Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2012

Στερεότυπα


Πρόσφατα ανακάλυψα και παρακολουθούσα μανιωδώς και ηλιθιοδώς τη σειρά Spartacus. Αρκετά ενδιαφέρουσα σχετικά με την απεικόνιση της Ρωμαϊκής κοινωνίας, της βιαιότητας της αρένας και τη ζωή των σκλάβων, μαζί με το άφθονο οφθαλμόλουτρο των ημίγυμνων macho αντρών, που υποδύονται τους μονομάχους, κάνοντας τον κάθε str8 να φθονεί τα σώματα τους και τους gay να έχουν ονειρώξεις. Τελικά το στερεότυπο του ρωμαλέου, γυμνασμένου άντρα υπήρχε απο αρχαιοτάτων χρόνων, με τη διαφορά πως ήταν συνηφασμένο με αρχές και τιμή. Ο λόγος ενός άντρα ήταν συμβόλαιο, κάτι που πλέον έχει εκλείψει πια στο σήμερα.

Απο μικροί μεγαλώνουμε με στερεότυπα, άλλοτε θετικά, άλλοτε αρνητικά και δεν θα θελά να κάνω λόγο σχετικά με τη μη  ή όχι χρησιμότητα τους στη διαπαιδαγώγηση ενός αντθρώπου, αυτό είναι κάτι που διαχειρίζεται ο καθένας πολύ προσωπικά, αν και εφόσον έχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο. Θα μιλήσω μονάχα για τα δικά μου στερεότυπα με τα οποία μεγάλωσα και ίσως είναι και κοινά σε όλους, όπως για παράδειγμα ότι οι άντρες δεν κλαίνε, τουλάχιστον μπροστά σε άλλους.

Θυμάμαι την πρώτη φορά που έκλαψα συνηδειτά, πέφτοντας απο ένα δέντρο και έσπασα το κεφάλι μου, η πρώτη αντίδραση των ανάδοχων μου ήταν να με σφαλιαρίσουν γιατί έκλαψα. Οι άντρες δεν κλαίνε, μου φώναξαν και μάτωσα τα χείλη μου δαγκώνοντας τα για να μην κλάψω. Ακόμα και τώρα κλείνομαι και εξαφανίζομαι όταν δεν είμαι καλά, προκειμένου να μην φανερώσω την όποια αδυναμία μου μπροστά σε άλλους, όχι γιατί πιστεύω πως αυτή είναι η πρέπουσα αντρική συμπεριφορά, όσο γιατί το στερεότυπο αυτό μου έγινε τόσο βίωμα που πλέον διαμόρφωσε το δικό μου χαρακτήρα, τόσο που ίσως είναι απο τα λίγα στερεότυπα που δεν κατάφερα να σπάσω.

Ο πατέρας μου θεωρώντας πως ο άντρας διαμορφώνεται απο παιδί, επέλεγε πάντα να ασχολούμαι με δραστηριότητες που θεωρούνται καθαρά και αποκλειστικά αντρικές, όπως για παράδειγμα το ποδόσφαιρο και οι χειρονακτικές εργασίες, οτιδήποτε χοντροκομμένο και brutal ήταν αποδεκτό σε αντίθεση με οτιδήποτε που περιλάμβανε ευαισθησία και λεπτότητα, όπως ο χορός, η μουσική και οι οικιακές εργασίες. Απο την άλλη η μητέρα μου, έχοντας μια διαφορετική αντίληψη σχετικά με την έννοια άντρα, που σήμαινε και αυτονομία με κυνηγούσε να ασχοληθώ με οτιδήποτε θα μου εξασφάλιζε την αυτονομία μου σα οντότητα, πράγμα που περιλάμβανε κάθε εργασία του σπιτιού και λιγότερο με ότι θα ήθελα να κάνω σα παιδί και προσωπικότητα, με αποτέλεσμα μια μόνιμη διαμάχη στο σπίτι, με εμένα στο επίκεντρο χωρίς τελικά να μπορώ να κάνω τίποτα απο όσα λαχταρούσα κι όλα αυτά προκειμένου να γίνω Άντρας.

Έχοντας συναίσθηση της διαφορετικότας μου απο παιδί, ψιλιασμένος πως την κούναγα την αχλαδιά απο πιτσιρίκι, έπρεπε να μεγαλώσω άλλοτε εκπληρώνοντας τα στερεότυπα που ήταν καθιερωμένα κι αργότερα να διεκδικήσω την οντότητα μου σπάζοντας κάθε στερεότυπο προκειμένου να αποδείξω πως μπορούσα να είμαι gay, δηλαδή ο εαυτός μου και παράλληλα Άντρας, βάσει του ετεροφυλοφιλικού προτύπου.
Όταν αργότερα έγινε γνωστή η ομοφυλοφιλική μου τάση τα πράγματα δυσκόλεψαν μιας και πλέον σίγουρα δεν ήμουν άντρας, άρα εκ προοιμίου, δεν μπορούσα να κάνω καποια πράγματα, όπως για παράδειγμα αθλητισμό και οτιδήποτε περιλάμβανε  ηγεσία, μαχητικότητα, αντριλίκι, όλα εκείνα που αποδείκνυαν, σε ποιον άραγε, την αρρενοπώτητα και τον ανδρισμό. Τότε ήταν που μπήκα στη λογική να αποδείξω σε όλους πως ήμουν άντρας, επιζητώντας την αποδοχή απο τους άλλους και αργότερα απο τον εαυτό μου ως gay, χωρίς αυτό το γεγονός να με μειώνει απο όλους τους άλλους. Τραγικό όταν μεγαλώνεις σε μια εποχή όπου gay ήταν το στερεότυπο της τελειωμένης αδελφής του Παραβά στις ταινίες.

Έτσι ρίχτηκα με τα μούτρα σε κάθε τι που θα αποδείκνυε την αξία μου ως άντρας, απο τα πρωτεία σε κάθε αθλητική δραστηριότητα, το σχολείο, τις χειρονακτικές εργασίες και αργότερα τη δουλειά και καριέρα. Το μόνο που δεν ασχολήθηκα ποτέ, απο καμία άποψη ήταν το ποδόσφαιρο, το οποίο εξακολουθώ να σιχιένομαι. Σε όλη αυτή την πορεία γκαγκούρεψα, έπαιξα ξύλο, έκρυψα συναισθήματα, αδίκησα, διαολόστειλα, αντιμετωπίζωντας τη ζωή σα μια αρένα, εϊ this is a men’s world!

Πέρασαν πολλά χρόνια για να κατασταλάξω και να τα βρω με τον εαυτό μου και τα στερεότυπα της κοινωνίας, διαμορφώνοντας τελικά τον εαυτό μου και αντλώντας τα οποιαδήποτε καλά των στερεότυπων με τα οποία μεγάλωσα, για να έρθω τελικά αντιμέτωπος με το στερεότυπο των ίδιων των gay.

Βάσει αυτού, ο gay άντρας πρέπει να είναι μπλα μπλα, που όλοι οι gay ξέρουμε και αρρενωπός. Το τελευταίο σημαίνει: Γυμνασμένο κορμί, γωνίες στο πρόσωπο, μούσια δυο ημερών, σα τους μονομάχους του προαναφερθέντος σήριαλ. Αν δεν εκπληρώνεις αυτές τις προδιαγραφές, ΔΕΝ υπάρχει η πιθανότητα όχι μόνο να γνωρίσεις in vivo κάποιον αλλά ούτε καν να μιλήσεις με κάποιον in vitro. Τα γενάκια έγιναν της μόδας και το μουστάκι ο φερετζές του πούστη, που λέει και μια φίλη. Και αναρωτιέμαι: Τι σκατά να κάνω που ξυρίζομαι μια φορά τη βδομάδα; Που το σκαρί μου δεν πρόκειται να μεγαλώσει όσο και να χτυπιέμαι στα βάρη και τις πρωτεϊνες; Πως μπορώ να γίνω κάποιος, που δεν είμαι; Και απο την άλλη η μοναξιά. Η ανάγκη να είσαι με κάποιον άνθρωπο, να αγαπάς, να αγαπιέσαι, να κάνεις έρωτα, να διεκδικήσεις το μερίδιο σου απο την ευτυχία της ζωής. Τι γίνεται; Τι κάνεις; Τι είσαι διατεθιμένος να κάνεις;

Κάποιος μου πρότεινε να πάρω στερεοειδή. Θα βοηθήσουν στην μυϊκή ανάπτυξη. Θα βοηθήσουν στο να προσεγγίσω το πρότυπο των gay. Θα βοηθήσουν στο να μπορέσω να κάνω μια γνωριμία, αποτελώντας την αφορμή για κάτι περαιτέρω απο μια ξεπέτα, γιατί στην αντρική καύλα είναι διαφορετικά τα κριτήρια. Θα με βοηθήσουν να γίνω αποδεκτός, επιθυμητός. Αυτός που μου το πρότεινε πέθανε εχθές. Ανακοπή καρδιάς. Μονομάχος στη μάχη της αποδοχής και της αρεστείας με αφέντες και θεατές άλλους. Επιθυμία του ήταν μονάχα να τον αγαπήσουν. Να τον αποδεχτούν. Να νοιώσει πως δεν είναι μόνος. Πως έχει μια σχέση. Πως νίκησε τη μοναξιά, την απόρριψη γιατί δεν εκπλήρωνε το στερεότυπο του άντρα για τους gay.

Πρόσφατα είχε γνωρίσει ένα τύπο. Εκείνος αναζητούσε κάποιον όπως αυτός, όπως ήταν κι ο ίδιος. Ο Κ. Με πολλές ώρες προπόνηση, διατροφή, πρωτεϊνές, κρεατίνες,  κιλά στον πάγκο και στεροειδή, έγινε το πρότυπο που ζητούσε ο άλλος, όπως τόσοι άλλοι. Κάποτε ήταν σαν εμένα. Όμως δεν ήθελε να παραμείνει απορριπτέος. Ήθελε να γίνει επιθυμητός. Το αντικείμενο του πόθου. Το προφίλ με τα περισσότερα footprint. Εκείνος που θα απέρριπτε και όχι να τον απορρίπτουν. Και τα κατάφερε. Αύριο θα τον θάψουν. Ο φίλος του δεν θα έρθει στην κηδεία. Εγώ δεν πηγαίνω σε κηδείες, τουλάχιστον αυτές που γίνονται στην Ελλάδα. Αντί αυτού θα κοιτάξω τη φάτσα μου στον καθρέφτη και θα του χαμογελάσω. Γιατί μου άρεσει όπως είμαι. Gay και Άντρας!


Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2012

Gay σημαίνει Χαρούμενος;


Πρόσφατα διάβασα ένα βιβλίο με τον τίτλο “2 στους 20 Εκθέσεις Γκέι και Λεσβιών εφήβων. Πρόκειται για ένα βιβλίο που επανεκδώθηκε εμπλουτισμένο με περισσότερα άρθρα, αν και καλύτερα ταιριάζει ο χαρακτηρισμός “επιστολές” εφήβων που ζούσαν τη δεκαετία του ’80 στην Αμερική και περιέγραφαν όλα εκείνα που βιώναν λόγω της σεξουαλικής τους ταυτότητας. Πολλές καταστάσεις ήταν κοινες για όλους και κάπου εκεί μέσα αναγνώρισα τον εαυτό μου, άγουρο άντρα, με τις σκέψεις της μοναξιάς, του μηδενισμού και της αυτοκτονίας, μόνο και μόνο γιατί είμαι gay.

Θυμάμαι ακόμα  όταν το έμαθαν οι γονείς μου, πέρα απο το ξύλο, με τρέχανε σε ψυχιάτρους προκειμένου να με κάνει καλά, θεωρώντας την ομοφυλοφιλία μου ως ψυχική νόσο. Όπως τις άπειρες προσπάθειες που κατέβαλα μετά τις θεραπείες, έχοντας πειστεί πως ήμουν άρρωστος, να γίνω φυσιολογικός ετεροφυλόφιλος και να θεραπευτώ, συνάπτοντας σχέσεις με κοπέλες καθώς και την απογοήτευση ότι δεν μπορούσα να γίνω καλά με αποτέλεσμα τρεις απόπειρες αυτοκτονίας, οδηγούμενες απο την κατάθλιψη, την πραγματική ψυχική νόσο που τελικά είχα. Μέχρι που είπα “Αρκετά!” μετά την τελευταία μου απόπειρα και αποφάσισα να ζήσω τη ζωή μου σα  gay με όλα τα επακόλουθα που ανέγραψα σε παλαιότερη ανάρτηση.

Και ναι. Είμαι gay και out. Και λοιπόν;

Και λοιπόν είναι συνειδητοποιημένος για το τι είμαι, ποιος είμαι και τι θέλω. Δεν παραμυθιάζω τον εαυτό μου και τους άλλους με προκάλυμμα τυχόν φαινομενική ετεροφυλία, ούτε υποδύομαι τον αμφισεξουαλικό προκειμένου να καταλαγιάσω τυχόν ενοχές, όμως καταννοώ την προσπάθεια των γονιών μου να με κάνουν “φυσιολογικό”, προκειμένου να γλιτώσω απο όλα εκείνα τα δεινά που φέρνει η ομοφυλοφιλική ταυτότητα στην ενήλικη ζωή. Δυστυχώς σχετικά με τα δεινά, είναι διαφορετική η θεώρηση που είχαμε.

Σκέφτομαι συχνά τελευταία πως αν ήμουν ετεροφυλόφιλος, αυτή τη στιγμή κατα πάσα πιθανότητα θα ήμουν παντρεμένος με ένα παιδί. Πάντα ονειρευόμουν μια οικογένεια, έτσι όπως δεν την είχα ποτέ. Με δυο παιδιά, τα οποία θα λάτρευα, γιατί πραγματικά, για εκείνους που θέλουν οικογένεια, δεν υπάρχει τίποτα ευτυχέστερο απο το να αγκαλιάζουν το παιδί τους. Να το βλεπουν να μεγαλώνει, να αγωνιούν, να ελπίζουν μα πάνω απο όλα να αγαπούν κάποιον τόσο ανιδειοτελή, αρκεί να μην θεωρούν πως εκείνο είναι προέκταση του ίδιου τους του εαυτού. Μεγαλώνοντας όμως κατάλαβα πως κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό. Και δεν είναι εφικτό απο επιλογή δική μου γιατί αποδέχτηκα την ομοφυλοφιλία μου και πάνω απο όλα δεν τολμώ να φέρω ένα παιδί σε τούτο τον κόσμο, για την ικανοποιήση του εγωϊσμού μου και αργότερα να υποφέρει, έχοντας έναν πατέρα πούστη σε τούτη την κοινωνία.

Σκέφτομαι έντονα να φύγω απο αυτή τη χώρα και αναζητώ χώρες πιο ανεκτικές ως προς τη διαφορετικότητα με την ελπίδα ότι ίσως ζήσω αυτό το όνειρο, όμως η ελπίδα είναι η χείριστη μορφή πόνου. Κι όλα αυτά με κάνουν να σκέφτομαι, τελικά οι gay είμαστε ένα καπρίτσιο της φύσης;

Σκέφτομαι τις σχέσεις μεταξύ μας. Τη δυναστεία του sex, την εφήμερη ηδονή που ξεγελά στιγμιαία τη μοναξιά, τη βραχυπροθεσμία των σχέσεων μεταξύ μας, τα άπειρα profiles και αναλογίζομαι: είναι τελικά αυτή η φύση μας ή απλά κινούμαστε σύμφωνα με τις επιταγές της κοινωνίας που προδιαθέτει αυτού του είδους συμπεριφορές και τρόπο σκέψης;

Γνώρισα ένα gay ζευγάρι απο τον Καναδά το καλοκαίρι οι οποίοι μόλις είχαν παντρευτεί μετά απο πέντε χρόνια σχέση και έκαναν το μήνα του μέλιτος. Μου φάνηκε τόσο ανορθόδοξο στα δικά μου μάτια, έχοντας ζήσει στην ψωροκώσταινα με τις λυσσαλές αναζητήσεις του sex και ένα γελοίο κομιλφιτισμό όμως παρόλ’αυτά σκέφτομαι πως θα ήταν η ζωή μου αν ζούσα σε μια χώρα διαφορετική, όπως η Σουηδία και ο Καναδας. Σίγουρα το σαράκι της παρτόλας λούγκρας δεν έχει εθνικότητα, όμως ο εξωγενής παράγοντας πως θα επηρέαζε τις σχέσεις μεταξύ των ομοφυλόφιλων;

Σιχάθηκα το ανούσιο  sex της καύλας. Προσπάθησα να θυμηθώ με πόσους έχω πηδηχτεί και ειλικρινά έχω χάσει το μέτρημα. Βαρέθηκα τις κουβέντες που ξεκινούν με μια φωτογραφία, stats, cm και τα γνωστά κτλπ όπως τον καλλιγουλισμό της ελληνικής gay πραγματικότητας. Δεν αναφέρομαι στην αντιμετώπιση της κοινωνίας, εκείνη ξέρω να τη διαχειρίζομαι, όμως μου είναι πολύ πιο δύσκολος ο χειρισμός της ίδιας της gay κουλτούρας. Αυτό είμαστε μόνο; Ένα chat, ένα profile, μια χρησιμοποιημένη καπότα και πολλά κιλά ενοχές;

Διαβάζω για κάποιους που έκαναν σχέση και χαίρομαι με αυτή τη διαφορετικότητα, όμως βαθειά μέσα μου σκέφτομαι:Πόσο θα κρατήσει; Και θλίβομαι σκεφτόμενος την κατάληξη των δικών μου σχέσεων. Ίσως τελικά το νομοθετικό πλαίσιο της δέσμευσης να μην είναι κακό γιατί απλά υπενθυμίζει υποσυνείδητα και μη πως υπάρχει κι κάτι άλλο πέρα απο το εγωϊστικό μας πάθος, στο οποίο αφίδωλα θα αφηνόμασταν, «προνόμιο» των gay.

Τελικά, μετά απο τέτοιου είδους διαδρομές του νου, καταλήγω να σκέφτομαι: Πως διάλο το gay σημαίνει : Χαρούμενος;

Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2012

Εξομολογήσεις ενός Ανδρός εκδιδόμενου


«Λένε ότι το αρχαιότερο επάγγελμα είναι η πορνεία και ότι είναι εύκολο χρήμα. Εγώ απλά λέω ότι είναι γρήγορο χρήμα.» Αυτή ήταν η πρώτη κουβέντα που θυμάμαι απο τον Α, στην οποία συμπλήρωσε: «Αν και ο χρόνος για να τα πάρεις  είναι πολύ σχετικός. Εκείνο το λεπτό, το μισάωρο, η ώρα μπορεί να περάσει βασανιστικά αργά.»

Ο Α. (είναι ;), ήταν escort. Τουλάχιστον αυτός είναι ο όρος που ξέρω για τους άντρες, οι οποίοι έναντι χρήματος προσφέρουν σεξουαλική υπηρεσία σε άλλους άντρες. Ακούγεται ωραιοποιημένο σε σχέση με τη λέξη «πουτάνα», «πόρνη» που υπάρχει αντίστοιχα για τις γυναίκες στο ελληνικό λεξιλόγιο φέρνοντας στο νου των gay χλίδα, πολυτέλειες, ακριβά ξενοδοχεία και όλα εκείνα των οποίων είμαστε δέσμιοι σήμερα. Έχω ακούσει πολλούς να μου λένε ότι θα ήθελαν να γίνουν  escort. «Έχω τα προσόντα, καυλώνω εύκολα, γουστάρω το sex. Τώρα να βγάλω και κάνα φράγκο δεν με χαλάει.», είναι η κλασσική διατύπωση, που όταν την ακούω με κάνει και διερωτώμαι: Ποιος είναι χειρότερος; Αυτός που το σκέφτεται ή αυτός που το πράττει;

«Ήμουνα πιτσιρικάς, ζούσα μόνος στη Θεσαλλονίκη. Η μάνα μου είχε πεθάνει και θα με πετάγανε απο το σπίτι που μέναμε. Πολλά τα νοίκια που χρωστάγαμε. Μια μέρα καθώς γυρνούσα σπίτι με τα πόδια με πλησιάζει ένας και μου λέει να με πάει μια βόλτα με το αυτοκίνητο. Κόλωσα. Όταν όμως μου είπε πως θα μου έδινε λεφτά αν του ‘παιρνα και μια πίπα, σκέφτηκα πως θα γύριζα σε ένα άδειο σπίτι και θα κοιμόμουν  νηστικός για άλλο ένα βράδυ. Το στομάχι μου πόναγε, το θυμάμαι ακόμα, σε ξευτιλίζει η πείνα, πολύ. Εκείνο το βράδυ έφαγα πέντε πίτες απανωτές, σε ένα σουβλατζίδικο στου Βαρδάρη. Τις ξέρασα όμως μετά. Δεν ξέρω αν ήταν η βουλιμία που με έκανε να βγάλω όλα όσα είχα φάει ή αν ήταν το τι είχε προηγηθεί για να τις αγοράσω. Απο τότε δεν ξανάφαγα σουβλάκια. Η μυρωδιά τους και μόνο μου ανακατεύει το στομάχι.»

Την Πείνα είχε στείλει η θεά Δήμητρα στον Ερισύχθωνα, ως τιμωρία για την ύβρη του κι εκείνος τελικά κατασπάραξε τον ίδιο του τον εαυτό προκειμένου να την κορέσει. Άτιμο πράγμα η Πείνα. Την έχετε νοιώσει ποτέ;

«Κάνω αυτή τη δουλειά πολλά χρόνια. Αν και δεν είμαι σίγουρος αν αυτή καθαυτή η απασχόληση είναι που το κάνει να φαίνονται πολλά καθώς όπως βλέπεις είμαστε σχεδόν συνομήλικοι. Έχω πάρει εκατοντάδες άντρες και στο  sex πίστεψε με, έχω κάνει πολλά. Είναι απίστευτο το τί διαστροφή κρύβει ο άνθρωπος μέσα του, πόσα απωθημένα, τόσο που με κάνει και σκέφτομαι αν τελικά υπάρχει νορμάλ sex. Ηλικίες; Δεν υπάρχουν όρια. Απο τον πιτσιρικά μέχρι το γέρο, αν και οι περισσότεροι όπως καταλαβαίνεις είναι γέροι. Κανένας δεν θέλει τις γριές αδελφές, μονάχα κάτι γεροντόφιλοι, αλλά κι αυτοί δεν είναι αρκετοί. Και οι γριές μεταξύ τους; Σιγά μην την βρούνε μεταξύ τους. Όλοι θέλουν τη νέα σάρκα. Το σφιχτό κώλο, το δυνατό καυλί και όσο πιο πιτσιρικάς δείχνεις τόσο το καλύτερο. Νομίζουν ότι πηδάνε το γιο τους, το ανήψι τους, το γείτονα τους. Όσο πιο κοντά είσαι στη φαντασίωση τους τόσο καλύτερα πληρώνουν.

Υπάρχουν και οι άλλοι που έχουν διπλή ζωή. Παντρεμένοι, με παιδιά. Για ένα γρήγορο στο πίσω κάθισμα, γιατί δεν πάνε σε ξενοδοχείο μη και τους πάρει κάνα μάτι. Και στριμώχνεσαι ανάμεσα στο παιδικό καθισματάκι και το χειρόφρενο. Αυτοί είναι εύκολοι. Δε κάνουν παζάρια. Πληρώνουν για να ξεκαυλώσουν και γυρνούν μετά χορτάτοι στο σπίτι τους, φιλάνε τη γυναίκα τους, παίρνουν το παιδί τους αγκαλιά και κοιμούνται στο διπλό τους κρεββάτι μέχρι που η καύλα τους θα βαρέσει πάλι κόκκινο.

Οι χειρότεροι όμως είναι εκείνοι που κουβαλάνε τη θλίψη μέσα τους. Τους καταλαβαίνω απο τα μάτια. Αυτοί θέλουν κουβέντα, να τους ακούς, να νοιώσουν για μια ώρα ότι δεν είναι μόνοι τους. Κάνεις το φίλο, τον εραστή, τον γκόμενο, τον χαμένο όμως στο τέλος σε πηδάνε χειρότερα απο όλους. Η θλίψη τους γίνεται οργή, γιατί κατάντησαν να σε πληρώνουν ώστε να ξεγελάσουν την μοναξιά τους και πίστεψε με δεν έχει να κάνει με το ποιος βάζει την πούτσα του στον κώλο του αλλουνού, όπως και να ‘χει εσύ γαμιέσαι».

Μια μέρα σκεφτόμουν πόσες εφήμερες γνωριμίες έχω κάνει. Σχέσεις της μιας βραδιάς, για την καύλα, για τις λευκές νύχτες. Έχω χάσει το μέτρημα πια. Τι μένει μετά; Ο καθένας αποκομίζει αυτό που φυλάει μέσα του, μέχρι την επόμενη φορά. Την επόμενη μέρα, εβδομάδα, μήνα. Κοιτάω τα επώνυμα παπούτσια που αγόρασα σε μια κρίση καταναλωτισμού, αφόρετα είναι ακόμα. Αγοράζουμε για να γεμίσουμε το κενό που έχουμε μέσα μας.

«Τώρα ζω μόνος σε ένα σπίτι. Δεν είναι δικό μου, με ενοίκιο είναι. Έχω κάποια λεφτά στην άκρη, αλλά φεύγουν τα άτιμα. Δεν πεινάω αλλά πάντα θυμάμαι την Πείνα. Δεν κάνω ψωνηστήρι στους δρόμους πια. Που και που σε κάνα μαγαζί, αλλά περισσότερο δουλεύω στο ίντερνετ. Με αγγελίες. Έχω και κάποιους στάνταρ. Γνωρίζω πολλά παιδιά που κάνουν αυτή τη δουλειά. Ο καθένας για τους δικούς του λόγους, αλλά όλοι με κίνητρο το χρήμα. Εύκολο χρήμα λένε πολλοί. Όσοι το λένε δεν την έχουν κάνει πολύ καιρό τη δουλειά. Περιστασιακά, για το χαβαλέ, για κάνα δυο χρόνια. Κι όλοι αυτοί έχουν ένα σπίτι, μια οικογένεια αλλά είναι το γρήγορο χρήμα που λέω. Για αυτό και κανένας δεν έχει κάτι στην άκρη, όσο γρήγορα τα βγάζεις άλλο τόσο εύκολα φεύγουν. Λίγοι είναι οι ξύπνιοι κι εγώ δεν είμαι ένας απο αυτούς. Νομίζεις πως θα είσαι για πάντα νέος κι όμορφος; Γελιέσαι. Εγώ ήδη κρύβω τα χρόνια μου όταν με ρωτάνε πόσο είμαι. Είπαμε όσο πιο μικρός τόσο πιο πολλά. Ξέρω πως είναι το πρόσωπό μου, απο τις σπάνιες φορές που κοιτάζομαι στον καθρέφτη, χωρίς τη ματαιοδοξία να με αντικρίζει. Σκέφτομαι πως θα καταντήσω στο μέλλον. Που θα καταντήσω. Αλλά δεν το σκέφτομαι πολύ. Δεν το αντέχεις ρε φίλε, πως το λένε. Μονάχα μέχρι αύριο σκέφτομαι και αυτό πάει πολύ.»

Τα όνειρα μου κρεμμασμένα σε κόκκινη κλωστή, ταλαντεύονται σαν αιολικοί μελωδοί, ανάμεσα στο σήμερα και το αύριο, κάτω απο το βάρος του χθές. Πόσο να αντέξουν;

«Ήθελα να γίνω χορευτής μικρός. Αλλά θέλει φράγκα για να το κάνεις. Κι όταν τα έβγαλα, ξέχασα πως χορεύουν. Πηγαίνω καμιά φορά στη Λυρική και τους βλέπω, μόνος. Ποιός θα ερχόταν παρέα μαζί μου; Σκέφτομαι πως θα ήταν αν ήμουν στη θέση τους και δεν χόρευα σε ξένα κρεββάτια. Εκείνες τις μέρες δεν παίρνω κανέναν πελάτη. Μετά κατεβαίνω την Ερμού και χαζεύω τον κόσμο. Θυμάμαι κάποια Χριστούγεννα, μπήκα στην Καπνικαρέα κι έκατσα εκεί όλο το βράδυ. Έκλαιγα. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως γιατί θυμόμουν κάποια Χριστούγεννα με τη μάνα. Τα τελευταία Χριστούγεννα που περάσαμε μαζί, πριν χάσει τελειώς τα μαλλιά της. Τι θα σκεφτόταν για μένα αν ζούσε; Ίσως να με καταλάβαινε. Το μοναδικό άτομο που θα με καταλάβαινε πιστεύω. Άλλωστε κι εκείνη είχε περπατήσει τον ίδιο δρόμο. Τον πατέρα μου δεν τον γνώρισα ποτέ. Ο αναμάρτητος πρώτος το λίθο βαλέτω.»

Είναι εύκολο να κατηγορούμε τους άλλους. Να τους ξεφωνίζουμε. Προσωπικά ξεφωνίζω πρώτος τον εαυτό μου γιατί οι μετέπειτα πληγές των άλλων παύουν να πονούν, όπως όταν είπα στον εαυτό μου πως είμαι πούστης. Όσες φορές κι αν το άκουσα δεν μου κανε τίποτα. Θύματα είμαστε του ίδιου μας του εαυτού.

«Έλα τώρα, μην με κοιτάς με αυτό το βλέμα. Δεν είμαι θύμα κανενός. Δεν με υποχρέωσε κανένας να πάρω αυτό το δρόμο. Το ξέρεις ότι υπάρχουν γυναίκες που τις αναγκάζουν να γίνουν πουτάνες; Εγώ αυτές τις λέω Αγγέλους στην κόλαση της γης. Μια τέτοια με έσωσε όταν με πετάξανε αιμόφυρτο τότε που έκανα ψωνηστήρι. Με γαμήσανε τρεις και με δείρανε για την πλάκα τους. Με φτύσανε, με χαράξανε με ένα  μπουκάλι μπύρας, έχω ακόμα την ουλή στην πλάτη. Τη βρίσκουν sexy μου λένε όλοι. Τους καυλώνει ρε συ, το ξέρεις; Όμως κανένας δεν με ρώτησε πως την απέκτησα. Μονάχα ένας που δεν με πλήρωσε, αλλά αυτός είναι μια άλλη ιστορία. Όπως και να έχει εγώ έφταιγα που την απέκτησα»

Κοιτάζω μια ουλή στο χέρι και μια στο στήθος που έχω. Κοιτάζω βαθύτερα και βρίσκω κι άλλες. Ποιες πονούσαν περισσότερο; Ποιος τις χάραξε; Πλέον σημαδεύω το σώμα μου με σύμβολα, σα τους ρούνους για τη δύναμη τους και πορεύομαι πολλές φορές άσκοπα σε σκοτεινά μονοπάτια ελπίζοντας να βρω διέξοδο απο το σκοτάδι.

«Ναι, θα θελα να ζήσω έναν Έρωτα. Να ερωτευτώ, να με ερωτευτούν. Όχι έτσι όπως ερωτεύονται οι άνθρωποι τη νύχτα. Δεν έχω κάνει ποτέ έρωτα. Πιστεύω όμως ότι έχει διαφορά απο το sex. Πιστεύω πως όταν το κάνω θα καταλάβω τη διαφορά. Όμως αλήθεια ποιος θα έκανε έρωτα μαζί μου; Είμαστε πλάσματα ξεγελασμένα απο την αντανάκλαση του καθρέφτη. Ο καθρέφτης δεν δείχνει τίποτα το βαθύτερο. Οι άνθρωποι πάψαμε να βλέπουμε με τα μάτια. Αντί αυτά έχουμε καθρέφτες στις κόγχες. Ίσως για μένα να είναι και καλύτερα έτσι, γιατί βαθύτερα, δεν έχω τίποτα καλύτερο. Ότι καλό συγκεντρώνω φαίνεται στο είδωλο μου, όσο κρατάει ακόμα.»

Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου...

«Για πόσο θα συνεχίσω να πουλιέμαι; Δεν ξέρω πραγματικά. Δεν ξέρω και τι άλλο θα μπορούσα να κάνω. Με τι προσόντα άλλωστε; Κάποιοι έχουν βρει από ένα πουρό που τους σπίτωσαν. Ζούνε μια φαινομενική ευτυχία. Τους περιφέρουν αμφότεροι σα λείψανα σε λειτανεία. Είναι όμως ζωή αυτή; Και για πόσο; Ο γέρος θα σε αλλάξει για κάποιον νεότερο, εφόσον αντέχει η τσέπη του. Αν δεν αντέχει, θα φύγεις εσύ για κάποιον άλλον, αλλά για πόσο θα το κάνεις; Είπαμε δεν είμαστε νέοι και όμορφοι για πάντα. Κι όσα χρόνια κι αν κόψεις κάποια στιγμή φαίνονται στη φάτσα σου. Εμένα φαίνονται πια στα μάτια, το βλέπεις έτσι δε είναι; Με αναγνωρίζεις φίλε μου και δεν φοβάσαι. Κάτι έχουμε κοινό εμείς οι δύο»

Μια πουτάνα στη Θεσσαλονίκη, όταν τη ρώτησα γιατί κάνει αυτή τη δουλειά μου απάντησε: Σε αυτή τη ζωή γαμιέσαι ή στο σώμα ή στην ψυχή. Εγώ επέλεξα το πρώτο.

«Ωραίο τραγούδι αυτό. Tango. Θέλει δύο κι αυτό. Υπάρχει και στο flamenco tango, με τη διαφορά ότι χορεύεται solo. Φοράς τις μπότες σα κι αυτές που έχεις και χτυπάς τα καρφιά στο ξύλο, φτιάχνοντας το δικό σου ρυθμό. Δεν έχεις μάθει ακόμα; Θα σου συνιστούσα να μάθεις. Έχει το ίδιο μελαγχολικό σκοπό του ίδιου πάθους, μόνο που χορεύεις μόνος. Τις δικές μου μπότες τις πέταξα. Ούτε αυτό δεν μπορώ να χορέψω πια. Γιατί το λέω; Μάλλον γιατί έχω χάσει περισσότερα απο ότι εσύ. Χορεύω μονάχα σε φαύλους κύκλους, σα τα πρεζόνια. Ναι ξέρω κι απο drugs. Τι κι αν άλλαξε ο χρόνος; Μια νεα αρχή, λες;» και μειδιάζει.

«Ίσως συναντηθούμε ξανά στο μέλλον, ίσως κι όχι. Εγώ θα σκέφτομαι μέχρι τότε ότι έκανες μια νέα αρχή κι εσύ το ίδιο για μένα. Σύμφωνοι; Και  με αυτή τη σκέψη, ίσως θα ήταν καλύτερα να μην ξανασυναντηθούμε ποτέ.»

Αυτές τις μέρες σκεφτόμουν τον Α. Και ακόμα σκέφτομαι τις αρχές που υποσχεθήκαμε ο ένας στον άλλον.






Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012

Assassin's Tango


Άλλαξε ο χρόνος. Πλέον έχουμε 2012. Μπορεί οι δικές μου γιορταστικές μέρες να μην ήταν όπως άλλων, παρόλ’ αυτά δεν παύει να μου αφήνει μια μελαγχολία το πέρας τους. Γιατί μπορεί εγώ να απείχα απο το πνεύμα των ημερών, αυτό δεν σημαίνει πως χάνουν τη σημασία και την αξία τους. Ήταν μέρες χαράς, ευκαιρίας για γιορτές, μαζώξεις, ευχές. Θα μου πείτε κάθε μέρα θα μπορούσε να είναι τέτοια. Ναι, δεν έχετε άδικο. Κι εγώ όποτε με πιάνει, διοργανώνω μια γιορτή, έτσι στο άσχετο, να ξορκίσω τους κακούς δαίμονες, όμως είναι η συλλογικότητα που δίνει τη δυναμική των ημερών. Όλοι έχουν κοινό παρανομαστή κι αυτό είναι, που κάνει τις μέρες αυτές και κάθε γιορτή και σημαδειακή μέρα, να έχουν αυτό το ιδιαίτερο vibe, του εορτασμού.

Έχω εξηγήσει τη σχέση μου με τις γιορτές. Επέλεξα την αποστασιωποίηση για τους δικούς μου λόγους και τώρα περιμένω ακόμα τους καλλικάτζαρους να φύγουν. Μετά θα ξανάρθουν οι ίδιοι μονότονοι ρυθμοί. Η θλίψη των εορτών θα περάσουν και θα έρθουν άλλες, εκείνες που αφήσαμε στο ραφί καθώς δεν ταίριαζαν με το πνεύμα των ημερών, σα τα στολίδια που πιάνουμε κάθε χρόνο, κάθε περίοδο που τους αντιστοιχεί. Είναι όμως και τα άλλα. Τα μόνιμα. Εκείνα που φορούμε κάθε μέρα, γιατί η θλίψη σε φοράει άμα τη συνηθίσεις. Τόσο που αν κάτι άλλο αναπάντεχα όμορφο και χαρούμενο σε βρει, το θεωρείς τόσο ξένο, σα δανεικό ρούχο που πρέπει να επιστρέψεις.

Περιέργα πλάσματα οι άνθρωποι. Λατρέυουμε το Tango. Θέλει δυο για να το χορέψεις. Προσπάθησα να το κάνω solo, αλλά δεν γίνεται. Θέλει δυο. Και τότε χόρεψα με τη δική μου Θλίψη, με τη μοναξιά να παίζει μπαντονεόν. Δολοφονούμε οι ίδιοι τα όνειρα μας, τους εαυτούς μας, στο ρυθμό ενός  Tango. Assassin’s Tango, με δολοφόνο και θύμα εμάς τους ίδιους. Και είναι τόσο εθιστικό, όσο και ερεθιστικό.

2012. Τι θα φέρει δεν ξέρω. Μονάχα εύχομαι να πάψω να χορεύω σα μαγεμένο Καρυοφραύστη τούτο το σκοπό.