Δευτέρα, 16 Απριλίου 2012

O.M.G. !!!


  
Μια απο τις τάσεις των τελευταίων χρόνων στην επικοινωνία, είναι η χρήση συντομογραφίας, η οποία ξεκίνησε από το διαδύκτιο, με σκόπο την εξοικονόμηση χρόνου και όπως όλα τα trends, ήρθε κι αυτό απο τα ξένα. Έτσι φράσεις καθομιλούμενες στην Αγγλική ή καλύτερα Αμερικάνικη γλώσσα, έπαψαν να χρησιμοποιούνται ολόκληρες, παρά μονάχα με τα αρχικά τους. Κι επειδή το ξενόφερτο, είναι και εκτιμητέο, αυτόματα υιοθετήθηκε και απο την ελληνική νεολαία, αρχικά, για να περάσει στην καθημερινότητα των trendy ατόμων, που και καλά είναι κοσμογυρισμένοι, δηλαδή έχουν «ζήσει» στο Ν.Υ. City και L.A., ασχέτως εάν εννοούν τα Νέα Υδραιϊκα και το Λεκανοπέδιο Αττικής.

Έτσι πληθώρα συντομεύσεων, όπως ΑSAP (As Soon As Possible), BTW (By The Way), CML (Call Me Later) και πολλά άλλα, έχουν κατακλύσει στην καθημερινή επικοινωνία, όχι μόνο μέσα στο διαδύκτιο, αλλά και στον προφορικό λόγο, κάνοντας κάτι τύπους σαν εμένα να αισθάνονται  Μαθουσάλες, με καταγωγή απο τα Άνω Κατωγιάννια, δίπλα στη Σταμνίτσα και πριν τα Κουτσούρια, που έχει και μια πηγή και μαζεύουν ακόμα το νερό με τη στάμνα. Δεν θα αναφερθώ στον εξελληνισμό της νέας μόδας, όπου λέξεις όπως «τελοσπάντων», έγιναν ΤΕΣΠΑ, που όταν την άκουσα σε μια παρέα συνομήλικων μου, νόμισα πως μιλούσαν για μια νέα γρίπη και ντράπηκα να ρωτήσω που ήμουν τόσο ανημέρωτος, αλλά είπαμε, είμαι απο χωριό εγώ.

Τελευταία, και  μάλλον καθυστερημένα, έμαθα και τι σημαίνει το O.M.G. Το χρησιμοποιούσαν κάτι trendy τριαντάρηδες, που είχα την ατυχία να συνεστιαστώ κάποιο βράδυ και ξεπερνώντας κάθε ντροπή, ρώτησα ευθαρσώς: Συγνώμη, τι είναι το O.M.G.;
- Μα καλά, που ζείς;, μου απάντησε μια τύπισσα έκπληκτη! Oh My God!, βέβαια!
Τουτ’ έστιν «Ω! Θέε Μου».
Ε, τη ρώτησα τότε κι εγώ: Κι εσένα που σε λένε συνέχεια ΦΑΜΠ (FAB, fabulous),  σημαίνει Fuck You Bitch (FUB)? !!!, … δεν μου ξαναμίλησε όλο το βράδυ.

Τις τελευταίες μέρες πάντως, πρέπει να αναφώνησα το Θεό, O.M.G. , αμέτρητες φορές. Ίσως έφταιγε το πνεύμα των ημερών, ίσως μια γλυκειά νοσταλγία για τα παιδικά μου χρόνια, τότε που ο πατέρας μου με σφαλιάριζε εαν μέσα στο σπίτι χρησιμοποιούσα εκφράσεις της «αργκό», όπως αποκαλούσε τις εκφράσεις τύπου «Τα πήρα», «Την είδα», «Την πάτησα», μια κι είχε απίστευτες γνώσεις της Ελληνικής γλώσσας, γεγονός που του προκαλούσε κι απέραντο σεβασμό ως προς αυτήν, πράγμα που προσπαθούσε να εμφυσήσει και σε μένα. Όμως όλα ξεκίνησαν απο μια μανία που με έπιασε την Μ.Πέμπτη, ακούγοντας την καμπάνα της εκκλησίας, δίπλα απο το σπίτι μου να χτυπάει, καλώντας τους πιστούς στη Θεία Κοινωνία.

Εκείνη την ώρα έπινα καφέ και κάπνιζα το δεύτερο τσιγάρο, όταν ο χτύπος μου ανέσυρε την ανάμνηση, εμένα παιδί, να τρέχω με τα καλά μου εναγωνίως προς την εκκλησία, προσπαθώντας να προλάβω να κοινωνήσω, πριν λήξει το Μυστήριο και δεν βγάλω, όπως τα άλλα παιδάκια, «χρυσό δοντάκι». Ο παπάς βέβαια, όποτε με έβλεπε στη σειρά με τα άλλα παιδάκια, στραβωμουτσούνιαζε και δεν καταλάβαινα ποτέ το γιατί, μέχρι που μου είπε η Γιαγιά μου, πως της είχε ζητήσει να μην πηγαίνω για κοινωνία, γιατί ήμουν αβάπτιστος. Απο πείσμα κι εγώ, όποτε μας τραβολογούσαν με το σχολείο στην εκκλησία, να ‘μαι πρώτος στη σειρά να κοινωνήσω κι διάλεγα για κανά πεντάλεπτο το καλύτερο κομμάτι αντίδωρο, μπροστά στο παπά, μέχρι που βαφτίστηκα, μετά απο χρόνια και ήταν η τελευταία φορά που πάτησα σε εκκλησία.

Εκείνη η ανάμνηση όμως, με έκανε να θυμηθώ τα Πάσχα των παιδικών μου χρόνων, τα οποία μπορεί να μην ήταν ποτέ ιδιαίτερα, με παιχνίδια σε χωριό κτλπ, αλλά όπως κάθε τι παιδικό στην ενήλικη ζωή, περιβάλλονται μετά απο χρόνια, από ένα νοσταλγικό, γλυκό άρωμα. Ένα άρωμα που ήθελα να ξαναμυρίσω, για να ξανανοιώσω τη γλυκήτητα και τη ζεστασιά της Γιαγιάς μου, ενός ανθρώπου που με έκανε να είμαι αυτό που είμαι, και που μου αρέσει να είμαι.

Κάθε Μ. Πέμπτη, η Γιαγιά μου έβαφε τα αυγά, για το Πασχαλινό τραπέζι και φτιάχναμε τσουρέκια και κουλούρια, απο τη μία, γιατί έτσι το ‘μαθε απο μικρή, αλλά και για να είναι όσο το δυνατόν πιο φρέσκα, για το προκείμενο φαγοπότι και απο την άλλη για πρακτικούς λόγους , καθώς όπως μου έλεγε, τη Μ.Παρασκευή, δεν θα κάναμε καμία δουλειά και το Μ. Σάββατο, θα είχαμε δουλειές με φούντες, όπως έλεγε, οπότε η Μ. Πέμπτη ήταν η καλύτερη μέρα. Και έτσι γινόταν κάθε χρόνο.

Η όσφρηση, είναι για μένα η πιο δυνατή αίσθηση του ανθρώπου. Είναι εκείνη η αίσθηση που μπορεί να ανασύρει ξεχασμένες μνήμες, μα πάνω απο όλα συναισθήματα. Είναι η αίσθηση, που συνδέεται άμεσα με την καρδιά, όπως η όραση με τη λογική. Είναι η αίσθηση, που επειδή δεν μπορείς να περιγράψεις ορισμένες φορές το τι μυρίζεις, ο νους ταξιδεύει ελεύθερος και η καρδιά φτερουγίζει, σε αντίθεση με την όραση, που θέτει μια έλλογη αλληλουχία σκέψεων, ικανή να δημιουργήσει μια ιστορία για διήγηση. Τη Μ. Πέμπτη λοιπόν, η μια ανάμνηση έφερε την άλλη κι ένιωσα την ανάγκη, να ανασύρω μνήμες της καρδιάς, μα πιο πολύ, να αναβιώσω το τρυφερό χάδι της Γιαγιάς μου, όταν έκλεβα τα φρεσκοψημένα κουλούρια απο τη λαμαρίνα, μη μπορώντας να αντισταθώ στο άρωμα τους, εν εβδομάδα νηστείας κι εκείνη γέλαγε, χαϊδεύοντάς με απαλά στο κεφάλι, λες και ήταν η καλύτερη της επιβεβαίωση, ότι είχαν πετύχει.

Έβαψα λοιπόν αυγά, κόκκινα, δεμένα με τριφύλλι σε κάλτσα και τα γυάλισα με λάδι. Τα ‘βαλα σε ένα καλάθι, πάνω στο τραπέζι, γιατί έτσι έκανε κι εκείνη, ως έναρξη του πραγματικού εορτασμού του Πάσχα. Ανέσυρα απο τα κιτάπια του νου, τη συνταγή για τα κουλούρια. Εκείνα που έμαθα να πλάθω όρθιος πάνω σε ένα τελάρο, μια και δεν έφτανα στον πάγκο, φορώντας μια ποδιά στη μέση που μου κάλυπτε τα πόδια. «Το βούτυρο, πρέπει να χτυπιέται με τη ζάχαρη», θυμόμουν αρχικά, «για να γίνουν αφράτα τα κουλούρια και μετά τα αυγά να τα σπας ένα-ένα μέσα στον κάδο, για να μην σφίξει η ζύμη. Ανακάτεψε λίγη ζάχαρη, μαζί με τα μπαχαρικά, για να μην χάσουν το άρωμα τους. Ποια μπαχαρικά; Τρία είναι και πάνε πάντα μαζί σα τις Μοίρες. Κανέλα, Γαρύφαλλο και Μαχλέπι  κι ρίχτα μετά τα αυγά, για να μη βρωμίσουν στα κουλούρια. Το πορτοκάλι ρίχτα με το αλεύρι,κοσκινισμένο πάντα, ακούς; Για να μην σου κόψει το βούτυρο και τελευταία τη βανίλια, για να μυρίσει το σπίτι.» Και τα ‘πλεξα σε πλεξούδες και τα έψησα, έτσι όπως θυμόμουν και O.M.G. το σπίτι μοσχομύρισε έτσι όπως θυμάμαι πως πρέπει να μυρίζει το Πάσχα.

Σειρά, είχαν τα τσουρέκια. Η ζύμη τους ελαστικιά και μαλακή, πλασμένα σε στεφάνι για να χωρέσει το κόκκινο αυγό στο κέντρο. Και φουσκώσανε, χαρούμενα απο τα τραγούδια που άκουγαν κατά το ζύμωμα. «Πάντα να τους τραγουδάς», μου ‘λεγε. «Να γίνουν χαρούμενα, για να φουσκώσουν και να αγκαλιάσουν το αυγό, έτσι όπως σε αγκαλιάζω κι εγώ.» και μύρισε το σπίτι μαστίχα κι ένιωσα μια ζεστασιά στην καρδιά μου. Δεν ξέρω αν ήταν απο τη θερμότητα του φούρνου ή αν εκείνη, ξελογιασμένη απο τις μυρωδιές της ζωής της, ήρθε και μου ‘δωκε, φευγαλέα μια αγκαλιά, σα εκείνες που μου ‘δινε μικρός, κάνοντας με να ξεχνώ κάθε στεναχώρια. O.M.G. ! μα καλά που ζω;

Στον Επιτάφειο, δεν πήγα, συνηθίζαμε να πηγαίνουμε μαζί, τη μοναδική μέρα που πήγαινε στην εκκλησία κι αυτό, γιατί δεν χώνευε τους παπάδες. Αλλά στο θρήνο μιας Μάνας, ένιωθε την ανάγκη να παρευβρεθεί. Τα πρώτα χρόνια, κάναμε μόνο τη μισή διαδρομή, μέχρι το σπίτι, όπου είχε αφήσει όλα τα φώτα αναμένα, σα τις ολονυχτίες και εγώ γκρίνιαζα που δεν έκανα όλο τον κύκλο. Όταν μεγάλωσα όμως λίγο με άφηνε, αφού ορμήνευε τη γειτόνισσα να με έχει στο νου της.

Χρόνια έχω να πάω στον Επιτάφειο, απο την πρώτη χρονιά που πέθανε η Γιαγιά και πήγα μόνος αναζητώντας τη θύμιση της, μια κι είχα καιρό να τη δω πριν πεθάνει. Ήταν ένας τρόπος να την αποχαιρετίσω, μια και δεν πήγα στην κηδεία της και αφού προσκύνησα, έκατσα σε ένα παγκάκι στο προαύλιο της εκκλησίας κι έκλαψα, βαστώντας αναμένο το κερί,  να πάω το φως στο σπίτι, όπως έκανε κι εκείνη, για να ανάψει το καντηλάκι των νεκρών.  Και τα λόγια της, ειπωμένα πριν χρόνια, ηχούσαν μέσα μου, να μου λέει: «Εμένα στην κηδεία μου, θα πηγαίνουν απο μπροστά τα νταούλια κι απο πίσω εγώ, ακούς! Και θα τραγουδάς! Δε θέλω εγώ κλάματα, αλλά τραγούδι και γέλιο.» Σκούπισα τότε τα δάκρυα μου και γύρισα σπίτι, σε μια μικρή, φωτισμένη γκαρσονιέρα, άναψα με το φως του Επιταφείου, ένα κερί και έβαλα παλιά, γλεντζέδικα λαϊκά να παίζει.

Φέτος, για άλλη μια χρονιά, δεν πήγα στον Επιτάφειο. Άναψα όμως όλα τα φώτα του σπιτιού, άναψα κι ένα κεράκι κι έβαλα στο τέρμα τα τραγούδια που της άρεσε να τραγουδά, σκανδαλίζοντας τον κόσμο που περνούσε απο κάτω, υπο τις φάλτσες νότες του «Ω γλυκή μου Έαρ», να ακούν τον Τσιτσάνη να λέει: « Κι όλο κλαίνε, τα καβουράκια, στου γιαλού, στου γιαλού τα βοτσαλάκια» O.M.G.! τι θα πει ο κόσμος.

Το Μ.Σάββατο, ήταν πάντα ημέρα τρεξίματος. Δουλειά, σπίτι, προετοιμασίες για το τραπέζι της Ανάστασης και της Κυριακής του Πάσχα. Οι παππούδες μου δούλευαν μέχρι που πέθαναν. Είχαν μάθει στη δουλειά, τη σκληρή δουλειά και παρά τη συνταξιοδότηση τους, δεν έκατσαν. Ηι Γιαγιά θα ξέκλεβε χρόνο μέσα στην ημέρα απο τη δουλειά, για να ετοιμάσει το τραπέζι. Και Πάσχα, χωρίς μαγειρίτσα, γίνεται; Δεν γίνεται!

Μικρός σιχαινόμουν τη μαγειρίτσα, όπως κι όλα τα Πασχαλινά εδέσματα. Η ιδέα του να τρώω εντόσθια και σωθικά σφαγμένων ζώων, με αναγούλιαζε. Θυμάμαι μια χρονιά, που σφάξανε οι δικοί μου δυο κατσίκια, που τάιζα για κάνα μήνα ο δόλιος, αγορασμένα για το Πάσχα, αλλά εγώ νόμιζα πως τα πήρανε για μένα και έτρεχα μετά το σχολείο να παίξω μαζί τους. Κάποια μέρα μέσα στη Μεγάλη εβδομάδα, θεώρησα, ότι μπορώ να πάρω τη μικρή την κατσίκα βόλτα απο το λουρί και την έβγαλα στο δρόμο σα σκυλί σαλονιού κι εκείνη ακούγοντας τα αυτοκίνητα να περνάνε δίνει μια και μπαίνει απο το παράθυρο στο ισόγειο μιας γριάς, καταστρέφοντας της το σπίτι και στέλνοντας την στο νοσοκομείο, στα πρόθυρα εγκεφαλικού. Ακόμα θυμάμαι το ξύλο που έφαγα απο τον πατέρα μου όπως και την επόμενη μέρα που πήγα να ταϊσω τα κατσίκια και τα βρήκα κρεμασμένα ανάποδα απο τη λεμονιά με τα σωθικά χυμένα. Εκείνη τη χρονιά, δεν έφαγα τίποτα στο τραπέζι. O.M.G. !

Πέρασαν χρόνια μέχρι να δοκιμάσω τη μαγειρίτσα της Γιαγιάς μου. Νήστευα ακόμα τότε Μ. Εβδομάδα και οι δικοί μου με είχαν στρώσει στη δουλειά στις διακοπές. Στην οικογένεια μου, λόγω έλλειψης χρόνου, μαζευόμασταν οικογενειακώς τέσσερις φορές το χρόνο. Ανήμερα τα Χριστούγεννα, του Αγίου Βασιλείου, το βράδυ της Ανάστασης και την Κυριακή του Πάσχα. Δεν θυμάμαι να έλλειψε κανείς εκείνες τις μέρες. Εκείνη τη χρονιά τόλμησε ο θείος μου να πει ότι δεν θα ερχόταν στο τραπέζι, γιατί θα πήγαινε στο χωριό της καινούργιας του γυναίκας για Πάσχα και η Γιαγιά μου του είπε: «Καλά παιδί μου, κάνε ότι θές και να περάσεις καλά. Αλλά πόσα Πάσχα θα κάνεις ακόμα με τη μάνα σου. Μπορεί να είναι το τελευταίο μου αυτό.» και να σου ο μπάρμπας στο τραπέζι μαζί με τον Πινγκουϊνο, όπως αποκαλούσε τη νέα της νύφη. «Έεετσι, για να μάθει ο Πινγκουϊνος!», έλεγε την ώρα που γύριζε ανάποδα τα άντερα κι εγώ είχα πεθάνει στα γέλια.

Μαζευόμασταν λοιπόν κάθε Μ. Σάββατο στο σπίτι της Γιαγιάς και πηγαίναμε μαζί όλοι κουστωδία στην εκκλησία για να γυρίσουμε μετά για το τραπέζι. Εκείνη τη χρονιά, η άρτια αφιχθείσα νύφη καθόταν κι έβλεπε τηλεόραση κι η Γιαγιά αυγόκοβε τη μαγειρίτσα. Κάτι η νηστεία, κάτι η κούραση της δουλειάς, κάτι η μαγειρίτσα που μοσχοβόλαγε, με είχε κόψει λόρδα. Πάω λοιπόν στην κουζίνα και λέω στη Γιαγιά μου να μου βάλει ένα πιάτο. Εκείνη ποτέ της δεν μου χάλαγε χατήρι, μου γεμίζει ένα πιάτο και κάθομαι στο τραπέζι δίπλα απο τον Πιγκουϊνο. Τρώω την πρώτη κουταλιά και θυμάμαι τη θεσπέσια γεύση της, κάνοντας με να νομίσω πως ήταν ότι νοστιμότερο έχω φάει στη ζωή μου, όπως όλα και όσα έφτιαχνε η Γιαγιά μου. Γυρίζει η νέα μου θεία που μάλλον κι εκείνη είχε κόψει η λόρδα απο τη Σαρακοστή, με κοιτάζει αποσβολωμένη και μου λέει: «Μα καλά, δεν ντρέπεσαι; Τρως πριν την Ανάσταση; Αμαρτία είναι!» O.M.G.! Τι το ‘θελε κι άνοιξε το στόμα της η δόλια. Την ακούει η Γιαγιά και της λέει : «Άστο το παιδί να φάει, στα ντουζένια του είναι να καρδαμώσει! Άααλλα, είναι αμαρτίες!» και κούναγε το κεφάλι της υποννοώντας τα ράμματα που είχε για τη γούνα της νύφης της. Ο Πιγκουϊνος το βούλωσε και δεν ξανάνοιξε το στόμα του παρά την επόμενη μέρα.

Ορέχτηκα  λοιπόν κι εγώ μια μαγειρίτσα και πήρα απο την χασάπισσα μια συκωταριά και δυο κιλά άντερα. «Τι θα φτιάξεις Βen;», με ρωτά εκείνη. Μαγειρίτσα, της απαντώ κι εγώ φυσικότατα και μένει κόκκαλο μια και δε μου το ‘χε να ασχολούμαι με ταπεινά εδέσματα. Της είχα πάει όμως φρεσκοψημένα κουλούρια και τσουρέκια και μου κανε νόημα να περιμένω λίγο για να μου πει συνομωτικά, όταν άδειασε το μαγαζί: «Σου πα να περιμένεις για να σου ξεδιαλέξω μια καλή!» και μου ‘κλεισε το μάτι. Αυτά είναι τα καλά των λαϊκών συνοικιών, σκέφτηκα και γέλασα απο μέσα μου, θυμούμενος το μαγαζάκι των παιδικών μου χρόνων, όπου έμαθα το αλισβερίσι.

 «Τη συκωταριά, την πλένουμε καλά!», να η φωνή της Γιαγιάς να με ορμηνεύει. «Την κάνουμε πρώτα μια βράση, με δάφνη, κόκκινο κρασί και ένα ποτηράκι ξύδι. Έτσι η μαγειρίτσα δεν μυρίζει και δεν σου κάθεται.» Και τα ‘κανα όλα κατά γράμμα. «Τ’ άντερο το πλένεις καλά με ξύδι και το γυρίζεις δυο φορές μέσα έξω γεμίζοντας κάθε φορά με νερό, μέχρι να ασπρίσει.» Γύριζα κι εγώ τα άντερα με ένα ξυλάκι, προσπαθώντας να το ξεμπλέξω απο το κουβάρι που είχε γίνει και το γέμιζα με νερό σα μπαλόνι, σπρώχνοντας το να βγει απο την άλλη, με την ελπίδα ότι επιτέλους θα ‘βγαινε καθαρό. Κατά καιρούς, έσκαγε το άντερο γεμίζοντας με, με το περιεχόμενο του, κάνοντας με να μυρίζω σα υπόνομο το καλοκαίρι, O.M.G. κι έσκαγα στα γέλια σκεφτόμενος τον Πιγκουϊνο και το πόσο πετυχημένο ήταν το παρατσούκλι που της είχε βγάλει η Γιαγιά μου και το χρησιμοποιούσε μόνο μεταξύ μας, σα μυστικό κώδικα. « Πρόσεχε μόνο μην το παραπλύνεις, τ’ άντερο.», να τη πάλι η φωνή της. «Αν δεν έχει και λίγο σκατό, δεν έχει νοστιμάδα.» και σταματούσα το πλύσιμο. Μαρουλάκι, μπόλικο άνιθο και φρέσκο κρεμμυδάκι κι όταν πέσει λίγο η θερμοκρασία, αυγόκομα. Χώρια το ασπράδι και χώρια ο κρόκος. Πως η νοστιμάδα, δένει με την όσφρηση. Δίχως το δεύτερο, το πρώτο δεν υπάρχει.

Διάβαζα, όλη την προηγούμενη εβδομάδα, διηγήσεις και σχέδια για περασμένα και μελλούμενα Πάσχα, άλλων. Πάσχα γεμάτα χωριό, κάρβουνο, παιχνίδια και διασκέδαση. Τα δικά μου δεν υπήρξαν ποτέ έτσι. Ίσως να ζήλεψα κιόλας λιγάκι, σα τότε που ήμουν παιδί κι τα άλλα παιδάκια παίζανε αμέριμνα, χαίροντας τις διακοπές τους ενώ εγώ έπρεπε να δουλεύω, δίχως να μαζεύω ξέγνοιαστες Πασχαλινές αναμνήσεις. Όμως απο την Μ.Πέμπτη που μας πέρασε, κατάλαβα πως δεν έχω τίποτα να ζηλέψω απο τους άλλους, γιατί και τα δικά μου είναι γεμάτα με μυρωδιές, αρώματα, αναμνήσεις και παραδόσεις. Παραδόσεις που δεν είναι ξύλινες κι ακολουθούνται γιατί απλά, έτσι πρέπει, αλλά δημιουργούνται απο αγάπη και ζωντανές θυμίσεις. Άλλωστε, νεκρή παράδοση, είναι εκείνη που μας επιβάλλουν να ακολουθούμε κι όχι εκείνη που δημιουργούμε.

ΓΜΤ !, μου φαίνεται ότι όσο μεγαλώνω, ξεκουτιένω...O.M.G.!!!

8 σχόλια:

  1. Ο.Μ.G., δεν ξέρεις τι θα πεί O.M.G.???? Ναι καλά κατάλαβες, μέχρι εκεί διάβασα σόρι. Καλό απόγευμα :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πωπω κουράγια, Καλοφάγωτα!
    'Μαχλέπι' διάβασα.. Ανατολή μυρίζει & συγκινήθηκα διπλά.
    Και του χρόνου τέτοια δύναμη !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. υπεροχη η γιαγια!!!!μαγειρευεις και τρως αντερα;;;εχασα πασαν ιδεα...O.M.G!!!!!!!!Τελικα οι γιορτες ειναι για τα παιδια........

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Οχι δεν ξεκουτιένεις. Είσαι ευτυχής που όσο μεγαλώνεις, έχεις αναμνήσεις να "ακουμπήσεις"... ορκίζομαι... !
    κι αυτός ο ΟΜG, τι να προτοπρολάβει. σταματάτε, να τον φωνάζετε συνεχώς... χα χα χα

    εγω πόσο πίσω είμαι που δεν ξέρω απο αυτά.... πολύ ξαναμαναορκίζομαι

    Χριστός Ανέστη (η ξεκούτω, ξέχασα)
    και να είσαι καλά !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Το καλύτερο είναι το DILF :-Ρ

    Πλάκα, πλάκα συνειδητοποιώ ότι ίσως ο λόγος που προτιμώ τα Χριστούγεννα από το Πάσχα είναι γιατί προτιμούσα τους αξεπέραστους κουραμπιέδες της γιαγιάς από τα κουλούρια :-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ε καλά είσαι λίγο πίσω,αλλά κάποιες "ορολογίες" θα πω εγώ, δεν τις ήξερα και τις έμαθα από εσένα!
    "Τέσπα" όπως και να έχει η μαγειρίτσα πριν δω να μαγειρεύεται και είδα τα έντερα να περιφέρονται,έπαθα ένα σοκ,αλλά αν πεινάς...όλα τα τρως!Ξέρεις! :Ρ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Λοιπόν φίλε μου κατ αρχας να σου πω ότι αυτή ήταν μια απο τις ωραιότερες αναρτήσεις σου. Κατα δεύτερον να σε ενημερώσω ότι δεν έχεις τιποτα να ζηλεψεις απο βουκολικες αναμνήσεις άλλων γιατι η γιαγιά σου με τα αρώματα της ξεπερνά πολλές εξοχές!
    Τέλος, δοκίμασε το WTF, θα το λατρεψεις!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Moυ μύρισε μαγειρίτσα και πέρασα... L.O.L
    Ρε μανάρι σιγά που ξεκουτιένεις εσύ μεγαλώνοντας. Δηλαδή... J.z. (Aπό το Jesus ) !


    Φιλιά πολλά !

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Feel FREE to comment...