Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2010

Ο Έλληνας και ο Μαλάκας Έλληνας


Πριν απο δυο εβδομάδες, έμαθα τελευταία στιγμή πως μου δώσανε άδεια. ΟΚ κανονικά θα έπρεπε να αντιδράσω. Άδεια δίχως να τη ζητήσω; Απο την άλλη, είχα να κάνω διακοπές απο το 2003 και σίγουρα η προοπτική του να ξεφύγω απο ανούσια τηλεφωνήματα, ηλίθιες εργατοώρες και το να μην ασχολούμαι με οτιδήποτε αφορά δουλειά, ήταν κάτι που με δελέαζε πάρα πολύ. Έτσι είπα να εκμεταλλευτώ αυτές τις μέρες και μια ωραία πρωία βρέθηκα στο Παρίσι.

Δεν θα μιλήσω για το Παρίσι για το τι έκανα και πως πέρασα, αυτά έχουν αξία μονάχα για μένα. Το μόνο στο οποίο θα σταθώ είναι πως κατά τη διάρκεια της διαμονής μου εκεί, σκεφτόμουν μονάχα την Ψωροκώσταινα. Άλλοτε αθέλητα κι άλλοτε ηθελημένα, η Ελλαδίτσα περνούσε διαρκώς απο το μυαλό μου. Όλη η ιστορία της απο αρχαιοτάτων χρόνων έως την ύστερη, περνούσε σα ταινία προκαλόντας μου άλλοτε έκπληξη, άλλοτε περηφάνια, άλλοτε οργή κι άλλοτε θλίψη. Διότι πραγματικά, όταν στέκεσαι μπροστά στα μεγαλύτερα και διασημότερα οικοδομήματα της Γαλλίας, όπως το Μουσείο του Λούβρου, το Πάνθεον, το Παλέ Ρογιάλ και διαπιστώνεις πως η αρχιτεκτονική είναι βασισμένη στην Κλασσική εποχή, ναι νοιώθεις περηφάνεια.

Περηφάνεια που ζείς, αναπνέεις, κατάγεσαι και γαλουχήθηκες σε μια χώρα που έδωσε στην κυριολεξία τα φώτα της στον παγκόσμιο πολιτισμό, αποτελώντας τα θεμέλια αυτού. Τα κιονόκρανα, οι αετομές, οι Καρυάτιδες κοσμούσαν κάθε γωνία και κάθε ιστορικό κτίσμα της Πόλης του Φωτός, όπως δίκαια αποκαλείται, πλημμυρίζοντας σε με μια στοργή για τον Παρθενώνα, το Ερέχθειο, το Ναό του Απόλλωνα, το Ηραίο και τόσα άλλα. Όταν όμως διαπιστώνεις πως όλα αυτά με μια ιστορία μέγιστη των χιλίων χρόνων, φυλάσσονται και διατηρούνται ευλαβικά, ενώ στην Ψωροκώσταινα, απλά είναι παραπεταμένα στις διάφορες γωνίες της, στο έλεος των βανδάλων, του περιβάλλοντος και της αδιαφορίας, είτε της πολιτικής, είτε ημών των ιδίων, εκεί κατακλύζεσαι απο οργή και απογοήτευση.

Προσπάθησα να αναλογιστώ το γιατί. Γιατί το Παρίσι θεωρείται απο τις ομορφότερες πόλεις, που είναι πραγματικότητα και η Αθήνα, μια πόλη με ιστορία τριών χιλιάδων χρόνων, απλά είναι μια πόλη στη Ελλάδα. Τι έφταιξε; Τα χρόνια της Τουρκοκρατίας; Οι δυο παγκόσμιοι Πόλεμοι; Ο Εμφύλιος; Η δικτατορία; Τι μας ώθησε να κτίσουμε γκρίζες πολυκατοικίες με ταράτσες δίχως ρημοτομία; Τι μας ώθησε να μην έχουμε ούτε ένα δέντρο μπροστά στο πεζοδρόμιο; Τι μας έκανε να περιβάλλουμε τους αρχαιολογικούς μας χώρους με συρματοπλέγματα στολισμένα με κισούς και άγρια χόρτα; Πάνω στον πύργο του Αϊφελ, θαύμαζα τους ευθυγραμμισμένους δρόμους με τα πανέμορφα κτίρια, όμως ο νους μου ήταν στη θέα απο τον λόφο του Φιλοππάπου, όπου κεραίες και δορυφορικά πιάτα ξεπετάγονται άτεχνα, θυμίζοντας παραγκούπολη της Ινδίας.

Όμως κάθε φορά που με έπιανε απογοήτευση, πάντα έβρισκα κάτι να τονώσει το ηθικό μου, αναιρώντας την πεποιήθηση πως το Παρίσι είναι μια πόλη στην οποία θα ήθελα να ζήσω κι αυτό μου το έδινε η ίδια η πόλη, προβάλλοντας όλα εκείνα τα στοιχεία της Ελλάδας, που φυλά σα θησαυρούς, όπως τα εκθέματα του μουσείου του Λούβρου.

Μια ολόκληρη μέρα αφιερωμένη μονάχα στο τμήμα των Ελληνικών και Ρωμαϊκών εκθεμάτων αναζητώντας μονάχα τη μια και μοναδική Αφροδίτη της Μήλου. Την αντίκρισα απο την άλλη άκρη του κτίσματος να ξεχωρίζει πανέμορφη και μοναδική σε μια τεράστεια αίθουσα που παραχωρήθηκε για χάρη της. Και χαμογελούσε όμορφα, γλυκά και φιλάρεσκα, όπως αρμόζει σε μια Αφροδίτη. Ένα χαμόγελο κατ’ εμέ, πιο μυστήριο και όμορφο, απο της ίδιας της Τζοκόντας. Γύρω της, πλήθος ανθρώπων απο όλο κυριολεκτικά τον κόσμο να την θαυμάζουν, να την δείχνουν, να τη φωτογραφίζουν και να μιλάνε ψιθυριστά για εκείνη, όπως με τις Ντίβες. Συγκίνηση, περηφάνεια ακολουθούμενα απο πίκρα, λόγω του γιατί δεν στέκεται να ατενίσει όλο αυτό τον κόσμο απο τον Ελλαδικό χώρο. Και όσο σκεφτόμουν και βίωνα όλα αυτά τα συναισθήματα βλέπω μπροστά μου, ακριβώς στα πόδια της, ένα καλοβαλμένο νεαρό να ποζάρει για να φωτογραφηθεί, με ένα τεράστιο φιλάρεσκο χαμόγελο,  σηκωμένα  τα δυο του χέρια και να προτάσει τους μέσους δακτύλους. Κι ενώ ήμουν πραγματικά έτοιμος να τον βουτήξω μέσα στο Λούβρο και να τον αρχίσω στις σφαλιάρες, τον ακούω να λέει σε άψογα ελληνικά στο ξόανο που έσερνε μαζί του: Εντάξει; Με έβγαλες; Ενστικτωδώς, κοίταξα ψηλότερα και αντικρύζοντας το πρόσωπο του αγάλματος, μου φάνηκε πως με κοίταξε δίνοντας μου απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα που με ταλάνιζε. Ήταν σαν να έλεγε: Να γιατί δεν είμαι στην Ελλάδα. Μου αρέσει εδώ. Που αλλού θα μου δίνανε τέτοια θέση; Και δεν είχε άδικο.

Έχετε επισκεφτεί ποτέ το μουσείο της Αρχαίας Ολυμπίας; Εκεί βρίσκεται ένα άλλο  άγαλμα, πολύ λιγότερο γνωστό όμως για μένα αποτελεί  το ομορφότερο δείγμα κάλους και τελειότητας του Ελληνικού πολιτισμού: Ο Ερμής του Πραξιτέλη. Το διφορούμενο χαμόγελό του, αναλόγως απο ποιά πλευρά θα τον κοιτάξεις, αποτελεί την απόδειξη ενός λαμπρού πολιτιστικού παρελθόντος, όμως ισορροπεί σε ένα βάθρο πενήντα επι πενήντα, στριμωγμένος σε ένα δωμάτιο ανάμεσα σε προθήκες απο πλέξιγκλας, που δύσκολα μπορείς να καταλάβεις πως κοιτάζοντας τον απο δεξιά μοιάζει να γελά κι αν τον δεις απο την άλλη πλευρά, μοιάζει να κλαίει.

Έφυγα απο το Παρίσι με διφορούμενα συναισθήματα. Θλίψη που άφηνα αυτή την πόλη, την γεμάτη ομορφιές, όμως με περηφάνια που ακόμα και στο Παρίσι, συνάντησα την Ελλάδα. Ίσως δεν είμαστε άξιοι της ίδιας της κληρονομιάς μας. Ίσως πάλι αυτή η κληρονομιά, να είναι και πρέπει να είναι οικουμενική, δικαιώνοντας αυτό που είχε πει ο Νίκος Πολίτης, πως Ελληνικό, είναι οτιδήποτε γαλουχήθηκε με Ελληνική παιδεία. Όμως όταν το αεροπλάνο προσγείωθηκε στον Ελευθέριο Βενιζέλο, ένοιωσα ένα σκίρτημα στην καρδιά. Η Ελλαδίτσα έχει μια μαγεία, δικιά της. Μια μαγεία που μπορεί να μεταμορφώσει, να ζεστάνει, να δώσει κουράγιο, χαρά, ελπίδες και όνειρα. Όλα αυτά, που μπορεί να κάνει το παιδί εκείνου, που πόζαρε με τα κωλοδάχτυλά παρατεταμένα, πρεσβευτή και διεκδικητή της Αφροδίτης της Μήλου, χαρίζοντας της την θέση που πραγματικά της αρμόζει στη χώρα της.

Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2010

Make me Beautiful


Πρόσφατα επισκέφτηκα μια μεγάλη αλυσίδα καταστημάτων καλλυντικών με σκοπό να πάρω  δώρο για μια φίλη. Αλήθεια, εκτός απο διαμάντια, τι άλλο καλύτερο για μια γυναίκα;

              Μπαίνοντας λοιπόν στο κατάστημα, έπρεπε να περάσω απο έναν διάδρομο, γεμάτο με stand διαφόρων εταιριών με όλα τα είδη μακιγιάζ, χρώματα, παλέτες, αρώματα, κρέμες απο ΟΛΕΣ τις εταιρίες. Σε κάθε εταιρία υπήρχε και μια ευγενέστατη, χαμογελαστή κοπέλα, τίγκα στο μακιγιάζ, πρόθυμη να εξυπηρετήσει, πράγμα που αξιοποιούσαν στο έπακρο οι διάφορες πελάτισσες που ήταν εκεί εκείνη την ώρα.Τύχαινε μάλιστα μια επώνυμη εταιρία να έχει προσφορές εκείνη τη μέρα, με αποτέλεσμα μπροστά απο το stand της να επικρατεί ένας πανζουλισμός, πράγμα που με έκανε να λυπηθώ την καημένη που δούλευε εκεί, μια και δεν προλάβαινε να απαντήσει στις διάφορες ερωτήσεις, περί μυστικών και ιδιοτήτων του κάθε προϊόντος, που υποσχόταν τσίτα δέρμα και ομορφιά. Εννοείται ότι ούτε που τόλμησα να πλησιάσω τον πάγκο για να πάρω το δώρο μου, φέρνοντας στο νου μου τις μαινάδες που έφαγαν ζωντανό τον Ορφέα.

Προχώρησα παρακάτω και εντόπισα έναν άδειο πάγκο, μιας  εταιρίας, γνωστή για τις τσιμπημένες τιμές της, αλλά ήταν η μοναδική ευκαιρία να αγοράσω στα γρήγορα το δώρο μου και να την κάνω απο κει μέσα, μια και είχα αρχίσει ήδη να ζαλίζομαι απο τις αναθυμιάσεις των αρωμάτων. Η πωλήτρια με καλωσόρισε πρόσχαρα και αφού της είπα τι ήθελα, άρχισε να μου αραδιάζει ένα σωρό προϊόντα, άγνωστα οφείλω να ομολογήσω, και να κάνει διάφορους συνδιασμούς χρωμάτων και προσμίξεων, προσπαθώντας να με κάνει να καταλάβω την αξία και την χρήση αυτών, σε σημείο που υποσχέθηκα να μην ξανατολμήσω να πάρω για δώρο κάτι τέτοιο. 

Μετά από φιλότιμες προσπάθειες όμως της κοπέλας, λυπήθηκα το χρόνο της και τελικά διάλεξα κάποια απο τα προϊόντα που μου πρότεινε, πράγμα που την έκανε να μου χαρίσει ένα χαρούμενο χαμόγελο επιτυχίας. Προκαλώντας την τύχη της, λίγο πριν αποχωρήσω για το ταμείο μου λέει: «Να σας δείξω και την αντρική σειρά της εταιρίας;» Ωραία, ξεφωνήθηκα εκεί μέσα, σκέφτηκα, φέρνοντας στο νου μου την εικόνα μιας drag queen, αλήθεια απο που ψωνίζουν καλλυντικά;

Πριν καν προλάβω να αντιδράσω, έχει μαζέψει τα πάντα απο τον πάγκο της και αράδιαζε ένα σωρό βαζάκια, σωληνάκια, είχε αρπάξει το χέρι μου και μου πασάλειβε ένα σωρό κρέμες, εξηγώντας ταυτόχρονα για το πότε μπαίνει η μια, πότε η άλλη, ποια ώρα και γιατί, σε σημείο που πραγματικά σκέφτηκα πως θα έπρεπε να γραφτεί ένα manual χρήσης μια και είναι αδύνατο να θυμηθείς τη σειρά όλων αυτών. Αφού λοιπόν με έψησε να πάρω για τον εαυτό μου μια ενυδατική κρέμα, γενικής χρήσης, δηλαδή πασαλείβεσαι ότι ώρα θες, γυρίζει και μου λέει: « Θα σας δώσω κι αυτή την αντιρυτιδική κρέμα, η οποία κάνει θαύματα!»...Ζντούπ, !!!!, ???? Ε;;; Τι θέλει να πει ο ποιητής; Ότι η μούρη μου χρειάζεται θαύματα πια; Ή μήπως ΠΛΕΟΝ μπήκα στη φάση που πρέπει να σκεφτώ σοβαρά το θέμα των ρυτίδων; SHIT!

Αποκαρδιωμένος προχώρησα στο ταμείο, αρπάζοντας και την κρέμα με τα θαύματα που μου είπε η κοπέλα και όταν άκουσα το μπουγιουρντί, αναρωτιόμουν τι θαύμα θα γίνει για να γεμίσει ξανά το πορτοφόλι μου.

 Όλη τη μέρα σκεφτόμουν το θέμα της ομορφιάς. Ελκυόμαστε απο το ωραίο φαίνεσθαι και εννοείται πως προσπαθούμε να είμαστε εξίσου ελκυστικοί. Πόσες φορές δεν έχουμε χαζέψει μια ωραία παρουσία, άντρα, γυναίκα, και πόσες φορές όταν συναντούμε κάποιον μη εμφανίσιμο”, ε, λέμε απο μέσα μας: “Τα ΄χαλια του, της έχει.” Ή  “Πως είναι έτσι;” Όμως τελικά είναι τόσο εικονικά τα πράγματα; Είμαστε πια τόσο ρηχοί; Αν και ανέκαθεν υπήρχε μια λατρεία απέναντι στο ωραίο. Αγάλματα που υμνούν το κάλος πιστοποιούν, πως απο αρχαιοτάτων χρόνων ο άνθρωπος είχε μια ροπή προς το ωραίο. Έχετε δει εσείς ποτέ κανένα άγαλμα κακομούτσουνο; Και η ομορφιά, είναι συνυφασμένη με τη νιότη.

Ναι, όλοι, απο παιδιά εκπαιδευόμαστε για αυτό. Το παιχνίδι του ωραίου. Πόσες φορές  ακούσατε να λένε  σε ένα παιδί “Τι όμορφο που είσαι;” και πόσες φορές “Τι έξυπνο που είσαι;” Μεγαλώνουμε προσπαθώντας να παραμείνουμε νέοι και ωραίοι. Άλλοι το λένε ματαιοδοξία, αν και όσοι λένε κάτι τέτοιο, ε, κάπως κακομούτσουνοι ήταν.

Αργότερα την ίδια μέρα στο σπίτι κοιτούσα τις γυαλιστερές συσκευασίες των αγορών μου. Κρέμες που κάνουν “θαύματα”. Μέχρι που φτάνουμε για να παραμείνουμε έτσι; Η αναζήτηση της αιώνιας νιότης, ανέκαθεν προβλημάτιζε τον άνθρωπο.

Θυμήθηκα κάτι που είχε πει η Νταϊάν Βρίλλιαντ: Η μεγαλύτερη ασχήμια, είναι να προσπαθείς να είσαι νέα και όμορφη, όταν πια δεν είσαι.” Πότε ξεκινάει όμως αυτό και πως το διαχειριζόμαστε; Μπορούμε να αποδεχτούμε την φθορά του χρόνου;, ένα γεγονός που είναι αναπόφευκτο; Έχω παρατηρήσει σημάδια αλλαγής πάνω στο σώμα μου. Δεν είμαι όπως στα είκοσι. Λογικό μου φαίνεται. Όταν όμως ανακάλυψα μια άσπρη πουτσότριχα, έ, εκεί κάπως τα χρειάστηκα.

Έχουν περάσει μέρες απο τότε που επισκέφτηκα το πολυκατάστημα  κι ακόμα δεν έχω ανοίξει τις γυαλιστερές συσκευασίες, καθώς σκέφτομαι το πότε, θα πρέπει απλά να σταματήσω να τα χρησιμοποιώ, όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου, που αναφέρει η κυρία Βρίλλιαντ.