Σάββατο, 3 Μαρτίου 2012

Διήγημα:Prada

Για τη Χριστίνα, για να γελά τις στιγμές που η Θλίψη φιλά τα μάτια της.


Εφτά η ώρα το πρωί και το τηλέφωνο χτυπούσε διαβολεμένα. Ήταν η τρίτη φορά που τον καλούσαν και αρνούμενος να απαντήσει ,γύρισε μπρούμυτα στο κρεβάτι και κουκουλώθηκε μέχρι πάνω, χώνοντας  το κεφάλι κάτω από το μαξιλάρι. Το βράδυ είχε ξενυχτήσει και γύρισε  πριν δυο ώρες. Χρειαζόταν ύπνο να ξεκουραστεί μετά το Σαββατιάτικο ξεσάλωμα και κυρίως για να του περάσει ο πονοκέφαλος από τις αμέτρητες μπόμπες που είχε πιει.
«Ντρίιιν!», χτύπησε το τηλέφωνο για τέταρτη φορά. Παύση. «Θέλω να κοιμηθώ», σκεφτόταν.
«Ντρίιιν!»,  ακούστηκε πάλι, συγχρονισμένο με το χτύπημα στα μηνίγγια του, σα να βρισκόταν στο κεφάλι του η συσκευή και  οι σφυριές στους κροτάφους του, ήταν απο τα κουδουνίσματα, που  δε θα σταματούσαν εάν δεν απαντούσε. Αναγκάστηκε να το πάρει απόφαση. Θα απαντούσε. Θα σηκωνόταν και θα έβριζε όποιον τον καλούσε εκείνη τη στιγμή, όποιος κι αν ήταν και μετά θα άφηνε το ακουστικό σηκωμένο, θα έκλεινε  το κινητό, θα έπαιρνε και δύο παυσίπονα μαζεμένα και εάν δεν λιποθυμούσε από τον πόνο, θα κοιμόταν μέχρι αργά το απόγευμα, όπως έκανε κάθε Κυριακή.
«Ναι!», ούρλιαξε μα δεν πήρε απάντηση. Ο θυμός του άρχισε να φουντώνει. Όχι μόνο τον ξύπνησαν, κάνοντας τον να υποφέρει από το μαρτύριο του πονοκέφαλου, αλλά του έκαναν και πλάκα. Κι εκεί που ετοιμαζόταν να βρίσει με το χειρότερο τρόπο, ξεσπώντας τα νεύρα του στη βουβή άκρη της γραμμής, μια οικεία, μα σπασμένη από λυγμό φωνή, φώναξε το όνομα του:  «Βύρωνα;», ήταν η Ελένη.
«Ελένη εσύ με έπαιρνες και πρίν;», την αποπήρε.
«Ναι, σε έπαιρνα από εχθές το βράδυ μα δε σε έβρισκα ούτε στο κινητό…» Κινητό. Στο άκουσμα της λέξης ο Βύρωνας ένοιωσε ανησυχία, αφήνοντας την Ελένη να μιλάει μόνη της. Που το είχε παρατήσει πάλι; Σκεφτόταν, καθώς του ήρθε στο μυαλό η αχνή εικόνα του να ντύνεται σε κάποιο σπίτι και να φεύγει τρεκλίζοντας.
« Τι συμβαίνει; ρώτησε πιέζοντας τους κροτάφους του νοιώθοντας τις φλέβες να χτυπάνε δυνατά τα δάχτυλα του. «Είναι εφτά η ώρα το πρωϊ. Γύρισα πριν λίγο και το κεφάλι μου κοντεύει να σπάσει.»
«Σου είπα πως σήμερα είναι ένας χρόνος απο το θάνατο του πατέρα μου!» φώναξε εκείνη κι απόσωσε τα λόγια της με αναφιλητά.
Ο Βύρωνας κατάλαβε. Η φίλη του δεν ήταν καλά και ο σιωπηλός κώδικας μεταξύ φίλων υπαγορεύει να πάει αμέσως κοντά της και να της συμπαρασταθεί. Όμως ήθελε τόσο πολύ να κοιμηθεί και να απαλλαχτεί από αυτό τον αισχρό πονοκέφαλο που όταν είπε : «Θες να έρθω;», ευχόταν με όλη του την καρδιά,  να του έλεγε όχι ή τουλάχιστον πως θα τον είχε ανάγκη κάποια άλλη στιγμή μέσα στη μέρα. Αντιθέτως ένα κατηγορηματικό «Ναι», τον επέταξε να πεί ξεψυχισμένα: «Οκ, έρχομαι σε λίγο.»
Μόλις έκλεισε το τηλέφωνο, έψαχνε απεγνωσμένα να βρει κάποιο παυσίπονο μέσα στο συρτάρι που χρησιμοποιούσε ως φαρμακείο. Πάντα φρόντιζε να έχει τουλάχιστον τρία διαφορετικής ισχύος παυσίπονα για τον πονοκέφαλο. Η χρήση τους είναι αναλόγως το ξεσάλωμα της προηγούμενης νύχτας κι η χθεσινή ήταν τρίτου βαθμού, οπότε χρειαζόταν  το “extra δυνατό” παυσίπονο, όπως το είχε κατατάξει. Στη συνέχεια έβαλε το νερό να βράσει προκειμένου να φτιάξει τον απαραίτητο καφέ και άναψε  το πρώτο τσιγάρο της μέρας, ρουφώντας λαίμαργα τον καπνό και κρατώντας το κεφάλι του, καθώς περίμενε  το φάρμακο να δράσει.
Ένα ντους συμπλήρωσε την αγωγή κατά του hangover αν και τα σημάδια του ήταν ακόμα αισθητά στο πρόσωπο του, όπως διαπίστωσε κατά το λυσσαλέο βούρτσισμα των δοντιών  μπροστά στον καθρέφτη, προκειμένου να καθαρίσει την ανάσα του από τη μυρωδιά του αλκοόλ. Ένα μπλαβύ σημάδι από πιπίλισμα, πρόδιδε το νυχτοπερπάτημα της προηγούμενης βραδιάς, καθώς προσπαθούσε κοιτώντας το, να ανασυγκροτήσει τη μνήμη του. Club, votka, κλουβί, σφηνάκια και κάποιος, του οποίου  το όνομα δεν του ερχόταν στο μυαλό, τουλάχιστον ακόμα. Άλλωστε και να μην τον θυμηθεί, δε θα ήταν η πρώτη φορά. Στην τελική τι σημασία έχει το όνομα, αφού δε θα τον ξαναέβλεπε. Ήταν απλώς μια καλή παρέα για να περάσει ευχάριστα ένα βράδυ. Άλλος ένας, στο σύνολο των ατόμων με τους οποίους… απλά έκανε sex. Ένα “one night stand”, όπως λέγεται. Ευτυχώς που ήταν καλός όμως, στην κλίμακα… 8/10, τουλάχιστον αυτό το θυμάται, σκέφτηκε και χαμογέλασε φιλάρεσκα, θυμούμενος το τεράστιο εργαλείο του χθεσινού Νούμερο ΧΧΧ.
Τα τρία Χ, αντιπροσωπεύουν έναν τριψήφιο αριθμό, χωρίς να μπορεί με ακρίβεια πια να τον προσδιορίσει. Θυμάται όμως την ημέρα ή καλύτερα τη νύχτα που τον   είχε υπολογίσει. Είχε μόλις κάνει sex και βρισκόταν στο κρεβάτι του με το Νούμερο ? κουρνιασμένο  δίπλα του. Τον είχε γνωρίσει το ίδιο βράδυ στο internet,σε κάποιο από τα λεγόμενα “chat room” και του πρότεινε να έρθει από το σπίτι του για ένα ποτό, ώστε να “γνωριστούνε”.
 Του Βύρωνα του άρεσε εμφανισιακά από την πρώτη στιγμή που τον είδε κι αμέσως εξέτασε τα άκρα του Νούμερο ?, προκειμένου να υπολογίσει το μέγεθος του “πακέτου”, βάσει μιας προσωπικής θεωρίας που αποδεδειγμένα για τον ίδιο, μπορούσε να υπολογίσει το μέγεθος του ανδρισμού των άλλων, προκειμένου να αποφεύγει δυσάρεστες εκπλήξεις στο κρεβάτι. Αφού πέρασε κι αυτό το τεστ, καλοσόρισε το Νούμερο ? προτείνοντας του να καθίσει στο σαλόνι και πολύ φίνα, τον ρώτησε τι θα ήθελε να πιεί. Σε αντίθεση με πολλούς άλλους το Νούμερο ?, αποδείχτηκε πάρα πολύ ομιλητικός και ενδιαφέρον τύπος, με αποτέλεσμα ο Βύρωνας να καθυστερήσει ευχάριστα τη ξενάγηση, στους υπόλοιπους χώρους του σπιτιού. Κάτι μέσα του φτερούγισε κι έλπιζε διστακτικά, μήπως το Νούμερο ? γινόταν ΤΟ ΝΟΥΜΕΡΟ  στη ζωή του. Δε έπειτα από μαραθώνιο αγώνα οργασμού, ευχόταν πραγματικά να μην υπήρχαν άλλα νούμερα στη ζωή του, αλλά να τελείωναν σε εκείνον. Και τότε ανάμεσα στα μεταοργασμικά χάδια και αγκαλιές, εκείνος τον ρώτησε : «Πόσες εμπειρίες έχεις;»
Ο Βύρωνας σάστισε. Όχι τόσο από την ερώτηση, όσο από την απάντηση που πάσχιζε να δώσει. Ανασήκωσε χαρακτηριστικά το δεξί του φρύδι καθώς το πρόσωπό του σχημάτιζε το μορφασμό της περισυλλογής για να πει: «Δεν μπορώ να θυμηθώ ακριβώς πόσες, αλλά σίγουρα είναι τριψήφιο το νούμερο.», κάνοντας το Νούμερο ? να ανασηκώσει το κεφάλι του από τους κοιλιακούς του Βύρωνα, σχηματίζοντας ένα μορφασμό μεταξύ έκπληξης, αηδίας και απογοήτευσης. Κι έπειτα ήρθε η χαριστική βολή από το στόμα του Βύρωνα. «Αν η παρθενιά ήταν προίκα,  θα είχα δυο πολυκατοικίες εύκολα και ξεκούραστα φίλε.»
Αργότερα κατά τη διάρκεια της επόμενης μέρας, έστειλε ένα μήνυμα στο Νούμερο ?.Δεν πήρε απάντηση. Το απόγευμα τον πήρε τηλέφωνο. Δεν απάντησε. Την επόμενη το ίδιο. Τότε θυμήθηκε το γνωμικό που του είχε πει κάποτε η Ελένη κατά τη διάρκεια μιας βραδιάς “Cockteil Margarita” : «Ένας άντρας θέλει να είναι ο πρώτος μιας γυναίκας, ενώ μια γυναίκα, η τελευταία ενός άντρα». Προφανώς ισχύει και για τους gay αυτό, σκέφτηκε τότε ο Βύρωνας κι αποφάσισε να φτάσει το νούμερο ΧΧΧΧ.
Κυριακή πρωί και η Αθήνα άδεια. Λίγα αυτοκίνητα διέσχιζαν άτσαλα την Ιερά Οδό, επιστρέφοντας στη βάση τους έπειτα από ξενύχτι. Ο ήλιος γλυκός και συνάμα εκτυφλωτικός για τα κουρασμένα μάτια του Βύρωνα, ο οποίος έψαχνε στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου τα γυαλιά ηλίου του. Κοιτάχτηκε φευγαλέα στον καθρέφτη και θαύμασε την εικόνα του. Μαλλιά εβένινα, καλοχτενισμένα προς τα πίσω, μαύρη καζάκα που άφηνε από την V λαιμόκοψη να φαίνεται ο ξεκούμπωτος γιακάς του άσπρου πουκαμίσου. Το σκουλαρίκι λαμποκοπούσε στον ήλιο και μαύρα γυαλιά Prada έκρυβαν τα μάτια του προσδίδοντας μια αίσθηση μυστηρίου στην εμφάνιση του.
Κόκκινα φανάρια στην Κηφισίας και σταμάτησε δίπλα σε ένα διθέσιο αυτοκίνητο. Γύρισε το κεφάλι του να δεί τον οδηγό… «Μμμμ, καλός», σκέφτηκε. Του χαμογέλασε πονηρά και πάτησε γκάζι μαρσάροντας το δρόμο, αφήνοντας τον ξαφνιασμένο  οδηγό να αντιδράσει με βραδυκίνητες κινήσεις. Του άρεσε το παιχνίδι στα φανάρια. Την πρόκληση στους οδηγούς που άλλοτε ξαφνιάζονταν κι άλλοτε ανταποκρίνονταν, αναλόγως τις προτιμήσεις και τις προκαταλήψεις τους. Η Ελένη πάντα του έλεγε πως κάποια μέρα θα πέσει σε κάνα “κομπλεξικό μαλάκα”, ο οποίος θα τον τουλούμιαζε στο ξύλο κι εκείνος  της απαντούσε: «Ας βρεθεί κάνας τέτοιος να δούμε ποιος έχει μεγαλύτερα αρχίδια!»
Ελένη. Φίλη του. Αυτό που λένε “κολλητή”. Γνωρίζονται από το σχολείο όπου συναντήθηκαν για πρώτη φορά στη θεατρική ομάδα με κοινό  όνειρο να γίνουν ηθοποιοί και να παίξουν στην Επίδαυρο. Εκείνη ντροπαλή, συνεσταλμένη, μόλις είχε έρθει στο σχολείο. Εκείνος θρασύς, προκλητικός και μόνος. Την πρώτη μέρα που συναντήθηκαν της συστήθηκε: «Βύρωνας, ο πούστης του σχολείου!», αφήνοντας την έκπληκτη και κοκκινισμένη. Χρειάστηκαν τρεις μήνες για να βρεί η Ελένη το θάρρος να τον ρωτήσει γιατί όλα τα παιδιά στο σχολείο τον φώναζαν “πούστη” κι εκείνος της απάντησε πως είχε πάρει πίπα στον Θάνο (πρόεδρο του δεκαπενταμελούς) ο οποίος το είπε μετά σε όλους για να διαλαλήσει τον ανδρισμό του. «Α, τον μαλάκα!», είπε τότε εκείνη, για να ρωτήσει στη συνέχεια: «Την έχει μεγάλη;». Κι έπειτα από  την περαιτέρω εξήγηση, όλα άλλαξαν. Η Ελένη έγινε το πρώτο κορίτσι του σχολείου που είχε μια “αδελφή” για κολλητό κι ο Βύρωνας απέκτησε επιτέλους κάποιον άνθρωπο που τον αποδέχτηκε γι’ αυτό που ήταν.
Τα χρόνια περνούσαν.  Εκείνη πέρασε στην αρχιτεκτονική, αφήνοντας το όνειρο της ηθοποίας να ξεθωριάσει. Γράφτηκε στην Κ.Ν.Ε. και διαδήλωνε σε κάθε πορεία λαχτάρωντας τη μάνα της κάθε φορά, η οποία αναθεμάτιζε τον άνδρα της, για την ελαστικότητα του στη διαπαιδαγώγησή της κόρης τους. Αργότερα πήγε στο Λονδίνο για μεταπτυχιακά, γκαστρώθηκε από κάποιον Έλληνα των Βορείων προαστίων της Αθήνας, ο οποίος την παράτησε μόλις το έμαθε, έκανε έκτρωση (την πρώτη της) και κατέληξε τελικά στην Αθήνα με δικό της αρχιτεκτονικό γραφείο και αρκετή περιουσία από τον μπαμπά, ώστε να δουλεύει επιλεκτικά, κυρίως με ότι είχε να κάνει με τη διακόσμηση και την αρχιτεκτονική εσωτερικού χώρου. Εκείνος από τη μεριά του, με το που τελείωσε το σχολείο γράφτηκε σε μια δραματική σχολή,  έπιασε δουλειά σα μπάρμαν, για να μπορεί να την πληρώνει, σπούδαζε παράλληλα Μ.Μ.Ε. και διαφήμιση, ασχολήθηκε με το modeling, πήγαινε από οντισιόν σε οντισιόν και αφού δεν κατάφερε να γίνει πρωταγωνιστής σε τραγωδία στην Επίδαυρο έγινε διευθυντής πωλήσεων μιας επώνυμης εταιρίας ρούχων, ενώ παράλληλα λάνσαρε τον εαυτό του ως φωτογράφο, διοργανώνοντας που και που εκθέσεις σε διάφορους χώρους, ικανοποιώντας κάπως την καλλιτεχνική του φιλαρέσκεια.
Πέρισυ πέθανε ο πατέρας της Ελένης, αφήνοντας της μια διόλου ευκαταφρόνητη περιουσία. Μοναχοπαίδι και κορίτσι, ο κύριος Γιώργος της είχε από μικρή τεράστια αδυναμία, χωρίς ποτέ να της θέσει περιορισμούς και απαγορεύσεις. Από την άλλη, η Ελένη δεν υπήρξε ποτέ το δύστροπο και “κακομαθημένο” παιδί, όπως συνηθίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις, αντιθέτως γαλουχήθηκε ανεξάρτητη, με ελεύθερο πνεύμα, όμως με μια παθολογική εξάρτηση  στον πατέρα της, δυσχεραίνοντας τις σχέσεις της με τους άντρες. Αναπόφευκτα, αναζητούσε ΕΚΕΙΝΟΝ τον ανύπαρκτο άντρα που θα έμοιαζε στον δικό της πατέρα. Όταν λοιπόν ο κύριος Γιώργος πέθανε, χάθηκε γι’ αυτήν όχι μόνο ο πατέρας, αλλά και το πρότυπο του άντρα που ήλπιζε να έχει. Έχασε  τον κόσμο της, το στήριγμά της, την αστείρευτη πηγή αγάπης, το σύντροφό της, με λίγα λόγια έχασε τα πάντα και έπεσε σε βαθειά κατάθλιψη. Σταμάτησε να δουλεύει, κλείστηκε στο σπίτι και περνούσε όλη τη μέρα κοιτάζοντας τις οικογενειακές φωτογραφίες,  κλαίγοντας, λες και ο οδυρμός της θα έφερνε στη ζωή τον χαμένο της πατέρα. Η μάνα της, που γνώριζε από την πρώτη στιγμή της γέννας, πως δε θα μπορούσε ποτέ να ανταγωνιστεί τη λατρεία πατέρα- κόρης, αντιμετώπιζε την κατάσταση της Ελένης στωϊκά. Δυστυχώς την ίδια υπομονή δεν είχε και ο Βύρωνας.
Αρχικά της συμπαραστάθηκε στοργικά. Έμενε μαζί της, την παρηγορούσε στο κλάμα της, της σκούπιζε τα δάκρυα, την ανάγκαζε να τρώει με το ζόρι, όταν όμως είδε πως η κατάσταση της όσο πήγαινε και χειροτέρευε άλλαξε τακτική κι άρχισε να συγκρούεται μαζί της, με ανταλλασσόμενα πυρά και από τις δυο πλευρές. Αναπόφευκτα η κουβέντα στράφηκε γύρο από την παθολογική αγάπη που είχε για τον πατέρα της, τις σχέσεις που είχε με τους άνδρες, τη μιζέρια στην οποίαν είχε υποπέσει και την κατάληξη που θα είχε ως γυναίκα. Από τη μεριά της η Ελένη τον αποδοκίμαζε για την έκλυτη ζωή, τη φοβία του απέναντι στις δεσμεύσεις, την απάθεια του για τα συναισθήματα των άλλων, τον κυνισμό του και την κατάληξη του ως μια “γριά κακιασμένη πούστρα” που θα ψωνίζει αγοράκια από το internet. Η σχέση τους δοκιμάστηκε και  κατέληξε στο να αντέξει, με κλάματα, συγνώμες και την Ελένη να δεχτεί την πρώτη επίσκεψη στην καρέκλα του ψυχολόγου. Και εκεί που όλα άρχισαν να ξεπερνιούνται, με την Ελένη να ξεκινά και πάλι να δουλεύει, να βγαίνει και να βρίσκει τον παλιό της εαυτό, έρχεται η μέρα που ο κυρ Γιώργος τους άφησε χρόνο και το Βύρωνα που ανεβαίνει την Κηφισίας προς Μαρούσι, να σκιάζεται μήπως βρουν την ευκαιρία και τους επισκεφτούν όλα τα φαντάσματα του περασμένου χρόνου.
Πάρκαρε μπροστά από το σπίτι της, μια μεζονέτα στα σύνορα Μαρούσι- Κηφισιά. Διέσχισε το μικρό κήπο κοιτάζοντας τα μπουμπούκια στις τριανταφυλλιές και χτύπησε το κουδούνι με την ανησυχία να ελλοχεύει στο στήθος του. Η Ελένη άνοιξε την πόρτα αναμαλλιασμένη, με πρησμένα μάτια και μαύρους κύκλους, δίνοντας την εικόνα της ξενυχτισμένης από ποτά και χορό , σε σημείο που ο Βύρωνας ξέχασε την οδύνη της και είπε: «Πως είσαι έτσι μωρή;» καθώς εκείνη έπεσε στην αγκαλιά του για να σπαράξει στο κλάμα.
Ο κύριος Γιώργος έπασχε από καρκίνο. Τα τελευταία τρία χρόνια της ζωής του μπαινόβγαινε στα νοσοκομεία. Εγχείρηση, χημειοθεραπεία, πάλι εγχείρηση και ξανά χημειοθεραπεία. Ο καρκίνος του απομυζούσε τη ζωή. Τον μάζεψε, ρυτίδιασε και έπειτα τον παράτησε σε ένα κρεβάτι με λευκά κλινοσκεπάσματα, σα σάπια σταφίδα στον ήλιο. Η Ελένη ήταν  κάθε μέρα στο νοσοκομείο. Τον φρόντιζε, τον έπλενε και δεν άφηνε κανέναν να τον πλησιάσει λες και μόνο εκείνη μπορούσε να τον κρατήσει στη ζωή, όπως και έκανε. Όταν ο κύριος Γιώργος δεν είχε πια το κουράγιο να αντέξει  άλλο τους πόνους  και τον ευτελισμό της ύπαρξης του ως άνθρωπο, έπεσε σε κώμα.  Η Ελένη όμως εκεί δίπλα του, να του σφίγγει το χέρι, μεταδίδοντας του τη δική της ενέργεια που αγκίστρωνε την ψυχή του πατέρα της και δεν την άφηνε να φύγει μέχρι που δεν άντεξε πια ούτε η ίδια και με ένα βρόγχο σίγασε η ανάσα του κυρίου Γιώργου κι ο Θάνατος τον πήρε από το χέρι.
Η κηδεία του έγινε την επόμενη ημέρα στο νεκροταφείο του Αμαρουσίου. Δεκάδες στεφάνια δέσποζαν στην είσοδο της εκκλησίας όπου τελούταν η νεκρώσιμη ακολουθία. Έπειτα η πομπή προς τον τάφο. Μπροστά τα λουλούδια τυλιγμένα στις λευκές κορδέλες όπου τα χρυσά γράμματα πύρωναν στο φως του ήλιου, εκφράζοντας τα συλλυπητήρια από δεκάδες ονόματα οικογενειών, συγγενών, παλιών συναδέλφων και φίλων. Έπειτα το φέρετρο. Τέσσερις άντρες με μαύρα κουστούμια το βάσταγαν στους ώμους ακολουθούμενοι από τους συγγενείς με πρώτες την μαυροφορεμένη Ελένη υποβασταζόμενη από τη μάνα της σε μια αντιστροφή των ρόλων μπροστά σε αυτή τη θλίψη. Τέλος όλοι οι υπόλοιποι. Άλλοι αμίλητοι, άλλοι μιλούσαν ψιθυριστά και κάποιοι άλλοι, λίγοι, γελούσαν πνιχτά για τους δικούς τους λόγους. «Χους ει και εις χουν απελεύση». Το φέρετρο ξάπλωσε  στον τάφο. Χούφτα χούφτα το χώμα χάιδευε το λακαρισμένο ξύλο, εκφράζοντας το ύστερο αντίο στον απέθαντα και η Ελένη, γονατισμένη σπάραζε φωνάζοντας: «Μπαμπά μου, μη φεύγεις! Τι θα κάνω εγώ χωρίς εσένα!», κινδυνεύοντας να πέσει και η ίδια στον τάφο αν δεν την κρατούσε ο Βύρωνας. Τριγύρω οι συγγενείς και φίλοι επιδοκίμαζαν. Άλλοι έλεγαν: «Πως τον αγαπούσε, έτσι τον πατέρα της.» κι άλλοι «Τυχερός ο κυρ Γιώργος με τέτοια κόρη.», ενώ από κάποιον ακούστηκε να λέει: «Να δω η κόρη μου τι θα κάνει στην κηδεία μου.»
Ο κυρ Γιώργος θάφτηκε. Ίσως ήταν παρόν στην κηδεία του και μπορούσε να παρακολουθεί την όλη έκβαση. Να είδε τη λατρεία της κόρης του, όταν φώναζε πάνω από τον τάφο και να λυπήθηκε που την άφηνε μόνη, χωρίς εκείνον να της συμπαραστέκεται. Ίσως είδε τα τόσα στέφανα που έστειλαν όλοι όσοι τον ήξεραν, φίλοι, γνωστοί και συγγενείς. Ίσως είδε και ορισμένους που έκαναν τους λυπημένους, όμως πολύ θα ήθελε να τους σφαλιαρίσει που είχαν το θράσος να έρθουν στην κηδεία του. Ίσως πάλι να μην είδε τίποτα.
Το άψυχο σώμα στο φέρετρο, μαρτυρούσε την ύπαρξη του σε τούτο τον κόσμο, που θα συνεχίσει να υπάρχει, παρόλο που εκείνος πέθανε. Θα αφηνόταν έρμαιο στη βορρά των σκουλικιών που θα λάβουν μέρος στη διαδικασία της δικής του αποσύνθεσης, μέχρι να αποσυντηθούν  και τα ίδια, γιατί έτσι είναι ο κύκλος της ζωής. Κι όλοι όσοι ήταν παρόντες, θα έχουν την ίδια μοίρα με εκείνον, με τη διαφορά πως μπορεί να έχουν λιγότερα ή και περισσότερα στεφάνια ακουμπισμένα στον τάφο τους, αναλόγως τον αριθμό και κυρίως, την ανάγκη των επιζήσαντων να εκφράσουν την θλίψη ή την φαινομενική τους αγάπη  στο νεκρό, ως βάλσαμο για τη δική τους ψυχή. Άλλωστε πόσοι μπορούν να μας αγαπήσουν πραγματικά σε όλη μας τη ζωή; Και πόσους μπορούμε να αγαπήσουμε οι ίδιοι; Ένα λουλούδι στον τάφο είναι απόδειξη για το νεκρό, για εμάς ή ακόμα χειρότερα, για τους άλλους, ότι τον αγαπήσαμε;
Στην είσοδο του νεκροταφείου η Ελένη σταμάτησε να αγοράσει λουλούδια. Ο ήλιος ήταν πλέον στο μεσουράνημα του και ο Βύρωνας φορούσε τα γυαλιά Prada. Θα την άφηνε να πάει μόνη της στον τάφο, να αφήσει τα λουλούδια που αγόρασε και θα την περίμενε στο πάρκινγκ, δίπλα στις  τουαλέτες. Κάθισε σε ένα παγκάκι και άναψε τσιγάρο. Δυο δημοτικοί υπάλληλοι έκαναν τους τροχονόμους, ελέγχοντας τη διέλευση των αυτοκινήτων στην πύλη. Κάποιος κόρναρε διαταράσσοντας ιερόσυλα την ησυχία του χώρου. «Τι κορνάρεις ρε μαλάκα; Δε σέβεσαι τους νεκρούς ρε αρχίδι;», φώναξε κάποιος, σεβόμενος το χώρο και ο Βύρωνας  μειδίασε. Από τη θέση του έβλεπε τα ανθοπωλεία της πύλης και αποφάσισε να πορευτεί προς τα εκεί για να περάσει η ώρα. Εκατοντάδες λουλούδια θάμπωναν με τα χρώματα τους τα δυο πεζοδρόμια. Τριαντάφυλλα, τουλίπες, γαρύφαλλα, λίλιουμ, κρίνα και δεκάδες γλαστράκια περίμεναν καρτερικά να τα αγοράσει κάποιος τεθλιμένος και να κοσμήσουν κάποιο τάφο.
Χάζευε ένα ράφι με χρυσάνθεμα. Κίτρινα, μωβ, άσπρα, κόκκινα ακόμα και μπλε βρίσκονταν σε βάζα φωτοσυνθέτοντας κάτω από τον ήλιο. Σιχιενόταν τα χρυσάνθεμα, τα θεωρούσε άχαρα, καθώς ξεπροβάλλονται πληθωρικά ανα κοτσάνι.  Η μυρωδιά τους τον ανακάτευε και όποτε τα έβλεπε, έφερνε στο νου του τη λέξη: κηδεία. Μια φορά στα γενέθλια του, του έφερε κάποια συνάδελφο που δεν συμπαθούσε, μια ανθοδέσμη με χρυσάνθεμα. Όταν του τα έδωσε και τον φίλησε στον αέρα, ευχόμενη του “Χρόνια Πολλά”, της απάντησε: «Τα χρυσάνθεμα είναι για τους νεκρούς που δεν μπορούν να καταλαβαίνουν πια τη φτήνια, δε το ‘ξερες;» και τα ‘δωσε στη γραμματέα του να τα στείλει στο lobby της εταιρίας.
«Θα θέλατε κάτι; », άκουσε μια φωνή να του λέει και   γυρίζοντας το κεφάλι για να απαντήσει, αντίκρισε μια σειρά ολόλευκα δόντια πλαισιωμένα από τα πιο φιλήδονα χείλη που είχε γευτεί ποτέ.
«Όχι, ευχαριστώ. Απλά περιμένω κάποια φίλη και χαζεύω τα λουλούδια.», απάντησε και είχε την εντύπωση πως, φευγαλέα, χάθηκε το χαμόγελο από τα χείλη του νεαρού στο άκουσμα της λέξης “φίλη”.
«Σας αρέσουν τα χρυσάνθεμα; Πρόσεξα πως τα κοιτάτε για ώρα.» συνέχισε  ο νεαρός, κάπου κοντά στην ηλικία του.  
«Καθόλου τα σιχιένομαι. Ούτε στην κηδεία μου δεν τα θέλω.», απάντησε ο Βύρωνας, ο οποίος μόλις είχε άρχισε να προσέχει με το δικό του τρόπο το νεαρό συνομιλητή του. «Υπέροχος», σκέφτηκε καθώς πρόσεχε το μυώδες άτριχο κορμί του, με  χέρια λερωμένα από το καθάρισμα διαφόρων φύλλων.
Ο νεαρός γέλασε και ο Βύρωνας έκανε μια απολογητική γκριμάτσα, ανασηκώνοντας τους ώμους, κάνοντας τον να μοιάζει με ένα σκανδαλιάρικο παιδί που δικαιολογιόταν για κάποια αταξία, γνωρίζοντας πως φαινόταν υπέροχος με αυτό τον τρόπο. Και είχε δίκιο. Αναγνώρισε τη σπίθα της έξαψης στα μάτια του άλλου καθώς τα δικά του απαντούσαν λάγνα στην οπτική επαφή. «Πόσο έχουν αυτά;», ακούστηκε μια γριά να ρωτάει, διακόπτοντας τους και ο Βύρωνας την έβρισε από μέσα του. Ο νεαρός γύρισε το κεφάλι να της απαντήσει και κίνησε κοντά της καθώς ο ίδιος παρατηρούσε τους γλουτούς του να διαγράφονται προκλητικά κάτω από το τζιν. Αντάλλαξαν ένα χαμόγελο και ήταν σειρά του νεαρού να σηκώσει απολογητικά τους ώμους του. Ήταν κι αυτός υπέροχος και το ήξερε.
Περνώντας ξανά την πύλη του νεκροταφείου αποφάσισε να περπατήσει και να χαζέψει τους τάφους. Πέρασε μπροστά από το ναό που πέρυσι είχε τελεστεί η νεκρώσιμη ακολουθία  του κυρίου Γιώργου. Σήμερα γινόταν κι άλλη κηδεία μέσα. Δίπλα ήταν το καφενείο του νεκροταφείου, όπου πλήθος ανθρώπων καθόταν ήδη μέσα, πίνοντας πικρό καφέ και κονιάκ, μακαρίζοντας κάποιον άλλον του οποία η κηδεία είχε μόλις τελειώσει.
Αποφάσισε να κάνει μια βόλτα στο νεκροταφείο. Να χαζέψει τα μνήματα, έχοντας στο νου του τα μνημεία του Πρώτου Νεκροταφείου. Άλλωστε, οι ζωντανοί που μένουν πίσω, φροντίζουν να εκφράσουν όσο πιο μεγαλειώδη μπορούν τα συναισθήματα τους για την απώλεια των νεκρών. Μαυσωλεία, γλυπτά, σκαλιστοί μαρμάρινοι τύμβοι, στήνονται όπως στήθηκαν και οι πυραμίδες των Φαραώ στους περασμένους αιώνες.
Απόλυτη ησυχία βασίλευε ανάμεσα στους τάφους, μια μικρή “Κοιλάδα των Νεκρών”.
Κωνσταντίνος Φωτίου
1912-1980
Αγαπημένος Σύζυγος, Πατέρας, Παππούς, αναγραφόταν σε μια τεράστια πλάκα και δίπλα:

Καλλιόπη Φωτίου
1918 – 1984
Αγαπημένη Μητέρα, Γιαγιά, προφανώς η σύζυγος του μακαρίτη.
«Οικογενειακός τάφος», σκέφτηκε ο Βύρωνας. «Πόσοι θα μπουν ακόμα σε αυτούς;», συνέχισε καθώς παρατηρούσε  τις καθαρές, σκουπισμένες πλάκες. Ούτε ένα αγριόχορτο δε φύτρωνε τριγύρω, τα τράβηξαν από τη ρίζα, μη και συλήσουν τον τάφο. Όλα τριγύρω καθαρά, συγυρισμένα, τόσο που ούτε ένα λουλούδι δε τόλμησε να ακουμπήσει το μνήμα και τα καντηλάκι άδειο από λάδι, αφού το χλωμό του φως δε μπορεί να συναγωνιστεί τη λάμψη των μαρμάρων. «Κωνσταντίνος και Καλλιόπη Φωτίου», μονολογούσε από μέσα του ο Βύρωνας. «Έζησαν γύρω στα εβδομήντα χρόνια. Πρόλαβαν τη Μικρασιατική καταστροφή, τους Γερμανούς, την Κατοχή, τη Χούντα, γνωρίστηκαν, έκαναν παιδιά, είδαν εγγόνια και τώρα ξαπλωμένοι δίπλα δίπλα σε έναν καθαρό τάφο, χωρίς ένα λουλούδι από τόσους που ανέθρεψαν. Κάποιος φουκαράς πληρώνεται να απομακρύνει τα ζιζάνια που φυτρώνουν και να σκουπίζει τον τάφο από τα πεσμένα φύλλα.» Οι νεκροί με τους νεκρούς και οι ζωντανοί με τους ζωντανούς, λένε.
Προχώρησε πιο πέρα και είδε μια φιγούρα στα μαύρα, να κινείται σκυφτά, σα αλλόκοσμο πλάσμα που ξέφυγε από τον κόσμο των νεκρών. Πλησίασε περισσότερο και είδε μια γριά να προσπαθεί να ανάψει ένα σπίρτο με χέρια που έτρεμαν. Η υγρασία είχε ποτίσει τα σπίρτα και έσπαγαν το ένα μετά το άλλο, απο τις άτσαλες κινήσεις των τρεμάμενων χεριών της. «Πάρτε τον αναπτήρα μου.», της είπε και η γριά σήκωσε το βλέμμα της να αντικρύσει το Βύρωνα. «Σ’ ευχαριστώ παιδί μου.» του είπε και εκείνος κοίταζε το σκαμμένο της πρόσωπο. Μάτια ξεπλυμένα από δάκρια που χύθηκαν πριν χρόνια, χαράζοντας το κάποτε όμορφο πρόσωπό της. Άσπρες τούφες είχαν ξεπροβάλει από το μαύρο μαντήλι που φόραγε στο κεφάλι, καθώς έσκυβε στην προσπάθεια της να ανάψει το καντήλι. Τα δάχτυλα της, άκαμπτα πια από τα χρόνια, δε μπορούσαν να γυρίσουν το ροδάκι του αναπτήρα και ο Βύρωνας προσφέρθηκε να ανάψει το καντήλι. Έσκυψε μπροστά στην πλάκα,«Ανέστης Καλογήρου 1960-1978, Αγαπημένος Υιος» έγραφε και είδε τον Ανέστη να του χαμογελά από μια μικρή κορνίζα, ντυμένο στα άσπρα με τη στολή του πολεμικού ναυτικού. «Κρατήστε τον αναπτήρα, έχω κι άλλον», της είπε όταν το φυτίλι φλόγισε, επιπλέοντας στο λάδι. «Να σαι καλά, παιδί μου.», τον ευχαρίστησε η γριά και φύλαξε τον αναπτήρα στην προθήκη του μνήματος, κάτω από τη φωτογραφία του Ανέστη, μαζί με το λάδι, το λιβάνι και το θυμιατό.
«Δεκαοχτώ χρονών.», σκεφτόταν ο Βύρωνας διασχίζοντας το μονοπάτι ανάμεσα στους τάφους. «Πέθανε τη χρονιά που γεννήθηκα εγώ», συλλογίστηκε. «Τι πρόλαβε να ζήσει;», «Ερωτεύτηκε ποτέ; Πήδηξε; Πρόλαβε να κάνει όνειρα;» σκεφτόταν, έχοντας στο νου του τον Ανέστη να του χαμογελά, κρατώντας το καπέλο του ναυτικού στο δεξί του χέρι, ποζάροντας, ίσως για τελευταία φορά, αγνοώντας το Θάνατο που του ‘κλεινε το μάτι. Και με αυτές της σκέψεις σταμάτησε σε ένα θάμνο που του έκλεινε το δρόμο.
Κάποιος σπόρος έπιασε γερά στο χώμα, ρίζωσε και θέριεψε, καθώς κανένα χέρι δε το τράβηξε. Κι έζησε σε τούτο το σημείο που το ‘ριξε ο αγέρας και μεγάλωσε, πολλαπλασιάστηκε σχηματίζοντας μια ολόκληρη συστάδα σα φράχτη. Περίεργα που μεγαλώνουν ορισμένα φυτά, σχηματίζοντας ένα ορθογώνιο πλέγμα, λες και θέλουν να κρατήσουν στην αγκαλιά τους μυστικά και πεθαμένες αναμνήσεις, θάβοντας τα στις ρίζες τους. Ο Βύρωνας έσκυψε το κεφάλι για να κοιτάξει τα νεαρά κλωνάρια που ξεπετάγονταν ατίθασα και τότε είδε ένα “Β”, να αχνοφέγγει κάτω από τα σάπια φύλλα που έλιωσε το πόδι του. Τα κλώτσησε και μια ολόκληρη σειρά από νεκρά γράμματα ήταν ξαπλωμένα στο δικό τους νεκροταφείο. Πατούσε πάνω σε ένα τάφο. Οπισθοχώρησε αργά κρατώντας τα μάτια καρφωμένα στην αλληλουχία των λέξεων που μετά βίας διακρίνονταν στην πλάκα, λες κι αν απέστρεφε το βλέμα του από δαύτες, θα χάνονταν για πάντα στη δίνη του χρόνου. «  ΒΥΡΩΝ ΠΟΛΙΤΗΣ», αυτό μπορούσε να διακρίνει μόνο καθώς τα υπόλοιπα γράμματα χάθηκαν στο αγκάλιασμα των θάμνων. «Πόσα χρόνια να είναι εδώ;», σκέφτηκε. Τα ζιζάνια τον φύλαξαν από τη λησμόνια των ζωντανών και του ‘στησαν τον δικό τους τύμβο. Του ανάβουν το καντηλάκι με το άνθισμα  λουλουδιών, που κανένας δεν θα  προσέξει και θα λιβανίσουν κάθε φορά που τα πρωτοβρόχια θα ξεδιψάσουν το καμένο χώμα του καλοκαιριού. «Ένας άνθρωπος που ξεχάστηκε.», σκέφτηκε ο Βύρωνας για το συνονόματο του. «Σε κανέναν πια δεν αποτελεί ανάμνηση και τώρα πια είναι απλά ένας σωρός από κόκαλα.»
Δίπλα ένας τάφος φορτωμένος με λουλούδια. Γλάστρες και βάζα με πολύχρωμα λουλούδια είχαν μετατρέψει το μνήμα σε πάγκο ανθοπωλείου, σαν αυτά της πύλης. Ο Βύρωνας τον πλησίασε και διάλεξε ένα κόκκινο γαρύφαλλο, το πιο μεγάλο απ’ όλα. «Δε νομίζω να σου λείψει.», είπε νοερά στο νεκρό  και το πήρε στα χέρια του. Γύρισε τότε στον τάφο του Βύρωνα και το ακούμπησε πάνω στο όνομα του. «Τουλάχιστον για τις επόμενες μέρες δε θα πατάνε το μνήμα», είπε στο νεκρό και έφυγε, γυρίζοντας να δει το γαρύφαλλο από μακριά να φλογίζει, μαρτυρώντας την παρουσία του τάφου του Βύρωνα στο κοιμητήριο.
Η ώρα είχε περάσει και ο ζωντανός Βύρωνας αποφάσισε να επιστρέψει στο πάρκινγκ. «Η Ελένη τι να κάνει άραγε;», πετάρισε η σκέψη του. Πάντως αν είχε τελειώσει θα τον έπαιρνε τηλέφωνο στο κινητό, σκέφτηκε και τάχυνε το βήμα για να φτάσει πρώτος. Τότε τα μάτια του καρφώθηκαν σε ένα πανηγύρι χρωμάτων. Κόκκινο, πράσινο, κίτρινο, πορτοκαλί,  μπλε, άσπρο, όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου φλόγιζαν από μακριά στον ήλιο. Ένα μαυσωλείο είχε μετατραπεί σε λατέρνα από τα δεκάδες πλαστικά λουλούδια που δεν είχαν την τύχη του μαρασμού. Λευκές κορδέλες ανέμιζαν σα σάβανα ταριχευμένου πτώματος, καθώς τύλιγαν όλες τις γλάστρες. Ένα μικρό πλαστικό έλατο κοσμούσε στην κορυφή και ο Βύρωνας γέλασε στη σκέψη πως αν ήταν δυνατόν θα είχε συνδέσει και τα λαμπάκια αυτός που το τοποθέτησε κι αποφάσισε να δει το όνομα αυτού που ενταφιάστηκε. Προχώρησε γρήγορα με τα μάτια κολλημένα στο μαυσωλείο λατέρνα που είχε αιχμαλωτίσει το βλέμμα του. Περνούσε ανάμεσα από μνήματα, τάφους, πλάκες χωρίς να τους ρίξει ούτε μια ματιά, προκειμένου να φτάσει γρήγορα στον προορισμό του για να συνεχίσει προς το πάρκινγκ και τότε ένιωσε να αιωρείται. Στο μυαλό του ήρθε η εικόνα μιας ταινίας τρόμου, με τις ψυχές σε ένα εγκαταλειμένο νεκροταφείο να πετάνε προς τον ουρανό, προκειμένου να αναπαυτούν, σχηματίζοντας πράσινες αιωρούμενες λάμψεις. Όμως αυτός δεν πετούσε προς τα πάνω. Προσγειώθηκε φαρδιά στο σκληρό χώμα με τη μεταλλική γεύση του αίματος στο στόμα. Τα  Prada πετάχτηκαν μακριά καθώς εκείνος ξάπλωσε μπρούμυτα νοιώθοντας την ανάσα του να κόβεται.
Σηκώθηκε αργά με επιφωνήματα πόνου. Σκούπισε το κοκκινόχωμα που λέρωσαν τα ρούχα του καθώς φώναξε: «Γαμώτο!», όταν έπιασε τα σπασμένα γυαλιά του ηλίου  και τότε, πρόσεξε τους χωμάτινους τείχους γύρω του. Βρισκόταν μέσα σε ένα φρεσκοσκαμένο τάφο. Τον τάφο του μακαρίτη που πενθούσαν προ λίγου στην εκκλησία. Ένας θόρυβος τον έκανε να σηκώσει το κεφάλι και αντίκρυσε μια γριά να τον κοιτάζει σταυροκοπιόντας αργά με ανοιχτό το στόμα. Και πριν προλάβει ο Βύρωνας να της ζητήσει να τον βοηθήσει να βγεί από τον τάφο, εκείνη απομακρύνθηκε γρήγορα, σα να τράκαρε το Χάρο και φοβήθηκε μη και με την ευκαιρία την πάρει μαζί του, παρατώντας το Βύρωνα αβοήθητο στον τάφο λυμένο στα γέλια από την εικόνα της γριά και τη συνειδητοποίηση της κατάστασης του. Όταν κατάφερε να ηρεμήσει  προσπάθησε να σκαρφαλώσει πάνω. Μάταια όμως. Ο τάφος σκάφτηκε βαθειά και τα χέρια του δεν έφταναν στο χείλος του. Ο χώρος ήταν περιορισμένος και δε μπορούσε να τρέξει για να πάρει φόρα και να πηδήξει, όπως διαπίστωσε και τον κυρίευσε ο πανικός. Θα έφτανε η πομπή να θάψει το μακαρίτη και θα τον έβρισκαν μέσα. Θεέ μου τι ξεφτίλα!. Τι θα τους έλεγε; «Γεια, σας ήρθα να βάλω ένα χεράκι;». Σκέφτηκε να φωνάξει βοήθεια αλλά και πάλι τι θα έλεγε σε όποιον τον έβρισκε, χωμένο μέσα σε ξένο τάφο; Λες και υπήρχε περίπτωση να ήταν δικός του και να έκανε πρόβα στα μέτρα.
Καθώς έκανε όλες αυτές τις σκέψεις, άκουσε θροϊσματα βημάτων και θρήνους να πλησιάζουν. Αυτό που φοβόταν θα συνέβαινε. Η καρδιά του χτυπούσε σα τρελή, όπως τότε που τον έπιασαν στις τουαλέτες του σχολείου να τσιμπουκώνει το μαλάκα τον πρόεδρο του δεκαπενταμελούς, προκειμένου να έχει μάρτυρες για την υπεροχή του ανδρισμού του. Και τότε τους είδε. Τέσσερα κεφάλια τον κοίταζαν έκπληκτα και το φέρετρο που κρατούσαν τα χέρια τους γλίστρησε κι έπεφτε πάνω στο Βύρωνα, που πήδηξε προς τα πίσω. Ακολούθησε πανικός. «Αχ! Ο άντρας μου», φώναξε η γυναίκα του μακαρίτη και όρμηξε να πιάσει το φέρετρο, που άνοιξε και ούρλιαξε από το θέαμα του πτώματος που σωσριάστηκε τα πόδια του Βύρωνα και από τον ίδιον να την κοιτάζει σαστισμένα. «Έπεσε το φέρετρο! Επεσε το φέρετρο!», φώναξαν κάποιοι άντρες και όρμηξαν κι αυτοί να αποκαταστήσουν τη ζημιά αντικρίζοντας τα δυο σώματα στον τάφο. Κάποια γυναίκα λιποθύμισε και άλλοι φώναζαν «Ένα ποτήρι νερό! Ένα ποτήρι νερό!»
Μέσα σε όλη αυτή τη φασαρία κανένας δε προσφέρθηκε να βοηθήσει στο Βύρωνα και αποφάσισε να φύγει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα μπορούσε από κει μέσα, πριν οι συγγενείς συνέλθουν από το σοκ και ακολουθήσει άλλο πανδαιμόνιο. Όρμηξε λοιπόν πάνω στο φέρετρο, πάτησε στο καπάκι, όμως γλίστρησε και το άλλο πόδι πάτησε κατά λάθος τα αρχίδια του νεκρού, δίνοντας του ώθηση να σκαρφαλώσει στα χερούλια και να βγει  σα αναστημένο Λάζαρο από τον τάφο κάνοντας άλλες δυο γριές να λιποθυμήσουν. «Εεε…, συγνώμη, εεε…, έπεσα κατά λάθος μέσα. Εεε…, χίλια συγνώμη.», είπε και περπάτησε οπισθοχωρώντας, κάνοντας μηχανικές μετάνοιες μέχρι που έφτασε σε ασφαλή απόσταση και γύρισε την πλάτη στους αποσβωλομένους παρευρισκόμενους, για να περπατήσει όσο πιο κομψά του επέτρεπε η φόρα με την οποία κινήθηκε. Έστριψε στη στροφή και μια φωνή έσκισε την ησυχία του νεκροταφείου: «Αααχχχ! Κώστα μου τι σου κάνανε, αγάπη του, τι σου κάνανε!»
Ο Βύρωνας έφτασε στο πάρκινγκ τρέχοντας. Στο νου του έρχονταν οι σκηνές που είχαν διαδραματιστεί πριν λίγο. Από τη μια ήθελε να γελάσει, από την άλλη η ντροπή τον έκανε να σφίγγεται. Η Ελένη δε φαινόταν πουθενά. Έψαξε το κινητό του να δει μήπως είχε κάποια κλήση από κείνην, όμως τίποτα. Ήθελε να φύγει όσο μπορούσε πιο γρήγορα από το νεκροταφείο, αφήνοντας την ντροπή του να θαφτεί μαζί με τον μακαρίτη που του πάτησε τα αρχίδια και κυρίως γιατί φοβόταν μη τον κυνηγήσουν οι συγγενείς του νεκρού και συνεχιστεί η ξεφτίλα του κι άλλο. Όμως η Ελένη άφαντη και δε μπορούσε να την πάρει τηλέφωνο και να την ενοχλήσει την ώρα που προσκυνούσε το μνήμα του πατέρα της. Μπήκε τότε στις τουαλέτες, έπλυνε το πρόσωπό του από τα χώματα και καθάρισε τα ρούχα του, σβήνοντας κάθε ίχνος που θα πρόδιδε την περιπέτεια του. Έπειτα βγήκε και κάθισε στο παγκάκι δίπλα, πίσω από κάτι θάμνους  αρκετά ψηλούς, ώστε όποιος κοίταζε προς τα εκεί να νομίζει πως περιμένει κάποιον που είναι στις τουαλέτες.
Καθόταν εκεί γύρω στα πέντε λεπτά και κάπνιζε όταν είδε το νεαρό ανθοπώλη να πλησιάζει καρφώνοντας τον στα μάτια. Του έκανε ένα νεύμα χαιρετισμού με το κεφάλι και  μπήκε στις τουαλέτες προχωρώντας στα ουρητήρια και με την πλάτη γυρισμένη  κατέβασε το φερμουάρ του. Ο χρόνος που χρειάζεται κάποιος για να κατουρήσει είχε περάσει, όμως ο ανθοπώλης στεκόταν ακόμα εκεί, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στο Βύρωνα, πάνω από τον ώμο του. Εκείνος τότε ένοιωσε μια ενόχληση στον καβάλο  και μπήκε κι αυτός στις τουαλέτες, ρίχνοντας μια ματιά πίσω του, να βεβαιωθεί, πως δεν ακολουθούσε κανένας άλλος και χώθηκε σε μια καμπίνα αφήνοντας την πόρτα διάπλατα ανοιχτή.
Η Ελένη εμφανίστηκε λίγο μετά που μπήκε ο Βύρωνας στο αμάξι. Τα μάτια της ήταν κόκκινα, όμως φαινόταν ξαλαφρωμένη. Ο ψυχολόγος της, της είχε πει πως το να συνεχίσει τη ζωή της αυτό δε σημαίνει πως έπαυε να αγαπά τον πατέρα της και σε καμία περίπτωση δεν θα πρόδιδε την αγάπη του. Σπουδαίος ψυχολόγος για να παίρνει και 50 euro τη συνεδρία. Γι’ αυτό και η Ελένη ήρθε σήμερα στον τάφο του. Για να του εξηγήσει πως θα συνεχίσει να ζει, πως δε θα τον ξεχάσει, πως θα τον αγαπάει πάντα και πως ελπίζει εκείνος να χαίρεται, που επιτέλους θα είναι και πάλι η κόρη που ήξερε. Τέλος του υποσχέθηκε πως το πρώτο της παιδί θα έχει το όνομα του. Όλα αυτά τα έλεγε στο Βύρωνα καθώς οδηγούσε προς τη θάλασσα, για να γιορτάσουν το γεγονός της “απεξάρτησης”  της Ελένης με ουζάκι και μεζεδάκια δίπλα στο κύμα.
«Α!  κάτι έγινε σε μια κηδεία σήμερα στο νεκροταφείο. Το πήρες είδηση;», είπε η Ελένη.
«Άκουσα πως μια γυναίκα λιποθύμισε όταν έπεσε το φέρετρο του άντρα της στον τάφο και πετάχτηκε το πτώμα έξω. Άσε πανικός σου λέω. Το λέγανε κάποιοι και είχαν ξεραθεί στα γέλια.», συνέχισε εκείνη μονολογώντας όπως πάντα, όταν ξεπερνούσε μια συναισθηματική φόρτιση. 
«Έ, δεν το ξέρεις τώρα; Γάμος δίχως δάκρυ και κηδεία χωρίς γέλιο, δε γίνεται. Γίνεται;», της είπε ο Βύρωνας παρκάροντας το αμάξι στην παραλία.
Ο ήλιος ήταν φωτεινός και η μέρα υπέροχα ζεστή. Το απαλό αεράκι έκανε την αλμύρα της θάλασσας να ξεπλύνει τη βαριά μυρωδιά του λιβανιού. Περπάτησαν για λίγο σιωπηλοί στην άμμο, αφήνοντας τον ήχο των κυμάτων να καθαρίσει τις σκέψεις τους. Σκέψεις για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.
«Ελένη;», έκανε ο Βύρωνας πετώντας ένα βότσαλο στη θάλασσα.
«Τι;», απάντησε εκείνη.
«Θέλω να μου υποσχεθείς κάτι.»
«Τι;»
«Όταν πεθάνω μη μου κάνεις κηδεία.»
«Ε;», είπε η Ελένη.
«Εννοώ μη με θάψεις. Κάψε με. Κάνε μου αποτέφρωση. Και μετά κάνε ένα πάρτυ. Κάλεσε όσους μπορείς και κάνε ένα γαμάτο πάρτυ. Ξέρεις με go go boys και τέτοια.»
«Πως σου ‘ρθε αυτό τώρα;»
«Ε, να είμασταν στο νεκροταφείο σήμερα και είδα τόσα μνήματα. Δε θέλω να με φάνε τα σκουλίκια. Κάνε ένα γαμάτο πάρτυ δίπλα στη θάλασσα και πέταξε τη στάχτη μου εκεί. Το υπόσχεσαι;»
«Καλά, καλά, θα δούμε. Πέθανε εσύ πρώτα και θα δω τι θα κάνω.»
«Όχι θα δούμε. Υποσχέσου το! Αλλιώς θα γίνω φάντασμα και θα σε στοιχειώσω», της είπε εκείνος και την αγκάλιασε, τραντάζοντας την από τους ώμους.
«Καλά, καλά το υπόσχομαι. Αν πεθάνω όμως πρώτη εγώ;»
«Δε θα πεθάνεις πρώτη Ελένη. Θα ζήσεις, θα παντρευτείς, θα κάνεις παιδιά και εγγόνια. Άλλωστε έχεις να υποσχεθεί να κάνεις ένα Γιωργάκι, έτσι δεν είναι;»
«Που ξέρεις, μπορεί να είναι Γεωργία.»
«Δε θα είναι, γιατί αν είναι θα το πνίξω στη θάλασσα. Έχει πήξει ο κόσμος στις μούτζες πια!», είπε εκείνος χαριτολογώντας κι εκείνη, κάνοντας τη θιγμένη του απάντησε:
«Αν δεν υπήρχαν μούτζες σαν εμένα στον κόσμο, δεν θα σε άντεχε κανείς.», είπε και του ‘δωσε μια μπουνιά στο στομάχι. «Άουτς!», έκανε εκείνος και την αγκάλιασε δυνατά.
«Βύρωνα;» έκανε η Ελένη.
«Τι ‘ναι;», απάντησε εκείνος.
«Πως και δεν φοράς τα Prada
Ο Βύρωνας τότε, ανασήκωσε το κεφάλι, χαλάρωσε τα χέρια του και κοπάνησε το κεφάλι του λέγοντας:
«Φτου! Γαμώτο, μου πέσανε στον τάφο!»


Copyright 2008 by Ben Provis

1 σχόλια:

  1. Telia istoria sovara.....toxis me tin singrafi....xaxax kai oi hot leptomeries kolazoun....episis perigrafis poli romantika kai realistika kapies leptomeries tis istorias sou..

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Feel FREE to comment...