Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2010

Dog ‘s Stories



Πριν οκτώ χρόνια πηγαίνοντας σε ένα hot, όπως ευελπιστούσα πρώτο ραντεβού στο Πασαλιμάνι, πέταξα ένα άδειο πακέτο τσιγάρα σε έναν κάδο σκουπιδιών. Εκείνη τη στιγμή άκουσα κάτι ήχους από τον πάτο και έσκυψα από περιέργεια να δω την προέλευση τους. Μέσα στο σκοτάδι και τη μπόχα των σκουπιδιών ένα ζευγάρι καταγάλανα μάτια με κοίταζαν απορημένα  μέχρι να διαπιστώσω πως ήταν ένα κουτάβι μόλις ενός μηνός. Σκέφτηκα να γυρίσω την πλάτη και να απομακρυνθώ από τον κάδο, όμως ήταν η ώρα που περνούν τα σκουπιδιάρικα και εκείνα τα μάτια, που είχαν αποτυπωθεί ήδη μέσα στη μνήμη μου, θα χάνονταν μέσα στον κυκεώνα των απορριμμάτων.
Αποφάσισα λοιπόν να κάνω μεταβολή και να βγάλω το κουτάβι από τον πάτο του κάδου, ελπίζοντας πως αυτή μου η πράξη θα γραφόταν στα τεφτέρια της Μοίρας ως καλή μου πράξη. Δυστυχώς όμως ο κάδος ήταν μεγάλος και το κουτάβι βρισκόταν στον πάτο, όπου δεν υπήρχε περίπτωση να το φτάσω εάν δεν έμπαινα κι εγώ ολόκληρος μέσα. Τελικά βρέθηκα ντυμένος στα λευκά μέσα στα σκουπίδια, να κρατάω με το ένα χέρι το κουτάβι σε απόσταση από τη μύτη μου και με το άλλο να προσπαθώ να πιαστώ από κάπου ώστε να ξαναβγώ έξω από τον κάδο και με τους τουρίστες να  κοιτάζουν απορημένοι εάν οι άστεγοι του Πασαλιμανιού είναι τόσο trendy στο ντύσιμο.
Ακούμπησα το κουτάβι στο δρόμο κι εκείνο καθόταν ακίνητο εξακολουθώντας να με κοιτάζει με εκείνα τα μάτια καθώς εγώ επαναξιολογούσα την κατάσταση μου. Ανάθεμα την ώρα που έβαλα τα Prada σκεφτόμουν καθώς κοιτούσα τα λεκιασμένα παπούτσια, το παντελόνι που γέμισε κέτσαπ και μια essence αποσύνθεσης να επισκιάζει το Dolce & Gabbana. Άψογη εμφάνιση για πρώτο ραντεβού, δε νομίζετε;
Το κουτάβι εξακολουθούσε να κάθεται ακίνητο και να κοιτάζει απορημένα γύρω του, σα να προσπαθούσε να καταλάβει τον κόσμο που τον έστειλε στον κάδο των σκουπιδιών καθώς εγώ απέρριψα την προσδοκία μιας καυτής βραδιάς. Πήρα τηλέφωνο για να ακυρώσω το ραντεβού και είμαι σίγουρος ότι τέτοια δικαιολογία δεν ξαναειπώθηκε ποτέ.

-       Ε, ξέρεις κάτι μου έτυχε και δεν θα μπορέσω να έρθω…, εγώ.
-       Τι έγινε;
-       Να, την ώρα που ερχόμουνα, μπήκα σε ένα κάδο για να βγάλω ένα σκύλο και τώρα  πρέπει να μπω ολόκληρος σε μια λεκάνη με χλωρίνη.

Περιττό να πω ότι δεν με ξαναπήρε τηλέφωνο.
Και το κουτάβι; Το κουτάβι κατέληξε στο σπίτι μου όπου μετά από
όλες τις αποστειρώσεις που περάσαμε αμφότεροι καθόταν ακίνητο για μισή ώρα στο σαλόνι, να κοιτάζει μια εμένα μια γύρο του, χωρίς να βγάζει το παραμικρό ήχο. Αμάν, λέω, μια καλή πράξη βρήκα να κάνω και είναι ζαβό το σκυλί, ποιος να το πάρει έτσι; σκέφτηκα. Δυστυχώς ήταν το μοναδικό μισάωρο που έκατσε ήσυχο από τότε, διότι αφού πέρασε μια εβδομάδα χωρίς να βρω κάποιον να το πάρει, το κράτησα εν τέλει εγώ. Η Μπόνη, όνομα που διάλεξε μόνη της μια και ήταν το μοναδικό στο οποίο με το πρώτο άκουσμα γύρισε το κεφάλι της, μέχρι να φτάσει ενάμιση χρονών μου είχε φάει το μισό σπίτι. Η αλήθεια είναι ότι πολλές φορές σκέφτηκα να την ξεφορτωθώ, διότι δεν ήμουν συνηθισμένος σε ευθύνες, υποχρεώσεις και αταξίες, όμως έχουν περάσει οχτώ χρόνια από τότε και πάντα, μα πάντα όταν γυρίζω σπίτι, η Μπόνη θα με καλωσορίσει στην πόρτα κουνώντας την ουρά της και κοιτάζοντας με με κείνα τα καταγάλανα μάτια, αποδεικνύοντας μου πως εκείνο το απόβραδο που μπήκα μέσα στον κάδο, ήταν ότι καλύτερο έκανα στον εαυτό μου.
Το να έχεις όμως ένα σκύλο στο σπίτι δεν είναι εύκολη απόφαση. Δεν είναι ένα παιχνίδι που όταν το βαρεθείς μπορείς να το καταχωνιάσεις σε μια γωνία, ούτε ένα εύκολο δώρο για ένα παιδί που θα του δώσει πρόσκαιρη χαρά. Είναι μια ζωή, μια ψυχή και ένας δεσμός που κρατάει δυστυχώς λίγα ανθρώπινα χρόνια.
 Αλήθεια πόσοι δεν έχετε χαζέψει τα σκυλιά της Οίας που λιάζονται αμέριμνα στην Καλντέρα; Πόσοι δεν τα έχετε φωτογραφήσει ή να δείτε τους τουρίστες να τα φωτογραφίζουν καθώς εκείνα τσαλαβουτούν μέσα στη θάλασσα κάτω στο Αμμούδι και στο Αρμένι; Από πού νομίζετε όμως ότι προήλθαν; Είναι σκυλιά που κάποτε είχαν σπίτι. Που κάποτε τα πήγαν με μια κόκκινη κορδέλα στο λαιμό ως δώρο και τα βαρέθηκαν για να καταλήξουν αδέσποτα στα σοκάκια της Οίας. Παρόλ’ αυτά όμως εξακολουθούν και διεκδικούν το δικαίωμα τους να προσφέρουν χαρά σε όλους εμάς, με τα καπρίτσια τους, την ανεμελιά τους, τα παιχνίδια τους και το κούνημα της ουράς τους κάθε φορά που συναντούν έναν πρόσχαρο επισκέπτη.
Σκυλιά αδέσποτα, όμως με όνομα και προσωπικότητα, όπως η Πανδώρα, ένα σκυλί ξεναγός που συντροφεύει τους τουρίστες στη διαδρομή από το μονοπάτι που ενώνει την Οία με τα Φηρά. Η Ευλαμπία και ο Max, η πραγματική εκδοχή της Lady και του Αλήτη, που αναζητούν κάποιο σπίτι να τα υιοθετήσει και τα δύο μαζί, γιατί είναι αχώριστα. Ο Σάκης, που πάντα θα βρει κάποιον να τον οδηγήσει σε κάποιο σκυλί που ψυχωραγεί, έχοντας φάει φόλα. Και η Θέκλα, λίγο πιο τυχερή από τα άλλα μια και βρήκε ανθρώπους να την αγαπούν και να της προσφέρουν ένα σπίτι, ώστε να κατεβαίνει στη θάλασσα κάνοντας βουτιές στο Αμμούδι, αλλά κι αυτό για λίγο, γιατί το 2008, έφυγε κι εκείνη από φόλα.  
Την πρώτη φορά που ήρθα στη Σαντορίνη και συνάντησα όλα αυτά τα πλάσματα, αναρωτιόμουν πως και από ποιόν προκύψανε τα ονόματα τους που είναι γραμμένα σε ένα μπρελόκ δεμένο στο κολάρο τους. Ίσως το έχετε προσέξει κι εσείς αυτό. Όπως και τα μπωλάκια με τροφή και νερό διάσπαρτα σε διάφορα σημεία. Μου είπαν για κάποια κοπέλα που τα προσέχει. Τα ταϊζει, τα ποτίζει, τα στειρώνει, με δικά της έξοδα και ήθελα από περιέργεια να τη γνωρίσω γιατί εκείνη, έσκυψε από δεκάδες κάδους ενώ εγώ το σκεφτόμουν να βουτήξω σε εκείνο τον κάδο στο Πασαλιμάνι.
Την λένε Άννα, Άννα Παπανικολάου και καθίσαμε ένα μεσημέρι για  καφέ, για να ακούσω όχι την ιστορία της, αλλά τις ιστορίες της Μπουμπού, της Μισέλ, του Μπόσυ, του Τζέντλεμαν, του Νο Name και πολλών άλλων αδέσποτων που είτε χάθηκαν από φόλες, είτε περιδιαβαίνουν στην Οία, ελπίζοντας να βρουν κάποιο σπίτι ή έστω να ζήσουν ήρεμα με όλους εμάς που ανήκουμε στο ανθρώπινο είδος. Μου μίλησε για τις φόλες που πέφτουν κάθε χρόνο, για τα νεκρά σκυλιά που πετάγονται στα σκουπίδια, για εκείνα που θάφτηκαν στον Κάθαρο, για να βλέπουν κι εκείνα θάλασσα και για την προσπάθεια της να στειρώσει κάθε χρόνο τα καινούργια σκυλιά που καταλήγουν στο δρόμο. Μα πιο πολύ μου μίλησε για την ανησυχία του χειμώνα. Τότε που όλοι έχουν φύγει και δεν έχει μείνει κανένας για να του κάνουν χαρές τα σκυλιά. Τότε το πρόβλημα σίτισης είναι μεγάλο. Τότε φαίνεται ο αριθμός των αδέσποτων που σχηματίζουν αγέλες και τότε είναι που πέφτουν και οι φόλες, τροφή αναμειγμένη με φυτοφάρμακα. Τι γίνεται τότε;
Σε συνεργασία με μια πανσιόν για σκύλους φιλοξενεί όσα μπορεί, με τα λεφτά που έχει μαζέψει κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού από δωρεές επισκεπτών στους κουμπαράδες που είναι τοποθετημένοι σε διάφορα σημεία της Οίας. Ίσως κι αυτά κάπου να τα έχει πάρει το μάτι σας. Είναι μεταλλικοί, σφραγισμένοι, πρέπει να σπάσουν για να ανοίξουν και έχουν κάτι ζωάκια επάνω. Με αυτά αγοράζει και τις τροφές τους, τα φάρμακα τους, τα κολάρα τους και συχνά το αντίδοτο για τις φόλες.
Δεν θέλω να την συγχαρώ, πολλές φορές τα λόγια είναι κενές πράξεις, όταν όμως τελείωσε η συνάντηση μας, ήξερα πως αυτό που κάνει, εγώ δεν έχω το κουράγιο να το κάνω. Το μόνο που μπορούσα, ήταν να γράψω αυτό το κείμενο. Τώρα αν πάρει κάπου το μάτι σας ένα μεταλλικό κουμπαρά ή κάποιο ξύλινο κουτί για σκυλοτροφή, μην το προσπερνάτε αβίαστα. Στην επόμενη γωνία κάποιο σκυλί θα σας κουνήσει την ουρά του. Είναι βλέπετε ο δικός του τρόπος να σας πει «Ευχαριστώ».


Ben Provis

Για πληροφορίες και δωρεές μπορείτε να επικοινωνήστε στο e-mail της Άννας: g_apatsi@yahoo.gr


(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο free press All about Oia)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Feel FREE to comment...