την ακούει η Γιαγιά και της λέει : «Άστο το παιδί να φάει, στα ντουζένια του είναι να καρδαμώσει! Άααλλα, είναι αμαρτίες!» και κούναγε το κεφάλι της υποννοώντας τα ράμματα που είχε για τη γούνα της νύφης της. Ο Πιγκουϊνος το βούλωσε και δεν ξανάνοιξε το στόμα του παρά την επόμενη μέρα.

Ορέχτηκα  λοιπόν κι εγώ μια μαγειρίτσα και πήρα απο την χασάπισσα μια συκωταριά και δυο κιλά άντερα. «Τι θα φτιάξεις Βen;», με ρωτά εκείνη. Μαγειρίτσα, της απαντώ κι εγώ φυσικότατα και μένει κόκκαλο μια και δε μου το ‘χε να ασχολούμαι με ταπεινά εδέσματα. Της είχα πάει όμως φρεσκοψημένα κουλούρια και τσουρέκια και μου κανε νόημα να περιμένω λίγο για να μου πει συνομωτικά, όταν άδειασε το μαγαζί: «Σου πα να περιμένεις για να σου ξεδιαλέξω μια καλή!» και μου ‘κλεισε το μάτι. Αυτά είναι τα καλά των λαϊκών συνοικιών, σκέφτηκα και γέλασα απο μέσα μου, θυμούμενος το μαγαζάκι των παιδικών μου χρόνων, όπου έμαθα το αλισβερίσι.

 «Τη συκωταριά, την πλένουμε καλά!», να η φωνή της Γιαγιάς να με ορμηνεύει. «Την κάνουμε πρώτα μια βράση, με δάφνη, κόκκινο κρασί και ένα ποτηράκι ξύδι. Έτσι η μαγειρίτσα δεν μυρίζει και δεν σου κάθεται.» Και τα ‘κανα όλα κατά γράμμα. «Τ’ άντερο το πλένεις καλά με ξύδι και το γυρίζεις δυο φορές μέσα έξω γεμίζοντας κάθε φορά με νερό, μέχρι να ασπρίσει.» Γύριζα κι εγώ τα άντερα με ένα ξυλάκι, προσπαθώντας να το ξεμπλέξω απο το κουβάρι που είχε γίνει και το γέμιζα με νερό σα μπαλόνι, σπρώχνοντας το να βγει απο την άλλη, με την ελπίδα ότι επιτέλους θα ‘βγαινε καθαρό. Κατά καιρούς, έσκαγε το άντερο γεμίζοντας με, με το περιεχόμενο του, κάνοντας με να μυρίζω σα υπόνομο το καλοκαίρι, O.M.G. κι έσκαγα στα γέλια σκεφτόμενος τον Πιγκουϊνο και το πόσο πετυχημένο ήταν το παρατσούκλι που της είχε βγάλει η Γιαγιά μου και το χρησιμοποιούσε μόνο μεταξύ μας, σα μυστικό κώδικα. « Πρόσεχε μόνο μην το παραπλύνεις, τ’ άντερο.», να τη πάλι η φωνή της. «Αν δεν έχει και λίγο σκατό, δεν έχει νοστιμάδα.» και σταματούσα το πλύσιμο. Μαρουλάκι, μπόλικο άνιθο και φρέσκο κρεμμυδάκι κι όταν πέσει λίγο η θερμοκρασία, αυγόκομα. Χώρια το ασπράδι και χώρια ο κρόκος. Πως η νοστιμάδα, δένει με την όσφρηση. Δίχως το δεύτερο, το πρώτο δεν υπάρχει.

Διάβαζα, όλη την προηγούμενη εβδομάδα, διηγήσεις και σχέδια για περασμένα και μελλούμενα Πάσχα, άλλων. Πάσχα γεμάτα χωριό, κάρβουνο, παιχνίδια και διασκέδαση. Τα δικά μου δεν υπήρξαν ποτέ έτσι. Ίσως να ζήλεψα κιόλας λιγάκι, σα τότε που ήμουν παιδί κι τα άλλα παιδάκια παίζανε αμέριμνα, χαίροντας τις διακοπές τους ενώ εγώ έπρεπε να δουλεύω, δίχως να μαζεύω ξέγνοιαστες Πασχαλινές αναμνήσεις. Όμως απο την Μ.Πέμπτη που μας πέρασε, κατάλαβα πως δεν έχω τίποτα να ζηλέψω απο τους άλλους, γιατί και τα δικά μου είναι γεμάτα με μυρωδιές, αρώματα, αναμνήσεις και παραδόσεις. Παραδόσεις που δεν είναι ξύλινες κι ακολουθούνται γιατί απλά, έτσι πρέπει, αλλά δημιουργούνται απο αγάπη και ζωντανές θυμίσεις. Άλλωστε, νεκρή παράδοση, είναι εκείνη που μας επιβάλλουν να ακολουθούμε κι όχι εκείνη που δημιουργούμε.

ΓΜΤ !, μου φαίνεται ότι όσο μεγαλώνω, ξεκουτιένω...O.M.G.!!!

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2012

Αμαρτίες


Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή, την σήν αισθομένη Θεότητα μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν, οδυρομένη μύρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει.

Οίμοι! λέγουσα, οτι νύξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας, ζοφώδης τε και ασέληνος ερως της αμαρτίας.

Εχθές, τη Μ. Τρίτη, κατά το εκκλησιολόγιο, ήταν των Δέκα Παρθένων και ψελλόταν το τροπάριο της Κασσιανής. Είναι ίσως ο μοναδικός λόγος για τον οποίον θα πήγαινα στην εκκλησία, μαζί με τον επιτάφιο της Μ. Παρασκευής, μόνο και μόνο για να το ακούσω, καθώς η αναφορά της έννοιας του Έρωτα σα αμαρτία, ήταν κάτι που με εξίταρε τρελλά ως παιδί, όταν πρωτοδιάβασα το τροπάριο.  Πάντα όμως κάθε χρόνο κάτι συνέβαινε και με εξαίρεση κάποιο παιδικό Πάσχα, δεν ξαναπάτησα στην εκκλησία, για κανένα λόγο. Παρόλ’αυτά όμως εχθές, όπως και κάθε χρόνο, το έφερα στο νου μου, κάνοντας με να σκεφτώ το θέμα της Αμαρτίας, αρχικά σε σχέση με τον Έρωτα και εν συνεχεία με όλες τις άλλες έννοιες.

Πριν χρόνια, κάποια κυρία στη Θεσσαλονίκη, μου δάνεισε ένα παλιό αντίγραφο της ιστορίας της Κασσιανής, με αφορμή μια συζήτηση σχετικά με το συγκεκριμένο τροπάριο. Θυμάμαι το αίσθημα, της αδικίας, του θυμού και της απογοήτευσης που μου γέννησε το ανάγνωσμα, καθώς με όλη τη θέρμη της νεανικής μου καρδιάς, δεν μπορούσα να συγχωρέσω απο τη μια το Θεόφιλο, για την ξεροκεφαλιά του, που τάχα προσεβλήθει απο την απάντηση της Κασσιανής, στον χορό της επιλογής, με αποτέλεσμα να ταλανίζεται χρόνια για έναν ανεκπλήρωτο έρωτα. Κι απο την άλλη, την ηττοπάθεια και μοιρολατρεία της ίδιας της Κασσιανής, να παραιτηθεί απο την ίδια τη ζωή, κλείνοντας τον εαυτό της σε ένα μοναστήρι και όταν αργότερα ενέδωσε στον πόθο, πάλι επέλεξε την παραίτηση, γράφοντας τελικά το ομώνυμο τροπάριο. Κι εκείνο το παιδί, τι κατάληξη είχε; απορία το χω ακόμα. Προσωπικά, θα πήγαινα με το μπάσταρδο στην Πόλη και θα τον είχα κάνει ξεφτίλα τον Θεόφιλο, που κοτζάμ Αυτοκράτωρ, δεν είχε δράμμι αρχίδια. Αυτό όμως είναι άλλο θέμα.

Εκείνο που μου είχε μείνει όμως έντονα χαραγμένο ήταν το ερώτημα: Πως ο Έρωτας, ο αμφίροπος, κάτι τόσο πηγαίο κι αναγκαίο όσο η πνοή, μπορεί να είναι Αμαρτία;

Το σχίσμα μου απο την έννοια της Θρησκείας, επήλθε κάπου στα δεκαπέντε μου. Ήταν η εποχή που κάναμε την Απολογία του Σωκράτη στο σχολείο και λίγο αργότερα τους μεγάλους Άθεους. Εκείνη την περίοδο έκανα παρέα με ένα παιδί βαθειά θρησκευόμενο, τον Παναγιώτη, ο οποίος ήταν και κούκλος πανάθεμα τον. Τόσο βαθειά που σε μια απο τις συζητήσεις μας, μου είχε εκμηστηρευτεί, πως πίστευε στην Αγνότητα του Γάμου. Τουτ’ έστιν, θα παντρευόταν παρθένος και η γυναίκα του θα έπρεπε να ήταν εξίσου αγνή. Εγώ βέβαια εκείνη την εποχή, είχα πάρει ήδη την Άρτα με τα Γιάννενα, μου ‘ρθε να βάλω τα γέλια έχοντας στο νου, το ανέκδοτο με το παρθένο ζευγάρι, όπου ο πατέρας είχε ορμηνεύσει το γαμπρό να κάνει ότι κάνει η γυναίκα την πρώτη νύχτα του γάμου κι εκείνη έχοντας σηκώσει τα πόδια της ψηλά με τον γαμπρό να τη μιμείται, να λέει: Ωραία και τώρα ποιος θα μας γαμήσει; Κρατήθηκα όμως και τον ρώτησα πολύ σοβαρά, τι κάνει με τις ορμές που είχε, για να μου πει, ότι κάποιες φορές που υπέκυπτε στον Πειρασμό (μαλακία με λίγα λόγια) έλεγε πενήντα φορές το “Πάτερ ημών”. Έμαθα βέβαια πως ένα χρόνο μετά το σχολείο, παντρεύτηκε και η πρώτη μου σκέψη ήταν: Επιτέλους θα γαμήσει, ενώ η δεύτερη: Λίγο ακριβά δεν κοστίζει το γαμήσι;

Όσο κάναμε παρέα με τον Παναγιώτη, δεν έπαυε να προσπαθεί να με βάλει στο “σωστό” δρόμο αποφεύγοντας τις αμαρτίες, να με παροτρύνει να πηγαίνω για εξομολόγηση και να κρατώ ανέπαφη, την ήδη χαμένη μου αγνότητα. Κατά καιρούς τον σκανδάλιζα με τις προσωπικές μου επιτηδευμένες εξομολογήσεις, θέλοντας να δω τις αντιδράσεις του, ώσπου μια μέρα, σε μια απο τις ανάλογες συζητήσεις μας, μου είπε ότι τα αβάπτιστα παιδιά και όλοι όσοι δεν είναι Χριστιανοί, άρα αμαρτωλοί, δεν θα πηγαίνουν στον Παράδεισο. Η ένσταση μου ήταν πως ένα παιδί, μπορεί να γεννιέται μέσα στην αμαρτία. Πως η πίστη του περι αμαρτίας είναι δογματική και φαρισαϊκή, για να γυρίσει να μου πει πως δεν μπορεί να κάνει παρέα με ανθρώπους με τέτοιες απόψεις σαν εμένα, άρα αμαρτωλούς, κι απο τα νεύρα μου του είπα ότι είμαι και Πουστάρα, οπότε με την βούλα του Κυρίου, σίγουρα δεν θα πήγαινα στον Παράδεισο. Απο κείνη τη μέρα έπαψε να μου μιλάει, μέχρι που τελειώσαμε το σχολείο.

Με αφορμή λοιπόν τη χθεσινή ημέρα καθόμουν και σκεφτόμουν: Τελικά τι είναι αμαρτία;

Στην Αρχαία Ελλάδα, παρά την όποια θρησκοληψία, υπήρχε, όχι η έννοια της αμαρτίας, αλλά η έννοια του Δίκαιου και της Ύβρης. Άλλοι πάλι πολιτισμοί, στους οποίους η θρησκεία κατείχε ίσως πιο σημαντικό ρόλο, επιτέποντας λιγότερη ελεύθερη σκέψη, η έννοια της αμαρτίας ήταν συνυφασμένη με τις ρητές απαγορεύσεις της θρησκείας. Αργότερα με την επικράτηση του Χριστιανισμού και τη γέννηση μεταγενέστερων θρησκειών, όπως ο Μουσουλμανισμός για παράδειγμα, η έννοια της αμαρτίας απέκτησε διαδραστικό ρόλο στη βούληση, τη σκέψη και τη ζωή του ανθρώπου. Το δίκαιο και η ύβρη “εξελίχτηκε” στην έννοια της αμαρτίας, καθώς το πρώτο έθετε το πρότυπο του πως πρέπει να ζεις, ενώ το δεύτερο πως να μην ζεις. Και τα δυο όμως είχαν σα στόχο, σωστά ή λάθος, δεν έχει σημασία, να θέσουν ένα μοντέλο κοινωνικής ζωής η οποία δυνητικά θα προαγήγαγε μια υγιής, αναπτυσσόμενη κοινωνία, χαλιναγωγώντας τα όποια πάθη και ζωώδη ένστικτα του ανθρώπου, υπεύθυνα για την τυχόν παρακμή του.

Οι αιώνες όμως πέρασαν, η Γη δεν είναι επίπεδη, ο Κόσμος δεν δημιουργήθηκε σε έξι μέρες και ο Άνθρωπος, δεν πλάστηκε απο λάσπη. Παρόλ’ αυτά η έννοια της αμαρτίας, εξακολουθεί κι έχει υπόσταση. Πρέπει να ακολουθούμε μια τελετουργία εξαγνισμού κάθε τόσο και λιγάκι για να απαλλαγούμε απο τα κρίματα μας, λες και είναι σκόνη που κατακάθεται στο αμάξι μας που πρέπει να το πλύνουμε, για να γυαλίζει παρκαρισμένο κάτω απο το σπίτι. Εξομολόγηση, νηστείες, μετάνοιες, λουτρά με στάχτη κι αγιασμένο νερό, συγχωροχάρτια, “φιλανθρωπίες”, είναι κάποιες απο τις τελετουργίες που ακολουθούν άνθρωποι σε όλο τον κόσμο, για να απαλλαγούν απο τις αμαρτίες που συσσωρεύουν κατα καιρούς, προκειμένου, τι; Μια θέση στον Παράδεισο.

Ξενύχτισα στην πόρτα σου και σιγοτραγουδώ, εδώ είναι ο Παράδεισος κι η Κόλαση εδώ…” τραγουδούσε η Μοσχολιού. Ο Άλλος ο παράδεισος, είναι πολύ μακριά για μένα, για να τον σκεφτώ. Άλλωστε δεν πήγε κι επέστρεψε κανένας για να μου πει που είναι, ενώ τούτη τη δόλια τη Ζωή, την ξέρω να υπάρχει στα σίγουρα. Σε αυτήν με κυνηγούν οι Ερινύες και σε αυτήν ότι κάνω το βρίσκω με τον έναν ή τον άλλον τρόπο μπροστά μου.

Όσον αφορά τις αμαρτίες; Όλοι μας ξέρουμε τι είναι καλό, τι κακό, τι δίκαιο, τι “αμαρτία”. Πιστεύω ακράδαντα, εν αντιθέση με το τι γαλουχήθηκα να πιστεύω, πως γεννιόμαστε με όλο το Καλό του κόσμου μέσα μας, για αυτό και όταν κοιτάζουμε ένα μωρό, το μόνο που μας γεννάται είναι μια γλυκύτητα και μια ενδογενής παρόρμηση να το προστατέψουμε απο τα Κακά του κόσμου. Τα κακά που βιώσαμε και ίσως προκαλέσαμε, γιατί ξέρουμε πως ο κόσμος δεν είναι αγγελικά πλασμένος. Απλά μεγαλώνοντας, όλο αυτό το Καλό που κουβαλήσαμε ερχόμενοι σε τούτη τη Ζωή, λαβώνεται, λεκιάζεται και ενίοται χάνεται, για να γίνουμε σα τα βράχια στην φουρτουνιασμένη ακροθαλασσιά, που όμως έχουν κι αυτά την ομορφιά τους. Άλλοτε μας γεμίζουν με φόβο και δέος κι άλλοτε με  γλυκύτητα και γαλήνη.

Για τις δικές μου Αμαρτίες δεν μετανοιώνω, ούτε θέλω να τις επαναλάβω κι έχω πολλές στην καμπούρα μου. Κι είμαι σίγουρος, πως μέχρι να φύγω απο τη Ζωή, για να ανακαλύψω εαν υπάρχει εκείνος ο Παράδεισος ή η Κόλαση, θα κάνω πολλές ακόμα. Όμως, όπως είχε πει ο Oscar Wilde «Ο Άγιος έχει παρελθόν κι ο Αμαρτωλός μέλλον». Ένα μέλλον, όπου πολλά «Καινά Δαιμόνια» θα μου υποδείξουν πως Θέλω κι όχι Πρέπει, να Ζω.

Κυριακή, 8 Απριλίου 2012

Το Δικαίωμα να είμαι Σκατά!



Μεγάλωσα με την πεποιήθηση του «Τα εν οίκω μη εν Δήμο» με νουθεσία απο τη Γιαγιά μου. Ότι και να της συνέβαινε, όσο στεναχωρημένη κι αν ήταν, πάντα είχε ένα ειλικρινές χαμόγελο για όλους και μια καλή κουβέντα, λέγοντας πάντα «Καλά είμαι», σε όποιον τη ρωτούσε:Τι κάνεις;, ακόμα κι όταν δεν ήταν. «Τα άπλυτα μας δεν τα απλώνουμε πάστρα», μου λεγε. «Όποιος σε ρωτάει, καλά να λες πάντα. Γιατί να του δίνεις το δικαίωμα να χαρεί που δεν είσαι καλά;» Κι εγώ ακολουθούσα το παράδειγμα της. «Καλά είμαι», έλεγα πάντα όποιος με ρωτούσε τι κάνω, και το έλεγα κι έντονα κυρίως τις περιόδους που δεν ήμουν καθόλου καλά.

Πριν κάποιες μέρες, φορτισμένος με διάφορα προβλήματα κι σκέψεις, δεν ήμουν, ούτε και ένιωθα καλά. Κάποιος με ρώτησε το τυπικό «Καλά, είσαι Ben;» και σα αναλαμπή, απο μια ενδογενής παρόρμηση που κράτησε ένα ολόκληρο λεπτό, το οποίο με έκανε να φανώ σα καθυστερημένος στον ερωτόν, απάντησα για πρώτη φορά στη ζωή μου : Όχι! Δεν είμαι καλά! Κι εκείνη τη στιγμή, ένιωσα πραγματικά καλά, μετά απο μέρες.

Σκέφτομαι εκείνη τη στιγμή μέρες τώρα και αναρωτιέμαι τι ήταν εκείνο που πυροδότησε την παρόρμηση μου να πω πως δεν είμαι καλά. Ήταν μια επανάσταση και καθυστερημένη αμφισβήτηση των διδαχών της Γιαγιάς μου; Και γιατί ένιωσα καλά, όταν είπα φωναχτά πως , όχι δεν είμαι;

Μεγάλωσα μαθαίνοντας να κρύβομαι. Να φοράω μια μάσκα στις κοινωνικές μου συναναστροφές αποκρύβοντας εκείνα που με ταλανίζουν και να τα κρατάω βαθεία θαμένα μέσα μου. Το «Καλά είμαι», έγινε το μότο μου, τόσο που έχασα το νόημα του. Έγινε τόσο τετριμμένο σα το «Σ’αγαπώ» που ακούμε στις Αμερικάνικες ταινίες, μια τυπική κουβέντα στις καθημερινές συναναστροφές. Εκείνη τη στιγμή που είπα, «Όχι, δεν είμαι καλά», ένιωσα απο τη μια θυμωμένος με τη Γιαγιά, που με έμαθε(;) να είμαι έτσι και διεκδίκησα το δικαίωμα να είμαι Σκατά! Ναι! Με λένε  Βen και δεν είμαι καλά. Έχω δικαίωμα να μην είμαι καλά για χίλιους δυο λόγους, τους οποίους δεν θα παραθέσω και είναι ΑΠΟΛΥΤΑ δικαιολογημένο να ΕΙΜΑΙ ΣΚΑΤΑ! Φτάνει πια, το τυπικό «Καλά είμαι». Φτάνει, οι ανούσιες κουβέντες και το να καταπίνω τη θλίψη μου με ζάχαρη. «Ότι αγαπάμε πολύ, το κρατάμε μέσα μας, γιατί αυτό μας σώζει. Ότι μισούμε πρέπει να το βγάζουμε έξω, αλλιώς γίνεται σαράκι και μας τρώει», διάβασα στο ημερολόγιο μου, που έγραψα πριν χρόνια, αποτυπώνοντας τη φράση που είχε πει η Ντόρις Λέσινγκ, όπως κι άλλες φράσεις που ακούω κατά καιρούς, προκειμένου να θυμάμαι στις σκοτεινές μέρες.

Η ειρωνία είναι ότι απο τότε που εκστόμισα την επανάσταση μου, διεκδικώντας το δικαίωμα να είμαι σκατά, όλα μου φαίνονται πολύ πιο όμορφα. Τα χρώματα πιο λαμπερά, τα δέντρα πιο πράσινα και τον εαυτό μου πιο όμορφο. Η μοναξιά γίνεται ηρεμία και η σιωπή τραγούδι. Κάθομαι στη βεράντα του σπιτιού μου κοιτάζοντας τον κήπο και νοιώθω χαρούμενος. Ξυπνάω πρωϊ και προσδοκώ να ζήσω, να δημιουργήσω, να αγαπήσω, να ερωτευτώ, να φτιάξω και θυμάμαι το παιχνίδι της Πολυάννας, που έπαιζα στο τέλος της εφηβείας μου, μετά απο μια απόπειρα αυτοκτονίας. Θυμάστε την Πολυάννα και το παιχνίδι της;

Η Πολυάννα έπαιζε ένα παιχνίδι. Πάντα όποτε συνέβαινε κάτι άσχημο, εκείνη έβρισκε κάτι όμορφο να σκεφτεί για να το πει στον εαυτό της ή στους άλλους. Στην αρχή νόμιζα ότι απλά παραμύθιαζε τον εαυτό της, αρνούμενη να σκεφτεί την πραγματικότητα, τη σκληρή αδυσώπητη πραγματικότητα και τη μισούσα για αυτό. Τη θεωρούσα γελοία κι αδύναμη. Τότε που ξεκίνησα να παίζω εκείνο το παιχνίδι, ήταν μέσα στα πλαίσια της ψυχοθεραπείας μου, προσπαθώντας να ξεπεράσω την κατάθλιψη, αναζητώντας έναν λόγο να ζήσω. Έγινε κι εκείνο τυπικούρα, μια καθημερινότητα που έχασε το νόημα της. Εγώ επέζησα, σίγουρα όχι χάρη στο παιχνίδι της Πολυάννας, αλλά χάρη στο πείσμα μου, για να φτάσω στο τώρα, με το δικαίωμα να είμαι σκατά και να σκεφτώ μετά απο χρόνια εκείνο το χαζό παιχνίδι μαζί με τις διδαχές της Γιαγιάς μου και να καταλάβω τελικά τι εννοούσαν.

Βλέπετε, η Πολυάννα καθώς και η Γιαγιά μου, δεν ήταν αδύναμες. Δεν παραμύθιαζαν τον εαυτό τους με ψέματα, αποφεύγοντας την ωμή και σκληρή πραγματικότητα, αντιθέτως, ξέρανε πολύ καλά ποια ήταν. Όμως για πράγματα που δεν αλλάζουν, γιατί να στεναχωριόμαστε; Κι εκείνα τα οποία μπορούν να αλλάξουν, πάλι γιατί να στεναχωριόμαστε; Εκείνες επέλεξαν να βλέπουν την θετική πλευρά των πραγμάτων, της ζωής, παλεύοντας απέναντι στη δίνη της μιζέριας και της δυστυχίας, οι οποίες σα κινούμενη άμμο, σε ρουφούν όλο και πιο βαθιά. Λένε πως πρέπει να κάθεσαι όσο το δυνατόν ακίνητος, σα πέσεις στην κινούμενη άμμο. Όσο κινείσαι, τόσο πιο γρήγορα σε ρουφάει. Όμως όταν κινείσαι, προσπαθώντας να βγεις απο αυτήν, έχεις πιθανότητα να βγεις, ενώ όσο κάθεσαι άπραγος, απλά καθυστερείς τον θάνατο. Και η ζωή μας είναι καθημερινά ένας μικρός θάνατος. Όχι, η Πολυάννα και η Γιαγιά μου δεν ήταν αδύναμες. Γιατί θέλει πολύ δύναμη να παλεύεις καθημερινά με τους μικρούς θανατούς και να επιλέγεις τη Ζωή.

Τη Ζωή που κρύβεται σε εξίσου μικρά πράγματα, όπως το ανθισμένο παρτέρι, τα μπουμπούκια της λεμονιάς που βλέπεις κάθε μέρα να ανθίζουν και το γεγονός ότι κάθε μέρα που ξυπνάς και στέκεσαι όρθιος μπροστά στον καθρέφτη, βλέπεις το χαμόγελο σου να αντανακλάται, γιατί είσαι υγιής και ζωντανός και μια καινούργια μέρα ξεκινά γεμάτη υποσχέσεις κι ελπίδες. Τι κι αν το βράδυ, σα έχει φύγει η μέρα, τίποτα απο κείνα που προσδοκάς δεν έγινε; Μια καινούργια μέρα ξημερώνει.

Απο τότε που απέκτησα το δικαίωμα να είμαι Σκατά!, βλέπω καθημερινά την ομορφιά της Ζωής. Έχω ακόμα ένα σπίτι να μένω. Έχω ακόμα ένα πιάτο φαϊ. Έχω ακόμα την υγεία μου. Και πάνω απο όλα, έχω τρόπους να ομορφαίνω τη μέρα μου για να χαμογελάω στον εαυτό μου, όταν με βλέπω στον καθρέφτη κι όλα αυτά είναι κινήσεις για να βγω απο τον βούρκο της κινούμενης λάσπης. Μετά απο χρόνια κατάλαβα πως η Γιαγιά μου, μπορεί να μην έλεγε στον κόσμο τι πραγματικά  είχε, παρασύροντας κι άλλους στη  μιζέρια της. Την ήξερε όμως, τη ζούσε και την ξόρκιζε φωναχτά καθημερινά, επιλέγοντας τη Ζωή. Βλέπετε, η Δυστυχία, είναι Δικαίωμα. Η Ευτυχία όμως, είναι επιλογή.

Σε ευχαριστώ Γιαγιά και Συγνώμη.




Δευτέρα, 2 Απριλίου 2012

Θα ναι σα να μπαίνει η Άνοιξη


Κι επιτέλους μπήκε η Άνοιξη. Ο Μάρτης έφυγε κι ευτυχώς δεν ήταν ούτε γδάρτης, ούτε παλουκοκάφτης. Η ώρα άλλαξε, η μέρα μεγάλωσε και επίσημα μπήκα στην εποχή που γίνομαι Άνθρωπος. Θα μου πείτε τις άλλες εποχές τι ήσουν, δεν ξέρω πως να το χαρακτηρίσω αλλά επειδή έχω τροπικά γονίδια, θέλω τη ζέστη, τον ήλιο, τα λίγα ρούχα, μου φτιάχνει η διάθεση και σταματώ τη μιζέρια και την γκρίνια. Κοντά παντελόνια, τιραντάκια και ξυρισμένη γάμπα μαζί με διάθεση για βόλτες, Μαργαρίτες (cocktail) και ιδρώτα είναι τα καλύτερα μου.

Οι τουλίπες που φύτεψα τον χειμώνα άνθισαν και η βεράντα μου γέμισε με χρώμα. Η λεμονιά φρεσκοκλαδεμένη και τα μπονσάι ήρθαν στα ίσα τους. Κι όλα αυτά με πρίζωσαν να ασχοληθώ με τον κήπο, κάνοντας με να φτιάξω τον ομορφότερο κηπάκο της γειτονιάς. Φύτεψα τριανταφυλλιές το τριήμερο, σκάλισα τον κήπο κι έκανα φρέζα με το χέρι, γεμίζοντας τα χέρια με ρόζους απο την τσάπα και την τσουγκράνα, σπάζοντας κάθε κατεστημένο και στερεότυπο ότι μια αδελφή, ασχολείται μονάχα με λεπτεπίλεπτες ενασχολήσεις και Madame Figaro. Και ναι πλέον ο κήπος μου είναι όμορφος. Δεκαπέντε τριανταφυλλιές θα ανθίσουν το Μάη, τα άνθη λεμονιάς θα μοσχομυρίσουν την γειτονιά μου κι όμως αναζητώντας την τελειότητα, αποφάσισα για σήμερα να φυτέψω γκαζόν.

Εχθές όμως με πήρε τηλέφωνο ένας gay, ελαφροίσκιωτος, φίλος, απο τους ελάχιστους που έχω (δυο στο σύνολο) και με προσκάλεσε σε μια εξόρμηση στο Στρουμφοχωριό του Γκαζιού μαζί με ένα φίλο του. Επειδή τις τελευταίες φορές που μου έχει πει να βρεθούμε το απέφυγα άμεσα κι επειδή με απείλησε ότι ότι θα φτιάξει μπλουζάκι με τη φωτογραφία μου και την ηλικία μου, το οποίο θα φοράει στο Γκάζι, δέχτηκα την πρόταση του παρόλο που ήμουν πτώμα απο το σκάψιμο όλη μέρα και είχα ντερλικώσει τρώγοντας ένα ολόκληρο κοτόπουλο για βραδινό, μια και η μοναδική πρωτεϊνη που καταναλώνω τελευταία είναι μόνο αυτό. Έτσι με βαριά καρδιά και πρησμένο στομάχι, ντύθηκα και κατευθύνθηκα για το πρώτο μαγαζί της βραδιάς που είχαμε ραντεβού.

Ήταν ένα καινούργιο μαγαζί, που άνοιξε όπως έμαθα πέρισυ το καλοκαίρι κι έγινε must για κάθε αξιοπρεπής αδελφή κοντά στα πρώτα άντα να περνά απο κει κάνοντας γκράντε είσοδο για να ξεκινήσει το Σαββατόβραδο της. Ομολογώ πως είναι το μοναδικό μαγαζί που μαζεύει έναν σχετικά κόσμο της περιωπής για τα δικά μου δεδομένα αλλά τι να το κάνεις, όταν όλοι έχουν αποκορωθεί στο ίντερνετ και στην διαπροσωπική επαφή νοιώθουν σα εξωγήινους στα Φάρσαλα; Πήρα το ποτάκι μου λοιπόν και καθόμουν σε έναν καναπέ προσπαθώντας να χωνέψω το κοτόπουλο κι ακούγοντας την γκρίνια του Λ., που έχω γίνει ακοινώνητος και δεν είμαι όπως παλιά. Για σκάψε ένα ωχτάωρο και φάε σα γουρούνι και θα δεις γιατί δεν χοροπηδάω με σκοπό το πήδημα. Ο φίλος του Λ., Δ. πρώτη φορά το γνώρισα το παιδί, βγήκε με σκοπό να κάνει καμιά γνωριμία μια και μένει λίγο πιο έξω απο την Αθήνα, περνούσε αξονική τομογραφία ότι κινείται ενώ ο Λ. χοροπήδαγε δεξιά κι αριστερά πειράζοντας τον κόσμο, σε σημείο που σκεφτόμουν πως άμα πέσει ξύλο, θα είναι η πρώτη φορά που θα κάθομαι και θα τον βλέπω να τις τρώει, χωρίς να κουνηθώ καθόλου.

Η ώρα περνούσε και δυστυχώς οι άλλοι είχαν όρεξη για μπαρότσαρκα, οπότε με σύρανε σε ένα club του Στρουμφοχωριού, όπου πραγματικά ένιωσα Παπαστρούμφ, μια και ο μεγαλύτερος εκεί μέσα ήταν εικοσιδύο χρονών. Το κακό με τα πιτσιρίκια, όσο ξέγνιαστα κι αν είναι έχουν ένα βασικό μειονέκτημα, δεν έχουν μάθει ακόμα να πλένονται. Όσο καιρό περίμενα λοιπόν τον μπάρμαν που έκαιγε μαζούτ να δεήσει να μου βάλει ένα ποτό, έρχονταν τα πιτσιρίκια με τα αμάνικα, σηκώνοντας το χέρι τους μάγκικα, τα οποία δυστυχώς δεν είχαν μάθει ακόμα τι σημαίνει αποσμητικό. Είμαι ιδιότροπος; Μπορεί. Αλλά λυπάμαι που δεν είμαι πιπινοπνίχτης όπως ο φίλος μου, αν και ευχαρίστως θα τα έπνιγα, που τελευταία τον έπιασε η τάση να μπλέκει με ο,τιδήποτε κάτω απο εικοσιπέντε.

Φεύγοντας λοιπόν απο το συγκεκριμένο μαγαζί με την ελπίδα ότι επιτέλους θα πήγαινα στο σπίτι μου, αποφασίστηκε να πάμε σε ένα after gay Ελληνάδικο, το οποίο μαζεύει κόσμο όταν έχουν κλείσει τα γύρω και φημίζεται για την πιο ακριβοπληρωμένη μπόμπα, όπου ανέπτυξα μια ιδιαίτερη σχέση με το σκαμπό του μπαρ, στο οποίο έκλωθα τα μπουφάν μας και τα μπλουζάκια που ξεφορτωθήκαμε λόγω του κακού εξαερισμού. Κι επειδή ο Δ. είχε ένα σεμινάριο στις ωχτό η ώρα το πρωϊ, στο οποίο θα πήγαινε αμέσως μετά την έξοδο , κάναμε το χατήρι να μείνουμε μέχρι τις εφτά η ώρα το πρωϊ, όπου μετά απο δυο απολαυστικά χοτ ντογκ, έφτασα στο πολυπόθητο κρεββάτι για να ξυπνήσω στις τέσσερις το απόγευμα, μη έχοντας ουράγιο για οποιοδήποτε γκαζόν μέσα στην υπόλοιπη ημέρα που απεμεινε.

Μέσα σε αυτή την εκπαιδευτική εκδρομή πάντως, γιατί έτσι την είδα, διαπιστωσα ότι η οικονομική κρίση, μάλλον παρα έξω έχει περάσει. Όταν κάνεις μια ώρα για να βρεις που θα παρκάρεις και τα μαγαζιά είναι πίτα αναρωτιέμαι: Πως στο διάλο την βολεύουν όλοι και είναι στα μπουζούκια και στα κλαμπ; Δεύτερον, πολύ τα χαίρομαι τα πιτσιρίκια που ανεβαίνουν στις εξέδρες και χορεύουν ημίγυμνα, ασχέτως τα βρεφικά πάχη που πετάγονται, αλλά βγαίνουν για την πάρτη τους, σε σχέση με παλαιότερους που βγαίνουμε με την πεποιήθηση του αστεροσκοπείου, κοιτάζοντας το ταβάνι. Τρίτον, υπάρχουν παντού, μοναχικοί άνθρωποι, καθισμένοι σε μια γωνία αναζητώντας μια κουβέντα κι επικοινωνία, αλλά παραμένουν μόνοι για να αναζητήσουν μια εφήμερη συντροφιά κάπου αργότερα. Τέταρτον, η κρεατίνη και οι πρωτεϊνές κάνουν θαύματα, όπως με ενημέρωσαν, αλλά πραγματικά το να περιφέρω το σαρκίο μου σα τρόπαιο, ειλικρινά δεν με φτιάχνει καθόλου. Πέμπτον, το τσιφτετέλι μια χαρά το χορεύει μια σπασμωδικιά λούγκρα, αλλά κουκλίτσα μου, άστην ζεϊμπεκιά, δεν σου πάει. Και έκτον, ή στραβά είναι ο γιαλός ή στραβά αρμενίζω.

Ίσως φταίει ότι μεγάλωσα και βάρυνα και μαζί με μένα, μεγάλωσε και η περηφάνια κι ο εγωϊσμός μου, για να αλωνίζω αναζητώντας την προσοχή απο το προσκήνιο, αλλά όταν βγαίνω , βγαίνω για την πάρτη μου, να περάσω καλά εγώ κι όχι για να  έχω σα αυτοσκοπό το να βρω γκόμενο. Όμως αυτό το πράγμα των gay μαγαζιών, δεν το ‘χω πια. Αναζητώ πλέον μια ποιότητα, μια αυθεντικότητα, κάτι που να μπορώ να είμαι ακόλουθος, παραμένοντας αυθεντικός.

Κοιτάζω τις τουλίπες μου που άνθισαν. Είναι η εποχή τους. Αναδεικνύουν την ομορφιά τους, γιατί είναι η εποχή τους. Η δική μου εποχή για τα ξενυχτάδικα και την ωραιοπάθεια, θαρρώ έχει περάσει. Δεν νοιώθω θλίψη, ούτε φθόνο.  Τα έκανα και τα έζησα. Τώρα θέλω απλά να ζήσω για μένα, μοιράζοντας την καθημερινότητα μου με κάποιον άλλον. Τώρα θα μου πείτε πως περιμένεις να τον βρεις, κλεισμένος σε ένα σπίτι. Δεν πειράζει, εξακολουθώ να παίρνω ντελίβερι και να ακούω την Αλεξίου να τραγουδά: Ο Έρωτας θα σε βρει όπου κι αν είσαι.

Καλή εβδομάδα κι καλό μήνα.