Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012

Μεγάλωσα


Μελαγχολική ηρεμία. Νομίζω πως αυτό είναι το αίσθημα που σου αφήνει ο πυρετός μετά απο μια συνεχή εβδομάδα. Σα τη λιακάδα, μετά την καταιγίδα, αλλά με το βάρος των σύννεφων στον ορίζοντα, ενώ η θάλασσα είναι ήρεμη και ο ήλιος αντανακλάται επάνω της. Και οι σκέψεις, εμφανίζονται δειλά, σα μουδιασμένα γλαρόπουλα,  γιατί απλά είναι στη φύση τους να πετούν, όταν δουν λίγο ήλιο.

Ένας τέτοιος γλάρος μου ανέσυρε απο τη θάλασσα της μνήμης, το αυτοκινητάκι μου, περιέργη σκέψη μια και το είχα ξεχάσει εδώ και χρόνια. Ένα παιχνίδι που με είχε συντροφεύσει άπειρες ώρες και μετά χάθηκε μέσα στο χρόνο, χωρίς να θυμάμαι πως, όμως σήμερα θα ήθελα πολύ να ξανάβλεπα.

Το βρήκα ένα απόγευμα, σε ένα μοναχικό περίπατο, σκαλίζοντας λαγούμια σε ένα άδειο  οικόπεδο που έπαιζα με άλλα παιδιά, κάπου κοντά στα δέκα. Θυμάμαι τη χαρά μου όταν το βρήκα, που άρχισα να το τσουλάω πάνω στο χώμα και φανταζόμουν πως ήταν άγρια βουνά, οι μαργαρίτες θεόρατα δέντρα και τα μυρμύγκια άγρια θηρία κι εγώ και το αυτοκινητάκι μου, διασχίζαμε όλες αυτές τις απέραντες εκτάσεις, ζώντας περιπέτειες, αντιμέτωποι με ληστές και τέρατα. Και ήταν τόσο μεγάλη η φαντασία μου που άρχισα σιγά σιγά να διαμορφώνω εκείνα τα λίγα τετραγωνικά χώρου, χτίζοντας φαράγγια, σπηλιές και γέφυρες, μέχρι που φύτεψα διάφορα φυτά εμπλουτίζοντας την βλάστηση θέλοντας να το κάνω να μοιάζει με τροπικό δάσος, έτσι όπως είχα δει πως είναι στην τηλεόραση.

Με τον καιρό, έρχονταν κι άλλα παιδιά να παίξουν με τα αυτοκινητάκια τους σε εκείνη τη μαγική χώρα της περιπέτειας, όπου οι δεινόσαυροι συνυπήρχαν με εξωγήινους, θαλάσσια τέρατα και ηφαίστεια κι εμείς με τα αυτοκινητάκια μας τρέχαμε άλλοτε για να σωθούμε κι άλλοτε για να σώσουμε, ανάλογα τη διάθεση που είχα, μια κι καθόριζα σιωπηρά κάθε φορά το σενάριο. Και κάθε φορά το αυτοκινητάκι μου άλλαζε. Μπορούσε να επιπλέει σα ταχύπλοο πάνω απο φλεγόμενες θάλασσες, να πετάει στον αέρα σα αεροπλάνο χάρη στα φτερά που έβγαιναν απο το πλάι όταν πάταγα το ειδικό κουμπί, να αλλάζει χρώμα, μέγεθος, να γίνεται αόρατο, άφθαρτο, ακούραστο, για να μπορεί συνέχεια να τρέχει. Οι φίλοι μου με ζηλεύανε για το αυτοκινητάκι μου, που μπορούσε να τα κάνει όλα αυτά, ενώ τα δικά τους όχι κι αυτό γιατί όπως τους είχα πει, το ανακάλυψα σε μια εκσκαφή και το είχαν φτιάξει εξωγήινοι οι οποίοι λίγο πριν φύγουν απο τη γη, το είχαν κρύψει στο σημείο που το είχα βρει εγώ. Και μόνο αυτός που ήταν ο αληθινός ιδιοκτήτης του μπορούσε να το χειριστεί και να το βλέπει όπως πραγματικά είναι, ενώ οι υπόλοιποι, έβλεπαν μονάχα την βάση ενός διαλυμένου αυτοκίνητου που είχε μονάχα τις ρόδες του. Κι αυτό ήταν ουσιαστικά το αυτοκινητάκι μου.

Το σπασμένο κουφάρι ενός παλιού παιχνιδιού, μια βάση με τέσσερις ρόδες που ο χρόνος είχε θάψει στην άκρη ενός οικόπεδου και που βρήκε ένα παιδί κάποιο μελαγχολικό απόγευμα, το οποίο μεγάλωσε χωρίς παιχνίδια και η παιδική του φαντασία το μετέτρεψε στο καλύτερο παιχνίδι που κατασκευάστηκε ποτέ, παρασύροντας κι άλλους να παίξουν μαζί του με τα φανταχτερά τους αυτοκινητάκια. Και τι δεν θα κανα για να το ξανάβλεπα μπροστά μου πάλι. Να το οδηγούσα ξανά, διασχίζοντας βουνά και θάλασσες και να θυμηθώ και πάλι, πόσο ευτυχισμένος μπορούσα να είμαι απλά με ένα Τίποτα που σήμαινε τα Πάντα.

Μεγάλωσα όμως. Τα μαλλιά μου αρχίσαν να ασπρίζουν και έπαψα πλέον να παίζω εδώ και καιρό. Άρχισα να ψωνίζω gudget, κινητά, υπολογιστές, ρούχα και πραγματικά αυτοκίνητα. Άρχισα να ονειρεύομαι καριέρα, λεφτά και δόξα. Άρχισα να στεναχωριέμαι, να αγχώνομαι, να κυνηγάω για χαμένα(?) όνειρα και φιλοδοξίες και να αντικαθιστώ κάθε αυτοκινητάκι που είχα μέσα μου, με υλικές και πλασματικές ανάγκες, νοιώθωντας το βάρος τους να βαραίνει κάθε μέρα, κάθε μήνα, κάθε χρόνο όλο και πιο πολύ τους ώμους μου κι όμως να νομίζω πως είμαι ευτυχής, σε αυτό το παιχνίδι της ζωής. Να θέλω όλο και περισσότερα, όλο και πιο πολύ που τελικά δεν έχω τίποτα. Και φτάνω σε τούτη τη στιγμή. Με την αβεβαιότητα για προσκέφαλό και την ανασφάλεια του αύριο να μου χτυπάει στο σήμερα την πόρτα, να αναρωτιέμαι: τι είναι τελικά Ευτυχία;

Που πήγε εκείνο το παιδί, που απο το Τίποτα έκανε τα Πάντα και ΕΝΙΩΘΕ ευτυχισμένο; Που κοιμόταν με γαλάζια όνειρα και ξυπνούσε με χαμόγελο; Που ήξερε να διαχωρίζει την πραγματικότητα απο τη μυθοπλασία;

Το παιδί μεγάλωσε. Το παιδί πέθανε. Κι αυτό που απέμεινε κυνηγάει Χίμαιρες σα τραγικός Βελλερεφόντης, ενώ κάποτε ήξερε πως  απλά δεν υπάρχουν. Τι ειρωνία. Κάποτε βιαζόμουν να μεγαλώσω και τώρα θέλω μονάχα να ξαναγίνω εκείνο το παιδί που έπαιζε με ένα ξεθαμμένο αυτοκινητάκι στην άκρη ενός άδειου οικόπεδου.



Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

Μακάβριες Σκέψεις


Όταν είσαι πέντε συνεχόμενες μέρες με πυρετό που κυμαίνεται 38-39, είσαι μόνος, το μόνο που τρως είναι μια μπανάνα γιατί δεν έχεις κουράγιο να σηκωθείς να μαγειρέψεις και περπατάς σα γέρο χωρίς το Πι για να πας τουαλέτα, ένα πράγμα δεν πρέπει να κάνεις: Να δεις μια αισθηματικό-ρομαντικό ταινία, ακόμα κι αν σου έχουν πει πως είναι κομεντί και κυρίως όταν ένας απο τους ήρωες πεθαίνει απο βαριά αρρώστια. Ωραία κωμωδία ε;

Εχθές λοιπόν, μια κι ήμουν και πάλι ανύμπορος να σταθώ στα πόδια μου, πήρα την ταινία « Ένας μικρός Παράδεισος» (Α little bit of Heaven), με την Κέιτ Χάντσον και τον Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάρ. Βασικά για αυτόν πήρα την ταινία αφού στην κατάσταση που ήμουν ήθελα να δω μια όμορφη φάτσα, καθώς είμαι μεγάλος φαν του. Το στόρυ λοιπόν είχε να κάνει ως εξής. Η Κέιτ, πετυχημένη και καριερίστρια, με απίστευτο κέφι για τη ζωή και φοβία να δεθεί συναισθηματικά με άντρες, μαθαίνει ότι έχει καρκίνο, ερωτεύεται το γιατρό της και πεθαίνει. Οκ, η υπόθεση δεν είναι τόσο πεζή όσο την περιγράφω, απλά δεν είναι το θέμα μου η υπόθεση της ταινίας.

Το θέμα μου είναι ότι, με 39 πυρετό, νηστικός και μόνος, συγκινήθηκα τόσο πολύ στο τέλος της ταινίας που ανοίξανε όλες οι βρύσες μαζεμένες. Τι μάτια, τι μύτες τι κρίση βήχα, τόσο κλάμα δεν είχα ρίξει όταν πέθανε ο Μουσταφά στον Βασιλιά των Λιονταριών. Κι  άπαξ κι αρχίσει να σπάει το φράγμα, ξεχύνονται όλες οι σκέψεις, τα παράπονα, οι γκρίνιες όπου η μια σκέψη οδηγούσε στην άλλη, χωρίς απαραίτητα να συνδιάζονται μεταξύ τους κάνοντας με να μοιάζω με ένα παραπονιάρικο παιδί σε δραμματικό παροξυσμό και που ευτυχώς δεν έβλεπε κανένας.

Σήμερα λοιπόν που ξύπνησα, νοιώθωντας μια μικρή ντροπή για την παρεκτροπή μου εχθές, καθώς είμαι και ψωροπερήφανος, άρχισα να σκέφτομαι όλα εκείνα που μου πέρασαν απο το μυαλό το βράδυ. Το πρώτο που σκέφτηκα ήταν πως θα μπορούσα να διοργανώσω το θέμα της κηδείας μου. Μακάβριο; Μπορεί αλλά πρακτικό καθώς είμαι μόνος στη ζωή και σίγουρα όταν θα έρθει εκείνη η μέρα θα φύγω σα κύριος. Μου άρεσε πως η ηρωϊδα είχε κανονίσει την κηδεία της, με ένα απίστευτο πάρτυ, όπου οι φίλοι και συγγενείς χόρευαν και έπιναν  υπό το ρυθμό της jazz. Fuck! Jazz μπάντα που θα βρώ, άσε που οι περισσότεροι δεν σκαμπάζουν απο αυτή τη μουσική και θα βρίζουν. DJ set λοιπόν και δεν γαμιέται, ας παίξει και Στανίση

Ένα beach party νομίζω θα ήταν ιδανικό, αν τα τινάξω καλοκαίρι και σε κάνα κλαμπάκι το χειμώνα. Go go boys, άφθονη τεκίλα, βάλε στολισμό και φέρετρο, με ένα πρόχειρο υπολογισμό μου βγαίνει γύρω στα 50 χιλιάρικα. Βάλε το πληθωρισμό και το αν θα είμαστε ακόμα στο ευρώ. Μόλις γίνω καλά θα πρέπει να επικοινωνήσω με τον ασφαλιστή μου, ο οποίος έχει κι αδελφό νεκροθάφτη.

Βλέπετε, εχθές ασχολήθηκα με τα Αν, Θα, Ίσως και όλα τα υποθετικά που γεννούν οι επιθυμίες και οι φόβοι μας. Όμως το μόνο σίγουρο στη ζωή είναι ο Θάνατος κι όμως δεν μας περνάει ποτέ απο το μυαλό.

Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2012

Τα Βήματα του Χωρισμού



Διαβάζοντας το τελευταίο ποστ του Αizen, σχετικά με τα γνωστικά σχήματα, συνειδητοποίησα πως για άλλη μια φορά, επαναλάμβανα μια καλοδουλεμένη ψυχική λειτουργία την οποίαν φορτώθηκα απο το σπίτι μου ως παιδί. Κι αυτό είναι το ενοχικό σύνδρομο.

«Εσύ φταίς», ήταν ένα μότο με το οποίο μεγάλωσα, με αποτέλεσμα για οτιδήποτε δυσάρεστο συνέβαινε στους γύρω μου και που εμπλεκόμουν κι εγώ με κάποιο τρόπο, πάντα ένοιωθα ενοχές κι ότι έφταιγα εγώ, κυρίως όταν δεν έφταιγα και καθόλου. Αποτέλεσμα αυτού ήταν  να προσπαθώ μια ζωή να ικανοποιώ τα θέλω των άλλων, παραγκωνίζοντας ακόμα και τα δικά μου, προκειμένου να αποφεύγω δυσάρεστες καταστάσεις και πάνω απο όλα να μη νοιώθω το βάρος της ενοχής στην πλάτη μου. Προταιραιότητα είχαν πάντα οι ανάγκες και τα θέλω των άλλων και για τα δικά μου, έβρισκα τρόπο να τα ικανοποιώ, απλά έχοντας νοιώσει τη χαρά των άλλων, κάτι σα το μαζί με το βασιλικό ποτίζεται και η γλάστρα. Ακόμα και στο σεξ, πάντα κοιτούσα την ικανοποίηση του άλλου μέσα απο την οποίαν ένιωθα την δική μου ευχαρίστηση, σε σημείο τελικά να γίνομαι μαλάκας απο όλες τις απόψεις.

Με τα χρόνια όμως και έχοντας φάει αρκετές σφαλιάρες στη ζωή, άρχισα να θέτω τις δικές μου ανάγκες πρώτα, γεγονός που δυσαρέστησε πολλούς που με ήξεραν κι να παλεύω που και που με τις ενοχές μου, που φύτρωναν σα ζιζάνια κάθε φορά που άκουγα να μου λένε ότι φαίρομαι εγωϊστικά. Πλέον όμως με κάμποσα χρόνια στην πλάτη μου, έμαθα επιτέλους να φιλτράρω τα περί εγωϊσμού, να εντοπίζω και να διαχωρίζω την εγωπάθεια και πάνω απο όλα να μπορώ να αξιολογώ κάπως τις καταστάσεις και τους ανθρώπους. Δύσκολο μάθημα, αλλά όσο ζούμε μαθαίνουμε.

Όπως έχω αναφέρει συχνά τελευταία, είχε περάσει αρκετός καιρός απο την τελευταία μου σχέση και ουσιαστική γνωριμία. Πάντα σε κάθε χωρισμό, κατεκλυζόμουν απο το αίσθημα της ενοχής ότι εγώ έφταιγα. Έφταιγα που δεν προσπάθησα αρκετά. Έφταιγα που με κεράτωσε. Έφταιγα που δεν έδειχνα καταννόηση. Έφταιγα που μίλησα άσχημα. Πάντα έβρισκα χίλιους δυο λόγους για τους οποίους έφταιγα. Έτσι κάθε φορά που χώριζα με μαθηματική ακρίβεια έκανα συγκεκριμένα βήματα.

Βήμα πρώτο: Πιώμα. Πολύ πιώμα.
Βήμα δεύτερο: Έφταιγα. Κι έψαχνα χίλιους δυο λόγους για τους οποίους έφταιγα που χώρισα, ανεξαρτήτως του ποίος χώριζε ποιόν.
Βήμα τρίτο: Ασύστολο σεξ, προκειμένου να τονώσω την αυτοπεποιήθηση μου, καθώς με τόσο φταίξιμο, δεν άξιζα κάτι ή coyote ugly σεξ, μια και δεν άξιζα κάτι.
Βήμα τέταρτο: Αποσταστιωποίηση απο όλα περιμένοντας να περάσει ο χρόνος, καθώς είναι η καλύτερη γιατρειά.

Μετά απο μια μακρά απουσία απο τον στίβο των gay σχέσεων λοιπόν, γνώρισα τον Μακαρίτη, τον Γ. Με όλα τα σκηνικά που έχουν περιγραφηθεί στα προηγούμενα ποστ. Τις φοβίες μου, το άγχος μου και την τελική απόφαση οτι θα το δοκιμάσω κι ότι γίνει. Και αυτό που έγινε τελικά ήταν να χωρίσουμε. Στη φάση λοιπόν που βρίσκομαι ομολογώ ότι έκανα τα δυο πρώτα βήματα, όπως κάθε φορά και πέρασα μέρες και ώρες σκεπτόμενος σε τι έφταιξα. Τελικά κατέληξα στο ότι φταίω, που ήμουν ο εαυτός μου.

Ήμουν ο εαυτός μου και δεν έπεσα με το πρώτο «Σ’ αγαπώ». Που δεν εκστασιαζόμουν απο μπαρούφες και παπατζηλίκια. Από τις κοινωνικές γνωριμίες. Που δεν έλεγα ερωτόλογα, αλλά τα έδειχνα με πράξεις, γιατί τα λόγια είναι σα τον αέρα. Που υπήρξα ειλικρινής απο την πρώτη στιγμή και δεν ωραιοποίησα καταστάσεις. Που την πουτανιά και το πουστριλίκι δεν το έχω μέσα μου. Που δεν καθόμουν εικοριτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο να προσπαθώ να τον πείθω για τα συναισθήματα μου και να τροφοδοτώ το Εγώ του με κολακείες, προκειμένου να καλύψω τις ανασφάλειες του. Που όταν με πρόσβαλε, δεν το βούλωνα, αλλά απαντούσα. Που δεν είμαι όπως οι προηγούμενοι συντρόφοι του και η σχέση μας δεν ήταν όπως οι δικές του.

Για όλα αυτά λοιπόν ΦΤΑΙΩ!

Έ, εφόσον είναι έτσι λοιπόν, το φταίξιμο μου θα το κάνω γαργάρα! Γιατί αρνούμαι να μπω στο τρυπάκι στης ανασφάλειας και της υποτίμησης του εαυτού μου. Είπαμε, θέλω να κάνω μια σχέση, είμαι πολλά χρόνια μόνος κι απο τότε που πάτησα τα χρόνια του Ιησού, σκέφτομαι ότι είμαι εκτός αγωνιστικής και θα γεράσω μόνος, αλλά δεν θα πέσω στον πρώτο τυχόντα για να κάνω μια συμβατική σχέση μόνο και μόνο για να μην είμαι μόνος.

Σίγουρα αυτή η ανάπαυλα, μου θύμισε κάποια ωραία στοιχεία του τι είναι να έχεις μια σχέση. Να κοιμάσαι με κάποιον αγκαλιά και να ξυπνάς το πρωϊ χουζουρεύοντας. Να μαγειρεύεις για κάποιον άλλον και να τρως με παρέα. Να χαζεύεις τηλεόραση και να μιλάς για το αύριο. Να μοιράζεσαι, να αγαπάς, να κάνεις έρωτα και όλα αυτά που λείπουν σε πολλούς. ΑΛΛΑ, δεν θα χαλαλίσω τον εαυτό μου για κανέναν, διότι Αγάπη, είναι να Αγαπάς τον άλλον ΕΤΣΙ ακριβώς όπως είναι και να μην θες να αλλάξεις το παραμικρό. Γιατί ακόμα κι αυτά που σε ενοχλούν στον άλλον, τα επισκιάζει η Αγάπη τόσο, που μόνο αυτά Αγαπάς. Γιατί όταν κάνεις κάτι για τον άλλον, δεν περιμένεις να ακούσεις «Ευχαριστώ», ούτε αντάλλαγμα. Απο τότε που βγήκε το «Ευχαριστώ», χάθηκε η Αγάπη. Οπότε πάρε το «Σ’αγαπώ» που εκστόμισες και πες το σε κάναν άλλον να σου κάνει κωλοτούμπες, σα αρκούδα που ακούει το ντέφι. Εγώ κωλοτούμπες κάνω μόνο στο κρεββάτι και είναι στάση του Κάμα Σούτρα.

Έτσι λοιπόν, έμεινα κάπου στη μέση του Δεύτερου βήματος και ...ΠΟΛΥ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ!

Υ.Γ. 1 Η παρακάτω φωτογραφία ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΗ στους πρώην και τους μελλοντικούς πρώην.




Υ.Γ. 2 Μικρούλι, βρήκα το τραγούδι που μου αντιστοιχεί, retro όπως πάντα αλλά το αφιερώνω σε Μένα και Σένα!!!