Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2010

Σα θα πάω, κυρά μου στο Παζάρι…


Λαϊκές συνοικίες. Έτσι χαρακτηρίζουν την περιοχή που μένω. Λαϊκιά. Και κάθε φορά που το ακούω γελάω.

Όταν άρχισα να ζω μόνος, μετακομίζω σχεδόν κάθε δυο χρόνια. Και αυτό γιατί βαριέμαι εύκολα. Βαριέμαι το χώρο, την περιοχή, τους γείτονες, οπότε παίρνω την εφημερίδα κατά τον Ιούνιο και αρχίζω και ψάχνω. Έτσι έχω μείνει σε όλες τις περιοχές της Αττικής, από Βόρεια, Νότια, Κέντρο, θάλασσα και τελευταία, βουνό, κάπου στα δυτικά προάστια. Στις λαϊκές συνοικίες που λένε, όπου είναι μια μικρή περιοχή, την οποίαν πολλοί δεν την ξέρουν καν, ζητώντας διευκρινήσεις της ευρύτερης περιοχής, για να κατατοπιστούν και για να πουν: «Α!, μα δεν είναι λαϊκά εκεί πέρα;» ή «Μα γιατί μένεις εκεί; Δεν σου πάει.» Λες και η περιοχή μοιάζει με κουστούμι που πρέπει να είναι στο νούμερο σου.

Κάποτε έμενα στα βόρεια, προς Εκάλη μεριά. Ψώνιο τελείως ο τύπος, δεν κατέβαινα πιο κάτω από Αγία Παρασκευή, όταν η περιοχή ήταν στα φόρτε της. Τώρα όμως αναρωτιέμαι, τι διάλο είχε η περιοχή εκεί που με τράβαγε; Ναι αναμφίβολα το σπίτι ήταν υπέροχο, όμως ξέμενες από ζάχαρη Κυριακή το πρωϊ και δεν είχες που να χτυπήσεις. Άσε που άμα δεν είχες τσιγάρα στις τρεις η ώρα τα ξημερώματα, κλάφτα Χαράλαμπε. Μέχρι να ανοίξει το περίπτερο στην Τατοϊού, κάπνιζες εφημερίδες. Ίσως πάλι να άλλαξα και να βλέπω πιο αποκρυσταλλωμένα τα πράγματα, ίσως πάλι απλά να είμαι ένα “λαϊκό” παιδί. Όμως μου αρέσει το σπιτάκι μου, η γειτονιά μου και η περιοχή μου.

Πρώτα από όλα είναι η μοναδική περιοχή που έχω μείνει και δεν έχω δει ούτε ένα αδέσποτο σκυλί. Κάτι γάτες γεννοβολάνε αλλά μπροστά σε κάθε πόρτα υπάρχει ένα πιατάκι με φαγητό και ένα μπωλάκι με νερό. Επίσης στο τετράγωνο που μένω τα σπίτια είναι χτισμένα περιμετρικά και όλα έχουν έναν κήπο στο πίσω μέρος, με αποτέλεσμα να έχει σχηματιστεί ένα σύνολο από κήπους στο κέντρο του τετραγώνου, που απλά χωρίζονται με μάντρες, αλλά είναι γεμάτος δέντρα. Παρά το γεγονός ότι είναι αναπτυγμένη πληθυσμιακά, δεν υπάρχουν θεόρατες πολυκατοικίες και παρά την πληθώρα μαγαζιών, όπου έχουν από όλα, επικρατεί μια ησυχία κατά τη διάρκεια της μέρας, χωρίς τα μηχανάκια με πειραγμένες εξατμίσεις να σου τρυπάνε τα αυτιά. Και τώρα που καλοκαιριάζει, βλέπεις και παιδιά να παίζουν καταμεσής στο δρόμο, σα την εποχή που ήμουν εγώ παιδί. Το καλύτερο από όλα όμως για μένα, είναι ότι έχει λαϊκή κάθε Πέμπτη.

Ίσως σας φανεί παράξενο αυτό, όμως για μένα αυτό είναι βασικό στοιχείο. Λατρεύω τη λαϊκή, ίσως γιατί μεγάλωσα κάπου όπου οι άνθρωποι πηγαίνανε καθημερινά στην αγορά για να ψωνίσουν τα της ημέρας, ίσως γιατί μου θυμίζει τα παιδικά μου χρόνια που με έστελνε η γιαγιά να ψωνίσω κι εγώ έκανα τρεις ώρες χαζεύοντας τα διάφορα. Όμως αυτό το αλισβερίσι με τους εμπόρους, τους κράχτες, τις κυράτσες και μη με τα καροτσάκια τους, είναι κάτι το πολύ ανθρώπινο και απλά, υπέροχο για μένα. Και εννοείται ότι ψωνίζω κάθε εβδομάδα στη λαϊκή.

Πάντα θα κάνω μια βόλτα, να χαζέψω τα προϊόντα, για να δω από πού και ποιον θα ψωνίσω, όμως πιο πολύ είναι για το χαβαλέ. Φωνές, παζάρια, πειράγματα με κάνουν να ξεχνιέμαι πως ζω στη μεγαλούπολη, ταξιδεύοντας με σε παλιότερες εποχές, τότε που τρέχαμε ξυπόλυτοι στους δρόμους παίζοντας κρυφτό στις εννέα το βράδυ. Επιπλέον μου αρέσει η ποικιλία των πραγμάτων, το γεγονός ότι μπορώ να επιλέξω για ένα προϊόν, από πολλούς, χωρίς να περιορίζομαι σε ένα όπως στα super market, και το καλύτερο από όλα, το παζάρι. Το παζάρι που δεν έχει να κάνει με την τσιγγουνιά και την καρμιριά, αλλά με την εκτίμηση και αξιολόγηση της τιμής με την ποιότητα, την ευστροφία και την πονηριά, την ετυμολογία, την πλάκα και την απαρχή των κανόνων της σύγχρονης πώλησης. Νοιώθω όμορφα κάθε φορά που πηγαίνω στη λαϊκή και άμα πετύχω και κανέναν που ξέρει από παζάρι είναι η καλύτερη μου. Κάθε φορά νοιώθω πως έμαθα κάτι καινούργιο στο θέμα της συναλλαγής και πώλησης, όπως και ικανοποίηση για την δική ευφράδεια σε αυτήν.

Δυστυχώς οι φίλοι μου δεν συμμερίζονται αυτές τις απόψεις. Θα λεγα πως πολλοί ντρέπονται να  πάνε σε μια λαϊκή και να τριγυρνούν με τις πλαστικές τσάντες στα χέρια και προτιμούν το καροτσάκι του super market ή ακόμα χειρότερα, να τους ψωνίζει η μάνα τους. Η διαφορά όμως είναι πως στο δικό μου σπίτι έχω πάντα τα πιο φρέσκα προϊόντα ενώ σε κείνους πέφτει ο ποντικός και σπάει τα μούτρα του.
Σήμερα πήρα, τσιπούρες αλανιάρες, ροδάκινα από τη Νάουσα, ντομάτες Κρήτης ΑΑΑ, βλήτα από Μαραθώνα, καρπούζι Αμαλιάδος και μια νοσταλγία για τις γειτονιές της Αθήνας, τότε που το απόγευμα στηνόντουσαν τα τραπεζάκια στο πεζοδρόμι και εμείς τρέχαμε ανέμελοι

Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2010

Dog ‘s Stories



Πριν οκτώ χρόνια πηγαίνοντας σε ένα hot, όπως ευελπιστούσα πρώτο ραντεβού στο Πασαλιμάνι, πέταξα ένα άδειο πακέτο τσιγάρα σε έναν κάδο σκουπιδιών. Εκείνη τη στιγμή άκουσα κάτι ήχους από τον πάτο και έσκυψα από περιέργεια να δω την προέλευση τους. Μέσα στο σκοτάδι και τη μπόχα των σκουπιδιών ένα ζευγάρι καταγάλανα μάτια με κοίταζαν απορημένα  μέχρι να διαπιστώσω πως ήταν ένα κουτάβι μόλις ενός μηνός. Σκέφτηκα να γυρίσω την πλάτη και να απομακρυνθώ από τον κάδο, όμως ήταν η ώρα που περνούν τα σκουπιδιάρικα και εκείνα τα μάτια, που είχαν αποτυπωθεί ήδη μέσα στη μνήμη μου, θα χάνονταν μέσα στον κυκεώνα των απορριμμάτων.
Αποφάσισα λοιπόν να κάνω μεταβολή και να βγάλω το κουτάβι από τον πάτο του κάδου, ελπίζοντας πως αυτή μου η πράξη θα γραφόταν στα τεφτέρια της Μοίρας ως καλή μου πράξη. Δυστυχώς όμως ο κάδος ήταν μεγάλος και το κουτάβι βρισκόταν στον πάτο, όπου δεν υπήρχε περίπτωση να το φτάσω εάν δεν έμπαινα κι εγώ ολόκληρος μέσα. Τελικά βρέθηκα ντυμένος στα λευκά μέσα στα σκουπίδια, να κρατάω με το ένα χέρι το κουτάβι σε απόσταση από τη μύτη μου και με το άλλο να προσπαθώ να πιαστώ από κάπου ώστε να ξαναβγώ έξω από τον κάδο και με τους τουρίστες να  κοιτάζουν απορημένοι εάν οι άστεγοι του Πασαλιμανιού είναι τόσο trendy στο ντύσιμο.
Ακούμπησα το κουτάβι στο δρόμο κι εκείνο καθόταν ακίνητο εξακολουθώντας να με κοιτάζει με εκείνα τα μάτια καθώς εγώ επαναξιολογούσα την κατάσταση μου. Ανάθεμα την ώρα που έβαλα τα Prada σκεφτόμουν καθώς κοιτούσα τα λεκιασμένα παπούτσια, το παντελόνι που γέμισε κέτσαπ και μια essence αποσύνθεσης να επισκιάζει το Dolce & Gabbana. Άψογη εμφάνιση για πρώτο ραντεβού, δε νομίζετε;
Το κουτάβι εξακολουθούσε να κάθεται ακίνητο και να κοιτάζει απορημένα γύρω του, σα να προσπαθούσε να καταλάβει τον κόσμο που τον έστειλε στον κάδο των σκουπιδιών καθώς εγώ απέρριψα την προσδοκία μιας καυτής βραδιάς. Πήρα τηλέφωνο για να ακυρώσω το ραντεβού και είμαι σίγουρος ότι τέτοια δικαιολογία δεν ξαναειπώθηκε ποτέ.

-       Ε, ξέρεις κάτι μου έτυχε και δεν θα μπορέσω να έρθω…, εγώ.
-       Τι έγινε;
-       Να, την ώρα που ερχόμουνα, μπήκα σε ένα κάδο για να βγάλω ένα σκύλο και τώρα  πρέπει να μπω ολόκληρος σε μια λεκάνη με χλωρίνη.

Περιττό να πω ότι δεν με ξαναπήρε τηλέφωνο.
Και το κουτάβι; Το κουτάβι κατέληξε στο σπίτι μου όπου μετά από
όλες τις αποστειρώσεις που περάσαμε αμφότεροι καθόταν ακίνητο για μισή ώρα στο σαλόνι, να κοιτάζει μια εμένα μια γύρο του, χωρίς να βγάζει το παραμικρό ήχο. Αμάν, λέω, μια καλή πράξη βρήκα να κάνω και είναι ζαβό το σκυλί, ποιος να το πάρει έτσι; σκέφτηκα. Δυστυχώς ήταν το μοναδικό μισάωρο που έκατσε ήσυχο από τότε, διότι αφού πέρασε μια εβδομάδα χωρίς να βρω κάποιον να το πάρει, το κράτησα εν τέλει εγώ. Η Μπόνη, όνομα που διάλεξε μόνη της μια και ήταν το μοναδικό στο οποίο με το πρώτο άκουσμα γύρισε το κεφάλι της, μέχρι να φτάσει ενάμιση χρονών μου είχε φάει το μισό σπίτι. Η αλήθεια είναι ότι πολλές φορές σκέφτηκα να την ξεφορτωθώ, διότι δεν ήμουν συνηθισμένος σε ευθύνες, υποχρεώσεις και αταξίες, όμως έχουν περάσει οχτώ χρόνια από τότε και πάντα, μα πάντα όταν γυρίζω σπίτι, η Μπόνη θα με καλωσορίσει στην πόρτα κουνώντας την ουρά της και κοιτάζοντας με με κείνα τα καταγάλανα μάτια, αποδεικνύοντας μου πως εκείνο το απόβραδο που μπήκα μέσα στον κάδο, ήταν ότι καλύτερο έκανα στον εαυτό μου.
Το να έχεις όμως ένα σκύλο στο σπίτι δεν είναι εύκολη απόφαση. Δεν είναι ένα παιχνίδι που όταν το βαρεθείς μπορείς να το καταχωνιάσεις σε μια γωνία, ούτε ένα εύκολο δώρο για ένα παιδί που θα του δώσει πρόσκαιρη χαρά. Είναι μια ζωή, μια ψυχή και ένας δεσμός που κρατάει δυστυχώς λίγα ανθρώπινα χρόνια.
 Αλήθεια πόσοι δεν έχετε χαζέψει τα σκυλιά της Οίας που λιάζονται αμέριμνα στην Καλντέρα; Πόσοι δεν τα έχετε φωτογραφήσει ή να δείτε τους τουρίστες να τα φωτογραφίζουν καθώς εκείνα τσαλαβουτούν μέσα στη θάλασσα κάτω στο Αμμούδι και στο Αρμένι; Από πού νομίζετε όμως ότι προήλθαν; Είναι σκυλιά που κάποτε είχαν σπίτι. Που κάποτε τα πήγαν με μια κόκκινη κορδέλα στο λαιμό ως δώρο και τα βαρέθηκαν για να καταλήξουν αδέσποτα στα σοκάκια της Οίας. Παρόλ’ αυτά όμως εξακολουθούν και διεκδικούν το δικαίωμα τους να προσφέρουν χαρά σε όλους εμάς, με τα καπρίτσια τους, την ανεμελιά τους, τα παιχνίδια τους και το κούνημα της ουράς τους κάθε φορά που συναντούν έναν πρόσχαρο επισκέπτη.
Σκυλιά αδέσποτα, όμως με όνομα και προσωπικότητα, όπως η Πανδώρα, ένα σκυλί ξεναγός που συντροφεύει τους τουρίστες στη διαδρομή από το μονοπάτι που ενώνει την Οία με τα Φηρά. Η Ευλαμπία και ο Max, η πραγματική εκδοχή της Lady και του Αλήτη, που αναζητούν κάποιο σπίτι να τα υιοθετήσει και τα δύο μαζί, γιατί είναι αχώριστα. Ο Σάκης, που πάντα θα βρει κάποιον να τον οδηγήσει σε κάποιο σκυλί που ψυχωραγεί, έχοντας φάει φόλα. Και η Θέκλα, λίγο πιο τυχερή από τα άλλα μια και βρήκε ανθρώπους να την αγαπούν και να της προσφέρουν ένα σπίτι, ώστε να κατεβαίνει στη θάλασσα κάνοντας βουτιές στο Αμμούδι, αλλά κι αυτό για λίγο, γιατί το 2008, έφυγε κι εκείνη από φόλα.  
Την πρώτη φορά που ήρθα στη Σαντορίνη και συνάντησα όλα αυτά τα πλάσματα, αναρωτιόμουν πως και από ποιόν προκύψανε τα ονόματα τους που είναι γραμμένα σε ένα μπρελόκ δεμένο στο κολάρο τους. Ίσως το έχετε προσέξει κι εσείς αυτό. Όπως και τα μπωλάκια με τροφή και νερό διάσπαρτα σε διάφορα σημεία. Μου είπαν για κάποια κοπέλα που τα προσέχει. Τα ταϊζει, τα ποτίζει, τα στειρώνει, με δικά της έξοδα και ήθελα από περιέργεια να τη γνωρίσω γιατί εκείνη, έσκυψε από δεκάδες κάδους ενώ εγώ το σκεφτόμουν να βουτήξω σε εκείνο τον κάδο στο Πασαλιμάνι.
Την λένε Άννα, Άννα Παπανικολάου και καθίσαμε ένα μεσημέρι για  καφέ, για να ακούσω όχι την ιστορία της, αλλά τις ιστορίες της Μπουμπού, της Μισέλ, του Μπόσυ, του Τζέντλεμαν, του Νο Name και πολλών άλλων αδέσποτων που είτε χάθηκαν από φόλες, είτε περιδιαβαίνουν στην Οία, ελπίζοντας να βρουν κάποιο σπίτι ή έστω να ζήσουν ήρεμα με όλους εμάς που ανήκουμε στο ανθρώπινο είδος. Μου μίλησε για τις φόλες που πέφτουν κάθε χρόνο, για τα νεκρά σκυλιά που πετάγονται στα σκουπίδια, για εκείνα που θάφτηκαν στον Κάθαρο, για να βλέπουν κι εκείνα θάλασσα και για την προσπάθεια της να στειρώσει κάθε χρόνο τα καινούργια σκυλιά που καταλήγουν στο δρόμο. Μα πιο πολύ μου μίλησε για την ανησυχία του χειμώνα. Τότε που όλοι έχουν φύγει και δεν έχει μείνει κανένας για να του κάνουν χαρές τα σκυλιά. Τότε το πρόβλημα σίτισης είναι μεγάλο. Τότε φαίνεται ο αριθμός των αδέσποτων που σχηματίζουν αγέλες και τότε είναι που πέφτουν και οι φόλες, τροφή αναμειγμένη με φυτοφάρμακα. Τι γίνεται τότε;
Σε συνεργασία με μια πανσιόν για σκύλους φιλοξενεί όσα μπορεί, με τα λεφτά που έχει μαζέψει κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού από δωρεές επισκεπτών στους κουμπαράδες που είναι τοποθετημένοι σε διάφορα σημεία της Οίας. Ίσως κι αυτά κάπου να τα έχει πάρει το μάτι σας. Είναι μεταλλικοί, σφραγισμένοι, πρέπει να σπάσουν για να ανοίξουν και έχουν κάτι ζωάκια επάνω. Με αυτά αγοράζει και τις τροφές τους, τα φάρμακα τους, τα κολάρα τους και συχνά το αντίδοτο για τις φόλες.
Δεν θέλω να την συγχαρώ, πολλές φορές τα λόγια είναι κενές πράξεις, όταν όμως τελείωσε η συνάντηση μας, ήξερα πως αυτό που κάνει, εγώ δεν έχω το κουράγιο να το κάνω. Το μόνο που μπορούσα, ήταν να γράψω αυτό το κείμενο. Τώρα αν πάρει κάπου το μάτι σας ένα μεταλλικό κουμπαρά ή κάποιο ξύλινο κουτί για σκυλοτροφή, μην το προσπερνάτε αβίαστα. Στην επόμενη γωνία κάποιο σκυλί θα σας κουνήσει την ουρά του. Είναι βλέπετε ο δικός του τρόπος να σας πει «Ευχαριστώ».


Ben Provis

Για πληροφορίες και δωρεές μπορείτε να επικοινωνήστε στο e-mail της Άννας: g_apatsi@yahoo.gr


(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο free press All about Oia)