Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012

Στην Κουζίνα Ολοταχώς



Μάθε τέχνη κι άσ’ τη ‘νε», έλεγε η Γιαγιά μου, στην Ελλάδα. Στην Ταϊλάνδη λέγανε κάτι άλλο, δύσκολο να μεταφραστεί στην Ελληνική γλώσσα αλλά η ουσία είναι ίδια. Οι καταβολές μου είναι περίεργες και δεν αφορούν κανέναν άλλον εκτός απο μένα, αυτό που μετράει είναι ότι έμαθα πως στη ζωή, ο «Κουλουράς», δεν στερείται τίποτα απο τον «Διευθυντή», ίσως μάλιστα να είναι και «καλύτερος», γιατί είναι Κύριος του εαυτού του και δίνει λογαριασμό μόνο στον ίδιο του τον Εαυτό.

Η Ζωή τα ‘φερε έτσι ώστε να καταλήξω (;) Chef όπως με φωνάζουν, αλλά προτιμώ τον όρο «Μάγειρας», προκειμένου να βγάλω αρχικά τα προς το ζειν. Βλέπετε όταν σε ζώνει η Πείνα και η ανάγκη της Ανεξαρτοποίησης, είναι σα να ‘σαι χαμένος στη θάλασσα. Κολυμπάς, προς τα εκεί που νομίζεις πως θα σε βγάλει στην Ακτή. Κάπως έτσι ξεκίνησα αυτό το επάγγελμα, «τυχαία». Πριν απο αυτό έκανα διάφορες δουλειές. Απο οικοδομή, σερβιτόρος μέχρι go go Boy σε διάφορα clubs της εποχής. Είπαμε, ένα μεροκάματο και «Μάζευε κι ας είναι και ρόγες». Κάπως τα φερε η Τύχη και μου πρότειναν μια δουλειά σε κουζίνα. Το σκέφτηκα απο ‘δω, το σκέφτηκα απο κει, λέω δεν χάνω τίποτα να το δοκιμάσω. Τουλάχιστον είναι μια δουλειά που μπορεί να σου δώσει προοπτικές, σε σχέση με τις άλλες που είχα ασχοληθεί, τότε δεν είχε αυτή τη γκλαμουριά και δημοσιότητα, που έχει τώρα. Είχα γνωρίσει κι έναν Chef, που είχε κάνει καριέρα, με εργασίες «στας εξωτερικάς», ξένος, και λέω «Γιατί αυτός κι όχι εγώ;» Άσε που ότι δουλειές έκανα δεν είχαν προοπτική, για πόσο;, ήταν το άγχος μου, οπότε δέχτηκα να μπω σε κουζίνα, δίχως να ξέρω τίποτα, τουλάχιστον απο επαγγελματική κουζίνα.

Η επαφή μου με την κουζίνα ήταν περιορισμένη στην κουζίνα του σπιτιού μου. Ξεκίνησα να μαγειρεύω γιατί η μάνα μου ήταν φριχτή μαγείρισσα οπότε ότι τρώγαμε, ήταν ελεεινό, απο την άποψη της γεύσης. Απο την άλλη η Γιαγιά, που κρατούσε απο Σμύρνη μεριά, ήταν υπέροχη μαγείρισσα. Θα μπορούσα να τρώω σε ‘κείνη, αλλά μεγάλωσα με ασιατικές αντιλήψεις ότι πρέπει να είσαι ανεξάρτητος και να μην βασίζεσαι σε κανέναν. Έτσι ρώταγα τη Γιαγιά, πως γίνεται το τάδε και το άλλο φαγητό και εφάρμοζα τις συνταγές της στο σπίτι για να τρώω ένα φαϊ της προκοπής. Η μητέρα μου δεν είχε κανένα απολύτως πρόβλημα, αντιθέτως χαιρόταν που την έβγαζα απο την αγγαρεία του μαγειρέματος κι ο πατέρας μου, ενώ στην αρχή αντιδρούσε «Αγόρι πράμα στην κουζίνα», άρχισε να το συνηθίζει και να απολαμβάνει τα φαγιά μου, γλιτώνοντας απο την μαγειρική της μάνας μου. Συνέβαλλε βέβαια και η Γιαγιά: «Άστον νε! Μάθε Τέχνη κι άς την ‘νε, κι αν πεινάσεις, πιάστην νε.», ήταν το μότο της που έμαθε απο τη ζωή, πως η Τέχνη, σε σχέση με τα Γράμματα, εξασφαλίζει ένα πιάτο φαϊ στο τραπέζι, χωρίς ποτέ της να υπιτιμήσει τις σπουδές, αντιθέτως, μέχρι Τρίτη δημοτικού πήγε και το’ χε μαράζι που δεν συνέχισε, αλλά... καλό είναι να ξέρει κανείς και μια Τέχνη.

Και κάπως έτσι μπήκα κι εγώ στην Κουζίνα και ξεκίνησα την επαγγελματική μου σταδιοδρομία. Πείνα και προοπτική. Δίχως σπουδές, δίχως πτυχία, δίχως τίποτα. Ξεκίνησα απο λαντζέρης, μέχρι να «μπω» στον «πάγκο», δίχως να ξέρω πως πιάνεται το μαχαίρι, θέτοντας απλά στόχους, πως Εγώ, κάποια μέρα θα γίνω Τάδε. Το αν τα κατάφερα ή όχι, το κρατώ για μένα, δεν είναι άλλωστε αυτό, ο σκοπός αυτού του post, μια φορά πάντως Ευχαριστημένος είμαι.

Παράλληλα με αυτό το επάγγελμα, έκανα κι άλλες δουλειές, η ανασφάλεια της Πείνας βλέπετε και το μότο της Γιαγιάς, που με έσωσε απο πολλά. Ασχολήθηκα με το χορό, τη διδασκαλία, τα καλλιτεχνικά, τις πωλήσεις Χρηματοοικονομικών, μέχρι που έκατσα και σε καρέκλα δερμάτινη ένα φεγγάρι, φορώντας κουστουμιά με χαρτοφύλακα, έτσι για το γαμώτο που δεν σπούδασα και θυμόμουν που μου ‘λεγε ο πατέρας μου πως είμαι άχρηστος και ανεπρόκοπος. Η ανασφάλεια της έλλειψης εκπαίδευσης και του πτυχίου, με κατέτρεχε για πολλά χρόνια, μέχρι που στάνιαρα, γιατί το δικό μου γινάτι, ήταν ανώτερο απο αυτά. Πάντα όμως υπήρχε μια σταθερά. Η Τέχνη. Η μαγειρική, που με έσωσε απο τους δρόμους. Που μου χάρισε πολλά όσα πεθύμισα σα παιδί, κοιμώντας στο πάτωμα τις νύχτες και με πήγε πιο πέρα, πιστεύω, στη Ζωή, απο το να ήμουν ένας ευκαιριακός “τυχοδιώκτης” του μεροκάματου. Πως να μην την αγαπήσω λοιπόν;

“Ότι φτιάνεις, να σκέφτεσαι πως το φτιάνεις, για ‘κείνον που αγαπάς περισσότερο.”, έλεγε η Γιαγιά μου, όταν την ρώταγα πως μπορεί μια μερίδα πατάτες τηγανιτές, να τις κάνει το πιο νόστιμο πράμα του Κόσμου ολάκερου. Κι αυτό έγινε το δικό μου μότο στην δική μου σταδιοδρομία και που προσπαθώ να μεταλαμπαδέψω στα παιδιά, που είχαν την “ατυχία”, να πέσουν στα χέρια μου, ως Chef, αλλά, αμά δεν πεινάσεις, δεν το τιμάς το ψωμί σου μάστορα.

Η μαγειρική έγινε για μένα μια γλώσσα Αγάπης. Μαγειρεύω επαγγελματικά, έχοντας πάντα στο νου μου εκείνος ο άγνωστος πελάτης να είναι εκείνος που αγαπώ περισσότερο, όμως τίποτα δεν συγκρίνεται με το να μαγειρεύω σπίτι μου. Για τους φίλους μου, για τον επισκέπτη, για μένα τον ίδιον, ανακαλώντας έτσι απο την μνήμη, στιγμές Ευτυχίας και Χαράς, όταν με πιάνει η νοσταλγία μου, για ξεχασμένες πατρίδες και “χαμένα” πρόσωπα του παρελθόντος. Άτιμο πράγμα η μνήμη και δεν υπάρχει τίποτα πιο ισχυρό απο την αίσθηση της όσφρησης και της γεύσης, για να ανασύρει πράμματα και ενίοτε θάματα. Κάπως έτσι μπήκα στην κουζίνα μου σήμερα. Λαχτάρισα μια χορτόπιτα κι ένα φρικασέ, σαν αυτά που έκανε η σχωρεμένη η Γιαγιά μου, τέτοια εποχή, μετά του Αγίου Δημητρίου, που έστρωνε τα χαλιά, σα καλοσόρισμα του Φθινοπώρου κι ευχή για τον ερχόμενο Χειμώνα.

Η ώρα άλλαξε, αλλά χαρά Θεού η μέρα. Ούτε βροχές, ούτε κρύα, ούτε χαλιά. Αλλά να, σκοτεινιάζει απο τις πέντε και βρισκόμαστε σε ένα λωλό Φθινόπωρο, με έναν αβέβαιο Χειμώνα στο προσκέφαλο. Χρειαζόμουν μια σταθερά. Κάτι να με καθησυχάσει, σα το χάδι της Γιαγιάς μου, εκείνο το φιλί που μου έδινε και τόσο μου λείπει κι αναζήτησα, σα τα κουτάβια, τις μυρωδιές, που θα ευφράνουν την καρδιά μου. Το σπίτι μύρισε σέσκουλο και σέλινο, δείγμα πως το φρικασέ είναι έτοιμο. Θα το αβγοκόψω σε καμιά ώρα, έτσι για να μην κόψει. Οι πίτες μπαίνουν μια μια στο φούρνο και οι καυκαλίθρες μου γαργαλάνε τη μύτη. “Κυρά να μπεις, Κυρά να βγεις”, σιγομουρμουρίζω, τρυπώντας τες σταυρωτά και ηρεμεί η καρδιά μου. Θα κρατήσω μια μερίδα και τις υπόλοιπες σε φίλους και στον άστεγο που μένει στο φανάρι. “Γιατί το φαϊ, αγόρι μου, είναι Αγάπη. Κι έτσι πρέπει να το μοιράζεσαι.”, έλεγε η κυρά Μαρία.

Μου λείπεις ρε Γιαγιά.


11 σχόλια:

  1. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. και έρχεται εκείνο το Γ το κεφαλαίο για να καταδείξει τη θέση που Εκείνη έχει στην καρδιά σου...
    και οι κουβέντες της πόσο σοφές και μεστές...

    πέρα από την προσωπική σου κατάθεση, ξέρεις τι κρατώ πιο πολύ; αυτή τη φράση:
    “Ότι φτιάνεις, να σκέφτεσαι πως το φτιάνεις, για ‘κείνον που αγαπάς περισσότερο.”!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κι αυτό, είναι το μυστικό της επιτυχίας κάθε συνταγής...
      Καλη Εβδομάδα.

      Διαγραφή
  3. Τι καλόόοος!
    Νυκοκοίρης!
    Μπράβο! Άτιμο πράγμα η μνήμη όντως! Εσύ όμως ξέρεις και την στηρίζεις με τη δημιουργία! :)
    Όμορφο Φθινόπωρο ακόμη! Ας ελπίσουμε ότι θα συνεχίσει! :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ναι, να συνεχίσει και θα συνεχίσει. Στην Ελλάδα ζούμε άλλωστε.
      Καλη Μέρα.

      Διαγραφή
  4. παίρνω το τάπερ κι έρχομαι, με τα πόδια, τσούκου τσούκου, κάποτε θα φτάσω!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Φέρε, φέρε, όσο έχω ακόμα για να φτιάχνω.

      Διαγραφή
  5. Μεγάλη τέχνη πολιτισμού
    και μια και δεν είμαι κοντά να δοκιμάσω
    κρατώ την προσφορά στον άστεγο―
    κι αυτή Μικρασιάτικη συνήθεια..

    Καλή όρεξη Ben!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κάποιες συνήθειες παλιές, καταντάνε σα τις αντίκες. Άλλοι τις βλέπουν σα παλιατζούρες κι άλλοι ανεκτίμητες. Χαίρομαι που είσαι απο τους δεύτερους.
      Ευχαριστώ Δάφνη.

      Διαγραφή
  6. Το "νοιώθω", με το "είμαι" μόνος έχει τεράστια διαφορά.
    Ψάξε, βρες, αναζήτα, πάντα υπάρχει κάποιος στη ζωή μας που μας αγαπά. :-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Feel FREE to comment...