Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

Πας μη Έλλην Βάρβαρος



Εχθές μπήκα σε ένα μαγαζί να αγοράσω μια κλωστή. Η γυναίκα που καθόταν μέσα, με το που με βλέπει να μπαίνω μέσα στο μαγαζί της, σηκώνεται επιφυλακτικά όσο πλησιάζω, με εμφανείς τις σκέψεις της σχετικά με την καταγωγή μου. Καλημερίζω και τη ρωτάω εαν έχει μια συγκεκριμένη κλωστή, στα Ελληνικά να αναφέρω κι αφού μου λέει πως δεν έχει, ρώτησα εαν έχει κάτι άλλο παρεμφερές που θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω. Πάνω στην κουβέντα λοιπόν μετά απο πέντε λεπτά μου κάνει την αναμενώμενη ερώτηση:
«Από που είσαι;» Της δίνω λοιπόν κι εγώ την χιλιοειπωμένη μου απάντηση:
« Ο πατέρας μου είναι Έλληνας, η μητέρα μου είναι απο την Ταϋλάνδη.»
«Α! Δεν είσαι Έλληνας δηλαδή και μιλάς πάρα πολύ καλά τα Ελληνικά... Και στη συνέχεια αρχίζουν να μου μιλούν για την ίδια την Ταϋλάνδη, που οι περισσότεροι δεν έχουν επισκεφτεί ποτέ και κάποιοι δεν ξέρουν καν που πέφτει,  περί πορνείας, φτώχειας, σεξοτουρισμού, αρρώστειες, λοιμούς, καταποντισμούς και βέβαια το Τσουνάμι. »

Αυτός είναι ένας διάλογος που πραγματοποιείται καθημερινά στην ζωή μου, όσα χρόνια είμαι στην Ελλάδα και παλιότερα, σκεφτόμενος πως κάποιος μπορεί να συγκρατεί πιο έντονα την τελευταία λέξη μιας απάντησης, έχω επιχειρήσει να αλλάξω τη σύνταξη σε: «Η μητέρα μου είναι απο την Ταϋλάνδη, ο πατέρας μου απο την Ελλάδα.», όμως και πάλι η συνέχεια του διαλόγου είναι ίδια, «Δεν είσαι Έλληνας....». Πλέον τις περισσότερες  φορές με αυτή τη σύνταξη αντικαθιστώ τη λέξη «Ελλάδα», με άλλα τοπωνύμια όπως: Ζάκυνθο, Κρήτη, Φάρσαλα, Κουτσούρια χωρίς να αλλάζει και πάλι η συνέχεια του διαλόγου. Πλέον, ανάλογα με τα κέφια μου και γιατί βαριέμαι να επαναλαμβάνω τον ίδιο διάλογο λέω: Λαπωνία (την μπερδεύουν με την Ιαπωνία οι περισσότεροι, μέχρι να τους αναφέρω το χωρίο του Αϊ Βασίλη, Κογκό ( Α! Πήρες όμως απο τη μητέρα σου! Είναι η συχνότερη απάντηση, λόγω έλλειψης χρώματος), Νέα Υόρκη ( Α! Για αυτό μιλάς με προφορά τα Ελληνικά!) Αργεντινή ( Πες μου ότι χορεύεις κιόλας Τάνγκο!) και κάπως έτσι σπάει η μονοτονία του διαλόγου, λες και ζω τη μέρα της Μαρμότας.

Πριν χρόνια καθόμουν με μια φίλη σε μια μεγάλη καφετέρια , την Τίτη, η οποία γεννήθηκε κι έζησε μέχρι πρότινος στην Ελλάδα αλλά κατάγεται κι απο τους δυο γονείς της απο το Καμερούν, κι έχει όλα εκείνα τα φυσικά «γνωρίσματα». Συζητούσαμε στα ελληνικά κι ο κόσμος που περνούσε, με το που μας άκουγε, γύριζε έκπληκτος το κεφάλι του, ενώ οι περισσότεροι στους οποίους βρισκόμασταν στο οπτικό τους πεδίο, μας κοίταζαν έντονα. Να σημειώσω πως το γεγονός έλαβε χώρα μετά την Ολυμπιάδα του 2004, πράγμα που με έκανε να αναρωτηθώ πότε ο κόσμος θα συνηθίσει στην ιδέα πως υπάρχουν κι άλλοι λαοί και «φυλές» σε αυτήν την χώρα.

Πριν απο εικοσιπέντε χρόνια, όταν οι Μοίρες έπαιζαν μπαρμπούτι τη ζωή μού και βρέθηκα στην Ελλάδα, δεν υπήρχαν πολλοί «ξένοι» στη χώρα. Κάποιες Ιαπωνέζες που παντρεύτηκαν Έλληνα ναυτικό ζούσαν εδώ, Φιλλιπινέζες που εργάζονταν ως οικιακοί βοηθοί, που επειδή ήταν εσώκλειστες δεν τις πολύ έβλεπε ο κόσμος, κάτι Πολωνοί που δούλευαν στις οικοδομές και κάποιοι πολιτικοί πρόσφυγες απο το Ιράκ, που περίμεναν την έκδοση της βίζας για την Αμερική. Ένα τετοιο παιδί ήταν κι ο πρώτος μου φίλος στην Ελλάδα και παρόλο που δεν μιλούσαμε καμία κοινή γλώσσα, όταν έφυγε τελικά, χωρίσαμε με κλάματα και κάποιες λέξεις στα Ελληνικά που μάθαμε κι οι δύο. Στην περιοχή μου, ήμουν το πρώτο αλλοδαπό που εισήχθη κι παρέμεινε και για αυτό τα άλλα παιδιά με αντιμετώπιζαν κοροϊδευτικά λέγοντας με Κινεζάκι, μια και χρησιμοποιούταν σα βρισιά η λέξη...ανάθεμα κι αν ήξεραν που πέφτει. Όταν γύρισα λοιπόν μια μέρα στο σπίτι, μέσα στο παράπονο γιατί με είχαν δείρει λέγοντας με πάλι μπάσταρδε Κινέζε, ο πατέρας μου, μου είπε να μην στεναχωριέμαι γιατί οι Κινέζοι έχουν τεράστια ιστορία και πολιτισμό, πιο παλιό ακόμα απο τον Ελληνικό και θα πρέπει να είμαι περήφανος για την καταγωγή μου. Σημείωση ότι ο παππούς μου ήταν Κινέζος.

 Δυστυχώς όμως το παιδικό μου μυαλό  δεν μπορούσε να το χωνέψει και στην προσπάθεια μου να γίνω αποδεκτός, προσαρμόστηκα στην ελληνική πραγματικότητα με στόχο να αφομοιωθώ απο αυτήν, τόσο  πολύ που ξέχασα τις ρίζες μου, την μητρική μου γλώσσα, την καταγωγή μου, προκειμένου να γίνω «Έλληνας», όμως η φάτσα μου με πρόδιδε πάντα, κάνοντας με να ακροβατώ ανάμεσα στον Ξένο και τον Έλληνα. Καθημερινά για χρόνια έρχομαι αντιμέτωπος με αυτόν τον διαχωρισμό, ακόμα και σήμερα, ξεκινώντας απο τα μικρά έως τα πολύ σημαντικά θέματα της καθημερινότητας. Απο το να μου μιλούν οι σερβιτόροι στα Αγγλικά, ειδικά σε κάποιες τουριστικές περιοχές, μέχρι τις δημόσιες υπηρεσίες κι Αρχές, όπου η επίδειξη της Ταυτότητας καθορίζει και τον τρόπο αντιμετώπισης που θα έχω, στο δρόμο επειδή κόρναρα σε κάποιον που πήγε να με τρακάρει με τον  «εκφοβισμός» τύπου «Θα φωνάξω την Χρυσή Αυγή», έως την προσωπική μου ζωή, όπου παλιότερα ήμουν στόχος κάθε ανώμαλου παιδόφιλου ενώ τώρα, απλά δεν ανταποκρίνομαι στα πρότυπα του fashion icon macho Καυκάσιου άντρα με γένι τριών ημερών. Ακόμα κι επαγγελματικά, είμαι υποχρεωμένος στην Ελλάδα, να κινούμαι στους χώρους εστιάσης που συνάδουν με την εικόνα μου, μονάχα Ασιατική κουζίνα δηλαδή, ασχέτως εαν στο βιογραφικό μου υπάρχουν αξιόλογες δουλειές στην Δυτική γαστρονομία.

Υπήρχε περίοδος στη ζωή μου, που σκεφτόμουν να προβώ σε πλαστική επέμβαση, αλλάζοντας τα «φυλετικά» μου χαρακτηριστικά, σκεφτόμενος πόσο πιο εύκολη θα ήταν η ζωή μου σε αυτή την χώρα, κάτι που γίνεται κατα κόρον στην Ιαπωνία, μέσα στην φρενήτιδα τους να Αμερικανοποιηθούν με πρότυπο τον Michael Jackson, που «κατάφερε» να γίνει «άλλος» άνθρωπος και πραγματικά, σίγουρα η ζωή μου θα ήταν διαφορετική  εαν ήμουν «άλλος». Όμως τελικά δεν το έκανα. Κάτι η ζωή στο εξωτερικό, σε χώρες πιο πολυπολιτισμικές, κάτι το μάθημα της αποδοχής του Εαυτού μου, κάτι που ισορρόπισα ανάμεσα σε δυο τελείως διαφορετικούς πολιτισμούς και κουλτούρες, εκτίμησα το δώρο της διαφορετικότητας, κάνοντας με να μπορώ να βλέπω πιο πολυπρισμικά τη ζωή και να απολαμβάνω αυτό το κράμα της Δύσης και της Ανατολής, τόσο που ενώ δεν «κολλάω» πουθενά, να μπορώ να «ανήκω» στο παντού.

Ακούω συχνά να μιλούν για «Γκέτο», στο κέντρο της Αθήνας χωρίζοντας τις διάφορες περιοχές σε διάφορες φυλές. Εκείνη η περιοχή είναι των Κινέζων, η άλλη των Μαύρων η παρ’ άλλη των Πακιστανών, με μια χροιά φόβου κι απαξίωσης, όμως αναρωτιέμαι αν σκέφτηκε κανείς ότι γκέτο, είναι εκεί που δεν θέλουμε να πάμε. H ειρωνία είναι ότι στις αντίστοιχες περιοχές του εξωτερικού, είναι απο τις πρώτες που επισκέπτονται ως θαμπωμένοι τουρίστες. Η ChinaTown  του Soho, του San Francisco, το Quartier Latin του Παρισιού θυμίζουν εξωτικούς πολυτελείς προορισμούς και ναι δεν συγκρίνονται με τις αντίστοιχες περιοχές της Αθήνας. Όμως όταν έχεις εγκαταλείψει εσύ ο ίδιος την πόλη σου, όταν φοβάσαι και δεν αποδέχεσαι το διαφορετικό, όταν ανατροφοδοτείς το μίσος και τη μισαλλοδοξία, το μόνο που επιτυγχάνεις είναι να ασχημύνεις εσύ ο ίδιος την πόλη σου.

Εχθές πάντως σε μια περιπλάνηση στα γκέτο της Αθήνας, γέλασα τρελλά με Κινέζους που δεν μιλούσαν καμία γλώσσα που θα μπορούσαμε να συνεννοηθούμε, ένας Μαύρος, μου έδωσε το πεντάευρω που μου έπεσε απο την τσέπη, κι ένας Ινδός μου φύλαξε το ποδήλατο, όταν μπήκα σε ένα μαγαζί να πάρω ένα ωραιότατο κεμπάμπ που έφτιαχνε ένας Πακιστανός και με κέρασε μια μπύρα επειδή του είπα “Ευχαριστώ” στη γλώσσα του. Ίσως να έγιναν αυτά, επειδή θεωρούσαν πως ανήκω κι εγώ σε “γκέτο”, ίσως πάλι όχι. Όπως και να έχει πάντως, όταν κάποιος “εισέρχεται” σε ένα γκέτο οι άλλοι τον κοιτάζουν με απορία, απλά γιατί ξέρουν πως είναι απομονωμένοι απο τους “άλλους”.

Πας μη Έλλην Βάρβαρος.  Ας είναι, αφού μια ζωή, περιμένουμε τους Βαρβάρους… 

20 σχόλια:

  1. ....πόσο δίκιο εχεις. τι να σου πω.. οτι δεν έχεις?
    Είχαμε στο σχολείο και Εβραιόπουλα και αγόρι απο την Απω Ανατολή. Ποτέ δεν τα ξεχωρίσαμε, όπως δεν ξεχωρίσαμε και κανέναν άλλον μετά.
    Ετσι μάθαμε.
    Στο κέντρο της Αθήνας, πεζή, ποτέ. Ομόνοια και παρακάτω. Αλλά με το αυτοκίνητο, περνώ παντού και εκεί. Τι θα μου κάνουν... Δεν φοβάμαι την επίθεση και δεν το σκέπτομαι. Διότι ζω στην Κυψέλη.
    Το αν θέλω η Αθήνα να "καθαρίσει" απο αυτους που ειναι ύποπτοι, ναι θέλω. Είμαι ρατσίστρια? Λίγο αν το πάρεις έτσι. Το που ζει δίπλα μου ο Πολωνος, λίγο με νοιάζει, αρκεί να μην μ' ενοχλεί.
    Σπεραααααααααααααααα και καλό απόεμα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Α, ναι, δεν μπορώ τους "χωριάτες"... αυτό μου το καταλογίζετε παρακαλω, στο βιογραφικό μου στα μείον.. μερσί.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Οι χωριάτες μια χαρά είναι. Οι αρχοντοχωριάτες είναι το θέμα...

      Διαγραφή
  3. ας είναι... αφού, μια ζωή, παραμένουμε βάρβαροι…

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Η λέξη βαρ-βαρ-ος, προέκυψε απο τους Αρχαίους Έλληνες για να περιγράψουν τους λαούς της Ανατολής των οποίων η γλώσσα ηχούσε σα βαρ-βαρ, στα αυτία των Ελλήνων.
      Είχα πάντα την απορία πως ηχούν τα Ελληνικά στα αυτιά των ξένων, μέχρι που γνώρισα κάποιον ξένο που έμενε πέντε χρόνια στην Ελλάδα και τον ρώτησα, πως και δεν έμαθε ποτέ ελληνικά για να μου πει: Μου ακούγεται σα πολύ βάρβαρη γλώσσα!

      Διαγραφή
    2. Αντιθέτως σαν αντίλογο στον παραπάνω χαρακτηρισμό για μια από τις σημαντικότερες γλώσσες του πλανήτη έχω να προσθέσω: πως κάποτε στο εξωτερικό που μιλούσα με φίλο μου μας πλησίασε κάποιον και μας ρώτησε τι γλώσσα μιλάμε, γιατί δεν την είχε ξανακούσει, έτσι μας είπε, όταν του είπαμε ελληνικά μας απάντησε ότι ηχούν σαν κελάηδισμα πουλιού.
      Τώρα για το θέμα της διαφορετικότητας και την αποδοχής των ξένων, το όλο θέμα φοβάμαι ότι δεν είναι θέμα ρατσισμού των Ελλήνων (αυτό βολεύει τους αυτοαποκαλούμενους αντιρατσιστές) αλλά στο πόσους μπορεί να αντέξει μια σκληρά δοκιμαζόμενη χώρα, όπως είναι αυτή τη στιγμή η πατρίδα μας. Δηλαδή αν αυτοί οι άνθρωποι μπορούν να βρουν δουλειά που να τους εξασφαλίζει τα προς το ζειν, και όταν λέμε ζειν δεν εννοούμε τροφή, ντύσιμο και στέγη (κάλυψη δηλαδή βασικών αναγκών) αλλά αξιοπρεπής διαβίωση, με καταβολή των φόρων φυσικά. Αν κάτι τέτοιο είναι εφικτό δεκτοί, αν όχι;.....

      Διαγραφή
    3. Εγώ πάντως δεν ξέρω πολλούς που να κάνουν μια δουλειά που τους καλύπτει το ευ ζειν, ασκώντας ένα επάγγελμα, στερώντας την θέση στον επαγγελματικό στοίβο απο κάποιον άλλον Έλληνα.
      Υ.Γ. Μήπως μιλούσατε Κερκυραϊκά Ανώνυμε?

      Διαγραφή
    4. Αν βγεις παραέξω από το καβούκι των Αθηνών που υποθέτω πως είσαι κλεισμένος, -εννοώ στην επαρχία εκεί που ζει και αναπνέει η Ελλάδα-, θα βρεις και θα δεις πολλά....
      Στο σχόλιο περί Κερκυραϊκών δεν μπαίνω στον κόπο να απαντήσω, το θεωρώ (επιεικώς) σαχλό και ανόητο (και μετά μιλάμε για αποδοχή του διαφορετικού...)

      Διαγραφή
    5. Μα τόσο καλά με ξέρεις Ανώνυμε...
      Όσον αφορά την διάλεκτο των Κερκυραϊκών, η οποία είναι ίσως η πιο λυρική διάλεκτο της Ελληνικής γλώσσας, είναι η απόδειξη του πως αυτός ο λαός, μπορούσε κάθε τι ξένο να το αφομοιώσει δημιουργικά, εναρμονίζοντας το στον πολιτισμό του, προάγοντας τον ακόμα περισσότερο, με αποτέλεσμα η ανάγκη έκφρασης του να διαφαίνεται στον εμπλουτισμό της γλώσσας της. Την καλημέρα μου απο ζαμπά μέσα στο καβούκι.

      Διαγραφή
  4. Η διαχείριση του διαφορετικού (όποια κι αν είναι αυτή η διαφορετικότητα) είναι πάντοτε δύσκολη δουλειά. Πόσο μάλλον από μια κοινωνία που δεν έχει ζυμωθεί και τόσο πολύ με την έντονη και εμφανή διαφορετικότητα. Πιστεύω πως είναι νομοτελειακό να συνηθίσει, απλά θέλει το χρόνο της. Μεγάλο μέρος της νέας γενιάς (ίσως όχι η πλειοψηφία) δείχνει ότι θα είναι φορέας σημαντικών κοινωνικών αλλαγών. Ίσως πρέπει απλά να περιμένουμε, να προσπαθήσουμε και να δώσουμε την ευκαιρία σε επόμενες γενιές να το χαρούν!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Βλέπω στο σχολείο δίπλα απο το σπίτι μου, παιδιά απο διπολιτισμικούς γονείς, παιδιά απο άλλες χώρες να παίζουν και να κάνουν παρέα με τα γηγενή. Απο τη μια τα χαίρομαι, απο την άλλην ένας φόβος σκιάζει την καρδιά μου, γνωρίζοντας πόσο εύκολα μπορεί να αλλάξει η κατάσταση και τα ίδια παιδιά να βρεθούν σε αντίθετα μέτωπα...

      Διαγραφή
  5. Πάντως το να γράφεις σου πάει..
    Γράφεις εξαιρετικά, συγκινηθήκα με την ιστορία σου, πραγματικά πρέπει να ήταν δύσκολα..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Περισσότερο είναι, όχι ήταν, κουραστικό.
      Η φίλη που αναφέρω τελικά έφυγε στη Γαλλία και μάλιστα παντρεύτηκε κιόλας. Μια άλλη έφυγε για το Παρίσι, ως Γαλλίδα, επειδή δεν μπορούσε άλλο να ζει στην χώρα αυτή. Ένας φίλος Αργεντίνος, παντρεμένος, περνά τις μέρες τους διαβάζοντας γιατί δεν έχει παρέα άλλη πέρα απο κάποιους φίλους που γνώρισε μέσω της γυναίκας του.
      Η Ελλάδα χαρακτηριζεται "φιλόξενη" χώρα, κι ο βαθμός φιλοξενίας εκτιμάται με βάση το συνάλλαγμα. Κρίμα.

      Διαγραφή
  6. Αχ αυτή η φάρα μας, αχ, αυτό το κακό που έχουμε να είμαστε εμείς και όχι οι άλλοι...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευτυχώς δεν είναι όλοι έτσι... Ομολογώ όμως ότι σκέφτομαι έντονα το ενδεχόμενο να φύγω κι εγώ πια.

      Διαγραφή
  7. Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά, δες εδώ http://www.koutipandoras.gr/?p=30025 , όσο κι αν μπορεί να σου φαίνεται παράξενο αυτή η χώρα συνεχίζει να είναι φιλόξενη όσο υπάρχουν άνθρωποι όπως ο Πέτρος Καπετανόπουλος και ναι είναι η πλειψηφία (σιωπηρή δυστυχώς).

    Είμαι και εγώ παιδί Ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία, εκεί γεννήθηκα. Πέρασα ως παιδί πάνω-κάτω τα ίδια που πέρασες και εσύ, τόσο στη Γερμανία (scheis-auslander) όσο και στην Ελλάδα ("γερμανάκι") - ο φόβος του ξένου είναι παντού ο ίδιος. Άνθρωποι όπως εσύ και εγώ δεν έχουμε πατρίδα και αυτό δεν είναι ούτε κακό, ούτε καλό, απλά είναι.

    Υπάρχει όμως και ένας άλλος παράγοντας που δεν πολυαναφέρεται γενικώς. Στο χωριό μου λένε ότι το αλεύρι βγαίνει και από τις δύο πέτρες. Τι θέλω να πω: Οι πρώτοι οικονομικοί μετανάστες που έφτασαν στο χωριό ήταν από την βόρεια Αφρική (Αίγυπτο, Λιβύη κλπ). Θες από κουλτούρα, θες από θρησκεία οι άνθρωποι αυτοί δεν έκαναν ποτέ το παραμικρό κακό (μόνο κάτι μικρο-καβγάδες μεταξύ τους). Συνεχίσαμε να έχουμε κυριολεκτικά τα κλειδιά πάνω στις εξώπορτες 24ώρες. Όλοι ευχαριστημένοι και καλά μεταξύ μας. Τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν όταν άνοιξαν τα σύνορα με τα κράτη του πρώην ανατολικού μπλοκ. Όχι βέβαια από το ίδιο το γεγονός άλλα από την σκόπιμη αδιαφορία του ελληνικού κράτους για το ποιός βγαίνει ποιός μπαίνει. Έτσι μαζί με τους νοικοκυραίους που ήρθαν πράγματι να εργαστούν τίμια στην Ελλάδα, μπήκε και το κάθε κακοποιό στοιχείο που άρχισε να εγκληματεί ελεύθερα παρέα με το ντόπιο. Οι έλληνες λογίκο ήταν, όπως ήταν συνηθισμένοι σε μια εξαιρετικά χαμηλή εγκληματικότητα, να τρομάξει. Θυμάμαι φοιτητής κυκλοφορούμε ελεύθερα 3-4 το πρωί στην Ομόνοια και ανησυχία καμμία. Συνεπικουρούμενος και από την προπαγάνδα των ΜΜΕ ο απλός φυσικός φόβος για το ξένο διογκόθηκε και έγινε δυστυχώς σε κάποιες περιπτώσεις ρατσισμός - ανάλογα πάντα με την παιδεία του κάθε ατόμου.
    Βλέπεις Ben μετά το 80' όταν έπαψε να υπάρχει ο "φόβος των κουμουνιστών", έπρεπε αυτός ο φόβος να αντικατασταθεί με κάποιον άλλον/άλλους. Γιατί μια κοινωνία - ένας λαός όταν δεν ζει με το φόβο και είναι νηφάλιος γίνεται "επικύνδυνος" για το "σύστημα" που τον κυβερνάει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τα "γιατί" είναι γνωστά, όσον αφορά το κοινωνικο-πολιτικό φαινόμενο.
      Τι συμβαίνει όμως με το φαινόμενο που δεν συνάδει με κοινωνικοπολιτικά αίτια, αλλά στο καθαρά προσωπικό-ψυχολογικό. Η απαξίωση καθενός άλλου, όχι μονάχα των μεταναστών ή αλλοδαπών, αλλά κάθε τι που ειναι διαφορετικό απο το status quo που "υιοθέτησε" ο καθένας έπειτα απο την επιβολή του καταναλωτισμού, έπειτα απο την δεκαετία του '90;
      Μιλάμε πλέον για μια νέα μορφή "ξενοφοβίας", που δυστυχώς τα αίτια είναι πολύ πιο δυσδιάκριτα, όμως το αποτέλεσμα πολύ πιο διακριτό.

      Διαγραφή
  8. ειναι ετσι οπως τα γραφεις με τη διαφορετικότητα, κοιτα οι ελληνες ισως δυσκολευονταιν αρχικα να αποδεχτούν ενα μη Έλληνα" στα χαρακτηριστικά αλλα δεν εχουν τοσο μεγαλο θέμα! για παραδειγμα εχω ενα πολυ καλο φιλο απο την νιγηρια που σπουδασε και δουλεύει στην αθηνα και στα νησια! ειχε παντα τις καλυτερες γκομενες και τις καλυτερες δουλειες! ειχε παντα ενα τσαμπουκα και πιστευε στον εαυτο του! εγω ζω στο κεντρο στο λεγομενο γκετο και εχω ζησει και τη βια και τη βρωμια αλλα και την καλοσυνη των ανθρώπων
    δεν υπαρχουν κακοι και καλλοι ελληνες και μετανάστες
    υπαρχουν ανθρωποι!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Aλίμονο. Πάνω απο όλα Άνθρωποι. Το ερώτημα είναι πως το να παραμένεις Άνθρωπος, κατάντησε να γίνεται αγώνας.

      Διαγραφή

Feel FREE to comment...