Πέμπτη, 14 Απριλίου 2011

Εξομολογήσεις ενός Πούστη




Διαβάζοντας τα blogs στην καινούργια μου γειτονιά, έπεσα σε πολλές αναρτήσεις που μιλούσαν σχετικά με το coming out. Άλλοι σκέφτονταν το πως θα μπορούσαν να το κάνουν, αν θα έπρεπε να το κάνουν ή το πως το έκαναν. Συνειρμικά μου ήρθε στο  μυαλό η δική μου πορεία. Σκέψεις και αναμνήσεις, που η μια οδηγεί στην άλλη σα ντόμινο κρατώντας σε ξάγρυπνο τις λευκές νύχτες.


Δεν ξέρω αν μπορώ να μιλήσω για  “coming out the closet” με την κλασσική έννοια αφού στη δική μου πορεία μια σειρά γεγονότων, ειλικρινά δεν ξέρω αν θα έπρεπε να χαρακτηριστούν ατυχή, απλά δεν μου επέτρεψαν ίσως να μείνω μέσα στη ντουλάπα. Διότι απο όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, ουδέποτε ένοιωσα μπερδεμένος σχετικά με τις σεξουαλικές μου προτειμήσεις. Απο παιδί ήξερα ότι μου άρεσαν τα αγόρια και ξεκίνησα το μονοπάτι του σεξουαλικού πειραματισμού απο τα παιδικά μου χρόνια, ανακαλύπτοντας την ηδονή και κατεπέκτασιν την ενοχή της σεξουαλικής ευχαρίστησης και ταυτότητας με την οποίαν γεννήθηκα. Και εκεί ξεκίνησε η πορεία του coming out ή πιο εύστοχα του ξεφωνήματος.


Σε εκείνα τα πρώιμα παιχνίδια με συνομήλικους, γαλουχημένοι με την Ελληνική νοότροπία, εν αντιθέση με μένα που μόλις είχα έρθει απο μια ξένη χώρα, θεώρησαν σωστό να διαλαλήσουν το τι έκαναν υποδεικνύοντας εμένα ως υπαίτιο, με αποτέλεσμα να μου βγεί το όνομα πούστηςστην περιοχή. Και επειδή ο λαός είναι σοφός τη ρήση «Καλύτερα να σου βγεί το μάτι παρά το όνομα», τη βίωσα στο πετσί μου τα μετέπειτα παιδικά και εφηβικά χρόνια στην περιοχή που έμενα.


Θυμάμαι την πρώτη φορά που βίωσα τη συνέπεια ενός coming out, όταν στην Στ’ Δημοτικού ο δάσκαλος κάλεσε τον πατέρα μου, προκειμένου να του κάνει συστάσεις σχετικά με την ανατροφή μου, γεγονός που αποτέλεσε την αρχή της ρήξης των σχέσεων μας. Θυμάμαι τη ντροπή που ένοιωσα όταν συνειδητοποίησα την έννοια της λέξης «πούστης» και πως αυτός ήμουν εγώ, η λέξη gay ήταν ακόμα άγνωστη στο ελληνικό λεξιλόγιο. Θυμάμαι επίσης το ξύλο που έφαγα εκείνη τη μέρα και το βλέμα του δάσκαλου την επομένη, όταν με είδε μελανιασμένο και πρησμένο, σα να έλεγε: Καλά να πάθεις. Όπως θυμάμαι τη μοναξιά της επόμενης μέρας όπου κανένας συμμαθητής μου δεν με πλησίασε, καθώς όπως έμαθα ο δάσκαλος είχε πει ότι πρέπει να με απομονώσουν, για το καλό μου και δικό τους.


Εκείνη η χρονιά πέρασε και μπήκα στο γυμνάσιο, με τη φήμη μου να προηγείται ώστε τη μέρα του αγιασμού να νοιώσω τα βλέμματα όλων επάνω μου και να ακούω κάθε είδους προσφώνηση που ταιριάζει για κάποιον όπως εγώ. Τότε κατάλαβα πως αυτό ήταν κάτι που θα κουβαλούσα μια ζωή επάνω μου και ναι το αποδέχτηκα. Η ειρωνία είναι ότι εκείνοι οι οποίοι ξεκίνησαν αυτή τη φήμη εξακολουθούσαν να επιδιώκουν την παρέα μου σε ιδιαίτερο επίπεδο, μια και χάρη στις δικές μας επαφές, ανακάλυψαν κι εκείνοι τη χαρά του σεξ, με τη διαφορά ότι για εκείνους ήταν ένας λόγος ανωτερότητας έναντι των υπολοίπων που δεν ξέρανε ακόμα τι είναι αυτό που κουβαλάνε ανάμεσα στα πόδια τους, ενώ για μένα ήταν το δικό μου μείον. Βέβαια όλα αυτά ήταν μια φήμη που απλά αιωρούνταν στον αέρα και προκειμένου να καταξιωθούν έπρεπε να το επιβεβαιώσουν, γεγονός που επιτεύχθηκε με μια καλοστημένη παγίδα και που βέβαια έγινα ο πούστης του σχολείου με τη βούλα.


Βέβαια όλα αυτά έφταναν και στα αυτιά των δικών μου, παρατείνοντας έτσι την όποια κατάσταση μπορεί να ζούσα μέσα στο ίδιο μου το σπίτι με αποκορύφωμα την ανακάλυψη ένος ερωτικού γράμματος στο συρτάρι του δωματίου μου. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε το internet. Είχα ανακαλύψει ένα περιοδικό, το “LOOK”, το οποίο προμηθευόμουνα απο κάποιο περίπτερο στο Σύνταγμα, όταν μπορούσα να το σκάω και να κατεβαίνω με το λεωφορείο στην Αθήνα. Στις πίσω σελίδες υπήρχαν αγγελίες με ταχυδρομική θυρίδα, ποιός τόλμαγε να βάλει τη διέυθυνση του άλλωστε και είχα απαντήσει σε μια αγγελία ενός παιδιού δεκαωχτό χρονών, φοιτητή στην Αθήνα, τουλάχιστον αυτό ήξερα. Με εκείνο το παιδί ανταλλάξαμε μόλις τρια μακροσκελή γράμματα, μέσα στα οποία έλεγα πόσο πολύ χαιρόμουν που γνώριζα κάποιον σαν εμένα. Επιτέλους δεν ήμουν ο μόνος και επιτέλους δεν ήμουν μόνος. Τον ερωτεύτηκα εκείνον τον άγνωστο, περισσότερο ερωτεύτηκα την ιδέα του έρωτα για να ανακαλύψω πως κι αυτό δεν ήταν σωστό.


Ο πατέρας μου έψαχνε συχνά το δωμάτιο μου, χωρίς να το ξέρω και ανακάλυψε βέβαια τα γράμματα. Ένα μεσημέρι λοιπόν γυρνώντας απο το φροντιστήριο τους πετυχαίνω να με περιμένουν στην κουζίνα και κατάλαβα πως κάτι συνέβαινε. «Για φέρε τα γράμματα που έχεις στο συρτάρι σου.», μου είπε και τότε ήξερα τι είχε συμβεί και το τι θα ακολουθούσε. Δεν θα σταθώ στον άγριο ξυλοδαρμό, λες και το ξύλο μπορούσε να με γιατρέψει, όπως έλεγε, αλλά στο γεγονός ότι όλο το καλοκαίρι ήμουν κλεισμένος στο σπίτι και στη δουλειά και πως ήμουν υποχρεωμένος να πηγαίνω στο ψυχίατρο τρεις φορές την εβδομάδα, προκειμένου να  θεραπευτώ”. Και όντως ο γιατρός προσπαθούσε να με θεραπεύσει όλο το καλοκαίρι, μεγαλώνοντας μέσα μου κάθε ενοχή και πείθωντας με πως ήμουν άρρωστος και πως για κάθε αρρώστια υπάρχει γιατρειά.


Τα χρόνια πέρασαν, δεν έχει σημασία πως και έφτασα να τελειώσω το σχολείο με καλό βαθμό και μάλιστα να κάνω και την πρώτη μου σχέση με κάποιο άντρα. Πλέον είχα μεγαλώσει και έπαψα να χαρακτηρίζομαι αγόρι. Ο Γιάννης ήταν ο πρώτος μου έρωτας. Ένας έρωτας δυνατός, όπως αρμόζει σε κάθε πρωτειά. Και βέβαια όπως όλοι οι Έρωτες, στο τέλος με έκαψε απο όλες τις απόψεις, αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία επί του παρόντος. Τότε ήταν που έκανα το coming out στον περίγυρο μου, αν είχε καμία αξία κάτι τέτοιο δεδομένου του ιστορικού μου.


Το πρώτο άτομο στον οποίο παραδέχτηκα και είπα πως είμαι gay ήταν ο τότε κολλήτος μου Γιάννης, που γνωριστήκαμε την τελευταιά χρονιά των εξετάσεων στο φροντιστήριο. Οφείλω να ομολογήσω πως στην αρχή σοκαρίστηκε, όμως σε γενικές γραμμές το πήρε ψύχραιμα.


Το δεύτερο ήταν μια κοινή μας φίλη που κάναμε παρέα, η Ελένη απο τη Σίφνο, που ήρθε εκείνη τη χρονιά στην Αθήνα προκειμένου να πάει φροντιστήριο. Εκείνη μπορώ να πω πως το πήρε αψίφιστα. Γεγονός που μου έδωσε θάρρος να το πω στην κολλητή μου τη Ραλλού με την οποίαν γνωριζόμασταν απο την πρώτη γυμνασίου. Με εκείνη ήταν πιο δύσκολα. Ξαφνιάστηκε, αν και το θεωρούσα πολύ ειρωνικό μια και είχε ζήσει όλη την πορεία μου στο σχολείο, όμως στο τέλος το αποδέχτηκε, τουλάχιστον αρχικά.


Όλοι αυτοί οι άνθρωποι, δεν υπάρχουν πια στη ζωή μου. Με το Γιάννη και την Ελένη χαθήκαμε μετά απο λίγο για δικές μας μαλακίες, συμβαίνουν κι αυτά, όμως εκείνο που δεν θα ξεχάσω είναι όταν μετά απο λίγα χρόνια και αφού είχα χωρίσει με το Γιάννη, γύρισε η Ραλλού και μου είπε πως δεν μπορεί πλέον να με συναναστρέφεται, λόγο του ότι είμαι gay. Όταν τη ρώτησα τι άλλαξε και τόσο καιρό που το ήξερε πως με έκανε παρέα, το μόνο που κατάλαβα ήταν πως καταπιεζόταν με αυτό, με λυπόταν. Δυστυχώς το μοναδικό άτομο απο την περίοδο εκείνη, που εξακολουθεί και παραμένει στη ζωή μου είναι η Ρία και που ήταν το τελευταίο άτομο στο οποίο έκανα coming out λίγο καιρό αργότερα. Και λέγοντας «τελευταίο», γιατί σταμάτησα πλεόν να το κάνω, όπως θα καταλάβετε παρακάτω.


Η κατάσταση στο σπίτι μου εκείνη την περίοδο ήταν τεταμένη πέραν του δικού μου θέματος προέκυψαν κι άλλα. Οι φωνές, οι τσακωμοί και ξυλοδαρμοί ήταν συχνό φαινόμενο, τόσο που απορούσα αν κάποια μέρα δεν προέκυπτε κάποιο επισόδειο. Σε κάποιο καυγά λοιπόν με τον πατέρα μου, όπου με έλουζε με όλα τα κοσμητικά επίθετα , σηκώνει για άλλη μια φορά το χέρι του για να με χτυπήσει. Δεν ξέρω γιατί, ίσως είχα φτάσει σε εκείνο το σημείο που κάτι μέσα μας μας λέει:Αρκετά!, αλλά του γράπωσα το χέρι και τον πέταξα στον τοίχο. Εκείνος κοκκάλωσε. Σα να μην αναγνώριζε αυτόν που είχε απέναντί του, όχι ότι με ήξερε ποτέ, αλλά μάλλον εξεπλάγειν με την αντίδραση μου. Το μόνο που έκανε μετά ήταν να μου κάνει την εξής ερώτηση:


«Πες μου μόνο κάτι. Είσαι Πούστης;»


Εκείνη τη στιγμή όλη μου η ζωή πέρασε απο μπροστά μου. Όλα αυτά τα χρόνια με το ξύλο, τις προσβολές, τα φάρμακα, τις θεραπείες, το κλάμα, την κατάθλιψη, τη μοναξιά, το φόβο, όλα συγκεντώθηκαν σε μια μονάχα φράση που του είπα κοιτώντας τον για πρώτη φορά στη ζωή μου στα μάτια: «ΝΑΙ ΕΙΜΑΙ!» και για πρώτη φορά ένοιωσα Άντρας κι όχι Πούστης.


Ο πατέρας μου τότε απάντησε: «Τότε δεν έχεις καμμία θέση μέσα στο σπίτι μου.» και με έφτυσε για να απαντήσω: «Ποτέ δεν το ένοιωσα Σπίτι μου.»


Την επόμενη μέρα έφυγα απο το σπίτι και δεν ξαναπάτησα ποτέ. Τους γονείς μου έχω να τους δω απο τότε, όπως και τη γιαγιά μου, το μοναδικό άτομο για το οποίο λυπήθηκα πραγματικά που έχασα. Ακόμα δεν μπορώ να συγχωρέσω τον εαυτό μου που δεν πήγα στην κηδεία της, μη θέλοντας να αντικρύσω την οικογένεια μου και ξεφτιλιστεί η τελετη.

Ξαναδιαβάζοντας αυτές τις γραμμές οφείλω να ομολογήσω ότι δεν νοιώθω κάτι. Είναι η πρώτη φορά που εξιστορώ αυτά τα γεγονότα, κανένας πλην τους ειθύνοντες δεν τα γνωρίζει κι όμως δεν νοιώθω κάτι να με βαραίνει, πλήν της αναφοράς στη γιαγιά μου. Είναι λες και διηγούμαι την ιστορία κάποιου άλλου και που κατα βάσει είναι η ιστορία κάποιου άλλου διότι το τι είμαι, εξελίχτηκε παράλληλα με αυτή την ιστορία.

Όταν άρχισε να μου βγαίνει το όνομα και βίωνα τον τραμπουκισμό του Ελληνάρα που γαλουχείται απο την παιδική του ηλικία, είχα να επιλέξω ανάμεσα στο να κρύβομαι και να μυξοκλαίγομαι και στο να αντιμετωπίσω  την όλη κατάσταση. Επέλεξα το δεύτερο. Όσο ξύλο μου ρίχνανε τόσο πείσμωνα εγώ και πάλευα με όλη μου τη λύσσα παρά το μικρό μου μπόι. Όταν άρχισα να αναπτύσσομαι και να νταβραντώνω διαπιστωσαν ότι στο τραμπουκισμό δεν μάσαγα οπότε ξεκίνησε η τακτική της συκοφαντίας και της απομόνωσης. Τότε αποφάσισα πως σε όλα οσα με αποδιώχνουν θα βρίσκομαι μπροστά τους και πριν απο αυτούς. Μπορεί στο ποδόσφαιρο να μην με θέλανε, χιέστηκα κι εγώ, άλλωστε δεν μου άρεσε το άθλημα, αλλά στο βόλευ και το στίβο είχαν φάει σκόνη. Σα μαθητής έγινα αριστούχος, για να απαντάω την ώρα που με βρίζανε πως πριν με πιάσουν στο στόμα τους καλό θα ήταν να μάθουν να συντάσουν μια πρόταση. Στο δεκαπενταμελές δεν με ήθελαν όμως ήμουν στην εφορευτική επιτροπή και μαγείρευα τους ψήφους. Κι όταν οι νταήδες κάναν κατάληψη τους ξεφώνιζα στη σχολική εφημερίδα, μια κι ήμουν ο συντάκτης κερδίζοντας τη συμπάθεια των καθηγητών και την εκτίμηση της κοινότητας. Ναι ήμουν ο πούστης της περιοχής αλλά παράλληλα ήμουν το καλό παιδί που οι μανάδες φέρνανε για παράδειγμα στους τραμπούκους.


Βέβαια σε όλα αυτά συνείσφερε η συμπεριφορά του πατέρα μου απέναντί μου, λέγοντας μου πως είμαι άχρηστος και αποτυχημένος και δεν θα γίνω ποτέ μου τίποτα γιατί απλά είμαι πούστης. Όσο λοιπόν μου το λεγε, τόσο πείσμωνα να αποδείξω πως εγώ, είμαι κάποιος και πως αξίζω και για αυτό το λόγο πάσχιζα να είμαι μέσα σε όλα. Όταν οι άλλοι έκαναν διακοπές ο πατέρας μου με έστρωνε στη δουλειά προκειμένου να με ελέγχει και παράλληλα να με κάνει άντρα. Όσο κάτω και να με έπαιρνε αυτό ανακάλυψα μέσα στη δουλειά την αυτοπεποιήθηση μου. Μπορούσα να κάνω απο μπετά μέχρι να πουλάω και να αγοράζω, μαθαίνοντας το αλισβερίσι, πράγματα τα οποία μου φάνηκαν χρήσιμα στο μετέπειτα παιχνίδι της επιβίωσης και που βέβαια δημιούργησε πρόβλημα στην προσωπική μου ζωή. Αδελφή πράμα με σκασμένα χέρια και να ρίχνει μπετά; Καθόλου comme il faut.
Όταν οι νταήδες που μου έβγαλαν το όνομα επιδίωκαν την ερωτική μου παρέα, διαπίστωσα τη δύναμη του σεξ κι εκεί πλήρωναν όλα όσα μου είχαν κάνει. Ίσως για αυτό λύσσαγαν την επόμενη μέρα και με ξεφώνιζαν ακόμα περισσότερο. Κι όταν βαρέθηκα να παίζω μαζί τους αναζήτησα με το θράσσος που απέκτησα άλλα μέρη για γνωριμίες μπαίνοντας στα βαθειά στη ζωή.


Μέσα σε όλη αυτή την πορεία έκανα λάθη τα οποία πλήρωσα ακριβά και ακόμα πληρώνω. Όμως την ημέρα που απάντησα στον πατέρα μου πως : «Ναι είμαι Πούστης», έπαψα να κάνω coming out. Δεν κρατάω λάβαρο πως είμαι gay, ούτε βγάζω τον τελάλη, όμως σε γνωριμίες με τον ετεροφιλόφυλο κόσμο ουδέποτε θα κρύψω την σεξουαλική μου ταυτότημα μιλόντας με προσχήματα και αλλάζοντας το γένος στα επίθετα. Η ειρωνία είναι πως όσο μου προκαλλούσε πρόβλημα στο μικρόκοσμο του σχολειου το γεγονός ότι είμαι gay, στην κοινωνία των ενηλίκων δεν αντιμετώπισα ποτέ θέμα. Η απόρριψη απο φίλουςστο coming out, δεν υπήρξε ποτέ μετέπειτα διότι απλά δεν χρειαζόταν να κάνω coming out και όσον αφορά τον επαγγελματικό στίβο, αν με απέρριπταν στη δουλειά επειδή είμαι gay, τότε αυτό θα σήμαινε πως δουλεύω σε μπουρδέλο, άρα θα τους ήμουν άχρηστος και εγώ δεν θα είχα κάνει σωστή επιλογή.


Όλα αυτά μπορεί να ακούγονται υπεροπτικά φτάνοντας την ύβρη. Όχι όμως. Είναι το τίμημα που προσωπικά μιλόντας, πληρώνω για να μπορώ να ζώ ως άνθρωπος, έχοντας κάνει την επιλογή να αποδεχτώ τον εαυτό μου ως gay, συκιά, αδελφή, λούγκρα,... πούστης. Χμμ. Έχουν περάσει πολλά χρόνια απο την τελευταία φορά που με φώναξαν έτσι, απο τότε, που εγώ αποκάλεσα τον εαυτό μου έτσι και κατάλαβα απλά πως είμαι Άντρας και αυτό που είμαστε καθορίζει και την αντιμετώπιση των άλλων απέναντί μας.


Δεν μπορώ και ούτε θα τολμούσα ποτέ να πω σε κάποιον να κάνει coming out ή όχι. Το μόνο που ξέρω είναι πως κάθε τι έχει το τίμημα του και πως ότι κάνουμε το βρίσκουμε μπροστά μας. Τέλος οι μεγαλύτερες μάχες είναι αυτές που δίνουμε μέσα μας, αν τις κερδίσουμε κερδίζουμε τον κόσμο όλο.

Υ.Γ. Αν ποτέ διαβάσει κάποιος γονέας αυτό το κείμενο θα ήθελα να του υποβάλλω την ακόλουθη ερώτηση: Προτειμάς να έχεις ένα γιο πούστη ή να μην έχεις καθόλου;

Τρίτη, 12 Απριλίου 2011

Wellcome

Κάποτε ο Καμπανέλης είπε: «Γράφω, όχι γιατί μπορώ, αλλά γιατί θέλω.» Νομίζω πως για αυτό το λόγο αξίζει να γράφουμε. Οπουδήποτε, στο τετράδιο, στον τοίχο, στο ημερολόγιο και πλέον χάρη στην τεχνολογία, στα blog.
Προσωπικά, ανέκαθεν μου άρεσε να γράφω. Ήταν ένα είδος κάθαρσης, σα να πετάω άχρηστους φακέλους στο recycle bin. Ίσως έφταιγε το γεγονός ότι από μικρός ήμουν παραμυθάς. Έπλαθα ιστορίες, σενάρια μέσα στο νού μου, που έψαχναν μια διέξοδο σε τούτο τον κόσμο, μια και συνωστίζονταν στο κεφαλάκι μου. Οι εκθέσεις μου ήταν πάντα εκτός θέματος, αλλά αυτό δεν πείραζε τη δασκάλα, αρκεί που έγραφα για την ηλικία μου κατεβατά ολόκληρα. Μεγάλωνοντας όμως διαπίστωσα πως έπρεπε πλέον να προσέχω τι γράφω. Scripta manent, έμαθα. Έτσι ξεκίνησα να γράφω σε ένα τεφτέρι τα δικά μου μύχια της ψυχής και στο σχολείο αυτά που πρέπει. Παρόλ’αυτά συνέχιζα να πλάθω ιστορίες.
Ήταν εκείνη την εποχή που είχα αποφασίσει να ζήσω τη ζωή μου σα gay με ότι τίμημα θα έφερνε αυτή η απόφαση, τίμημα που πλήρωσα και που πληρώνω εγώ κι άλλοι του συναφιού, που λένε. Τότε έψαχνα εναγωνίως κάτι να διαβάσω. Κάτι να μιλάει για εμένα, τον gay, να ανακαλύψω πως δεν ήμουν μόνος…άλλες εποχές τότε. Θυμάμαι τη χαρά όταν διάβασα ένα βιβλίο: Το τελευταίο κρασί. Αν και γράφτηκε από γυναίκα και αφηγείται μια ιστορία που είχε εξελιχτεί δυο χιλιάδες χρόνια πρωτύτερα, ήταν η απόδειξη ότι έτσι όπως έβλεπα εγώ τον κόσμο ήταν μια άποψη, όχι μοναχική. Έτσι ξεκίνησα να αναζητώ κι άλλα βιβλία gay θεματολογίας και με πολύ ψάξιμο ανακάλυψα κι άλλα, δυστυχώς όχι πολλά. Τότε πήρα μια απόφαση. Θα γράψω εγώ ένα. Έτσι θα συνεισφέρω κι εγώ, για κάποιο παιδί στο μέλλον που θα αναρωτιέται αν είναι μόνος. Σημείωση πως το internet ηταν ακόμα στα σπάργανα.
Ξεκίνησα λοιπόν να γράφω ιστορίες. Μικρά διηγήματα με σκοπό να φτάσουν τα δέκα και να το εκδώσω, συμβάλλοντας έτσι στην Ελληνική gay βιβλιογραφία. Δυστυχώς το να γράφεις ένα βιβλίο ήταν μια πολυτέλεια που δεν είχα. Κάπου ανάμεσα στο παιχνίδι της επιβίωσης, τους έρωτες, την καθημερινότητα, χρειάστηκαν δέκα ολόκληρα χρόνια για να το τελειώσω. Θυμάμαι ακόμα τη χαρά όταν έγραψα τη λέξη “Τέλος” νοιώθοντας σα να είχα το δικαίωμα στην “Πόλη των Ιδεών”. Βέβαια επιχείρησα να το εκδώσω και ακόμα προσπαθώ, όμως οι αρνητικές απαντήσεις διαδέχονταν η μια την άλλη. Στο μεταξύ είχαν εκδοθεί κι άλλα βιβλία εφάμμιλου θέματος, οπότε σίγουρα δεν θα ήμουν εκείνος που θα αναστάτωνε την Ελληνική μυθιστοριογραφία με ένα τόσο “προκλητικό” θέμα, ακολουθώντας τα χνάρια του παλαί ποτέ Ταχτσή.
Κάπου εκεί ανακάλυψα το blogging σε  ένα αρκετά δημοφιλές free press. Διάβασα πολλά, παρακολουθούσα κι άλλα όπου δυστυχώς πάλι, διαπίστωσα πως του συναφιού, λίγοι. Είπα τότε να φτιάξω κι εγώ ένα. Και εκείνο που δεν έγινε στην έντυπη έκδοση του να το κάνω διαδυκτιακά. Έτσι γεννήθηκε το “Gay σημαίνει Χαρούμενος!” τίτλος δανεισμένος από τον τίτλο του ανέκδοτου βιβλίου.
Για αρκετό καιρό έγραφα εκεί. Υπήρξαν φανατικοί αναγνώστες, άλλοι συνblogger άλλοι όχι και ομολογώ πως πραγματικά το να γράφεις είναι μια πολύ καλή ψυχοθεραπεία. Εκεί ανέβασα και τα διηγήματα μου. Τουλάχιστον ας τα διαβάσει κάποιος,για αυτό γράφτηκαν άλλωστε. Γνώρισα διαδυκτιακά ενδιαφέροντες ανθρώπους, πέρασα ευχάριστες ώρες διαβάζοντας όμως αναγκάστηκα για διάφορους λόγους να διακόψω την επαφή. Ξαναμπήκα μετά από πολλούς μήνες όμως υπήρχε μια αίσθηση του ξένου. Πολλοί που “γνώριζα” είχαν χαθεί. Υπήρχαν πολλές τεχνικές δυσκολίες από τον provider και ένοιωθα σα να γύριζα σε έναν τόπο που είχα αφήσει, όμως πλέον μου ήταν ξένος, μια αίσθηση που δυστυχώς μου είναι οικεία, λόγω πολλών γεγονότων.
Ανακάλυψα όμως έναν άλλον χώρο, όπου με χαρά διαπίστωσα πως υπήρχαν ένα σωρό gay, που έγραφαν απροκάλυπτα, τη δική τους πραγματικότητα, έστω με ένα ψευδόνυμο και μάλιστα πολύ όμορφα, οπότε αποφάσισα να μετακομίσω σε αυτή τη γειτονιά. Το γεγονός πως είμαι gay δεν σημαίνει πως το ανάγνωσμα αποκλείεται από τους straight. Είναι σα να απαγορεύεις σε οποιονδήποτε άλλον να πατήσει στο Γκάζι. Απλά θα μιλάω για τον γκόμενο κι όχι τη γκόμενα, όμως ειλικρινά, αν αφαιρέσουμε την κοινωνική  προκατάληξη και τα αντίκτυπα της, διαφέρουμε σε κάτι άλλο από τον υπόλοιπο κόσμο; Όλα τα blogs που διάβασα, άλλα πιο προσεχτικά και άλλα πιο γρήγορα, αλλά με σκοπό να παρακολουθήσω, μιλούν και περιγράφουν απλές καθημερινές καταστάσεις της δικής τους πραγματικότητας. Μιλούν για φόβο, μοναξιά, όνειρα, ελπίδες, γκάφες και αυτή είναι η ομορφιά του να γράφεις. Γιατί γραφή, σημαίνει επικοινωνία.
Αν λοιπόν άγνωστε ενοχλήσε, όπως θα ενοχλιόσουν αν ήξερες πως είμαι gay στη ζωή, προσπέρασε το blog, σίγουρα θα βρεις κάτι άλλο να διαβάσεις που να σου αρέσει. Οι υπόλοιποι, Καλωσήρθατε. This is a Gay world and My world.

Υ.Γ. Όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να επισκεφτεί την παλιά μου γειτονιά:http://blogs.athensvoice.gr/gaymeanshappy

Σάββατο, 2 Απριλίου 2011

RETRO


Πότε καταλαβαίνουμε ότι έχουμε μεγαλώσει;

Κοιταζόμαστε καθημερινά στον καθρέφτη το πρωϊ και αναλόγως τη διάθεση μας ή το πως περάσαμε το χθεσινό βράδυ, άλλοτε λέμε «Χριστέ μου τι χάλι!» κι άλλοτε «Φτού σου μη σε ματιάσω μανάρι!». Όμως επί καθημερινής βάσεως δεν καταλαβαίνουμε ότι μεγαλώσαμε, τουλάχιστον εφόσον δεν μας το υπενθυμίζουν τα αθριτικά και το χαπάκι της πίεσης. Δυστυχώς η διαπίστωση ότι μεγαλώσαμε, έρχεται σα κατραπακιά, ένα χαστούκι απο το πουθένα, όπου σηκώνεις το κεφάλι και λές «΄Ωπα, τώρα τι γίνεται;»

Πριν απο λίγο καιρό μια παρέα τριάντα και κάτι με έσυραν σε μια βραδιά ξεσαλώματος, παίρνοντας σβάρνα μπαράκια και club με σκοπό να ξεφύγουμε απο την καθημερινότητα των λογαριασμών, υποχρεώσεων, καριέρας, παιδιά κτλπ. Μετά απο αμέτρητα σφηνάκια και ποτά, τα περισσότερα κερασμένα απο το μπάρμαν, διότι το να έχεις πατήσει τα τριάντα και, σημαίνει ότι πρώτον: αντέχεις το ποτό, δεύτερον: γνωρίζεις προσωπικά πια τον μπάρμαν, πορτιέρη, ιδιοκτήτη του εκάστοτε μαγαζιού και τρίτον: πληρώνεις το δικό σου ποτό και την επόμενη γύρα. Έτσι καταλήξαμε σε ένα dance club στο κέντρο, όπου μια μεθυσμένη παρέα δέκα τριάντα και, κάναμε είσοδο σε έναν ασφυκτικά γεμάτο χώρο, γεμάτο εικοσάχρονους που κρατούσαν  τσιγάρο στο ένα χέρι και  άδειο ποτήρι στο άλλο. Σημειοτέον, ο λόγος που πήγαμε ήταν γιατί ένας απο την παρέα είχε φίλο το d.j., επίσης συνομήλικος.

Αφού λοιπόν ξεκινήσαμε άλλη μια γύρα σφηνάκια κερασμένα απο το d.j., αυτή τη φορά, παρατηρούσαμε τον κόσμο γύρω μας νοιώθοντας κάπως παράταιροι μέσα σε όλη αυτή τη νιότη των 20 κάτι. Η μουσική εκωφαντική σε ένα ρυθμό κάπως άγνωστο, δίχως μνήμες, με τους γύρω να κουνιούνται, δίχως συναίσθηση της μουσικής και του άνυπαρκτου στίχου. Κάποια στιγμή το πρόγραμμα αλλάζει. 
Μια Gloria Gaynor ακούγεται να τραγουδά “First I was afraid, I was petrified…” και σύσωμη η παρέα σηκώθηκε για να χορέψει τον ύμνο των 80’. Ακολούθησαν κι άλλα από Doors, Blondie, MC Hammer, Vanilla Ice μέχρι τη Madonna να ερμηνεύει το Like a Virgin, κι εμάς να ξεσαλώνουμε θυμούμενοι τα εφηβικά χρόνια του μπλουζ, της βάτας, του κολάν και τα ψηλοκάβαλα παντελόνια. Εκείνη τη στιγμή ακούω μια διπλανή παρέα πιτσιρικάδων να λέει: « Ρε συ αυτή που ακούγεται μοιάζει με τη Madonna!» και τότε διαπίστωσα πως η μοναδική παρέα που ξεσάλωνε κυριολεκτικά ήταν η δική μας, ένω οι υπόλοιποι απλά σκέφτονταν αν ο d.j. είχε φλιπάρει”.

Όταν λοιπόν χορεύεις ένα τραγούδι, που πλέον χαρακτηρίζεται retro και χρειάζεσαι μεταφραστή για να συνεννοηθείς με νεότερους. Όταν σου έρχεται να χώσεις σφαλιάρα στο θρασσύ δεκαπεντάχρονο που αυθαδίασε και σκέφτεσαι: «Εγώ δεν ήμουν έτσι!», ε, τότε συνειδητοποιείς ότι έχεις μεγαλώσει. Και σα ντόμινο έρχονται οι σκέψεις και τα υπαρξιακά του τύπου: Τι είμαι, Τι κάνω,  Τι έκανα, Τι θα κάνω. Αυτό χαρακτηρίζεται σα ωρίμανση. Δεν λέμε ότι μεγαλώνουμε, αλλά ωριμάζουμε, ακούγεται και πιο ευχάριστα.

Ωριμάζουμε για να αναλάβουμε ευθύνες, υποχρεώσεις, να κάνουμε οικογένεια, καριέρα, να θρηνήσουμε χαμένα όνειρα και πάνω απο όλα να γίνουμε ναρκαλευτές των μελλοντικών μας ονείρων, λες κι αυτή η ωρίμανση δεν είναι σκληρή απο μόνη της και πρέπει να ξεριζώσουμε κάθε χαρά του ονείρου για το μέλλον. Ωριμάζουμε, μεγαλώνουμε για να κάνουν γκελ οι ευαισθησίες στον κυνισμό μας. Λογαριασμοί, ενοίκια, υποχρεώσεις, παιδιά, καριέρα, διαζύγιο, γάμος, όλα αυτά καθημερινά ταλανίζουν το μυαλό μας στο βωμό της ωρίμανσης. Όμως εκείνο το βράδυ, τα ξέχασα όλα. Ένοιωθα ο έφηβος με το μαλλί punk και τους δίσκους βινυλίου που απλά βιαζόταν να μεγαλώσει για να κάνει τα όνειρα του πραγματικότητα και την επόμενη μέρα σηκώθηκα με ένα φρικτό πονοκέφαλο όμως στον καθρέφτη έσκασα ένα χαμόγελο στον εαυτό μου και είπα: «Στις ομορφιές σου είσαι αγόρι μου!»

Θυμήθηκα πως είναι να είσαι παιδί, να κάνεις όνειρα ακόμα κι αν αυτά δεν έγιναν πραγματικότητα, όμως η χαρά του να ονειρεύεσαι είναι αρκετή για να ξεχάσεις το βάρος της ωρίμανσης. Να έρθεις σε επαφή με το παιδί που κρύβεις μέσα σου και να νοιώσεις έστω για λίγο Πήτερ Παν, πετώντας στον ουρανό του ονειρόκοσμου χάρη στη νεραϊδόσκονη.

Οι πιο κυνικοί ίσως σκεφτούν, δεν υπάρχει νεραϊδόσκονη και Τίνγκελ Μπελ. Σε αυτούς απλά θα απαντήσω πως υπάρχει. Με διαβάζεις αυτή τη στιγμή κυνικέ και βρίσκεσαι ή θα βρίσκεσαι στη Σαντορίνι. Ρίξε μια ματιά γύρω σου. Δες την Καλντέρα λουσμένη στο φως με το απεραντο μπλε να σε χαιρετά. Τον ήλιο που χάνεται στον ορίζοντα και σε λούζει με χρυσό. Το χορτάρι που φυτρώνει στον άνυδρο γκρεμό και εκείνον ή εκείνη που σε κοιτάζει στα μάτια και κάθεται δίπλα σου. Όλα αυτά είναι λουσμένα στη νεραϊδόσκονη.

Καλοκαίρι 2011. Σαντορίνι. Ας αφήσουμε όλα αυτά που μας κάνουν ώριμους, έστω για λίγο και σας θυμηθούμε το παιδί που κρύβουμε μέσα μας, γεμίζοντας τη ζωή μας με αναμνήσεις, σαν εκείνες που είχαμε όταν είμαστε παιδιά.

Τελειώνοντας σας αφιερώνω ένα retro πια τραγούδι, ευχόμενος πολλές όμορφες αναμνήσεις απο το φετινό καλοκαίρι:

Memories 

Like the corners of my mind 

Misty watercolor memories 

Of the way we were…”


(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο free press All about Oia τεύχος 4)