Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

Η Γελοιότητα του Έρωτα


Ο Έρωτας, κατά την Ελληνική Μυθολογία ήταν ένα φτερωτό αγοράκι, γιός της Αφροδίτης και του Άρη, που έριχνε τα βέλη του στοχεύοντας τις καρδιές των ανθρώπων, δημιουργώντας τους το αίσθημα του έρωτα, άλλοτε ως ολοκλήρωση κι άλλοτε ως τιμωρία. Η εικόνα αυτού του σκανδαλιάρικου πιτσιρικά που απεικονιζόταν στους αναγεννησιακούς πίνακες μου φαινόταν πάντα πολύ γλυκειά και συνάμα διαβολική, τόσο που πέρισυ στις Απόκριες είχα ντυθεί Έρωτας. Μόνο που στη δική μου εκδοχή φορούσα κόκκινο βρακάκι, είχα κόκκινα μαλλιά, ένα ζευγάρι κέρατα και μια τρίαινα μαζί με ολόλευκα φτερά. Αρκετά γελοίο, όπως  η ίδια η γελοιότητα που συνοδεύει τον Έρωτα, γιατί απο την ξεφτίλα του, ΚΑΝΕΙΣ δεν γλιτώνει.

Υπάρχει βλέπετε η γελοιότητα που σε κάνει και κάνεις διάφορες γλυκές χαζομάρες, τις οποίες θυμάσαι μετά απο καιρό και γελάς. Όπως το να γράφεις ποιήματα και στιχάκια, ή να χαρίζεις αρκουδάκια και διάφορα σαχλά δωράκια ή να σκαλίζεις τα αρχικά σου σε κορμούς δέντρων πλαισιωμένα με μια καρδούλα και τα αρχικά  L.F.E. (Love For Ever). Όμως σαν τον Ιανό, ο Έρωτας έχει δυο πρόσωπα, το ίδιο και η γελοιότητα που τον συνοδεύει. Υπάρχει η πλευρά που σε πληγώνει, που σε ευτελίζει, που σε κάνει να νοιώθεις γελοίος, κορόιδο, κοινώς ΜΑΛΑΚΑΣ, γιατί πίστεψες αυτά που άκουγες, επένδυσες σε “λάθος” άτομο, έκανες όνειρα ανεκπλήρωτα και άκουγες την καρδιά σου, ενώ η λογική και ακόμα το ένστικτο σου κραύγαζαν: Είσαι ηλίθιος. Ε, λοιπόν σε αυτό το ποστ κι αυτή τη σωτήρια μέρα, θα γράψω για αυτή την εκδοχή, την άλλη ΑΝ ποτέ μου τη ζήσω θα έρθει κι αυτηνής η ώρα να την ποστάρω. Οπότε, ζητώ συγνώμη απο τους ρομαντικούς αναγνώστες που βλέπουν ροζ συννεφάκια και καρδούλες παντού να μην διαβάσουν τη συνέχεια, γιατί έχω φτάσει ήδη στον πάτο του πρώτου μπουκαλιού και όπως λένε οι Λατίνοι: Ιn Vino Veritas.

Εν συνεχεία λοιπόν του προηγούμενου ποστ, σχετικά με εκείνον τον τύπο που μου είπε το φοβερό «Σ’ αγαπώ», ακολουθούμενο απο όλα εκείνα τα σουρεάλ, έφτασα στο σημείο του Salto Mortale, για να του μιλήσω και να του πω για Τρίτη φορά, πως τον θέλω, πως θέλω να είμαστε μαζί, απλά θέλω μόνο να μας δώσει χρόνο να γνωριστούμε, να περάσουμε στιγμές μαζί και να του πω το «Σ’αγαπώ», όταν η καρδιά μου θα το εκστομίσει, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν ένοιωθα κάτι όμορφο για εκείνον, ή ότι δεν τον ερωτευόμουν, απλά δεν ήθελα να μπω στη λογική να μυθοποιήσω καταστάσεις με φούμαρα και μετά φανώ αφερέγγυος και ψεύτης με δηλώσεις τύπου For Ever κτλπ. Πρώτον γιατί έχει καεί η γούνα μου και δεύτερον γιατί ότι σκατά κι αν είμαι, ο λόγος μου έχει υπόσταση.

Όταν λοιπόν άκουγα εκείνα τα μεγάλα και βαρύγδουπα λόγια, ήμουν συγκρατημένος γιατί έλεγα ότι είναι νωρίς και μπορεί να είναι φούμαρα, οπότε το ένστικτο της επιβίωσης με κράταγε απο το να πέσω στην αγκαλιά του με τα μούτρα, γεγονός που τον χάλαγε. Πήρα όμως την απόφαση να πηδήξω στο κενό έχοντας πιστέψει πως ίσως και τελικά να το εννοεί, διότι όπως πολύ σοφά μου είπαν, το δικό μου μπλέ είναι διαφορετικό απο του άλλου και να πιστέψω, πως απλά η δική μου φοβία κι ανασφάλεια, απλά με κάνει ΜΑΛΑΚΑ απο το να ζήσω και να ερωτευτώ και να αγαπήσω και να ευτυχίσω. Έτσι κατάπια κάθε εγωϊσμό, κάθε περηφάνεια, έβαλα την ουρά στα σκέλια και βρέθηκα μαζί του για να ακούσω την δική του οπτική γωνία, τα παράπονα, τις προσβολές, το ξεμπρόστιασμα ώστε ακόμα και σε σημεία για τα οποία ένιωθα ολότελα αδικημένος έκανα τουμπεκί, διότι ήθελα για τον δικό μου Έρωτα να τα κάνω. Και περάσαμε λοιπόν το επόμενο βράδυ μαζί με την προοπτική μιας σχέσης, διαγράφοντας το παρελθόν των προηγούμενων ημερών με σκοπό το κοινό μας μέλλον.

Ομολογώ ότι τις πρώτες ώρες που είμαστε μαζί δεν χοροπήδαγα απο τη χαρά μου ολότελα καθώς η στενοχώρια των προηγούμενων ημερών με είχαν καταρακώσει και δεν υπάρχει ένα γαμημένο σπιντάκι για την καρδία, για να σε κάνει να χοροπηδάς σα Κρι Κρι στο βουνό. Όμως χαιρόμουν που είμαστε και πάλι μαζί και τον αγκάλιαζα λες και φοβόμουν μην μου φύγει όλο το βράδυ. Μετά τον πρώτο γύρο, ξέρετε τώρα,  και αφού του είχα πει πως όσες μέρες είμασταν χώρια η λίμπιντο μου είχε πιάσει πάτο, μου είπε χαμηλόφωνα ότι είχε κάνει το Σάββατο, έρωτα, αν και το διόρθωσε λέγοντας σεξ, γιατί έρωτα έκανε μαζί μου, με κάποιον άλλον. Κάποια στιγμή τη νύχτα, έπιασε το κινητό του και διέγραφε κάτι μηνύματα, πρώτη σημείωση τις πρώτες μέρες ενώ κοιμόμουν είχε τσεκάρει το κινητό μου. Δεύτερη σημείωση, όταν είχαμε βρεθεί το προηγούμενο βράδυ με ξεφώνισε, γιατί είχα μπει στο msn και απάντησα σε κάποιον που δεν θυμάμαι, επειδή μου μίλησε, με την κατηγορία ότι δεν τον γούσταρα αφού φλέρταρα με άλλον, γεγονός που του το είπε και επιβεβαίωσε το ίδιο το άτομο με το οποίο μίλησα στο msn , πολύ καλό παιδί κιόλας κατά τα λεγώμενα του, με τον οποίον είχε συναντηθεί (πότε;). Κι ύστερα έχω απορία γιατί η λέξη «Πούστης», έχει αρνητική έννοια.

Εκείνη τη στιγμή που μου το είπε δεν ήθελα να το σκεφτώ, γιατί δεν ήθελα να χαλάσω τη στιγμή. Είμασταν αγκαλιά και είχα πει πως ότι έγινε, έγινε, ανήκει στο παρελθόν κι απο εχθές θα κάναμε μια καινούργια αρχή. Ασχέτως αν όταν γνωριστήκαμε μου έλεγε ότι δεν κάνει one night stand, γιατί θέλει συναίσθημα κι έρωτα πρώτα, σε αντίθεση με εμένα που είχα πάρει την Άρτα και τα Γιάννενα και είμαι βιζιτάκι του Γκαζιού, όπως τον πληροφόρησαν οι γνωριμίες του, έπειτα απο ένα βράδυ που είχαμε βγει μαζί.

Ξυπνάμε λοιπόν σήμερα, του φτιάχνω καφέ και πρωϊνό, μιλάμε για τη μέρα μας και κανονίσαμε να βρεθούμε το βράδυ στο σπίτι μου μετά τα μαθήματα μου κι έπειτα απο τις δουλειές του. Λίγο πριν φύγω για μάθημα τον παίρνω τηλέφωνο, γιατί μου είχε πει ότι όταν θα τελειώνε το μεσημέρι θα με έπαιρνε αλλά δεν έγινε και όταν τον ρωτάω: Γιατί δεν θα βρεθούμε τελικά σήμερα;, μου απάντάει ότι μετά απο όλα όσα συζητήσαμε, όπου δεν είχα πει κουβέντα για τα εμάς όλο το βράδυ, και απο τη συμπεριφορά μου ότι ήμουν αδιάφορος, πιστεύει ότι δεν προχωράει το πράμα και πρέπει να το λήξουμε γιατί θα καταντήσει αρρωστημένο το πράγμα.

Εγώ όλη τη μέρα σχεδίαζα το πως θα περνούσαμε τη βραδιά, έκανα προετοιμάσία για φαγητό ώστε να μην χάσω χρόνο αφού θα γυρνούσα αργά απο το μάθημα, πήγα στο σούπερ μάρκετ για να αγοράσω μαύρο ψωμί του τοστ με βραστή γαλοπούλα, απο την ακριβή και τυρί με χαμηλά λιπαρά, μαζί με κάτι ειδικά ταπεράκια για τοστ, τα οποία είχα δει κάποτε εκεί κι έλεγα: Μα καλά ποιος ΜΑΛΑΚΑΣ αγοράζει ειδικό ταπεράκι για τοστ; Κι όλα αυτά για να του φτιάχνω σαντουϊτσάκια το πρωϊ, μια και θα ξεκινούσε διατροφή. Πήρα και γλυκαντικό γιατί ήθελε να κάνει δίαιτα κι ενώ τον καφέ τον πίνει γλυκό, άρχισε να τον πίνει σκέτο και γύρισα σπίτι να κάνω προετοιμασία για το βραδινό ώστε να το έχω έτοιμο για το φούρνο όταν θα τον περίμενα να έρθει. Μετά απο το τηλεφώνημα λοιπόν και έπειτα απο όλα αυτά πείτε μου εσείς πως θα νοιώθατε; Γιατί προσωπικά, ένιωσα τελείως ΓΕΛΟΙΟΣ! Βλέπετε για μένα το φαγητό και η όλη διαδικασία του, είναι τρόπος να πεις «Σ’αγαπώ». Έτσι έμαθα, έτσι μεγάλωσα, γιατί κάποτε το φαγητό, δεν μου ήταν δικαίωμα.

Αυτή είναι λοιπόν η δική εκδοχή για την άλλη πλευρά της γελοιότητας του έρωτα και δεν κατηγορώ κανέναν για αυτό. Δική μου η επιλογή, δική μου και η μπουκιά. Θα θελά μόνο να απολογηθώ σε έναν άνθρωπο που «μίλησα» εχθές μέσα στον ενθουσιασμό της προσμονής μου για τη επανασύνδεση με τον Γ. ότι, ό,τι του είπα σαφώς κι το εννοούσα. Απλά Μικρούλι μου το παιχνίδι του Έρωτα, είναι σα τη ρουλέτα. Δεν είσαι ΠΟΤΕ σίγουρος για το που θα κάτσει η μπίλια, αλλά αξίζει να παίξεις κι ας γίνει Salto Mortale.

Ευτυχώς έχω μεγάλη κάβα στο σπίτι και σε κάποιο πάτο μπουκαλιού, θα έρθω στα ίσα μου.





Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012

Το Σ' αγαπώ μπορεί


«Σ’ αγαπώ», μια λέξη απλή, ένα ρήμα σα τόσα άλλα που έχει η Ελληνική γλώσσα, όμως μεστή, με δυνατή έννοια, που μπορεί να εκφράσει την πεμπτουσία ενός Ανθρώπου. Μια λέξη που προσωπικά σπάνια άκουσα κι ακόμα πιο σπάνια προφέρω.  Ίσως είναι η ιερότητα της λέξης που με κάνει φειδωλό στη χρήση της, φοβούμενος πως η άσκοπη εκφορά της να ισοδυναμεί με την ύβρη. Ίσως γιατί δεν έμαθα να τη λέω, στο σπίτι μου δεν λέγαμε ποτέ «Σ’αγαπώ», όμως είμαι σίγουρος ότι ξέρω τι σημαίνει και την έχω πει, τις λίγες φορές που ένοιωσα εκ βαθέων την έννοια της και τότε βγήκε αβίαστα απο μέσα μου και πήρε σχήμα απο τους ήχους, τόσο που αν δεν μπορούσα να μιλήσω, πάλι θα καταλάβαινε ο άλλος τι ήθελα να πω. Όμως αναρωτιέμαι: Ποιο είναι εκείνο το χρονικό πλαίσιο που θεωρείται κατάλληλο να πεις ή να ακούσεις «Σ’ αγαπώ»

Μια μάνα στην πρώτη αγκαλιά του παιδιού της μπορεί να πει «Σ’αγαπώ» και δεν χωράει αμφιβολία η χρήση του. Όταν όμως το ακούς απο έναν άνθρωπο που τον είδες πρώτη φορά, τι κάνεις;

Πριν κάποιες μέρες γνώρισα ένα άτομο κι έχοντας περάσει μια ολήκληρη μέρα μαζί στο κρεβάτι μου είπε: «Σ’αγαπώ» Η αλήθεια είναι ότι εκείνη τη στιγμή φρίκαρα και του απάντησα: «Είναι νωρίς ακόμα να λες κάτι τέτοιο.» Νωρίς γιατί πιστεύω πως δεν μπορείς να πεις κάτι τέτοιο απο την πρώτη στιγμή. Νωρίς γιατί η λογική μου, μου υπαγορεύει πως όλα θέλουν χρόνο, πως το «Σ’αγαπώ», θέλει χρόνο. Να γνώρίσεις τον άλλον, να ζήσεις, να κλάψεις, να αγκαλιάσεις, να ξεκαθαρίσεις μέσα σου τι πραγματικά νοιώθεις και βλέπεις και πάνω απο όλα να καταλαγιάσει ο ενθουσιασμός κι ο έρωτας. Κι όλα αυτά, γιατί όσες φορές το άκουσα κατά αυτόν τον τρόπο, κατέληγα στον πάτο κάποιου μπουκαλιού να ακούω Αλεξίου και Πρωτοψάλτη για κανά τρίμηνο. Οπότε ναι, εκείνη τη στιγμή οι άμυνες μου ορθώθηκαν σα τείχη και προσπαθούσα να προσγειώσω τον άλλον και πάνω απο όλα, να μην αφήσω τον εαυτό να κυληστεί σε κάτι που είχα ανάγκη, την ανάγκη μιας σχέσης.

Τις επόμενες μέρες που περάσαμε μαζί, όμορφα μπορώ να πω, υπήρχε ο αγώνας να πείσει ο άλλος εμένα  για τα συναισθήματα του και εγώ να προσπαθώ να τον προσγειώσω και απο την άλλη να κρατήσω μια ισορροπία μέσα μου, ξεχωρίζοντας τον ενθουσιασμό απο το συναίσθημα. Αποτέλεσμα αυτών ήταν ένας δραμματικός καυγάς με τη φυγή του άλλου κι εγώ να προσπαθώ να ξεκαθαρίσω το αν μπορώ να πιστέψω αυτά που μου έλεγε κι πάνω απο όλα αν θα τολμούσα να επιχειρήσω μια προσπάθεια σχέσης. Η αλήθεια είναι ότι εμφανισιακά, σίγουρα δεν είναι αυτό που λέμε «ο τύπος μου», όμως ομολογώ ότι μου άρεσε ο χαρακτήρας που πίστευα ότι έχει και θα ήθελα να μάθω περισσότερο, όπως το γεγονός ότι τον θεωρούσα, καλό «παιδί».

Εξακολουθούσα να έχω αμφιβολίες σχετικά μετη βίαση με την οποία μου είπε τόσο βαρύγδουπες κουβέντες, τσιτώνοντας την άμυνα μου, τόσο ώστε σε μια κουβέντα με το σύντροφο μιας  φίλης, που ήξερα το ιστορικό της σχέσης τους, τον ρώτησα αν το εννοούσε πραγματικά όταν της είπε απο την πρώτη στιγμή «Σ’αγαπώ». Εκείνος μου απάντησε μα πάσα ειλικρίνια πως το εννοούσε κάνοντας με να σκεφτώ: Μην κρίνεις εξ ιδίον τα αλλότρια και να πιστέψω πως ναι, ίσως τελικά να το εννοεί ο τύπος. Ίσως μέσα σε όλα αυτά τα σκατά, να έχω βρει εκείνον που μου αρμόζει και που οι φόβοι κι οι άμυνές μου να είναι άδικες, ώστε να πάρω την απόφαση να επιχειρήσω μια  σχέση, ονειρευόμενος το αύριο μαζί του. Έτσι τον πήρα τηλέφωνο, μιλώντας του όπως απο την πρώτη στιγμή ειλικρινά και να του πω, πως θέλω να είμαστε μαζί, πως πιστεύω αυτά που μου λέει και πως απλά το μόνο που θέλω απο αυτόν είναι χρόνος. Χρόνος να γνωριστούμε, να μάθουμε ο ένας τον άλλον εννοώντας πως επιθυμούσα να είμαστε μαζί και πως με την πορεία θα δενόμασταν κάθε μέρα όλο και περισσότερο.

Έχω σα αρχή πως μέσα σε μια σχέση πρέπει να είναι κανείς ειλικρινής προκειμένου ο άλλος να ξέρει απο την αρχή με τι έχει να κάνει ώστε να είναι βέβαιος το που «μπλέκει». Περάσαμε λοιπόν κάποιες μέρες όμορφα, μένοντας μαζί και όλα τα σχετικά και πραγματικά ένιωθα όμορφα, ρίχνοντας τα τείχη των αμυνών μου μέχρι που κάποια στιγμή η δική του (ίσως;) ανασφάλεια για μένα, τον έκανε να σηκωθεί να φύγει μετά απο  μια ερμηνεία μονόπρακτου ( ήταν ηθοποιός του Εθνικού) στο οποίο εμπεριείχε βία, θυμό, δάκρυα, βρισίδι κι ένα ξεφώνημα μπροστά απο το σπίτι μου στις μια τη νύχτα ότι είμαι πουτάνα του Γκαζιού. Κι αναρωτιέμαι μετά: Τελικά αξίζει να λες την αλήθεια ή μήπως ο Rake είχε δίκιο;

Μετά απο δυο μέρες περισυλλογής, απάντησα στα μηνύματα του ότι το «Σ’αγαπώ», δεν το έλεγε σε μένα ώς πρόσωπο ,αλλά γιατί απλά είχε ανάγκη να το πει. Γιατί για αυτό το λόγο έφυγε, εκβιάζοντας με, με την φυγή του εαν δεν το άκουγε απο μένα, όμως εγώ δεν μπορούσα να το πω έτσι αβίαστα. Πως είναι ερωτευμένος με τον ίδιο τον Έρωτα κι όχι μαζί μου. Κι ότι όταν αγαπάς κάποιον, δεν τον χτυπάς, δεν τον βρίζεις, δεν του τρίβεις το παρελθόν του στη μούρη και απλά δίνεις χρόνο και χώρο για να τον μάθεις, να δεις τον κόσμο απο τα δικά του μάτια στην προσπάθεια να του τον κάνεις ομορφότερο. Τουλάχιστον, έτσι ορίζω εγώ την αγάπη.

Και τώρα μετά απο δέκα μέρες ξαναγυρίζω στις παλιές συνήθειες. Στο υπέρδιπλο κρεβάτι να κοιμάμαι μόνος. Στο μοναχικό γεύμα, στην οθόνη του υπολογιστή και στη σκέψη ενός νέου profile που μάλλον θα καθυστερήσει να γίνει. Έριξα τα τείχη μου συνειδητά. Έριξα τις άμυνες μου, τολμώντας να ονειρευτώ ένα διαφορετικό μέλλον πέρα της γριάς, μόνης αδελφής και παρόλ’αυτά καταλήγω μόνος γιατί δεν εκστόμισα την πολυπόθητη λέξη. Τουλάχιστον ξέρω  το «Σ’αγαπώ» τι είναι και πότε βγαίνει και πως σε αντίθεση με την παρότρυνση του να μην επιχειρήσω να κάνω ποτέ σχέση, επειδή έχω ψυχολογικά και δεν ξέρω να αγαπάω, πως θα εξακολουθώ να το ονειρεύομαι και πως όταν κι αν έρθει η ώρα, θα το ξαναπώ και θα γίνει αντιληπτό, ακόμα κι αν δεν έχω φωνή να του δώσει ήχο.



Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2012

Για εκείνους που δεν γιορτάζουν τη μέρα του Αγίου Βαλεντίνου


             «Σ’ Αγαπώ»
σου ψιθυρίζω τα σκοτεινά βράδια που κοιμάσαι
για να διώξω τους εφιάλτες σου
για τις φορές που εισέβαλες
εφήμερα έστω
στα δικά μου όνειρα
διώχνοντας τη μοναξιά.

Γιατί σε περίμενα
χρόνια και χρόνια
κάθε λευκή νύχτα στην κενή μου αγκαλιά
βάλσαμο στον πόνο της Μονάδας
για να με ταξίδέψεις
πιάνοντας μου το χέρι
πάνω απο άγριες θάλασσες κι άγονα βουνά
ψηλά
εκεί στα ουράνια
με τη θέρμη του κορμιού σου επάνω μου.

Κι έπειτα μου σκούπιζες  τα δάκρυα
λίγο πριν ανοίξεις τα φτερά
λέγοντας μου τρυφερά:
«Θα ανταμώσουμε σύντομα»
αφήνοντας με στη γαλήνη των χρωμάτων
που απουσίαζαν απο τη ζωή μου.

Για όλα αυτά κι άλλα ακόμα
Σ’ αγαπώ, Σ’αγαπώ, Σ’αγαπώ
γιατί μια φορά δεν είναι αρκετό
για να ξορκιστούν οι Δαίμονες
οι Δικοί σου και οι Δικοί μου.

Κι απο Δυο, γίναμε Ένας
πως αλλάζει έτσι η Μονάδα
γιατί ανταμώσαμε τελικά
Εσύ κι Εγώ.

Τι κι αν δεν είσαι Σήμερα εδώ
μας περιμένουμε στο Αύριο
στη στιγμή που θα γίνει Εχθές
κι Εμείς
μια Αιωνιότητα στο βλεφάρισμα του Χρόνου.

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2012

No Money No Honey


Έχοντας ζήσει σε διάφορες περιοχές της Αθήνας κατέληξα τελικά σε λαϊκές συνοικίες, αναζητώντας το πρότυπο της γειτονιάς των παιδικών μου χρόνων. Τότε που ήξερες τους γείτονες σου και τα παιδιά έπαιζαν στο δρόμο με τους γονείς να κάθονται στο μπαλκόνι και να τους στέλνουν σε θελήματα στο ψιλικατζίδικο και το φούρνο της γειτονιάς. Που όταν ξέμενες απο ζάχαρη πεταγόσουν απέναντι και με άνεση χτυπούσες το κουδούνι του γείτονα κι εκείνος σε φίλευε και κάτι μια και πέρασες. Για αυτό το λόγο έπιασα σπίτι στην περιοχή μου, καθώς ακόμα δεν υπαρχουν θεόρατες πολυκατοικίες και τα παιδιά με ξεκουφαίνουν εκνευριστικά γλυκά με τις φωνές τους όταν παίζουν κάτω στο δρόμο και γνωρίζω το φούρναρη και την ψιλικατζού που μου λέει τα κουτσομπολιά της γειτονιάς.

Όταν πριν τρία χρόνια ήρθα στην περιοχή μου έκανε εντύπωση η πληθώρα μικρών καταστημάτων που υπήρχαν, κάνοντας την περιοχή μια μικρή συνοικιακή αγορά, όπου μπορούσες να βρεις τα πάντα, απο τσάντες και ρούχα, μέχρι πρόβειο γιαούρτι σε τσανάκα. Μια ζωντανή γειτονιά, με ανθρώπους που χαιρετιούνταν στο δρόμο και ευτυχισμένα σπιτικά τριγύρο, κάνοντας με να νοιώθω άκαιρος, που μετακόμισα σε μια οικογενειακή περιοχή, σε σχέση με την trendy περιοχή στην οποία ζούσα, γεμάτη νεαρόκοσμο, φοιτητές και εργένηδες. Παρόλ’ αυτά όμως μου άρεσε, προσαρμόστηκα αμέσως, με έμαθαν οι γείτονες και γνώρισα μέσα απο την καθημερινότητα τους καταστηματάρχες με τους οποίους αντάλλασα μια καλημέρα, όποτε έβγαινα έξω.

Επιστρέφοντας όμως πίσω στην Αθήνα, μετά απο εξάμηνη απουσία απο το σπίτι, η γειτονιά μου άλλαξε. Καταστήματα έκλεισαν και παλιές γνωστές φυσιογνωμίες χάθηκαν. Δεν ξανάδα τον κυρ Νίκο με τη γυναίκα του που κρατούσαν το ψιλικατζίδικο και αγόραζα ότι είχα ξεχάσει για να μαγειρέψω, ούτε τη Φωτεινή με το βιβλιοπωλείο, ούτε τον κυρ Κώστα, τον χασάπη που κάθε Σάββατο μου λεγε: Ετούτο πάρε, είναι πιο νόστιμο για κατσαρόλα. Τα άδεια μαγαζιά όλο και πληθαίνουν ενώ ένα σωρό ενοικιαστήρια έκαναν την εμφάνιση τους στις άλλοτε γεμάτες βιτρίνες. Πλέον κάθε φορά που βγαίνω έξω, νοιώθω το χτυποκάρδι τους όταν με βλέπουν ελπίζοντας πως θα μπω μέσα για ψώνια κι όσο μπορώ θα μπαίνω, γιατί κάθε μαγαζάκι είναι μια οικογένεια, ένα όνειρο, μια ελπίδα.

Αγόραζα την τροφή του σκύλου απο ένα μαγαζάκι, pet shop δεκαετίας τύπου του ’80. Εκείνα τα μικρά με τα τσουβάλια στη μέση και πολλά κλουβιά απο καναρίνια που κελαηδούσαν ασταμάτητα και μύριζε σκυλοτροφή εξαιτίας του μικρού χώρου. Πριν λίγο καιρό άνοιξε ένα μεγάλο  κατάστημα του είδους, γνωστής εταιρίας με franchise, με εκείνα τα λαμπερά φώτα και τα κλουβάκια ζώων στη βιτρίνα, λίγα μέτρα πιο κάτω απο το γνωστό μου μαγαζάκι. Αυτόματα η δουλειά έπεσε. Εχθές ο ιδιοκτήτης, που κάθε φορά που πήγαινα θα μου έδινε ένα κοκκαλάκι για το σκύλο, μου είπε ότι το κλείνει. Κάτι η οικονομική κρίση, κάτι ο ανταγωνισμός της άλλης εταιρίας που δεν  μπορούσε να ανταπεξέλθει, θα έθετε το τέλος μιας μικρής επιχείρησης ενός ανθρώπου, που συνέχισε τη δουλειά που του κληροδότησε ο πατέρας του.

Όλα αυτά, πέρα απο το συνεχόμενο άγχος της ρευστότητας της εποχής, με κάνουν κι σκέφτομαι τους μικρόκοσμους που ζούμε, έχοντας υποστεί τις συνέπειες το ίδιου του κόσμου. Ενός κόσμου αδυσώπητου, απρόσωπου, άνισου κι ενός μικρόκοσμου με γκρεμισμένα όνειρα, φλούδες ελπίδες και πεθαμένους έρωτες, καθώς μια φίλη εχθές, σε μια εκ βαθέων συζήτηση μου είπε: Δίχως λεφτά, έρωτας δεν επιβιώνει.

Σε μια εποχή, όπου η ανεργία έχει χτυπήσει μια μεγάλη μερίδα των νέων και οι μισθοί δεν καλύπτουν σε καμμία περίπτωση τα πάγια μηνιαία έξοδα, άραγε πως διευκολύνονται οι γνωριμίες και οι έρωτες; Όταν σκέφτεσαι πως η βενζίνη δεν θα σε φτάσει για την εβδομάδα και το νοίκι είναι δυο μήνες μέσα, πως βγαίνεις ραντεβού, πως φλερτάρεις, πως συντηρείς έναν έρωτα όταν το άγχος, η στεναχώρια τρυπώνει την καρδιά σου, που άλλοτε φούσκωνε απο όνειρα και γέλια;

Απο την άλλη ο πεθαμένος μου ρομαντισμός, θυμάται περασμένες εποχές, όπου δίχως λεφτά και μέσα απο τις δυσκολίες και την ομολογουμένη μιζέρια, οι έρωτες γενιόντουσαν και θέριευαν, σα κυκλάμινα στα βράχια. Μήπως απλά οι ίδιοι έχουμε εμπλέξει το εγκώμιο του έρωτα, συνυφασμένο με τον καταναλωτισμό και την ύλη, όπως κάναμε με την ευτυχία; Τα ωραία ρούχα, την ακριβή έξοδο, τα ποτά, τα μπαράκια, τα εστιατόρια, όλα εκείνα που συνθέτουν το τέλειο ραντεβού του Σαββάτου, για πολλούς πλέον είναι παρελθόν και όνειρο απατηλό. Ο Έρωτας όμως έχει πραγματικά ανάγκη απο όλα αυτά; Κι εκείνοι οι έρωτες που χάθηκαν επειδή αυτά έκλειψαν, μήπως δεν ήταν τελικά έρωτας;

Σε μια επικείμενη γνωριμία, ποιος τολμάει να πει ότι θα έρθει με το λεωφορείο και πρέπει να φύγει νωρίτερα για να το προλάβει πάλι; Ότι δεν του περισσεύουν να πιεί έναν καφέ, ένα ποτό γιατί πρέπει να πληρώσει λογαριασμούς και ενοίκια; Κι αν απο την άλλη, το ακούσει κανείς, πως το εκλαμβάνει αυτό σα μια πραγματικότητα κι όχι σα μιζέρια απο το άλλο άτομο;

Ως σύγχρονοι άνθρωποι, μεγαλωμένοι σε καταναλωτικές κοινωνίες, η ροπή προς τα αγαθά και τα λούσα, απο επίκτητη έγινε φύση. Ίσως το μόνο καλό απο όλη αυτή την κατάσταση να είναι μια επαναξιολόγηση των αρχών της ευτυχίας και του έρωτα για να διαπιστώσουμε, πως μέσα στα απλά πράγματα βρίσκεται η πραγματική και πηγαία χαρά. Μια βραδιά με εκ βαθέων συζητήσεις, μια βόλτα πιασμένοι χέρι χέρι στην παραλία, την πόλη, μια βραδιά με ταινία αγκαλιά στο σπίτι και πολλά άλλα που η θέληση μπορεί να σκαρφιστεί, είναι μερικά απο τα οποία θα μπορούσαν να  γενήσουν, να αναβιώσουν, να συντηρήσουν έναν έρωτα και παράλληλα να θέσουν θεμέλια για πιο προσιτά και ουσιαστικά όνειρα.

Άλλωστε, ο Έρωτας γενιέται απο την αλήθεια, και το ψέμα απο τις ψευδαισθήσεις. Και στην εποχή που διανύουμε, οι ψευδαισθήσεις είναι πλέον πολυτέλεια που χάνουμε.

Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2012

Sex, Αγκάθια, Μώλωπες και Σπανακόπιτα!


“Sex? Όχι, ευχαριστώ δεν θα πάρω!, έγινε τον τελευταίο μήνα το μότο μου. Σε όποιον το έχω πει με κοιτάζει με απορία και ειδικά οι φίλοι μου, καθώς γνωρίζουν πως η λαγνεία είναι σίγουρα το ΔΙΚΟ μου Αμάρτημα. Οκ την τελευταία φορά που έκανα ήταν την πρώτη Γενάρη, μια και το ‘χα πάντα κάτι σα παράδοση, όμως κάπου εκεί στα Φώτα, κάτι που φύγανε οι Καλλικάτζαροι, κάτι που μου την είχε βαρέσει η μαλακία του κόσμου, η δική μου ακόμα δεν με έχει βαρέσει, μου ήρθε η απόφαση: Sex; Όχι!

Ίσως έφταιγε το πνεύμα των γιορτών, ίσως γιατί ξύπνησε μέσα μου ο πεθαμένος ρομαντισμός, αλλά η όλη φάση του one night stand κάπου με ξενέρωσε. Ναι την ώρα που η καύλα σου έχει βαρέσει κόκκινο και θες να τη χώσεις  ακόμα και σε πολύμπριζο, σίγουρα είναι μια χαρά. Αλλά μέτα; Μετά που κοιμάσαι μόνος στο υπέρδιπλο κρεββάτι τι κάνεις; Τρομάρα μου, όλα στο σπίτι τα πήρα με γνώμονα το Δύο. Δυο μαξιλάρια, δυο κούπες, κρεβάτι για δυο, αν και το τελευταιο τσεκαρισμενο χωράει άνετα πέντε κατά πλάτος και εφτά κατά μήκος, αλλά κάθε φορά μετά απο ένα πήδημα, όλα μου θυμίζουν τη μονάδα. Έτσι είπα ότι τέρμα το one night stand, για να ονειρεύομαι πολλά, αμέτρητα nights αλλά με το ίδιο άτομο.

Άλλαξα profile στο romeo, ψιτ! εσύ που έκανες την επικριτική γκριμάτσα σε έχω πετύχει  εκεί μέσα να εκληπαρείς για πούτσο, και έγραψα κάτι παπαρορομάτζες δίχως τις sexy φώτο του παλιού. Αποτέλεσμα; Με δουλεύετε; ΜΗΔΕΝ! Έγινα εκείνο το προϊόν που είναι στα αζήτητα, σα ληγμένη χλωρίνη στο τελευταίο ράφι πίσω απο το Παπί προέλευσης Κίνας! Μα κάλα, το ίδιο άτομο δεν είμαι; Την ίδια φάτσα δεν έχω; Την ίδια κορμαστασία κατηγορίας φτερού δεν έχω; Τότε τόσο λίγες επισκέψεις, σα σελίδα του Συνασπισμού, πως δικαιολογείται; Αντιστέκομαι όμως σθεναρά στο να φτάσει η αυτοπεποιήθηση και η ματαιοδοξία μου στον πάτο μπορομιέρας με έφεση στο fisting και σε συνδιασμό με την λίμπιντο που λες και το κάνει επίτιδες έχει χτυπήσει υψηλά επίπεδα, σα το Χρηματιστήριο Αθηνών πριν δεκαπέντε χρόνια, κρατιέμαι ακόμα γερά χάρη σε άλλες δημιουργικές ασχολίες.

Όσοι έχετε κήπο και ασχολήστε με φυτά, και δεν εννοώ αυτούς που περιφέρονται ανάμεσα μας κάθε μέρα, θα ξέρετε ότι τώρα είναι εποχή που οι τριανταφυλλιές κλαδεύονται. Κι επειδή όταν έπιασα το σπίτι αυτό φύτεψα γύρω στις είκοσι τριανταφυλλιές, σε συνδιασμό ότι είμαι κρυφή brutal αδελφή, οι τριανταφυλλιές έχουν έρθει κι έχουν γίνει θηρία, ανθίζοντας καταχείμωνο λες κι τις πότισα στεροειδή για να πάρουν το μπόι που δεν έχω, γέμισα τελικά ένα κήπο γεμάτο κλαδιά, τίγκα στα αγκάθια. Τις κλάδεψα όλες σύριζα και μαζί ξεφορτώθηκα αλύπητα και τις τσουκνίδες απο τον κήπο, τόσο λυσσαλέα σα να κάνεις αποτρίχωση όταν έχεις πιάσει μουνόψειρες. Έλα ντε που πρέπει όλα αυτά να τα πετάξεις, με αποτέλεσμα μια σκισμένη φόρμα, γρατζουνιές στη μούρη, τρυπημένα χέρια ακόμα και κώλο γιατί μπουρδουκλώθηκα κι έκατσα πάνω στις κλάρες, επίσκεψη στα επείγοντα για αντισταμινικά καθώς έχω αλλεργίες σα γάτα Αγκύρας με pedigree και ένα γερό ξεκατίνιασμα με την αγάμητη γεροντοκόρη γειτόνισσα γιατί τα πέταξα στον κάδο. Κι όλα αυτά εχθές που για πρώτη μέρα είχε καλό καιρό αυτό το χρόνο που έρχεται το τέλος του κόσμου.

Κατά την Τουρκοκρατία ευνούχιζαν με κάποιο τρόπο τους Γενίτσαρους, προκειμένου οι ορμές τους να ξεσπούν στις μάχες, μια και δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν σεξουαλικά. Κάπως έτσι την είδα κι εγώ Γενίτσαρος, ασχέτως αν είμαι απο πιο βαθειά στην Ασία και ξεκίνησα πέρα απο Capoeira και Aikido. Capoeira  έκανα σε μια προσπάθεια να μάθω μια πολεμική τέχνη, διότι η Αθήνα έχει γίνει κάπως άγρια και αχρείαστο να είναι, αλλά σε ένα τσαμπουκά μην τις φάω και πω κι ευχαριστώ απο πάνω κι επειδή δεν ήταν τόσο macho, καθώς θυμίζει και χορό μια και είχα φιλοδοξία να γίνω Baryshnikov μικρός. Όμως πιστέψτε με όσο ψηλά κι αν σηκώνεις το πόδι, σε ένα περιορισμένο χώρο δεν είναι αποτελεσματικό για άμυνα κι επίθεση.

 Εξακολουθούσα να πηγαίνω όμως, παρόλο που ήμουν ο μεγαλύτερος σε ηλικία στο τμήμα, καθώς ο δάσκαλος, προέλευσης Βραζιλίας, είχε τον ωραιότερο κώλο που έχω δει  live  και στις ασκήσεις που μας έδειχνε στέκοντας μπροστά απο όλους, παρακολουθούσα με πάσα προσύλωση κι επιπλέον σκεφτόμουν αν ο δικός μου κώλος θα γίνει ποτέ έτσι με τόσο jinga ( βασική κίνηση στην capoeira), για να κάνω απόσβεση των διδάκτρων. Έτσι με τσαμπουκά και πυγμή γράφτηκα και σε ένα τμήμα για Aikido, Γιαπωνέζικη πολεμική τέχνη, για την περίπτωση που δεν έχεις χώρο να σηκώσεις το πόδι ακροβατικά να χτυπήσεις αντίπαλο. Δυστυχώς κάτι η οικονομική κρίση, κάτι που δεν είναι τόσο διαδεδομένο το άθλημα, αρχάριο τμήμα δεν είχε και κάνω με προχωρημένους, με αποτέλεσμα εντατική και στρατιωτική εκπαίδευση κι εγώ γεμάτος μελανιές απο τις πτώσεις, απο πάνω μέχρι κάτω. Να δω αύριο που έχω μάθημα πως θα το βγάλω που δεν μου φτάνουν οι μελανιές και οι θλάσεις αλλά έχω και τα τρυπήματα στον κώλο απο τις τριανταφυλλιές!

Όταν λοιπόν η καθημερινότητα σου γεμίζει τόσο επισοδειακά προκειμένου να μην αυτοκτονίσεις απο την βαρεμάρα και τη μοναξιά, αλλά και για να διοχετεύσεις κάπου την τεστοστερόνη και τα οιστρογόνα σου που χορεύουν Break Dance, έρχεται η Κυριακή που λες: Πάρε με Θεέ μου πατόκορφα σε όλες τις στάσεις  του Kama Sutra, διότι και yoga έχουμε κάνει ένα φεγγάρι, τι κάνεις για να εκτονωθείς και να γεμίσεις το κενό ανάμεσα στο romeo, msn, skype, mirc και τα σκέλια σου; Σπανακόπιτα!

Μάλιστα σπανακόπιτα! Ξύπνησα σήμερα καυλωμένος, κυριολεκτικά και μεταφορικά για κάτι που είχα να κάνω καιρό, τι; Σπανακόπιτα. Ευτυχώς για μένα, ο μανάβης της γειτονιάς ανοίγει και τις Κυριακές, εν μέσω οικονομικής κρίσης και μετά το δεύτερο καφέ, να μαι σα την τρελλή νοικοκυρά να ψωνίζω σπανάκι, κρεμμυδάκι και λίγο πράσσο για ενδιαφέρον. Η αλήθεια είναι ότι είχε κάτι ωραιότατα καρότα, να! με το συμπάθιο,πιο λαχταριστά απο κάθε μπάρα που έχω δει τόσα χρόνια στο κουρμπέτι, για καμία μάπα σαλάτα το βράδυ, αλλά είπα να μην βάλω στο σπίτι οτιδήποτε με σεξουαλικό υπονοούμενο.

Γέμισα λοιπόν μια τσάντα σπανάκι μαζί με όλα τα άλλα παρελκόμενα και διαπίστωσα ότι το σπανάκι έφτανε να ταϊσει ολόκληρο το λόχο διοικήσεως που ήμουν φαντάρος. Φύλλο δεν βρήκα αλλά δεν μάσησα,  διότι η γιαγιά μου, προνοητική γυναίκα απο τη Σμύρνη, μου είχε μάθει να ανοίγω. «Η γυναίκα παιδί μου δεν πρέπει να ανοίγει καλά μονάχα τα πόδια της, αλλά πρέπει να ξέρει να ανοίγει και καλό φύλλο!» Α ρε γιαγιά πόσο μου λείπεις! Έλα ντε που δεν είχα προβλέψει τις καύλες μου και δεν είχα αλεύρι, ενώ καπότες και λιπαντικά είχα σε αφθονία, να σου να γυρίζω όλη τη γειτονιά για αλεύρι απο γειτόνισσα σε γειτόνισσα, τα καλά των λαϊκών συνοικιών. Βρήκα ένα πακέτο απο μια, να θυμηθώ να της στείλω ένα πιάτο, είχα και λίγο μπομποτάλευρο, και να σου με τη σκάφη, το πλαστήρι και το πιτόξυλο να ανοίγω φύλο. (σημ. Σκάφη: Ξύλινη λεκάνη για ζύμωμα, Πλαστήρι: ξύλινη πλάκα για να ανοίγεις φύλο ή να πλάθεις) Αποτέλεσμα; Τρία ταψιά σπανακόπιτα!

Το σπίτι μοσχοβολάει σπανακόπιτα τώρα με χειροποίητο φύλλο. , επισκιάζοντας την τσιγαρίλα.  Ζεστασιά και αναμνήσεις. Τώρα ψήνω το τρίτο ταψί, κρίμα που δεν υπάρχει κάποιος να το μοιραστώ. Δε γαμιέται, αύριο θα μοιράσω στη γειτονιά, τόση ενόχληση για ένα κιλό αλεύρι Κυριακάτικα. Μετά θα δω καμιά ταινία, θα φάω ένα κομμάτι σπανακόπιτα και θα παρακμιάσω με KFC και Coca Cola κι αργότερα... να ναι καλά το internet, ξέρετε πόσες τσόντες έχω ανακαλύψει τον τελευταίο μήνα; Διότι καλή η σπανακόπιτα, αλλά μια ρύθμιση ορμονών την έχω ανάγκη!