Σάββατο, 2 Απριλίου 2011

RETRO


Πότε καταλαβαίνουμε ότι έχουμε μεγαλώσει;

Κοιταζόμαστε καθημερινά στον καθρέφτη το πρωϊ και αναλόγως τη διάθεση μας ή το πως περάσαμε το χθεσινό βράδυ, άλλοτε λέμε «Χριστέ μου τι χάλι!» κι άλλοτε «Φτού σου μη σε ματιάσω μανάρι!». Όμως επί καθημερινής βάσεως δεν καταλαβαίνουμε ότι μεγαλώσαμε, τουλάχιστον εφόσον δεν μας το υπενθυμίζουν τα αθριτικά και το χαπάκι της πίεσης. Δυστυχώς η διαπίστωση ότι μεγαλώσαμε, έρχεται σα κατραπακιά, ένα χαστούκι απο το πουθένα, όπου σηκώνεις το κεφάλι και λές «΄Ωπα, τώρα τι γίνεται;»

Πριν απο λίγο καιρό μια παρέα τριάντα και κάτι με έσυραν σε μια βραδιά ξεσαλώματος, παίρνοντας σβάρνα μπαράκια και club με σκοπό να ξεφύγουμε απο την καθημερινότητα των λογαριασμών, υποχρεώσεων, καριέρας, παιδιά κτλπ. Μετά απο αμέτρητα σφηνάκια και ποτά, τα περισσότερα κερασμένα απο το μπάρμαν, διότι το να έχεις πατήσει τα τριάντα και, σημαίνει ότι πρώτον: αντέχεις το ποτό, δεύτερον: γνωρίζεις προσωπικά πια τον μπάρμαν, πορτιέρη, ιδιοκτήτη του εκάστοτε μαγαζιού και τρίτον: πληρώνεις το δικό σου ποτό και την επόμενη γύρα. Έτσι καταλήξαμε σε ένα dance club στο κέντρο, όπου μια μεθυσμένη παρέα δέκα τριάντα και, κάναμε είσοδο σε έναν ασφυκτικά γεμάτο χώρο, γεμάτο εικοσάχρονους που κρατούσαν  τσιγάρο στο ένα χέρι και  άδειο ποτήρι στο άλλο. Σημειοτέον, ο λόγος που πήγαμε ήταν γιατί ένας απο την παρέα είχε φίλο το d.j., επίσης συνομήλικος.

Αφού λοιπόν ξεκινήσαμε άλλη μια γύρα σφηνάκια κερασμένα απο το d.j., αυτή τη φορά, παρατηρούσαμε τον κόσμο γύρω μας νοιώθοντας κάπως παράταιροι μέσα σε όλη αυτή τη νιότη των 20 κάτι. Η μουσική εκωφαντική σε ένα ρυθμό κάπως άγνωστο, δίχως μνήμες, με τους γύρω να κουνιούνται, δίχως συναίσθηση της μουσικής και του άνυπαρκτου στίχου. Κάποια στιγμή το πρόγραμμα αλλάζει. 
Μια Gloria Gaynor ακούγεται να τραγουδά “First I was afraid, I was petrified…” και σύσωμη η παρέα σηκώθηκε για να χορέψει τον ύμνο των 80’. Ακολούθησαν κι άλλα από Doors, Blondie, MC Hammer, Vanilla Ice μέχρι τη Madonna να ερμηνεύει το Like a Virgin, κι εμάς να ξεσαλώνουμε θυμούμενοι τα εφηβικά χρόνια του μπλουζ, της βάτας, του κολάν και τα ψηλοκάβαλα παντελόνια. Εκείνη τη στιγμή ακούω μια διπλανή παρέα πιτσιρικάδων να λέει: « Ρε συ αυτή που ακούγεται μοιάζει με τη Madonna!» και τότε διαπίστωσα πως η μοναδική παρέα που ξεσάλωνε κυριολεκτικά ήταν η δική μας, ένω οι υπόλοιποι απλά σκέφτονταν αν ο d.j. είχε φλιπάρει”.

Όταν λοιπόν χορεύεις ένα τραγούδι, που πλέον χαρακτηρίζεται retro και χρειάζεσαι μεταφραστή για να συνεννοηθείς με νεότερους. Όταν σου έρχεται να χώσεις σφαλιάρα στο θρασσύ δεκαπεντάχρονο που αυθαδίασε και σκέφτεσαι: «Εγώ δεν ήμουν έτσι!», ε, τότε συνειδητοποιείς ότι έχεις μεγαλώσει. Και σα ντόμινο έρχονται οι σκέψεις και τα υπαρξιακά του τύπου: Τι είμαι, Τι κάνω,  Τι έκανα, Τι θα κάνω. Αυτό χαρακτηρίζεται σα ωρίμανση. Δεν λέμε ότι μεγαλώνουμε, αλλά ωριμάζουμε, ακούγεται και πιο ευχάριστα.

Ωριμάζουμε για να αναλάβουμε ευθύνες, υποχρεώσεις, να κάνουμε οικογένεια, καριέρα, να θρηνήσουμε χαμένα όνειρα και πάνω απο όλα να γίνουμε ναρκαλευτές των μελλοντικών μας ονείρων, λες κι αυτή η ωρίμανση δεν είναι σκληρή απο μόνη της και πρέπει να ξεριζώσουμε κάθε χαρά του ονείρου για το μέλλον. Ωριμάζουμε, μεγαλώνουμε για να κάνουν γκελ οι ευαισθησίες στον κυνισμό μας. Λογαριασμοί, ενοίκια, υποχρεώσεις, παιδιά, καριέρα, διαζύγιο, γάμος, όλα αυτά καθημερινά ταλανίζουν το μυαλό μας στο βωμό της ωρίμανσης. Όμως εκείνο το βράδυ, τα ξέχασα όλα. Ένοιωθα ο έφηβος με το μαλλί punk και τους δίσκους βινυλίου που απλά βιαζόταν να μεγαλώσει για να κάνει τα όνειρα του πραγματικότητα και την επόμενη μέρα σηκώθηκα με ένα φρικτό πονοκέφαλο όμως στον καθρέφτη έσκασα ένα χαμόγελο στον εαυτό μου και είπα: «Στις ομορφιές σου είσαι αγόρι μου!»

Θυμήθηκα πως είναι να είσαι παιδί, να κάνεις όνειρα ακόμα κι αν αυτά δεν έγιναν πραγματικότητα, όμως η χαρά του να ονειρεύεσαι είναι αρκετή για να ξεχάσεις το βάρος της ωρίμανσης. Να έρθεις σε επαφή με το παιδί που κρύβεις μέσα σου και να νοιώσεις έστω για λίγο Πήτερ Παν, πετώντας στον ουρανό του ονειρόκοσμου χάρη στη νεραϊδόσκονη.

Οι πιο κυνικοί ίσως σκεφτούν, δεν υπάρχει νεραϊδόσκονη και Τίνγκελ Μπελ. Σε αυτούς απλά θα απαντήσω πως υπάρχει. Με διαβάζεις αυτή τη στιγμή κυνικέ και βρίσκεσαι ή θα βρίσκεσαι στη Σαντορίνι. Ρίξε μια ματιά γύρω σου. Δες την Καλντέρα λουσμένη στο φως με το απεραντο μπλε να σε χαιρετά. Τον ήλιο που χάνεται στον ορίζοντα και σε λούζει με χρυσό. Το χορτάρι που φυτρώνει στον άνυδρο γκρεμό και εκείνον ή εκείνη που σε κοιτάζει στα μάτια και κάθεται δίπλα σου. Όλα αυτά είναι λουσμένα στη νεραϊδόσκονη.

Καλοκαίρι 2011. Σαντορίνι. Ας αφήσουμε όλα αυτά που μας κάνουν ώριμους, έστω για λίγο και σας θυμηθούμε το παιδί που κρύβουμε μέσα μας, γεμίζοντας τη ζωή μας με αναμνήσεις, σαν εκείνες που είχαμε όταν είμαστε παιδιά.

Τελειώνοντας σας αφιερώνω ένα retro πια τραγούδι, ευχόμενος πολλές όμορφες αναμνήσεις απο το φετινό καλοκαίρι:

Memories 

Like the corners of my mind 

Misty watercolor memories 

Of the way we were…”


(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο free press All about Oia τεύχος 4)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Feel FREE to comment...