Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2012

Gay… Συναρτήσεις


Η σχέση μου με τα μαθηματικά έληξε στην Τετάρτη δημοτικού, όταν ξεκινήσαμε να κάνουμε κλάσματα. Ακόμα και το παράδειγμα με τη σοκολάτα, ότι τρως τα ¾, τι μένει; δεν μπόρεσε να με κάνει να καταννοήσω το νόημα τους. Εγώ απλά ήθελα να φάω την υπόλοιπη σοκολάτα για να μην μπαγιατέψει. Στα μετέπειτα χρόνια του σχολείου αυτή η ολέθρια σχέση συνεχίστηκε μέχρι την αποφοίτηση καθώς ήμουν πάντα στο έλεος των Μαθηματικών, οι οποίοι με εξαίρεση έναν που τον είχα για ένα τρίμηνο κι ανέβασα τον βαθμό απο 9 σε 16, αλλά έπαθε εγκεφαλικό και βγήκε στη σύνταξη, κανένας άλλος δεν μπόρεσε να με κάνει να καταννοήσω αυτό το μάθημα. Το μόνο που θυμάμαι απο τα μαθηματικά, είναι οι συναρτήσεις. Δεν ξέρω γιατί, ίσως γιατί ήταν στο τρίμηνο με εκείνον τον μαθηματικό που με έκανε να πιστέψω ότι δεν είχα IQ ραδικιού και διάβαζα μεταμανίας το μάθημα ή γιατί απλά μου άρεσε η φιλοσοφική προσέγγιση των μαθηματικών συναρτήσιων, καθώς η ίδια η Ζωή, είναι κι αυτή μια συνάρτηση.

Τις μέρες αυτές της Χριστιανοσύνης και των Εορτών, όπου το πνεύμα «Αγάπης», πλανάται στην ατμόσφαιρα μαστουρωμένη απο την αιθάλη τις νύχτες κι όλοι βρίσκονται σε φιλανθρωπικό mood για να κατευνάσουν τυχόν ενοχές για την αδιαφορία όλου του έτους, μάλλον είμαι για άλλη μια φορά εκτός τόπου και χρόνου, θέλοντας να γράψω για τη σχέση των gay στο Ελλαδιστάν μια και ζω εδώ πέρα, με κάποιες έννοιες, δημιουργώντας κάποιες συναρτήσεις των οποίων τα διάγραμματα θα μπορούσαν να είναι ένας πίνακας pop art. Πριν προχωρήσω όμως οφείλω να βάλω μια κόκκινη επισήμανση ότι η συγκεκριμένη ανάρτηση είναι ΑΥΣΤΗΡΑ για ενηλίκους, καθώς εμπεριέχει λεξιλόγιο για πιπέρι στη γλώσσα και να ξεκαθαρίσω ότι δεν πρόκειται για ισοπεδωτική γενίκευση, άλιμονο υπάρχουν οι εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα, για να προλάβω τυχόν “μανητάρια”, που θα θεωρήσουν πως έθιξα μέσα στην ανωνυμία τους, τον κομιλφιτισμό και τον καθωσπρεπισμό τους, όπως μαρτυρούν τα μηνύματα στο inbox μου. Sorry guys, αλλά δεν σε υποχρεώνει κανείς να με «διαβάζεις», οπότε τα κουβαδάκια σου και σε άλλη παραλία. Τώρα αν απομυθοποιώ μια ωραιοποιημένη εικόνα του ντελικάτου λεπτεπίλεπτου gay, λυπάμαι αλλά τον μύθο τον χτίζουμε οι ίδιοι και όχι οι άλλοι για τους ίδιους.

 Πάμε λοιπόν για την πρώτη συνάρτηση και η ευθύνη δική σας.

Gay και Γιορτές: Μια πουτάνα που γνώρισα πριν χρόνια στην Φτωχομάνα, μου λεγε πως στις γιορτές, aka Χριστούγεννα, Πάσχα η δουλειά είναι πάντα πεσμένη καθώς όλοι οι νοματαίοι επιστρέφουν στην οικογενειακή θαλπωρή, γεμάτοι  δώρα, προκειμένου ίσως να κατευνάσουν τις ενοχές τους για μια χρονιά γεμάτου ξενοπηδήματος. Στατιστικά τις μέρες αυτές αυξάνεται με αριθμητική πρόοδο και ο αριθμός σεξουαλικών περιπτύξεων εντός της συζυγικής κλίνης. Κι αν στον ετεροφυλόφιλο κόσμο η πρόοδος είναι αριθμητική στους gay πρόκειται για γεωμετρική. Οκ δεν μιλάμε για συζυγική κλίνη, αλλά λίγο παραπέρα, στου γείτονα, στην δίπλα περιοχή, στο σαλόνι, στην αποθήκη, στο γκαράζ, στον πολυέλαιο, αλλά είναι λες και υπάρχει μια φρενήτιδα ότι τελειώνει ο χρόνος και πρέπει να πάρουμε, όλους όσους δεν πήραμε όλη την χρονιά που πέρασε, λες και θα πάει χαμένο τόσο κρέας. Τετ α τετ, τρίο, κουατέρτο, έως black jack (παρτούζα αθώα μου μυαλά) μέχρι τελικής πτώσεως. Φέτος, δεν ξέρω εαν έφταιγε η προφητεία των Μάγια αλλά είχα τις περισσότερες προτάσεις απο κάθε άλλη χρονιά, τώρα το εαν ανταποκρίθηκα ή όχι,...απλά σας κλείνω το μάτι. Παρατηρείται δε ότι το κέρατο στα ζευγάρια αυξάνεται κατακόρυφα τούτες τις μέρες και πιστέψτε με το μότο της Πρωτοχρονιάς «Όποιος χάνει στα χαρτιά κερδίζει στην αγάπη.», δεν ισχύει. Ποια αγάπη μωρό μου που έχεις γίνει σα τον Ρούντολφ το ελαφάκι και είσαι ακριβώς μέσα στο πνεύμα των Γιορτών, απλά δεν το έχεις πάρει χαμπάρι; Κακό; Δεν θα το σχολιάσω. Ο αναμάρτητος τον πρώτο λίθο βαλέτω. Άλλωστε «Σπίτι χωρίς κέρατο, δάσος δίχως έλατο.»

Gay και Σχέσεις: Κάθε gay ονειρεύεται και θέλει μια σχέση χολυγουντιανού τύπου. Σε αυτό έπαιξε το ρόλο του τα παραμύθια που άκουγε στο νηπιαγωγείο, περί Ωραίας Κοιμωμένης, Σταχτοπούτας, που μαζί με τις κορασίδες, πήρε σβάρνα και τον μελλοντικό μελανζέ, περνώντας του υποσυνείδητα μηνύματα τα οποία τροφοδοτούνται στην πορεία με τις αισθηματικο-ρομαντικό κομεντί χολυγουντιανής παραγωγής, περί ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα στο όμορφο σπιτάκι, με το φροντισμένο γκαζόν και τον λευκό φράχτη, τον άντρα μοντέλο των Abercrombie Fitch με το λευκό χαμόγελο που τυφλώνει κι επιδόσεις αθλητή στοίβου στο κατοστάρι του sex. Μόνο που σχέσεις κάνουμε για να περνάμε καλά, όσο περνάμε καλά, γιατί έξω ο κόσμος έχει πήξει στην πούτσα και τον κώλο και είναι κρίμα να  τα αφήσουμε  άπαρτα, δικαιώνοντας τον Τσιτσάνη για το άσμα απο πουλί σε πουλί. Κι άντε πες πως δεν το ‘χεις το γονίδιο του γυρολόγου, αλλά μόλις φας τις πρώτες χλαπάτσες και μείνεις με τον πέουλα στο χέρι, ε, τότε αυτοφασκελώνεσαι και το παίζεις κι εσύ μελισσούλα απο λουλούδι σε λουλούδι. Βλέπεις σε πολλά θέματα δεν γεννιέσαι, γίνεσαι.

Gay και Αισθητική: Οι gay ήταν, είναι και πάντα θα είναι λάτρεις και σκλάβοι του ωραίου. Εννοείται βέβαια ότι το ωραίο είναι συνακόλουθο του πρότυπου που λανσάρει άλλη λούγκρα υπεύθυνη marketing κάποιας πολυεθνικής, το οποίο αλλάζει σχεδόν κάθε είκοσι χρόνια με ελάχιστες διαφορές. Κάποτε ήταν το μουστάκι, μετά περάσαμε στην τρίχα, αργότερα η αποτρίχωση και τελευταία το μουσάκι τριών ημερών με το σώμα συν πλην δέκα κιλά ανάλογα την εποχή. (Που θα πάει θα γυρίσει κι ο τροχός και θα έρθει το πρότυπο του ανορεξικού και θα πάρω κι εγώ το αίμα  μου πίσω.) Σε αυτή την συνάρτηση προστήθεται και η μεταβλητή του ναρκισσισμού και να σου έχουν γίνει τα γυμναστήρια οι καλύτερες πουστόπιατσες και βλέπεις το τεκνό ή πουρό-τζόβενο με τα μούσκουλα και το ξυρισμένο κεφάλι και λες «Ω! Ρε θα με πετάξει στα βράχια και θα πω το Δεσπότη, Παναγιώτη, αλλά πριν προλάβεις να ολοκληρώσεις την ονείρωξη, να σου στήνεται στα τέσσερα, «Φτού! Γαμώτο σε μποτομιέρα έπεσα πάλι!» και ψάχνεις να βρεις το «εντε λα μάγκεν ντε βοτανίκ» στο υποσυνείδητο σου, γιατί τη δόση της πιστωτικής μπορεί να την έχασες, αλλά τον οργασμό ποτέ. Προσωπικά προτιμώ τα ξυλάγγουρα, κακομούτσουνα χωρίς πολλά μαγκεψαμέ, γιατί απο το φτύσιμο που έχουν φάει, εκτιμούν την ευκαιρία που παρουσιάζεται μπροστά τους, aka Εμού και τις περισσότερες φορές καλά κάνω γιατί καταλήγω να τραγουδώ το “O sole mio” αντί το “Les homes qui passent Mama”, προσθέτοντας άλλο ένα ψηφίο στο καρνέ μου.

Gay και Χρήμα: Αυτή η συνάρτηση σε διάγραμμα, μάλλον δείχνει την κατιούσα. Όσο πιο gay είναι κανείς, αν υπάρχει βαθμίδα, τόσο φτάνει στο ναδίρ το πορτοφόλι, γιατί όπως και να το κάνουμε είμαστε material πλάσματα. Θέλουμε τα λούσα μας, τα πεντάστερα μας, το γκλάμουρ μας και ξετινάζουμε όχι μόνο πορτοφόλι αλλά και τις τρεις πιστωτικές στο πορτοφόλι. Δε αν γνωρίσουμε και κανέναν απο τζάκι ίσα που έχουμε κατσικωθεί, περιμένοντας το Vulgari στην εβδομάδα και το μονόπετρο στο μήνα καθώτι τη δόξα πολλοί εμίσησαν, το χρήμα ουδείς! Είπαμε για ένα θεαθήναι στον βωμό που πέουλα και όσο πιο πολύ γυαλίζεις απο τα σενιέ, τόσο πιο happy και επιθυμητός είσαι. Το μόνο κακό είναι ότι πολλοί μπερδεύουν το στρας με το μπριγιάν και τότε… άστα να πάνε.

Gay και Χρόνος: Οι gay πρέπει να πεθαίνουν νέοι μόνο που όταν κάποιος είναι νέος δεν σκέφτεται ποτέ το θάνατο. Αλωνίζει τα κρεβάτια τύπου καργιόλες, σπαταλώντας τα νιάτα του στην αναζήτηση της ηδονής και κάποια στιγμή συνειδητοποιεί ότι πολύ απλά μεγάλωσε. Παθαίνει μια πρώτη κρίση με τις άσπρες τρίχες και τρέχει να βρει την καλύτερη κι ακριβότερη αντιρυτιδική κρέμα ενώ έχει αρχίσει, όταν τον ρωτούν την ηλικία του να κόβει απο πέντε έως δέκα χρόνια, σα τα στοκατζίδικα μετά τις γιορτές. Κάποια στιγμή καταλαβαίνει ότι έχει βγει τελείως εκτός συναγωνισμού και λυσσάει ακόμα περισσότερο στην εύρεση ακόμα πιο φρέσκου κρέατος, σα βαμπίρ που απομυζά τα ξένα νιάτα, συντηρώντας τα δικά του και δόξα τον Ακατανόμαστο, υποψήφια θύματα υπάρχουν πολλά. Κάτι το γλίτερ, κάτι τα φετίχ, κάτι το παράλλογο και μεταφυσικό στο οποίο υπάρχει μια εκ γεννετής έφεση, μια χαρά περνάνε οι γριές, τόσο που συχνά τις θαυμάζω. Το θέμα είναι ότι οι περισσότεροι καταλήγουν μόνοι να θυμούνται περασμένα μεγαλεία και να σκέφτονται πως θα ήταν ΕΑΝ…Τι να το κάνεις όμως, όσα φάμε όσα πιούμε κι όσα αρπάξει ο κώλος μας δεν ήθελες; σκάσε τώρα και ψόφα, τουλάχιστον στον θάνατο έχουν όλοι ίσα διακιώματα.

Gay και Sex: Εδώ πρόκειται για ολόκληρο τόμο απο μόνο του. Θέμα ανεξάντλητο κι ατελείωτο. Αν το Kama Sutra, γράφτηκε ετεροφυλοφυλικά, οι gay συμπήρωσαν τόμους ολόκληρους. Ειλικρινά στα χρόνια που βγήκα στο κουρμπέτι, δεν νομίζω ότι ένας μέσος ετεροφυλόφυλος θα έκανε τα μισά απο τα οποιά θα έκανε ο πιο συντηρητικός gay. Λένε πως ένας άντρας  straight, σκέφτεται το sex 86 φορές της μέρα. Ένας gay το σκέφτεται κάθε λεπτό της ημέρας. Συναντά κάποιον στον δρόμο κι αμέσως έχει πέσει αξονική τομογραφία. Κάθε “καλημέρα” που λέει έχει πάντα σκοπό τη σεξουαλική συνεύρεση ακόμα κι αν συνειδητά μπορεί να μην του περνά απο το μυαλό κι αν κάποιοι του είδους εξανίστανται, για κούνα το κεφάλι σου λέω εγώ, μεταξύ μας μιλάμε. Βέβαια σε αυτή την συνάρτηση λαμβάνουν μέρος και μια σωρεία μεταβλητές όπως ενοχικό σύνδρομο, κόμπλεξ, σεμνοτυφία, μή χιέσω, ασυδοσία, εγωϊσμό κι ένα σωρό άλλα, γεγονός που κάνει την αναζήτηση του sex σκέτη περιπέτεια και τον καθένα σε ρόλο James Bond και Indiana Jones. Πείτε μου τώρα, εαν είναι να ζήσεις τέτοια συγκίνηση, είναι να μην πεθαίνεις στην αναζήτηση του;

Gay και Τεχνολογία: Σημειώνεται πως τεχνολογία αναφέρομαι στο internet και το μουράτο κινητό που μπορεί να σερφάρει άνετα και γρήγορα στο ιντερνετ. Μπορεί να μην ξέρει πως να ανοίξει ένα φύλλο εργασίας αλλά σίγουρα δεν υπάρχει ένας gay που να μην ξέρει να χειρίζεται το internet. Χάρη σε αυτό, το πάρκο και η πιάτσα μεταφέρθηκε στην οθόνη του υπολογιστή του, που μπορεί να μην του κάνει καμιά άλλη χρήση πέρα απο το να σερφάρει με τις ώρες στα δίκτυα κοινωνικής διασύνδεσης, με άλλα λόγια, ηλεκτρονικό ψωνιστήρι, κι επειδή είπαμε το sex είναι το κυρίαρχο στοιχείο στη ζωή του, είμαι σίγουρος πως εκείνος ανακάλυψε και θέσπισε το cyber sex. Το επόμενο βήμα κι αυτό θα το ανακαλύψει μια λούγκρα επιστήμονας, είναι το sex μέσω ολογραμμάτων, όπου καλώδια που συνδέονται στο κεφάλι του θα μπορούν να μεταφέρουν όλα τα ερεθίσματα σα να το έκανε στην πραγματικότητα κι έτσι να γλιτώσει και χρόνο, λεφτά για βενζίνη νερό, χώρια του ότι δεν θα χρειαστεί να αλλάξει και σεντόνια μετά απο κάθε συνεύρεση.

Οι συναρτήσεις είναι ατελείωτες, είπαμε η Ζωή, είναι αυτή καθαυτή μια συνάρτηση. Μπορεί όλα αυτά να σοκάρουν, δικαιώνοντας εκείνους που μας θέλουν στο πυρ το εξώτερο, όμως υπάρχει μια κοινή μεταβλητή σε όλες τις συναρτήσεις. Η αποδοχή του ίδιου μας του εαυτού, της οικογένιας και της ίδιας της κοινωνίας. Όσα αυτά εκλείπουν, τόσο απλά προσπαθούμε να γεμίσουμε με τον άλφα ή βήτα τρόπο, το κενό μέσα μας, όμως πως γεμίζεις ένα τρύπιο πυθάρι; Καταδικασμένοι σα τις Δαναήδες μπερδέψαμε την ηδονή με την αγάπη, το φαίνεσθαι με το είναι, την ουσία με την πεμπτουσία. Όπως και να έχει οι Gay, είμαστε περίεργα πλάσματα. Είμαστε το alter ego των  γυναικών και η «επιβεβαίωση» των αντρών. Μεταξύ μας μπορεί να μην τα βρίσκουμε, τουλάχιστον εκτός κρεββατιού, τι σημασία έχει άλλωστε, αφού όλα απο κεί ξεκινούν και πάλι καταλήγουν. Καλές Χαρές στα σκέλια μας Κοπελιές για το Νέο Έτος, γιατί όλο και κάπου θα ανταμώσουμε. Διότι η Αθήνα είναι ένα απέραντο κρεββάτι και μάλιστα Καργιόλα.

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

Η Σκοτεινή Πλευρά της Σελήνης



Τα ουράνια σώματα, πάντα γοήτευαν τους ανθρώπους. Υπάρχει κάτι το όμορφο σε αυτά. Τόσο μακρινά και τόσο λαμπερά. Θυμάμαι στην Τρίτη Δημοτικού, μαθαίναμε πως η Γη, περιφέρεται γύρω απο τον ήλιο σε τροχιά και περιστρέφεται γύρω απο τον εαυτό της. Γύρω απο αυτήν περιφέρεται η Σελήνη, όπως περιφέρονται κι άλλοι πλανήτες γύρω απο τον ήλιο κι αυτή η επιστημονική εξήγηση, μου κατέρριψε κάθε μύθο σχετικά με τον ήλιο και τη σελήνη, μύθους με τους οποίους μεγάλωσα και που με συντρόφευαν ατέλειωτες νύχτες στην ψάθα μου.


Θυμάμαι ακόμα την ιστορία για την Κυρά του Φεγγαριού, που μου ‘λεγε η Γιαγιά μου στην Ταϋλάνδη και με έκανε να μετρώ τις μέρες με βάση τις φάσεις της σελήνης, ενώ τις νύχτες με Πανσέληνο, περίμενα να δω την κούνια στην οποία κοίμιζε το μωρό της η Κυρά του Φεγγαριού. Σύμφωνα  με την ιστορία, κάποτε ζούσε μια όμορφη κοπέλα, ερωτευμένη με ένα παλικάρι. Ήταν τόσο ταιριαστό κι όμορφο ζευγάρι, που τα πνεύματα της Νύχτας ζήλευαν την ένωση τους καθώς εκείνα ήταν καταδικασμένα να περιφέρονται μόνα στην αιωνιότητα δίχως αγάπη. Ένα βράδυ με βαρυχειμωνιά, ένα απο τα Πνεύματα πλησίασε την κοπέλα και τη ρώτησε αν την αγαπά αληθινά ο αγαπημένος της κι εκείνη του απάντησε με κάθε βεβαιότητα πως «Ναι!», ήταν σίγουρη για αυτό. Τότε εκείνο της αποκρίθηκε, γιατί καθυστερεί να έρθει κοντά της κι εκείνη δίχως να λογαριάζει το πυκνό χιόνι του χειμώνα και την μεγάλη απόσταση που τους χώριζε, άφησε την αμφιβολία να τρυπώσει στην καρδιά της. Το Πνεύμα τότε, εκμεταλλευόμενο την στιγμή της είπε να του ζητήσει μια απόδειξη της αγάπης του. «Ζήτα του να σου φέρει τον καρπό του δέντρου της Αθανασίας.», είπε το Πνεύμα.

Όταν μετά απο ώρα το παλικάρι ήρθε κοντά της εκείνη έκλαιγε, σκεφτόμενη τα λόγια του Πνεύματος και την αμφιβολία που μεγάλωνε όλο και πιο πολύ στην καρδιά της και τότε το παληκάρι της είπε: «Πες μου τι θέλεις να κάνω, για να σου αποδείξω την αγάπη μου για σένα.» Εκείνη τότε του είπε:  «Φέρε μου τον Καρπό του Δέντρου της Αθανασίας.» και το παληκάρι δέχτηκε την αποστολή εκείνη, που πολλοί πριν απο ‘κείνον είχαν επιχειρήσει για τους εγωϊστικούς τους λόγους, μα κανένας δεν επέστρεψε.

Το Δέντρο της Αθανασίας βρισκόταν στην κορυφή ένος ψηλού βουνού και φύλακας του ήταν ένας άγριος Αρχαίος Δράκος. Το παλικάρι κατάφερε να φτάσει στο βουνό και αντίκρισε απο μακριά το Δέντρο με τους λευκούς του καρπούς να λάμπουν στο φως της σελήνης, που μόνο εκείνη μπορούσε να φανερώσει, περιστοιχισμένο απο τα κόκκαλα όλων εκείνων που επιχείρησαν να δοκιμάσουν έναν απο αυτούς, μα έπεσαν κάτω απο τα νύχια του Δράκου. Οπλισμένο με την αγάπη του για την κοπέλα το παλικάρι πλησίασε το Δέντρο και τότε ο Δράκος όρμηξε πάνω του και τον ρώτησε για πιο λόγο θέλει τον καρπό του Δέντρου. «Ω! Σεβάσμιε Δράκε, σοφέ κι μεγαλοδύναμε, τον Καρπό του Δέντρου που φυλάς, τον θέλω για Εκείνην που αγαπώ, ως απόδειξη της αγάπης μου για εκείνην.», αποκρίθηκε το παλικάρι κι ο Δράκος, βλέποντας την καθαρή κι ανιδιοτελή του καρδιά, έκοψε έναν καρπό και του τον έδωσε. Όμως τα Πνεύματα της Νύχτας βλέποντας τον να πλησιάζει την αγαπημένη του μετά απο εννιά ολόκληρους μήνες, με την απόδειξη της αγάπης του, του επιτέθηκαν κι εκείνος έφτασε πριν αφήσει την τελευταία του πνοή στην αγκαλιά της αγαπημένης του, προσφέροντας της την απόδειξη της δικής του αγάπης για εκείνην.

Η κοπέλα έκλαψε γοερά για το θάνατο του κι μετανιωμένη για την δοκιμασία που του υπέβαλε, θέλησε να βάλει τέλος στη ζωή της, μαζί με τον καρπό του έρωτα τους που κουβαλούσε μέσα της. Τότε τα Πνεύματα, φοβούμενοι πως η αγάπη που δεν θα πέθαινε και θα συνεχιζόταν στην Αιώνια Ζωή, της είπαν να φάει τον καρπό κι πως έτσι ο αγαπημένος της θα γύριζε απο τον Κόσμο των Νεκρών. Πιστεύοντας στα λόγια τους, εκείνη δάγκωσε τον καρπό του Δέντρου της Αθανασίας κι άρχισε να ανυψώνεται ψηλά στον ουρανό, στη χώρα των Αθανάτων, μακριά απο τον αγαπημένο της, κλαίγοντας για την αμυαλιά και την ελαφρότητα των πράξεων της. Όμως ο Αρχαίος Δράκος την λυπήθηκε και την τοποθέτησε στο φεγγάρι για  να βλέπει απο ψηλά τον αγαπημένο της κι έθαψε το παλικάρι που την αγάπησε όσο κανένας άλλος, στην ρίζα το δέντρου της Αθανασίας. Κι απο τότε, για να μην ξαναβρεί κανείς άλλος το δέντρο, που αποκαλύπτεται μονάχα στο φως της σελήνης, τύλιξε το φεγγάρι με το σώμα του, αποκαλύπτοντας το σιγά σιγά κάθε νύχτα, για μια πανσέληνο μονάχα το μήνα κι εκείνη τη νύχτα, μπορείς να δεις την Κυρά του Φεγγαριού να κλαίει, κουνώντας την κούνια του μωρού της, κοιτάζοντας τον αγαπημένο της στις ρίζες του Δέντρου της Αθανασίας.

Δεν ξέρω αν ήταν αυτή η μυσταγωγία του μύθου που άκουσα μικρός κι με έκανε να γοητεύομαι πάντα απο το φεγγάρι, όμως όταν έμαθα πως βλέπουμε μονάχα τη μια της πλευρά, τότε τις νύχτες με πανσέληνο, ξαπλώνω κι σκέφτομαι την σκοτεινή πλευρά της Σελήνης. Εκείνη η πλευρά ονομάστηκε απο τους αστρολόγους Λίλιθ κι αντιπροσωπεύει τις μύχιες σκέψεις μας, την σεξουαλικότητα μας, την ας πούμε σκοτεινή μας πλευρά. Στην Αρχαία Ρώμη, ο διπρόσωπος θεός Ιανός, αντιπροσώπευε τη Σελήνη και συμβόλιζε τις δυο όψεις του ανθρώπου. Εκείνη που δείχνουμε κι εκείνη που κρατάμε στο σκοτάδι, κρυμένη ακόμα κι απο τον ίδιον  μας τον εαυτό.

Πολλές φορές έχω έρθει σε αναζήτηση εκείνης της πλευράς. Δεν με φοβίζει. Μοιάζει με ένα οικείο άγγιγμα στο σκοτάδι, που ξέρεις ποιος είναι εκείνος που είναι δίπλα σου. Είναι εκείνος που με οδηγεί σε σκοτεινά μονοπάτια κι αφήνομαι στην αγκαλιά του κατεβαίνοντας στον Έρεβο. Σε εκείνον απευθύνομαι και μου δίνει δύναμη να συνεχίσω να ζω, όταν όλα φαίνονται μάταια, ακόμα κι αν μου δίνει σκοτεινά όνειρα κι σκέψεις, ακόμα κι αν ακρωτηριάζει ένα κομμάτι απο την Ψυχή μου, όμως μέσα στο σκοτάδι βρίσκεται η δύναμη. Σα χαμένος στις αναθυμιάσεις του όπιου, περιμένω  τα μαύρα φτερά να σκίσουν τα σωθικά μου και να πετάξω στον σκοτεινό ουρανό, γιατί δεν αντέχω άλλο πια στην λάμψη του ήλιου που τυφλώνει την ψυχή και  σε εκείνα που βλέπουν τα μάτια.

Αφήνομαι. Πέφτω. Κι περιμένω να αναγεννηθώ στο Έρεβος δίχως Ψυχή, μοναχά Ελευθερία.
Τι σημασία έχουν τα άλλα πια; 

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

Πας μη Έλλην Βάρβαρος



Εχθές μπήκα σε ένα μαγαζί να αγοράσω μια κλωστή. Η γυναίκα που καθόταν μέσα, με το που με βλέπει να μπαίνω μέσα στο μαγαζί της, σηκώνεται επιφυλακτικά όσο πλησιάζω, με εμφανείς τις σκέψεις της σχετικά με την καταγωγή μου. Καλημερίζω και τη ρωτάω εαν έχει μια συγκεκριμένη κλωστή, στα Ελληνικά να αναφέρω κι αφού μου λέει πως δεν έχει, ρώτησα εαν έχει κάτι άλλο παρεμφερές που θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω. Πάνω στην κουβέντα λοιπόν μετά απο πέντε λεπτά μου κάνει την αναμενώμενη ερώτηση:
«Από που είσαι;» Της δίνω λοιπόν κι εγώ την χιλιοειπωμένη μου απάντηση:
« Ο πατέρας μου είναι Έλληνας, η μητέρα μου είναι απο την Ταϋλάνδη.»
«Α! Δεν είσαι Έλληνας δηλαδή και μιλάς πάρα πολύ καλά τα Ελληνικά... Και στη συνέχεια αρχίζουν να μου μιλούν για την ίδια την Ταϋλάνδη, που οι περισσότεροι δεν έχουν επισκεφτεί ποτέ και κάποιοι δεν ξέρουν καν που πέφτει,  περί πορνείας, φτώχειας, σεξοτουρισμού, αρρώστειες, λοιμούς, καταποντισμούς και βέβαια το Τσουνάμι. »

Αυτός είναι ένας διάλογος που πραγματοποιείται καθημερινά στην ζωή μου, όσα χρόνια είμαι στην Ελλάδα και παλιότερα, σκεφτόμενος πως κάποιος μπορεί να συγκρατεί πιο έντονα την τελευταία λέξη μιας απάντησης, έχω επιχειρήσει να αλλάξω τη σύνταξη σε: «Η μητέρα μου είναι απο την Ταϋλάνδη, ο πατέρας μου απο την Ελλάδα.», όμως και πάλι η συνέχεια του διαλόγου είναι ίδια, «Δεν είσαι Έλληνας....». Πλέον τις περισσότερες  φορές με αυτή τη σύνταξη αντικαθιστώ τη λέξη «Ελλάδα», με άλλα τοπωνύμια όπως: Ζάκυνθο, Κρήτη, Φάρσαλα, Κουτσούρια χωρίς να αλλάζει και πάλι η συνέχεια του διαλόγου. Πλέον, ανάλογα με τα κέφια μου και γιατί βαριέμαι να επαναλαμβάνω τον ίδιο διάλογο λέω: Λαπωνία (την μπερδεύουν με την Ιαπωνία οι περισσότεροι, μέχρι να τους αναφέρω το χωρίο του Αϊ Βασίλη, Κογκό ( Α! Πήρες όμως απο τη μητέρα σου! Είναι η συχνότερη απάντηση, λόγω έλλειψης χρώματος), Νέα Υόρκη ( Α! Για αυτό μιλάς με προφορά τα Ελληνικά!) Αργεντινή ( Πες μου ότι χορεύεις κιόλας Τάνγκο!) και κάπως έτσι σπάει η μονοτονία του διαλόγου, λες και ζω τη μέρα της Μαρμότας.

Πριν χρόνια καθόμουν με μια φίλη σε μια μεγάλη καφετέρια , την Τίτη, η οποία γεννήθηκε κι έζησε μέχρι πρότινος στην Ελλάδα αλλά κατάγεται κι απο τους δυο γονείς της απο το Καμερούν, κι έχει όλα εκείνα τα φυσικά «γνωρίσματα». Συζητούσαμε στα ελληνικά κι ο κόσμος που περνούσε, με το που μας άκουγε, γύριζε έκπληκτος το κεφάλι του, ενώ οι περισσότεροι στους οποίους βρισκόμασταν στο οπτικό τους πεδίο, μας κοίταζαν έντονα. Να σημειώσω πως το γεγονός έλαβε χώρα μετά την Ολυμπιάδα του 2004, πράγμα που με έκανε να αναρωτηθώ πότε ο κόσμος θα συνηθίσει στην ιδέα πως υπάρχουν κι άλλοι λαοί και «φυλές» σε αυτήν την χώρα.

Πριν απο εικοσιπέντε χρόνια, όταν οι Μοίρες έπαιζαν μπαρμπούτι τη ζωή μού και βρέθηκα στην Ελλάδα, δεν υπήρχαν πολλοί «ξένοι» στη χώρα. Κάποιες Ιαπωνέζες που παντρεύτηκαν Έλληνα ναυτικό ζούσαν εδώ, Φιλλιπινέζες που εργάζονταν ως οικιακοί βοηθοί, που επειδή ήταν εσώκλειστες δεν τις πολύ έβλεπε ο κόσμος, κάτι Πολωνοί που δούλευαν στις οικοδομές και κάποιοι πολιτικοί πρόσφυγες απο το Ιράκ, που περίμεναν την έκδοση της βίζας για την Αμερική. Ένα τετοιο παιδί ήταν κι ο πρώτος μου φίλος στην Ελλάδα και παρόλο που δεν μιλούσαμε καμία κοινή γλώσσα, όταν έφυγε τελικά, χωρίσαμε με κλάματα και κάποιες λέξεις στα Ελληνικά που μάθαμε κι οι δύο. Στην περιοχή μου, ήμουν το πρώτο αλλοδαπό που εισήχθη κι παρέμεινε και για αυτό τα άλλα παιδιά με αντιμετώπιζαν κοροϊδευτικά λέγοντας με Κινεζάκι, μια και χρησιμοποιούταν σα βρισιά η λέξη...ανάθεμα κι αν ήξεραν που πέφτει. Όταν γύρισα λοιπόν μια μέρα στο σπίτι, μέσα στο παράπονο γιατί με είχαν δείρει λέγοντας με πάλι μπάσταρδε Κινέζε, ο πατέρας μου, μου είπε να μην στεναχωριέμαι γιατί οι Κινέζοι έχουν τεράστια ιστορία και πολιτισμό, πιο παλιό ακόμα απο τον Ελληνικό και θα πρέπει να είμαι περήφανος για την καταγωγή μου. Σημείωση ότι ο παππούς μου ήταν Κινέζος.

 Δυστυχώς όμως το παιδικό μου μυαλό  δεν μπορούσε να το χωνέψει και στην προσπάθεια μου να γίνω αποδεκτός, προσαρμόστηκα στην ελληνική πραγματικότητα με στόχο να αφομοιωθώ απο αυτήν, τόσο  πολύ που ξέχασα τις ρίζες μου, την μητρική μου γλώσσα, την καταγωγή μου, προκειμένου να γίνω «Έλληνας», όμως η φάτσα μου με πρόδιδε πάντα, κάνοντας με να ακροβατώ ανάμεσα στον Ξένο και τον Έλληνα. Καθημερινά για χρόνια έρχομαι αντιμέτωπος με αυτόν τον διαχωρισμό, ακόμα και σήμερα, ξεκινώντας απο τα μικρά έως τα πολύ σημαντικά θέματα της καθημερινότητας. Απο το να μου μιλούν οι σερβιτόροι στα Αγγλικά, ειδικά σε κάποιες τουριστικές περιοχές, μέχρι τις δημόσιες υπηρεσίες κι Αρχές, όπου η επίδειξη της Ταυτότητας καθορίζει και τον τρόπο αντιμετώπισης που θα έχω, στο δρόμο επειδή κόρναρα σε κάποιον που πήγε να με τρακάρει με τον  «εκφοβισμός» τύπου «Θα φωνάξω την Χρυσή Αυγή», έως την προσωπική μου ζωή, όπου παλιότερα ήμουν στόχος κάθε ανώμαλου παιδόφιλου ενώ τώρα, απλά δεν ανταποκρίνομαι στα πρότυπα του fashion icon macho Καυκάσιου άντρα με γένι τριών ημερών. Ακόμα κι επαγγελματικά, είμαι υποχρεωμένος στην Ελλάδα, να κινούμαι στους χώρους εστιάσης που συνάδουν με την εικόνα μου, μονάχα Ασιατική κουζίνα δηλαδή, ασχέτως εαν στο βιογραφικό μου υπάρχουν αξιόλογες δουλειές στην Δυτική γαστρονομία.

Υπήρχε περίοδος στη ζωή μου, που σκεφτόμουν να προβώ σε πλαστική επέμβαση, αλλάζοντας τα «φυλετικά» μου χαρακτηριστικά, σκεφτόμενος πόσο πιο εύκολη θα ήταν η ζωή μου σε αυτή την χώρα, κάτι που γίνεται κατα κόρον στην Ιαπωνία, μέσα στην φρενήτιδα τους να Αμερικανοποιηθούν με πρότυπο τον Michael Jackson, που «κατάφερε» να γίνει «άλλος» άνθρωπος και πραγματικά, σίγουρα η ζωή μου θα ήταν διαφορετική  εαν ήμουν «άλλος». Όμως τελικά δεν το έκανα. Κάτι η ζωή στο εξωτερικό, σε χώρες πιο πολυπολιτισμικές, κάτι το μάθημα της αποδοχής του Εαυτού μου, κάτι που ισορρόπισα ανάμεσα σε δυο τελείως διαφορετικούς πολιτισμούς και κουλτούρες, εκτίμησα το δώρο της διαφορετικότητας, κάνοντας με να μπορώ να βλέπω πιο πολυπρισμικά τη ζωή και να απολαμβάνω αυτό το κράμα της Δύσης και της Ανατολής, τόσο που ενώ δεν «κολλάω» πουθενά, να μπορώ να «ανήκω» στο παντού.

Ακούω συχνά να μιλούν για «Γκέτο», στο κέντρο της Αθήνας χωρίζοντας τις διάφορες περιοχές σε διάφορες φυλές. Εκείνη η περιοχή είναι των Κινέζων, η άλλη των Μαύρων η παρ’ άλλη των Πακιστανών, με μια χροιά φόβου κι απαξίωσης, όμως αναρωτιέμαι αν σκέφτηκε κανείς ότι γκέτο, είναι εκεί που δεν θέλουμε να πάμε. H ειρωνία είναι ότι στις αντίστοιχες περιοχές του εξωτερικού, είναι απο τις πρώτες που επισκέπτονται ως θαμπωμένοι τουρίστες. Η ChinaTown  του Soho, του San Francisco, το Quartier Latin του Παρισιού θυμίζουν εξωτικούς πολυτελείς προορισμούς και ναι δεν συγκρίνονται με τις αντίστοιχες περιοχές της Αθήνας. Όμως όταν έχεις εγκαταλείψει εσύ ο ίδιος την πόλη σου, όταν φοβάσαι και δεν αποδέχεσαι το διαφορετικό, όταν ανατροφοδοτείς το μίσος και τη μισαλλοδοξία, το μόνο που επιτυγχάνεις είναι να ασχημύνεις εσύ ο ίδιος την πόλη σου.

Εχθές πάντως σε μια περιπλάνηση στα γκέτο της Αθήνας, γέλασα τρελλά με Κινέζους που δεν μιλούσαν καμία γλώσσα που θα μπορούσαμε να συνεννοηθούμε, ένας Μαύρος, μου έδωσε το πεντάευρω που μου έπεσε απο την τσέπη, κι ένας Ινδός μου φύλαξε το ποδήλατο, όταν μπήκα σε ένα μαγαζί να πάρω ένα ωραιότατο κεμπάμπ που έφτιαχνε ένας Πακιστανός και με κέρασε μια μπύρα επειδή του είπα “Ευχαριστώ” στη γλώσσα του. Ίσως να έγιναν αυτά, επειδή θεωρούσαν πως ανήκω κι εγώ σε “γκέτο”, ίσως πάλι όχι. Όπως και να έχει πάντως, όταν κάποιος “εισέρχεται” σε ένα γκέτο οι άλλοι τον κοιτάζουν με απορία, απλά γιατί ξέρουν πως είναι απομονωμένοι απο τους “άλλους”.

Πας μη Έλλην Βάρβαρος.  Ας είναι, αφού μια ζωή, περιμένουμε τους Βαρβάρους… 

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

Η Κλιμακτήριος, οι Άντρες και το Βρακί μου





Μια πάρα πολύ αγαπημένη φίλη πέρασε κλιμακτήριο και μαζί με αυτήν, την περάσαμε και όλοι όσοι την αγαπάμε. ΟΚ, είναι μια βιολογική διαδικασία, απόλυτα φυσιολογική και αναπόφευκτη, τουλάχιστον στις περισσότερες γυναίκες, κατά την οποία πραγματοποιούνται  κάποιες σημαντικές αλλαγές στη βιολογία μιας γυναίκας, με «επιπτώσεις» στο  σώμα, την ψυχολογία και την ψυχοσύθεση της. Οι ορμόνες και πάλι κάνουν το θαύμα τους. Το λίμπιντο ανεβοκατεβαίνει, χαρά του συντρόφου που μπαίνει πάλι σε δράση, κυκλοθυμίες, νεύρα, ξεσπάσματα, μελαγχολία, ανεξήγητα κλάματα, «ακραίες» συμπεριφορές κι πράξεις κτλπ, είναι κάποιες , ας πούμε, συνέπειες της κλιμακτηρίου, οι οποίες είναι ΑΠΟΛΥΤΑ φυσιολογικές και «ευθύνεται» ή τελοσπάντων δικαιλογούνται, λόγω αυτής. Τόσο που έχει γίνει σικέ να λέμε: «Κλιμακτήριο περνάς;», όταν κάποιος περνά ψυχολογικές μεταπτώσεις ή έχει ξεσπάματα νεύρων, παρεπιπτόντως εμένα μου το λένε συνέχεια τα τελευταία χρόνια!


Ωραία, στις γυναίκες 40+, πα στο κόρακα υπάρχει η «δικαιολογία» ή εμπάς περιπτώσει το «αίτιο» που επεξηγεί αυτή την «μετάλλαξη», εμένα  όμως μπορείτε  να μου πείτε τι στο διάλο συμβαίνει με τους άντρες 40+ και είναι λες και πάθανε μόνιμη διάσειση, μετά απο κώμα, προκαλούμενο απο χτύπημα με τηγάνι, ξέρετε σα αυτά τα μαντεμένια της γιαγιάς που τηγάνιζε τις πατάτες, στην κούτρα τους; Πως εξηγείται η «αλλαγή» που παρατηρείται στους άντρες αυτής της ηλικιακής κλίμακας; Άντρες που άλλους τους ήξερες και βλέπεις την «αλλαγή» κι άλλους τους γνωρίζεις και μέσα σε μισή ώρα, έχεις κάνει τη «διάγνωση», απο τα «συμπτώματα», λόγω της πολυπληθούς πείρας σου στο κουρμπέτι, η οποία σου έδωσε τη «γνώση», σαν έμπειρος  ουρολόγος που  πραγματοποιεί εξέταση προστάτη, όμως δεν δύνασαι ούτε να ΤΟ ονοματίσεις και το χειρότερο, να επεξηγήσεις ΤΟ αίτιο αυτών;

Έπειτα απο προσεχτική μελέτη και παρατήρηση λοιπόν διαπιστώνεται μια κοινή συμπεριφορά-σύμπτώματα που πλήττει άντρες της ηλικίας 40-55, που σε κάνουν να αναρωτιέσαι εάν είναι στραβός ο γιαλός ή στραβά αρμενίζεις. Στην αρχή, εκεί που όλοι είναι με μια μπάκα, όπου η ζώνη έχει μετατραπεί σε ζωστήρα, ξαφνικά αρχίζουν να εκδηλώνουν ενδιαφέρον περί υγιεινής διατροφής, θερμίδες και μια καινούργια λέξη προστίθεται στο λεξιλόγιο τους γίνοντας σημείο αναφοράς: Δίαιτα! Να σου λοιπόν τα νερόβραστα κολοκυθάκια και το φιλέτο γαλοπούλας στη σχάρα, μαζί με γιαουρτάκι 0% λιπαρά και άπαχο τυράκι. Κι άντε να ζεις μόνος, καλό κάνει να μπεις λίγο στον άγνωστο για πολλούς χώρο της κουζίνας, αλλά άμα είσαι παντρεμένος, εκείνη η δόλια η γυναίκα τι φταίει που πρέπει μαζί με τα γιουβαρλάκια για τα κουτσούβελα στην εφηβεία, να σου φτιάχνει εσένα πράσινη σαλάτα με μια κουταλιά ελαιόλαδο κι ανθό άλατος, μαζί με ξεπετσιασμένο φιλέτο κοτόπουλου στην γκριλιέρα, την οποίαν παρεπιπτόντως θα τρίβει μια ώρα για τα καμμένα; Χώρια το εγκεφαλικό που πέρασε την πρώτη φορά που εκστόμισες την λέξη «Διατροφή» και καταστεναχωρέθηκε όταν τα γεμιστά με τις πατάτες τις κυδωνάτες τις είχε πετύχει στο ψήσιμο, αλλά με το που σε είδε με την βραστή γαλοπούλα απο το σούπερ μάρκετ, που πήγες ΜΟΝΟΣ σου και την αγόρασες, άρχισε να αμφιβάλλει για τις μαγειρικές της ικανότητες.

Λίγο αργότερα τον πετυχαίνουμε μπροστά απο τον καθρέφτη, του μπάνιου, ξέρετε τον ψηλό και καμιά φορά στον ολόσωμο, να κοιτά το σε αποψίλωση κεφάλι του, για το οποίο δήλωνε υπερήφανα, ευθύνεται η υψηλή ποσότητα τεστοστερόνης στον οργανισμό, ομοίως για την υπόλοιπη τρίχα στο σώμα, επιβεβαιώνοντας ότι ο Homo Sapiens Sapiens κατάγεται απο τον πίθηκο. Καμιά φορά στα κλεφτά, μπροστά απο τον ολόσωμο τώρα, αρχίζει να σφίγγεται λες κι πάσχει απο χρόνια δυσκοιλιότητα, μπας και φανούν οι κοιλιακοί μύες, που με τόσο κόπο γύμναζε με κοψίδια αρνάκι γάλακτος, αλλά δεν λένε να διαγραφούν και ικανοποιείται απο τους δικέφαλους, που διαγράγονται σα το λόφο απο το «Μικρό σπίτι στο Λιβάδι», για να αρχίσει την επόμενη μέρα να φοράει τζόκεϊ, ξέρετε εκείνο το καπελάκι τύπου baseball player και να γραφτεί στο γυμναστήριο, μαζί με μια επίσκεψη σε κατάστημα αθλητικών ειδών για καινούργιες εφαρμοστές φόρμες επώνυμης μάρκας, που θα αναδεικνύουν  το Απολλώνιο κορμί που δεν έχει ακόμα αλλά δεν πειράζει τις φοράμε απο την πρώτη μέρα που πατάει στο γυμναστήριο και προχωράει καμαρωτός καμαρωτός κατευθείαν στην αίθουσα με τα βάρη για να ξαπλώσει, λες κι είναι έτοιμος για πεοθηλασμό, στον πάγκο με ανοιχτά τα πόδια.

Να σου σε λίγο αρχίζει, πέρα απο την αθλητική εφημερίδα, αν είναι straight ή την της Κυριακής, γιατί είμαστε και intellectual, να δίνει παραγγελία στον περιπτερά της γειτονιάς, να του κρατά εκείνο το διάσημο αντρικό περιοδικό, με τον τύπο Κορμάρα εξώφυλλο- τι έχει αυτός – εγώ είμαι καλύτερος το οποίο πολλοί θα χρησιμοποιήσουν ως φαντασίωση στην πεοπαλινδρομική ψευδοσυνουσία, κάπου ανάμεσα στην προσεχτική μελέτη των άρθρων τύπου “Κοιλιακοί απο πέτρα”, “Πλάτες Άτλαντα” και εικονογραφημένων ασκήσεων “Άρσεων Θανάτου”, κυριολεκτικά αφού την κήλη δεν θα την γλιτώσει σίγουρα την επόμενη μέρα που θα ξαναπάει την καθορισμένη ώρα-ρουτίνα πια, στο νέο βωμό του γυμναστηρίου για να θυσιάσει λίτρα ιδρώτα με essance μασχάλης.

Κι άντε τον πρώτο καιρό η γυναίκα ή ο γκόμενο-σύντροφος χαίρεται που ξεκουμπίστηκε απο το σπίτι ο Κανακάρης και μπορεί να δει με την ησυχία του/της  την σαπουνόπερα με εκείνον τον ωραίο τον Τούρκο, αλλά αρχίζει σιγά σιγά κι ανασκουμπώνεται καθώς η φράση “Πάω γυμναστήριο!”, αρχίζει και ακούγεται επί καθημερινής βάσεως, Σαββατοκύριακο included. Κι εκεί που πήγαιναν στην χασαποταβέρνα και ξέσκαγε λιγάκι, ξαφνικά κόπηκε μαχαίρι με την αιτιολογία “Είμαι κουρασμένος απο το γυμναστήριο.” ,“Είμαι πιασμένος.”, τα ίδια που λέει όταν γυρίζει την πλάτη στο κρεββάτι, ενώ οι άλλοι έχουν όρεξη για λίγο σικίσι, το οποίο ήταν αραίο ούτως η άλλως. Και ψύλλοι αρχίζουν να μπαίνουν στα αυτιά, όταν ο εν λόγω κύριος τους κυνηγούσε για ένα στα γρήγορα, έτσι για δούμε αν το θυμόμαστε το άθλημα, ενώ τώρα το παίζουν βαριά πεπόνια, μαζί με κάτι μηνύματα που χτυπάνε σε μη επαγγελματικές ώρες ή που βγαίνει στο μπαλκόνι στη γωνία για να στείλει ένα στα γρήγορα, τάχα μου για τσιγάρο, ή στην τουαλέτα με τις ώρες σα έφηβος νεαρός που μοιράζεται το δωμάτιο με τον αδελφό/ η του. Και δεν αργεί να καταλάβει ότι ο σύζυγος-σύντροφος-γκόμενος 40+ μετά απο τόσα χρόνια γάμου-σχέσης-συμβίωσης έχει πέσει “θύμα” κάποιου/ας γεροντόφιλου/ης ή που απλά γουστάρει Daddies, τύπου “Κύριε Καθηγητά να ξύσω το μολυβάκι σας;

Έτσι αρχίζει ο 40+ να προσέχει την εμφάνιση του, το ντύσιμό του, το γένι του, καθώς πλέον είναι της μόδας το look  του αξύριστου macho άντρα κι αντικατέστησε την κολώνια του super market με εκείνη που μύρισε στο φύλλο εκείνου του περιοδικού που λέγαμε πιο πάνω κι αρχίζει να κουρεύει και τις περικοκλάδες που εκτείνονται κατά μήκος του κορμιού του, σα τη ζούγκλα του Αμαζονίου, για να διαγράφονται εκείνοι οι μύες που με τόσο κόπο χτίζει καθημερινά. Να σου λοιπόν εμφανίζονται και οι πρώτες κοσμοθεωρίες-χρυσώνουμε το χάπι, περί πολυγαμικών σχέσεων, ο άντρας είναι Άντρας-Επιβήτορας, τύπου Μουσουλμάνος καλά κάνουν κι έχουν χαρέμι, και ακούνε τον Τσιτσάνη στο αυτοκίνητο πηγαίνοντας στη δουλειά να τραγουδά «Από κανάρα σε κανάρα θα πετάω ... όχι άλλο καναβούρι- καναβούρι...», ξύνοντας τον δεξί του όρχι, γιατί ξυρίστηκαν προχτές και τσιμπάει τώρα, ενώ παλιότερα ούτε που νοιαζόταν εάν του άλλου/άλλης είχε κάτσει η τρίχα στο δόντι. Έλα μου ντε που  λόγω συνήθειας με έναν άλλον δίπλα τόσα χρόνια, στους straight υπάρχουν και κουτσούβελα στη μέση, το ρίχνουν και καλά σε Τριγωνομετρικές και Γεωμετρικές θεωρείες, στην προσπάθεια να τετραγωνίσουν τον κύκλο και να υπολογίσουν την συνισταμένη μεταξύ του, το τομάρι τους, αυτός/αυτή και η άλλη/άλλος.

Και να σου ο 40+, τζόβενο απο τα λίγα, να κυνηγάει πιπίνια έως 27 ετών ή έστω μοιάζουν τόσα, καθώς τα υπόλοιπα 27+ του πέφτουν βαριά, σα το κοκκινιστό μοσχαράκι με κύμινο και χαίρεται καθώς ανακαλύπτει πως στην αγορά-πιάτσα-internet η κλάση του έχει πέραση-σουξέ, σα την Πάολα, την έμαθα κι αυτή το Σ/Κ, αλλά για καλό και για κακό κόβει 5-8 χρονάκια όταν τον ρωτούν την ηλικία του κι αφήνει να πλανάται το μυστήριο του γοητευτικού σαραντάρη- παρά ή κάτι ή του πεπειραμένου- ταλαίπωρου ρομαντικού- Conan The Barbarian πενηντάρη, έλα να σου σφυρίξω δυο νότες απο το «Πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι» ή το «Τα πρόστυχα τα μαύρα τα εσώρουχα σου», αναλόγως την περίσταση του αντικειμένου του πόθου, για  να ανέβουμε και ψυχολογικά μαζί με τον junior, “Γιατί είμαι μοιραίος και λάγνος.” κι αυτοαφιερώνεται  τον “Πενηντάρη” του Ζαμπέτα, αγνοώντας κατά καιρούς το νούμερο, γιατί έχει γίνει ήδη ο ίδιος Νούμερο.

Έτσι λοιπόν έχει η κατάσταση κι επειδή  μπορεί να θεωρηθεί ότι μέμφομαι λόγω του “νεαρού” της ηλικίας μου και να πει κανείς, “Περίμενε να φτάσεις εσύ τόσα”, με το μπαρδόν μάστορα, αλλά καλύτερα να μου μαραθεί, παρά να ξαναπεράσω εφηβεία δίχως τα σπυράκια. Πείτε μου τώρα εσείς, πως λέγεται όλη αυτή η συμπτωματολογία και βρείτε το αίτιο της, μπας και σωθεί καμιά ψυχούλα, γιατί η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά κι εγώ, το βρακί μου.

ΤΣΟΥ ΡΕ ΛΑΚΗ!!!



Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Μια παλιά Φωτογραφία



Εχθές καθάριζα το σπίτι  κι ανάμεσα στα πράγματα που μετακινούσα, έπεσε στο πάτωμα μια παλιά φωτογραφία. Μια φωτογραφία ξεχασμένη, τραβηγμένη ακριβώς πριν απο έντεκα χρόνια, την ημέρα των γενεθλίων μου. Τη θυμήθηκα εκείνη τη μέρα. Θυμάμαι ότι ήμουν χαρούμενος κι ερωτευμένος. Θα γιόρταζα τα γενέθλια μου με Εκείνον. Ντυνόμουν στο δωμάτιο μου, απέριττο απο τα πολλά κι Εκείνος μπήκε κρυφά με μια φωτογραφική στο χέρι, θέλοντας να με βγάλει μια φωτογραφία. Περιέργο να βρω αυτή τη φωτογραφία, ανήμερα των γενεθλίων μου. Τότε ήμουν είκοσι τρία κι εκείνος στην ηλικία που είμαι εγώ σήμερα, τριάντα τέσσερα.

Κοιτούσα την φωτογραφία για ώρα, θέλοντας να εντοπίσω τις Άλλαγές. Έντεκα χρόνια δεν είναι λίγα, αλλά ούτε και πολλά. Εξαρτάται πάντα για ποια δεκαετία αναφέρεται κανείς. Τότε στα είκοσι, τώρα στα τριάντα. Απο μικρός είχα κάποιες ηλικίες που τις θεωρούσα ορόσημο στη ζωή ενός ανθρώπου. Αρχικά ήταν τα Δώδεκα, ανηπομονούσα να γίνω δώδεκα, θεωρούσα πως θα ήμουν πλέον αρκετά μεγάλος και θα έπαυα να ήμουν παιδί. Έγινα δώδεκα και ονειρευόμουν τα Δεκαπέντε, ένα βήμα πριν την ενηλικίωση των Δεκαοχτώ. Αργότερα τα Εικοσιτρία. Ανδρωμένος, ανεξάρτητος, κάνοντας τα πρώτα βήματα του επαγγελματικού στοίβου, της λεγόμενης «Καριέρας» κι έπειτα τα Τριάντα. Τα φοβερά τριάντα, που πλέον θα μπορούσες να είσαι ώριμος, να κρίνεις ότι είχες κάνει και να συνεχίσεις να χτίζεις πάνω σε γερές βάσεις τη ζωή σου. Μετά δεν είχε κάτι άλλο. Το μυαλό μου σκόνταφτε στα Τριάντα.

 Τα πέρασα όλα τα «ορόσημα» για να φτάσω στα λεγόμενα τριάντα τέσσερα και κοιτάζοντας τη φωτογραφία, μια ανασκόπηση πραγματοποιήθηκε  τάχιστα μέσα στο νου μου. Λάθη, φιλοδοξίες, όνειρα που δεν πραγματοποιήθηκαν, απογοητεύσεις, κλάμα, δυσκολίες, όλα πέρασαν αστραπιαία μέσα στο μυαλό μου κι εκεί που ένα πικρό χαμόγελο πήγε να σχηματιστεί στα χείλη μου, σα άλλος Αντώνιος που αποχαιρετά την Αλεξάνδρεια, θυμήθηκα. Θυμήθηκα τις χαρές, το γέλιο, τις σκανδαλιές, τις μικρές κι μεγάλες επιτυχίες του δικού μου Μικρόκοσμου, και πάνω απο όλα τον Εμένα, στο τώρα. Κι απλά Χαμογέλασα! Έβαλα ένα ποτήρι κρασί, χύμα δεν έχει σημασία, αλλά στο κρυστάλινο ποτήρι κι ήπια «Στην Υγειά» μου. Έτσι για τα Περασμένα, για το  Τώρα κι εκείνα που Έπονται.

Τα χρόνια περνούν κι εμείς αλλάζουμε (;). Οφείλουμε να αλλάξουμε. Άλλοτε ακολουθώντας την ροή των εξελίξεων κι άλλοτε δημιουργώντας τις ίδιες τις εξελίξεις. Τα πάντα αλλάζουν, γυρίζουν. «Δεν ξαναμπαίνεις ποτέ στο ίδιο ποτάμι δυο φορές», έλεγε ο Ηράκλειτος κι έλεγα κι εγώ απο μέσα μου, όταν σχηματίστηκε ναρκισσιστικά κι εγωϊστικά η σκέψη «Να ‘μουν πάλι είκοσιτρία!». Για ποιο λόγο άλλωστε; Τα ίδια «σκατά» θα έκανα. Όταν όμως μου πέρασε η σκέψη να επαναλάβω μια πράξη, την οποία τότε θα έκανα «ελαφρά τη καρδία», αυτοχαστουκίστηκα και γέλασα. Επ!, είπα. «Μεγαλώσαμε, αλλάξαμε, τι πας να κάνεις;» και τότε κατάλαβα το νόημα των Γενεθλίων, που κάθε χρόνο προστίθεται στις πλάτες μας, μέχρι να καμπουριάσουμε απο το πολύ βάρος.

Ώρες-ώρες σκέφτομαι, πως θα έπρεπε να γεννιόμαστε σα τον Μπέντζαμιν Μπάρτον, στην ομώνυμη ταινία. Το βάρος της σωματικής ηλικίας, αντιστρόφως ανάλογο με την εμπειρία. Τότε, ίσως θα αποφεύγαμε τα λάθη λόγο της υπεροψίας της νιότης κι όσο θα περνούσαν τα χρόνια, η ωρίμανση θα έβρισκε την Χρυσή Τομή με την νεότητα. Όμως τι Άνθρωποι θα είμασταν τότε; Τα λάθη μου είναι αυτά που καθόρισαν το τι είμαι και τα μελλοντικά, αυτά τα οποία θα γίνω. Αλλάζουμε κι αλίμονο σε εκείνους που δεν θέλουν να αλλάξουν, χαμένοι στον Κόσμο του «Ποτέ», σαν άλλος Πίτερ Παν. Όμως η μεστότητα της Ζωής, βρίσκεται στο να Την Ζεις.

Να Την Ζεις, έτσι όπως λαχταράει η Καρδιά σου, πληρώνοντας το τίμητα για αυτό. Με λάθη, πολλά λάθη όμως όχι επαναλαμβανόμενα, γιατί αυτό δεν είναι Αλλαγή. Τι κι αν τα όνειρα μας έκαναν γκελ πάνω σε ένα μαύρο τοίχο; Τι κι αν όσα πεθυμήσαμε δεν έγιναν; Τι κι αν πληγωθήκαμε, προδωθήκαμε, κλάψαμε; Το βάρος στις πλάτες μας μπορεί να γίνει μια αναπαυτική πολυθρόνα για καινούργια όνειρα. Άλλωστε δεν έχουν αξία όσα επιθυμούμε, αλλά όσα θέλουμε κι είναι στο χέρι μας, να τα διεκδικήσουμε.

Κάποτε ήθελα να πεθάνω. Τώρα απλά θέλω να Ζω. Θα γίνουν όλα εκείνα που Θέλω; Δεν ξέρω! Της Ζωής τα γραμμένα, κανείς δεν τα ξέρει. Ξέρω μονάχα ένα: Να Ζεις , σα να πρόκειται να πεθάνεις αύριο. Να Σκέφτεσαι, σα να πρόκειται να μην πεθάνεις ποτέ. Για αυτό θα βάλω την φωτογραφία σε μια κορνίζα, μια υπενθύμιση πως τα χρόνια περνούν κι εύχομαι, μετά απο χρόνια, να την κοιτώ κι απλά θα Χαμογελώ!

Χρόνια μου Καλά!




Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Πυρ, Γυνή και Θάλασσα


Τα τελευταία δυο χρόνια, βαριέμαι αφόρητα να βγαίνω έξω. Μου αρέσει το σπίτι μου, έτσι όπως τελικά το έχω φτιάξει με αποτέλεσμα να περνάω πολλές ώρες μέσα και να αποφεύγω οποιαδήποτε βραδινή έξοδο, σε σημείο που οι φίλοι μου με χαρακτηρίζουν «Cave Man». Όμως προτιμώ αντί να καθόμαστε σε μια καφετέρια, κουνώντας ένα καλαμάκι, να τους φωνάζω  για φαγητό, μέσα στην άνεση του σπιτιού, δίχως καμιά δηθενιά και το άγχος του «τι θα βάλω». Αποτέλεσμα αυτού, είναι να απέχω πια αρκετά απο την νυχτερινή Αθήνα, μη έχοντας πια καμιά ιδέα σχετικά με τα καινούργια «στέκια», τα “in & trendy” μέρη κι εννοείται οι κοινωνικές μου γνωριμίες να έχουν περιοριστεί σε μετρημένα, αγαπημένα άτομα. Μετά όμως απο πολλές πιέσεις, δέχτηκα την πρόταση μιας “φίλης” να “βγούμε”, “Έτσι για να θυμηθούμε τα παλιά”, όπως μου είπε.

Ντύθηκα λοιπόν κι εγώ κατα παραγγελία με μισή καρδιά και σε λίγο ακούστηκε η κόρνα απο κάτω με την Ε., ντυμένη στην πένα, να με υποδέχεται με αγκαλιές και φιλιά, τάζοντας μου μια ξέφρενη βραδιά στο πιο μοδάτο μαγαζί της πόλης, το οποίο είχε ανοίξει ένας γνωστός της κτλπ, κάνοντας με να αναρωτιέμαι πως στο διάλο προλάβαινε να έχει καριέρα, χρόνο για κομμωτήριο, μανικιούρ, ψώνια και να διευρύνει τον κοινωνικό της περίγυρο, γνωρίζοντας τους πάντες και τα πάντα! Φτάνουμε λοιπόν στο μαγαζί, δίνει τα κλειδιά στον παρκαδόρο με ύφος μοιραίας γκόμενας, με πιάνει α λα μπρατσέτα και μπαίνουμε μεσα στο περιβόητο μαγαζί. Η Ε., αρχίζει να χαιρετάει δεξιά κι αριστερά, πετώντας φιλιά παντού και σέρνοντας με σα λατέρνα, όπου στην προσπάθεια της να με κοινωνικοποιήσει αρχίζει και μου συστήνει ένα σωρό κόσμο, που ειλικρινά δεν θυμάμαι κανένα όνομα και καμιά φάτσα. Μετά απο αρκετή ώρα κι αφού ολοκληρώθηκε πια το entry show, καθόμαστε σε ένα τραπέζι, Reserve”  παρακαλώ, και πριν προλάβουμε να κάτσουμε καλά καλά, έρχονται δυο ποτήρια κοκτέιλ σαμπάνιας, κερασμένα απο τον Τάδε. “Ωραία! σκέφτομαι. Καλά αρχίσαμε. Θα γλιτώσω τα λεφτά της λαϊκής την Πέμπτη.”, είπα απο μέσα μου, καθώς άρχισα να παρατηρώ το χώρο, τίγκα στον κόσμο και να αναρωτιέμαι κάτω απο πιο τραπέζι κρύβεται η Οικονομική κρίση, πέρα απο το δικό μου κάθισμα.

Η Ε., με τη γνωστή σε μένα λογοδιάρροια, άρχισε να μου λέει για τον κάθε θαμώνα ανάμεσα στις ερωτήσεις που έκανε σχετικά με την προσωπική μου ζωή και στο σχολιασμό του μαγαζιού, παράλληλα με την περιγραφή ενός one night stand με τον barman, ο οποίος φυσικά ακόμα την παίρνει τηλέφωνο. Και πάνω που είχα αρχίσει να καταριέμαι την ώρα και τη στιγμή που δέχτηκα να βγω μαζί της και να αναπολώ τον καναπέ μου, μαζί με τις λούτρινες μου παντόφλες, να βλέπω ένα splatter θρίλερ, αγκαλιά με το σκύλο μου  τρώγοντας μπακαλιάρο - σκορδαλιά που είχα φτιάξει απο το μεσημέρι, να σου σκάει μια σαμπανιέρα στο τραπέζι με ένα μπουκάλι σα αυτό που είχε η γνωστή Τζούλια στην οσκαρική της ερμηνεία.
«Εσύ το παρήγγειλες;», ρωτάω την Ε.
«Όχι!, μου απαντά. Κέρασμα θα ναι.», λέει φυσικότατα και ψύλλοι μπήκαν στα αυτιά μου. «Κοίτα να δεις που για γκομενοδουλειά της Ε. βγήκαμε και τάχα μου με πεθύμησε.», σκέφτομαι και πριν προλάβω να ολοκληρώσω την σκέψη μου, να σου ο σερβιτόρος ανοίγει το μπουκάλι με ένα «ποπ!», λέγοντας πως είναι απο τον κύριο Τάδε, «γνωστό» της Ε. Φεύγει ο σερβιτόρος, «Ωραίο κωλαράκι!», σκεφτόμουν ο αμαρτωλός απο μέσα μου, συγνώμη κιόλας, αλλά είχα ξεχάσει πως στα εν λόγω μαγαζιά το προσωπικό το περνάνε απο casting πρώτα, κι όχι όπως εγώ που τους περνάω απο interview κι έχει πήξει το μάτι μου στις λερωμένες ποδιές και την περιφέρεια γηπέδου Ατρόμητου γωνία με γωνία. Στο μεταξύ η Ε. κοίταζε τον κύριο Τάδε που καθόταν σε μια ροτόντα με άλλα τρία ζευγάρια, συνοδευόμενος προφανέστατα απο την  λίφτινγκ – κολαγονοχειλού – πλαστικηβυζού-κρυοκωλού γνωστή περσόνα πενητάρα σύζυγο κι ξαφνικά ένιωσα σα τριτοκλασσάτη βιζιτού σε μπουζουξίδικο στην Εθνική έξω απο τη Λάρισσα- σε είδα κι λαχτάρησα.

“Στην υγειά μας αγάπη!”, μου λέει η Ε. κι σκεφτόμουν πως με ξένα κόλυβα κάνω μνημόσυνο και μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι, οπότε λέω στην Ε.
“Λέγε μωρή σακοράφα, ότι δεν με έφερες εδώ για ξεκάρφωμα στον Τάδε, αλλιώς θα πω στον barman ότι έχασες το βρακί σου το 2003 σε νταλίκα, έξω απο την Λάρισα.» Ε, και τότε μου ξεφούρνισε όλο το στόρυ.

«Πυρ, Γυνή και Θάλασσα», λέει το τραγούδι κι είχε δίκιο ο χαροκαμένος που το ‘γραψε, καθώς θυμόμουν την Γιαγιά που έλεγε: Της Πουτάνας η τύχη, είναι πίσω απο την πόρτα!» Ο λεγάμενος, παντρεμένος με δύο τέκνα, είχε δαγκώσει τη λαμαρίνα με την Ε., παίρνοντας της το cabrio του οποίου τα κλειδιά έδωσε με ύφος δέκα Καρδηναλιών στον παρκαδόρο και για αυτό αρνιόταν πεισματικά να πάω να την πάρω με την Claudia, (σημ. Το Citroen του ’92 που οδηγώ), αλλά επειδή δεν μπορούσε να βρεθεί μαζί της απόψε όπως συνήθιζαν κι είχε σκοπό να του ζητήσει τα καινούργια Chimy Choo, τον ακολούθησε στο εν λόγω trendy μαγαζί, μια κι το χαϊβάνι είχε αναρτήσει στο φατσοβιβλίο τι θα έκανε και να σου ξαφνικά η Ε. με θυμήθηκε, να θυμηθούμε τα παλιά, να το παίζω αλλοδαπό ζεν πρεμιέ της Ε. για τα μάτια της.

«Έχεις την κάρτα σου μαζί;», τη ρωτάω.
«Ναι», μου λέει.
«Ο λεγάμενος δεν την πληρώνει;», ρωτάω ευθαρσώς.
«Εεεε, ναι.», μου λέει κομπάζοντας.
«Δώστην μου.», της λέω και το κάνει.

            Φωνάζω το σερβιτόρο και παραγγέλνω την πιο ακριβή σαμπάνια κλείνοντας της το μάτι κι εκείνη βάζει τα γέλια καθώς της λέω, «Μου χρωστάς για το αποψινό.» Σκάει λοιπόν ο σερβιτόρος, με την υπόλοιπη κουστωδία, καθώς μη χιέσω, όλα είναι ένα θεαθήναι, ανοίγει την vintage, σερβίρει στα καινούργια, κρυστάλλινα αυτή τη φορά ποτήρια, και μας κοιτάζει το μισό μαγαζί μαζί με το επίμαχο τραπέζι κι εγώ σε οσκαρική ερμηνεία ερωτευμένου Ρομέου. Έλα που σκάει μύτη ο Τάδε μετά απο δυο λεπτά, τάχα να χαιρετίσει μετά απο την επίσκεψη στα τζουρά, προφανώς λόγω προστάτη, την Ε., γνωστή της εταιρίας Τάδε κι εγώ συστήνομαι γόνος Ελβετικής ανατροφής της Αυλής της Ταϊλάνδης κι ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος:

            «Ο κύριος Τάδε, μας κέρασε την πρώτη σαμπάνια.»,λέει η Ε.
Σηκώνομαι να χαιρετίσω κι τον προσκαλώ να καθίσει μαζί μας, κάνοντας νόημα στο σερβιτόρο με τα δάχτυλα να φέρει καρέκλα, απο ποια ταινία το είχα δει δεν θυμάμαι και μας στρώνεται ο κύριος Τάδε.
«Δεν την ήπιατε όμως», λέει ο Τάδε.
«Ναι. Δυστυχώς δεν είναι αυτή που πίνουμε συνήθως.» λέω κι εγώ. «Σας ευχαριστούμε όμως πολύ για την χειρονομία, είστε πολύ ευγενικός και χαίρομαι που οι συνεργάτες της Ε. την εκτιμούν.», Ε; πως με κόβετε;
«Με συγχωρείτε αλλά πρέπει να επιστρέψω στο τραπέζι μου.», απαντά ο Τάδε και σηκώνεται. «Επιτρέψτε μου η επόμενη να είναι απο μένα.», λέει το  χαϊβάνι κι αυτή τη φορά δεν ένιωσα καμιά ενοχή για τα ξένα κόλυβα, κάνοντας του νεύμα με το κεφάλι ευχαριστώντας τον.

Όλη αυτή την ώρα η κερατοφορούσα τεκντατζού, όπως έμαθα αργότερα- δεν θα σας πω- σύζυγος, μας κοιτούσε κι καθώς ο σύζυγος μη μου άπτου απομακρυνόταν, σηκώνω το ποτήρι μου, το οποίο θα πλήρωνε πάλι εκείνος και την χαιρετίζω με σπουδή Downton Abbey για να μου σκάσει ένα -γαμώ τις λευκάνσεις- θέλω το τηλέφωνο του οδοντιάτρου- χαμόγελο, περιμένοντας τον κανακάρη της να επιστρέψει στο πλευρό της. “Καημένη Γιολάντα!”, σκεφτόμουν παράλληλα με το: “I want to thank my Manager…”, κρατώντας τον Oscar στα χέρια μου. Ρε τι τραβάμε κι εμείς οι Αδελφές!

Έλα μου ντε που η Ε. μεγαλοπιάστηκε και με σηκώνει να χορέψουμε πριν καθίσει ο λεγάμενος και τον περάσει απο ανάκριση η μανδάμ και μου λέει:

“Φίλησε με!”
“Είσαι τρελλή μωρή!”, της λέω.
Φίλησε με τώρα! Μας κοιτάζει!”, λέει εκείνη.
Και της δίνω ένα γλωσσόφιλο α λα Rock Hudson για να μάθω σήμερα πως τα Chimy Choo θα τα πάρει απο το Λονδίνο κι όχι απο την Αθήνα!

Επέστρεψα σπίτι μου αργά το ξημέρωμα κι φόρεσα με απόλαυση τα λούτρινα παντοφλάκια μου. Κι επειδή τόση ώρα με είχε κόψει η λόρδα, πιστέψτε με νηστικός μην πίνεις ποτέ σαμπάνια, πλάκωσα την σκορδαλιά με μια φραντζόλα καλαμποκόψωμο που είχα ψήσει πρωτύτερα, με το τηλέφωνο του barman στην τσέπη...Κάτι μου λέει πως μαλακίες μου έλεγε η Ε. κι μάλλον το ‘χαψε κι εκείνος πως είμαι γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, μεγαλωμένος στην Ελβετία… Σιγά μην τον διαψεύσω! Άλλωστε, ψέμα είναι μόνο ότι ΔΕΝ θέλουμε να παραδεχτούμε…



Αφιερωμένο στην Ε. και σε κάθε Ε. γιατί.. "Γυναίκα θα πει Πουτανιά Τσαχπινιά και Ξυράφι μυαλό!"


Αφιερωμένο στον Τάδε, γιατί ΤΑ ΖΗΤΑΕΙ Ο ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΟΥ!!!

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Σημειώσεις ενός Αυτόχειρα


Την άλλη εβδομάδα, έχω τα γενέθλια μου. Ολοκληρώνω άλλο ένα χρόνο σε αυτόν τον κόσμο, σε αυτή τη Ζωή. Για άλλον έναν χρόνο, περπάτησα, ονειρεύτηκα, γέλασα, έκλαψα, δούλεψα, διασκέδασα, Έζησα, όπως κάνουν όλοι. Έχω όμως δυο γενέθλια το χρόνο. Στα πρώτα, συμπληρώνω άλλο ένα βιολογικό χρόνο. Στα δεύτερα, τα ουσιαστικά χρόνια της ύπαρξης μου, που φέτος έγιναν είκοσι.

Είκοσι χρόνια έχουν περάσει, απο τότε που επιχείρησα να γίνω αυτόχειρας. Και θα το είχα καταφέρει εάν η Ζωή για άλλη μια φορά δεν με ειρωνευόταν. «Θα ζήσεις.», μου ‘πε. «Θα ζήσεις, μέχρι τότε που δεν θα θες να πεθάνεις.», ήταν η «Κατάρα» της. Έτσι το ένιωθα όταν τελικά επιβίωσα. Κι επιβίωσα, για να περάσω κι άλλες μέρες μέσα στην κατάθλιψη. Για να ζήσω την χλεύη του σχολείου, την αποδοκιμασία του κόσμου, της κοινωνίας, των γονιών μου, γιατί απλά ήμουν «διαφορετικός». Πάντα ήξερα ότι ήμουν διαφορετικός, απο τότε που άρχισα να έχω συνείδηση του κόσμου. Νομίζω πως τότε άρχισαν να έχουν και οι γύρω μου αυτή την επίγνωση κι άρχισαν να με αντιμετωπίζουν ως «διαφορετικό». Αργότερα έμαθα πως αυτό το «διαφορετικό» έχει πολλά όνοματα. Λέγεται ανώμαλος, ομοφυλόφιλος, πούστης, αδελφή, συκιά κι άλλα πολλά που είχα την ευκαιρία να ακούσω όταν απευθύνονταν σε μένα, όταν μιλούσαν για μένα, όταν αναφέρονταν για μένα.

Είναι δύσκολο να είσαι διαφορετικός στην εφηβεία. Να ξέρεις ότι είσαι διαφορετικός. Να ξέρουν οι άλλοι ότι είσαι διαφορετικός. Και πάνω απο όλα να σε αντιμετωπίζουν σα διαφορετικό, απλά γιατί σε εκείνη την περίοδο προσπαθείς να ενταχτείς κι εσύ, σε αυτό που μελλοντικά θα λέγεται κοινωνία. Καταλαβαίνεις όμως πως δεν πρόκειται ποτέ να ενταχθείς σε αυτήν. Παίρνεις μια πρόγευση, απο το σχολείο, απο την καθημερινότητα σου με το άλλοθι ακόμα του «παιδιού», όμως ξέρεις πως δεν είσαι παιδί. Είσαι ο μελλοντικός ενήλικας, το αυριανό περιθώριο της κοινωνίας στην οποία θα κληθείς να ζήσεις, αλλά ποτέ δεν θα ανήκεις σε αυτήν. Κι η γεύση που παίρνεις, είναι γεμάτη πίκρα. Τότε είναι πιο δυνατή η αίσθηση, γιατί είναι πρωτόγνωρη. Το σώμα σου, η ψυχή σου, ο εγκέφαλος σου, δεν έχει μνήμες απο αυτήν για να σε προφυλάξει. Το σοκ είναι μεγάλο. Αργότερα, μπορεί να γίνει οικεία. Έχεις αποκτήσει τη γνώση, ξέρεις τι σε περιμένει, το συνηθίζεις, έχεις εμπειρία. Τότε όμως δεν είχες τίποτα. Μονάχα μια βιασμένη αθωότητα κι μια μεγάλη απορία: Γιατί;, όμως η απάντηση σκοντάφτει απλά στο «διαφορετικός».

Κάποιοι είναι τυχεροί και καμουφλάρουν αυτή την διαφορετικότητα. Ζούνε ντυμένοι με προβειά, ανάμεσα στους άλλους, γιατί καταλαβαίνουν απο ένστικτο, πως είναι ο μόνος τρόπος να επιβιώσουν, να γίνουν αποδεκτοί στο προοίμιο κι έπειτα στο κυρίως έργο της τραγωδίας που ακολουθεί. Κάποιοι όμως δεν είναι τόσο «έξυπνοι» ή «τυχεροί» και βιώνουν απο νωρίς στο πετσί τους, τις συνέπειες του να είσαι «διαφορετικός». Τι κρίμα που δεν υπάρχει πια ο Καϊάδας. Θα γλίτωναν μια ώρα αρχύτερα αντί να περάσουν μια θηλιά στο λαιμό τους, να χαράξουν τις φλέβες τους, να καταπιούν δηλητήριο ή φάρμακα, να πέσουν απο κάποιο κτίριο, δεκαπέντε χρόνια περίπου μετά τη γέννηση τους, όπως έκανε πριν λίγες μέρες ο Αντρέας στην γειτονική Ιταλία.

Ο Αντρέας ήταν δεκαπέντε χρονών. Ένα παιδί «διαφορετικό» απο τα άλλα. Ντυνόταν «εκκεντρικά», όπως χαρακτήριζαν το ντύσιμό του. Του άρεσε το ροζ χρώμα και πήγαινε στο σχολείο φορώντας αυτά που ήθελε. Έβαφε τα νύχια του, θηλυπρέπιζε, θα έλεγε κανείς. Είχε όλα εκείνα τα στοιχεία που κραύγαζαν την διαφορετικότητα του, σα άλλον Αντρέα της δεκαετίας του ’80 που γυρνούσε στους δρόμους της Αθήνας φωνάζοντας «Φτεράαα! Φτεράααα πουλάω!» και που τόσο διασκέδαζε τους άλλους, επιβεβαιώνοντας συνειδητά και υποσυνείδητα τον ανδρισμό και την «μη- ανωμαλία» των υπόλοιπων. Τώρα όμως, χάρη στην τεχνολογία υπάρχουν και τα κοινωνικά δίκτυα ηλεκτρονικής διασύνδεσης, βάζοντας το λιθαράκι τους στη διεύρυνση του κραξίματος, ξεπερνώντας τον “περιορισμένο” χώρο του σχολείου. Φτιάχνοντας λοιπόν κάποιοι επιτήδειοι ένα προφίλ, ανέβαζαν παραποιημένες φωτογραφίες του Αντρέα, προκειμένου να γίνει χλεύη σε ακόμα περισσότερο κόσμο. Και συμμετείχαν αφείδωλα πολλοί. Σχολιάζοντας, βρίζοντας, κοροϊδεύοντας.

Όμως όταν είσαι δεκαπέντε, έχεις δυο επιλογές. Ή πιστεύεις όλα αυτά τα οποία σου καταλογίζουν πως είσαι, ένα βδέλυγμα ή απλά το παλεύεις όσο μπορείς, όσο αντέχεις, αν αντέχεις. Και τα δυο όμως οδηγούν σε απλές σκέψεις. Ποιος ο λόγος να ζήσεις, εφόσον δεν αξίζεις να ζήσεις; Ποιος ο λόγος να ζήσεις, αφού δεν αντέχεις να περάσεις άλλη μια μέρα, όμοια με την άλλη, γεμάτη πόνο, ντροπή, φόβο, ξεφτίλα; Τι αξία έχει η ζωή σου τότε; Τι αξία έχεις εσύ; Καμία! Στο επιβεβαιώνουν καθημερινά οι άλλοι. Ο περίγυρος σου. Οι “φίλοι” σου. Οι καθηγητές σου. Οι συμμαθητές σου. Οι γονείς σου. Η οικογένεια σου. Και τέλος Εσύ!

Ο Αντρέας πέρασε μια θηλιά στο λαιμό του και κρεμάστηκε μπροστά στον μικρό του αδελφό. Ίσως ήθελε να του πει: Κοίτα μην γίνεις σαν εμένα, γιατί έτσι θα καταλήξεις. Ίσως ήθελε έναν μάρτυρα για το δικό του τέλος. Ίσως γιατί ήθελε να βλέπει ένα οικείο πρόσωπο, ανεξάρτητα απο τη σχέση που μπορεί να είχαν, όταν η ζωή θα έφευγε βασανιστικά απο μέσα του, καθώς ο πόνος της ασφυξίας σου ξεσκίζει τα σωθικά για 40 δευτερόλεπτα μέχρι ενάμιση λεπτό. Τόσο διαρκεί η πορεία προς το θάνατο με αυτό τον τρόπο. Κι ο χρόνος μοιάζει να σταματά, παρατείνοντας το μαρτύριο, την αγωνία του θανάτου, με τις χίλιες δυο σκέψεις να περνούν απο το μυαλό και την ψυχή σου. Φόβος, θλίψη, μετάνοια, πόνος. Η μια εικόνα διαδέχεται την άλλη με αστραπιαίες ταχύτητες, όμως η στιγμή της λύτρωσης αργεί να έρθει. Ένα… Δυο…Τρια…, παγώνουν τα νανοδεύτερα, ενώ γίνεσαι ένα ανθρώπινο εκκρεμές  στο ρολόι του πόνου. Κι έπειτα, ξαφνικά όλα μαυρίζουν.

Ο θάνατος του Αντρέα κοινοποιήθηκε. Ήταν το τελευταίο πράγμα που έκαναν οι γονείς του. Δεν το αποσιώπησαν. Δεν είπαν πως αρρώστησε. Αλλά πως αυτοκτόνησε, γιατί δεν άντεχε άλλο την συμπεριφορά του κόσμου στο πρόσωπο του, λόγω της διαφορετικότητας του. Ίσως γιατί ένιωσαν ενοχές, που δεν μπόρεσε  να γιορτάσει άλλο ένα χρόνο τα γενέθλια του. Ίσως γιατί αισθάνονται υπεύθυνοι, που εκείνος έθεσε τέρμα στη ζωή του, λόγω όσων έκαναν ή δεν έκαναν. Ίσως να είναι, ίσως και να μην είναι. Ο Αντρέας όμως πέθανε. Ένα παιδί δεκαπέντε χρονών έφυγε απο την ζωή. Αυτοκτόνησε δια απαγχωνισμού. Ένα παιδί δεκαπέντε χρονών, που το μόνο που υποχρεούται να κάνει είναι να γελά, να διασκεδάζει και να κάνει αφελή όνειρα για το μέλλον.

Πορεία έκαναν στη μνήμη του ως ένδειξη διαμαρτυρίας απέναντι στην ομοφοβία και το bulling. Το γεγονός αυτό θα απασχολήσει τα Μ.Μ.Ε. για κάποιο διάστημα. Η πολιτική θα θορυβηθεί. Θα γίνει το θέμα της επικαιρότητας και υλικό στις κοινωνικές συναθροίσεις. Κι έπειτα σιωπή. Σιωπή. Σιωπή. Σιωπή. Μέχρι που κάποιος άλλος Αντρέας θα θέσει τέρμα στη ζωή του, για να επανεκκινηθεί το θέμα απο την αρχή, όπως έγινε πριν τον Αντρέα δεκάδες φορές, όμως για πόσο; Πόσα παιδιά πρέπει να πεθάνουν ακόμα, απο τα οποία πολλά άδοξα κι «ανώνυμα», γιατί η ντροπή της οικογένειας, δεν επιτρέπει τη δημοσιοποίηση. Ντροπή, όχι για την αυτοκτονία, αλλά για το λόγο αυτής. Επειδή το παιδί τους, είναι «διαφορετικό». «Καλύτερα να πέθαινες, παρά να είσαι Πούστης.», αντηχεί ακόμα στα αυτιά μου. Είναι βαριά η ταμπέλα του Πούστη, τόσο που ακόμα κι ως ταφόπλακα, δεν την σηκώνει το χώμα.

Στη Γαλλία, χιλιάδες κατέβηκαν στους δρόμους, διαμαρτυρόμενοι απέναντι στο νόμο που πάει να περάσει ο νέος της πρωθυπουργός, το οποίο αναγνωρίζει το δικαίωμα του γάμου, για τα άτομα του ίδιου φύλου. Κι όλα αυτά υποκινούμενα απο την ίδια την Εκκλησία. Στην καρδιά του καθολικισμού, ένα παιδί αυτοκτόνησε, επειδή ήταν διαφορετικό απο τα «χρηστά ήθη». (Αναρωτιέμαι που θα τον θάψουν.) Στην Ελλάδα μια θεατρική παράσταση «κατέβηκε» με φαιδρότητα, με τη συμμετοχή της εκκλησίας και της πολιτικής. Οι επιθέσεις κατά των ομοφυλόφιλων και κάθε έναν διαφορετικό πληθαίνουν ενώ παράλληλα  «λόγος» πολύς γίνεται περί ισότητας κι αποδοχής. Πόσο διαφέρουν όμως τα λόγια απο την πράξη. Γιατί πρέπει να χρειαζόμαστε «μάρτυρες» για την αφύπνιση της συνείδησης μας, μέχρι εκείνη να ξαναπέσει σε λήθαργο;

Σκόπευα φέτος, να μην γιορτάσω τα γενέθλια μου. Να μην κάνω τίποτα. Λόγω οικονομικής δυσχέρειας, λόγω κακής διάθεσης, όμως ο Αντρέας μου υπενθύμισε πως έζησα άλλα είκοσι χρόνια. Είκοσι χρόνια με χαρές, λύπες, λάθη, δάκρυα, γέλια κι όνειρα. Δικά μου. ΚαταΔικά Μου. Κι άξιζε, όπως θα αξίζουν και  τα επόμενα, όπως κι αν έρθουν. Για αυτό, το επόμενο Σάββατο θα τα Γιορτάσω μαζί Σας. Θα ανοίξω το σπίτι μου και θα Γιορτάσω για όλους εκείνους και μαζί   με εκίνους, που δεν το βάζουν κάτω, για οποιονδήποτε λόγο. Για οποιονδήποτε αποδέχεται την διαφορετικότητα, σε κάθε της μορφή. Για εκείνους που δεν χρειάζονται αφύπνιση της συνείδησης τους. Για εκείνους, που σκέφτονται να περάσουν μια θηλιά στο λαιμό, να καταλάβουν πως δεν είναι μόνοι. Για μένα, που κάποτε ήθελα να θέσω τέρμα στη δική μου ζωή γιατί είμαι «διαφορετικός», όμως τώρα δεν θέλω να «αλλάξω».

Όσοι λοιπόν ανήκετε στις παραπάνω κατηγορίες, είστε ευπρόσδεκτοι, μόνοι σας ή με παρέα. Ας φέρει ο καθένας ότι θέλει. Ένα αναψυκτικό, ένα φαγητό, ένα κρασί, μα πάνω απο όλα καλή διάθεση κι αποδοχή, για την διαφορετικότητα του άλλου. Γιατί στην τελική, είμαστε όλοι διαφορετικοί, όμως κατά βάση ολότελα ίδιοι.



Επικοινωνήστε στο e-mail: provisb@hotmail.com αναγράφοντας το όνομα και το τηλέφωνο σας για να πληροφορηθείτε σχετικά με τις λεπτομέρειες.