Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2010

Bed Time Stories


Απο παιδί απεχθανόμουν τα παραμύθια. Τα απεχθανόμουν, πρώτον γιατί όποτε ήταν η ώρα για παραμύθια, ήξερα πως ήταν ένα πρόσχημα για να μας βάλουν για ύπνο και να βγάλουμε το σκασμό, οπότε πάπαλα το παιχνίδι, μια και ήμουν διαβόητο ζιζάνιο- κωλόπαιδο στα νιάτα μου. Δεύτερον, γιατί έβρισκα τις ιστορίες των παραμυθιών απίστευτα πληκτικές μια και όλα είχαν το ίδιο προβλεπόμενο, χαρούμενο τέλος. Το καλό νικά το κακό, ΠΑΝΤΑ, η βασιλοπούλα σώζεται απο τον γαλάζιο πρίγκηπα με το λευκό άλογο και ο κακός μάγος πάντα τα τινάζει. Και τρίτον, την επόμενη μέρα στο προαύλιο του νηπιαγωγίου, θα ανεβάζαμε μια υπερπαραγωγή του παραμυθιού, όπου θα τσακωνόμασταν για το ποια θα είναι η βασιλοπούλα και ποιος ο πρίγκηπας, ενώ το ρόλο του κακού μάγου – δράκου, δεν τον ήθελε κανένας, πλην εμού.

Μου άρεσε αυτός ο ρόλος, γιατί ως κακός μπορούσα να κάνω ότι ήθελα, είχα υπερδυνάμεις, μεταμορφωνόμουν σε ότι ήθελα αλλά μου την έδινε που ΚΑΘΕ φορά έπρεπε να πεθάνω με έναν λίαν δραματικό τρόπο. Φρόντιζα πάντως πριν τα τινάξω να ρίξω μια ξεγυρισμένη με το ξύλινο σπαθί μου, στο κεφάλι του πρίγκηπα, που τον έκανε ένα αντιπαθέστατο τσογλάνι, που όταν βούρκωνε απο τον πόνο του λεγα κοροϊδευτικά: «Οι πρίγκηπες δεν κλαίνε!!!» και κρατιότανε το δόλιο μην πλαντάξει στο κλάμα για να φανεί αντάξιος του ρόλου. Εγώ πάντως ήμουν, δεν μπορείτε να πείτε;

  Έτσι για αλλαγή, τους πρότεινα να κάνουμε μια διασκευή της Λίμνης των Κύκνων, όπου ο κακός Μάγος, εγώ, έκανε τον Πρίγκηπα γουρούνι και τον έψησε στη γαμήλια δεξίωση με την Οντέτ, το οποίο έφαγε εκείνη, διότι ήταν φυλακισμένη μια εβδομάδα νηστική και της είχε πάει το στομάχι στην πλάτη. Αργότερα της έλεγα ότι έκανε μαμ τον αγαπημένο της κι εκείνη απο τη στεναχώρια της αποφασίζει να μείνει για πάντα κύκνος, μέχρι που την τρώνε κι αυτήν οι λύκοι κι εγώ χορεύω σόλο το φινάλε. Είναι γεγονός πάντως, ότι μετά απο αυτό σταμάτησε η δασκάλα να μας λέει παραμύθια, αφού πήγαν τα κωλόπαιδα στη μάνα τους κλαίγοντας και μαρτύρησαν τη διασκευή που κάναμε.

Μεγαλώνοντας, άρχισα να το ψάχνω περισσότερο το θέμα με τα παραμύθια, προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσω τα μηνύματα που περνούν στην ψυχολογία των παιδιών και πάνω απο όλα, τα μηνύματα διαπαιδαγώγησης, κυρίως των μελλοντικών δεσποινίδων, διότι είπαμε, ο ρόλος του πρίγκηπα, είναι μονότονος και ξεκάθαρος, σώζει μονάχα στο φινάλε.

Για αρχή η Σταχτοπούτα. Χαμάλι στη μητριά και στις αδελφές για να κάνει το ντεπούτο της στην υψηλή κοινωνία, να κωλοτριφτεί στον Πρίγκηπα και να την παντρευτεί για να την σώσει. Με άλλα λόγια, κορίτσια ξυπνήστε! Αν θέλετε να γλιτώσετε τα δεινά, βρήτε έναν να κουνηθείτε, πετάξτε και μια δακρύβρεχτη ιστορία και όλο και κάποιος μαλάκας θα κάνει τον ιππότη για να σας σώσει. Βλέπε Ρωσσίδες, Βουλγάρες και όλες απο τα πρώην Ανατολικά μπλόκ.

Η Ωραία Κοιμωμένη. Εκατό χρόνια στην κούρα ομορφιάς, για να είναι το δέρμα τσίτα και μην ανησυχείτε, θα έρθει ο άλλος να σας πάρει. Tips: Εκμεταλλευτείτε τις εκπτώσεις για καλυντικά, αντιρυτιδικές, κολλαγόνου και καμία ασφάλεια για λιποαναρρόφηση, lifting, bottox και αύξηση στήθους. Μην ανησυχείτε, θα γίνει απόσβεση των χρημάτων, διότι όλοι θέλουν μια ωραία γυναίκα δίπλα τους. Σημείωση: Το μοναδικό παραμύθι με προειδοποίηση στους άντρες. Αν θες να γαμήσεις φίλε τέτοια γκόμενα, πρέπει πρώτα να γαμηθείς εσύ. Βλέπε δράκος, στοιχειά, μαγεμένα  και ακανθώδη φυτά.

Η Χιονάτη και οι Εφτά Νάνοι. Εδώ ομολογώ ότι βγάζω το καπέλο στους Αδελφούς Γκριμ. Το θέατρο του παραλλόγου σε πρώϊμο στάδιο. Όσοι έχετε διαβάσει τον «Ξένο», του Καμύ, μάλλον θα το πιάσετε με την πρώτη. Η Χιονάτη, αφήνει τους Εφτά Νάνους για να ζήσει με τον Πρίγκηπα. Που πας βρε ΚΟΠΕΛΙΑ!!!??? Αφήνεις εφτά άντρες, άντε ας είναι λίγο μπασμένοι και μικροτσούτσουνοι, που σε υπηρετούν, για να πας να υπηρετείς ΕΝΑΝ μαλάκα? Να τη χιέσω τη βιλάρα και την Porche αν είναι να μου βγεί η γλώσσα απο την πίπαπου θα φάω, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Χίλιες φορές στο δυαράκι και να τα χω όλα έτοιμα.

Εκείνο πάντως που δεν κατάλαβα ποτέ μου, ήταν η Κοκκινοσκουφίτσα. Ωραία, τσουλάκι ήταν κι εκείνο, λολίτα σκέτη. Έβαλε μια κόκκινη κάπα και τριγύριζε απο το ένα μανητάρι στο άλλο μέχρι που την έφαγε ο Κακός Λύκος και ο δόλιος τι έφταιγε; Την πλήρωσε κι απο πάνω που τον κάνανε χαλάκι για το μπάνιο. Άντε μέχρι εδώ κάτι υποψιάζομαι. Του τ έστιν, κάντε βρε κορίτσια ότι θέλετε, ότι και να γίνει όλο και κάποιος θα βρεθεί να σας ξελασπώσει, βλέπε κυνηγός. Εκείνη η γιαγιά όμως τη ρόλο βαράει; Πατρόνα με ποσοστά ήταν;

Τελικά, τα παραμύθια δεν είναι τόσο άσχημα. Εκπαιδεύουν, προειδοποιούν, χειραφετούν. Διότι μην μου πείτε πως δεν υπάρχει γυναίκα που δεν περνάει τουλάχιστον σαρανταπέντε λεπτά την ημέρα μπροστά απο τον καθρέφτη για να είναι όμορφη. Ή που δεν έχει αναρωτηθεί έστω μια φορά, για το που είναι ο πρίγκηπας της ή που κάπου μέσα της ελπίζει σε ένα καλό γάμο; Όσον αφορά τους άντρες; Μμμμ, κάπου κρύβεται ένας Ιππότης.

Μου κάνει εντύπωση πάντως, που όλα αυτά τα παραμύθια γράφτηκαν απο δυο άντρες, πράγμα που κάνει να υποψιαστώ πως, μάλλον την κουνάγανε την αχλαδιά οι Αδελφοί Γκριμ.

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2010

Ο Superman δεν είναι Ήρωας


Η διάρθρωση του προσωπικού μιας κουζίνας, μοιάζει με μια μικρογραφία της κοινωνίας. Μιας κοινωνίας, που αναλόγως τις αρχές και τις προσωπικότητες αυτών που την αρθρώνουν, μπορεί άλλοτε να είναι ένα ευχάριστο και παραγωγικό σύνολο και άλλοτε ένα φασιστικό και ρατσιστικό καθεστώς, όπου κάθε ένας κομπλεξάρας θα βγάλει τα απωθημένα του στους «κατώτερους» ή καλύτερα, χαμηλότερους ιεραρχικά. Και η ιεραρχία, πάει ως εξής, απο κάτω προς τα πάνω: Λατζέρης, Γ’ μάγειρας, Β΄μάγειρας, Α΄μάγειρας, Chef de Partie, Sous Chef και τέλος ο Chef. 

Όπως γίνεται κατανοητό, ο λατζέρης, είναι αυτός που συνήθως περνάει απαρατήρητος και που συνήθως γίνεται ο σάκος του μποξ για όλους. Συνήθως είναι άτομα που χαρακτηρίζονται απο το νόμο, ανειδίκευτοι. Ο μισθός τους είναι ο κατώτατος, αυτοί που στην όμορφη κοινωνία που ζούμε είναι κάπως παρακατιανοί, με χαμηλή μόρφωση και που κανένας δεν ασχολείται μαζί τους. Με λίγα λόγια για φτύσιμο, όπως έλεγε και ο Ρατατούιγ στην ομόνυμη ταινία.

Προσωπικά διαφωνώ καθέτως. Είχα την τιμή και την χαρά να συνεργαστώ με αξιόλογους ανθρώπους που κάνουν αυτή τη δουλειά. Άνθρωποι σπουδασμένοι, είτε ακαδημαϊκά είτε την πιάτσα, ενδιαφέροντες, τίμιοι, φερέγγυοι και εργατικοί. Αντιθέτως έχω συναντήσει απο τις άλλες θέσεις κάθε έναν παπάρα που το παίζει κάμποσος δίχως να κατέχει επουδενί το αντικείμενο της δουλειάς του. Έτσι και στην τωρινή γνώρισα την Φωτούλα.

Η Φωτούλα είναι μια γυναίκα γύρω στα πενήντα που βγήκε στο μεροκάματο απο πολύ μικρή. Παντρεύτηκε έκανε δυο παιδιά και δουλεύει αδιάκοπα μεροδούλι μεροφάι. Ευαίσθητη και ψυχούλα, που αν την συναντήσεις για πρώτη φορά δεν σου γεμίζει και το μάτι, είτε λόγο της μικροκαμωμένης φτιαξιάς της, είτε γιατί σου δίνει την εντύπωση μιας, ας πούμε «χαζής» γυναικούλας, πράγμα που δεν ισχύει με τίποτα. Επίσης το χαρακτηριστικό της είναι πως μιλάει ακατάπαυστα για διάφορα και θα έλεγε κάποιος μίζερα, αν και κανείς δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα να καταλάβει το γιατί. Την ειρωνεύονται, την κοροϊδεύουν ίσως γιατί έτσι αισθάνονται καλύτερα εκείνοι και μακαρίζουν την τύχη τους που δεν είναι σαν αυτήν ή που δεν έχουν την τύχη που έχει αυτή. Λατζέρα, εργάτρια, με έναν μεροκαματιάρη άντρα, δίχως μια περιουσία, ένα περιβόλι βρε αδελφέ, όπως οι περισσότεροι εδω πέρα.

Η Φωτούλα όμως έχει δυο παιδιά, τα οποία τα σπούδασε, άσχετα απο το δρόμο και την εξέλιξη που είχαν εκείνα. Κρατάει ένα ολόκληρο σπίτι και κατα περιόδους το συντηρεί μονάχη της. Δουλεύει σκληρά και αγόγγυστα, όπου βρει: «Γερή να μαι Chef μου και τα καταφέρνω εγώ!», είναι το μότο της και πραγματικά είναι απο τους λίγους ανθρώπους που μπορούν να πουν, με όλη τη δύναμη των λέξεων: Εγώ, τη δουλειά, δεν την φοβάμαι!

Η Φωτούλα έχει μια κόρη με σκλήρυνση κατά πλάκας. Πριν δυο χρόνια διαγνώστηκε η ασθένια και προχώρησε τάχιστα, πάνω στο άνθος της ηλικίας της. Γιατρούς, φάρμακα, νοσοκομεία, ξενύχτια, στενοχώρια, άγχος και πάνω απο όλα, πολύ δουλειά. Στα εργοστάσια να μαζεύει πορτοκάλια, στα κτήματα, στις λάτζες, όπου βρει, για το παιδί της, να μην του λείψει τίποτα. Για να το πάει σε γιατρούς που έρχονται κάθε τρεις μήνες απο το εξωτερικό και που της μιλάνε με  ορολογίες, δίχως εκείνη να καταλαβαίνει. Θα στερηθεί  για να μαγειρέψει κρέας για το παιδί. Το κρέας που όλα τα γιάνει, που δυναμώνει, όπως έμαθε εκείνη απο εκείνους που βίωσαν την Κατοχή και που το κρέας ήταν δυσεύρετο, σε μια εποχή που δεν υπήρχαν φαστφουντάδικα.

Η Φωτούλα, που είναι πάντα με το χαμόγελο και έναν καλό λόγο για τον καθένα. Που γίνεται ενοχλητική διότι μιλάει συνέχεια και εξαιτίας της μίρλας της. Όμως ποιος ξέρει ότι όταν δεν δουλεύει είναι κλεισμένη στο σπίτι για να φροντίζει το παιδί της. Ότι δεν βγαίνει για να μην κάνει έξοδα, ώστε να της μείνει κάτι απο τον πενιχρό μισθό, το οποίο θα ξοδέψει ακαριαία για το παιδί της. Που δεν έχει κανέναν να την νοιώσει, να γείρει στον ώμο του, να την ακούσει. Έτσι μιλάει ακατάπαυστα σε όποιον βρεί, δίχως ποτέ να αποζητά τον οίκτο. Απλά για να τα βγάλει απο μέσα της, γιατί το μαράζι είναι μεγάλο και δεν αντέχεται μες τη σιωπή.

Γιατί κάπου κάπου και οι πιο μεγάλοι ήρωες, έχουν ανάγκη απο παρηγοριά, μια φιλική κουβέντα, μια ευγενική χειρονομία, έτσι για να νοιώσουν πως δεν είναι μόνοι και να πάρουν κουράγιο για να συνεχίσουν το δρόμο τους. Απλά ένα βάλσαμο για μια καρδιά που πικραίνεται απο σιωπηλά δάκρυα στη γωνία, όπου δεν βλέπει κανένας.

Τελικά, ο Superman δεν είναι ήρωας, γιατί είναι άτρωτος.

Να σαι καλά Φωτούλα και Καλή Τύχη.

Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2010

Εγώ και τα Ζώα


Ανέκαθεν είχα μια ιδιαίτερη σχέση με τα ζώα. Μου άρεσε που είχαν πολλά χρώματα, μεγέθη, χαρακτηριστικά, ήχους, τόσο που καθόμουν και τα χάζευα με τις ώρες. Το πρώτο μου κατοικίδιο ήταν μια πάπια. Για την ακρίβεια η πάπια υπήρχε πριν γεννηθώ εγώ. Μεγαλωμένος στην Ταϊλάνδη, δίπλα σε ποτάμι, ζήλευα που η πάπια κάθε μέρα σουλατσάριζε στο ποτάμι, πήγαινε όπου ήθελε και επέστρεφε το απόγευμα στο σπιτάκι της, ενώ εγώ ήμουν εγκλωβισμένος στο σπίτι και περίμενα πότε θα επιστρέψει για να αρχίσουμε το παιχνίδι, συγκεκριμένα το κυνηγητό. Έπιανα την πάπια, την πήγαινα πιο κάτω και αυτή απο την τσαντίλα της που δεν την άφηνα να κοιμηθεί με κυνηγούσε για να με τσιμπήσει. Για πολύ τσαμπουκά πάντως η πάπια, ούτε τα σκυλιά δεν την πλησίαζαν και όσο την είχαμε δεν μπήκε ποτέ κλέφτης στο σπίτι.

Αργότερα στην Ελλάδα μου χάρισαν ένα κουνέλι. Ακόμα το θυμάμαι. Μαύρο με άσπρες βούλες. Το άφηνα ελεύθερο στο σπίτι όταν γυρνούσα απο το σχολείο μέχρι που μια μέρα δεν το βρήκα στο κλουβί του. Έψαξα σε όλο το σπίτι, στον κήπο παντού. Άφαντο το κουνέλι! Ρωτάω τη γιαγιά αν είδε το κουνέλι μου και με πάει στην κουζίνα. Ανοίγει το φούρνο και βγάζει ένα ταψί με μια απίθανη μυρωδιά να γαργαλάει τη μύτη. «Να το κουνέλι», μου λέει. Στιφάδο το κανε ο παππούς που το ζαχάρωνε τόσο καιρό μέχρι να μεγαλώσει. Περιττό να πώ ότι ακόμα και τώρα όταν βλέπω κουνέλι στιφάδο μου σφίγγεται το στομάχι.

Κατά καιρούς πάντως όλο και κάποιο ζώο θα είχα στο σπίτι. Ζώα που μάζευα απο το δρόμο, που με έβρισκαν λόγω κάποιας κοσμικής δύναμης και τα σπίτωνα με αποτέλεσμα να γίνεται το σπίτι ένα είδος ζωολογικός κήπος, μέχρι που έφερα στο σπίτι μια κότα που γλίτωσα απο σίγουρη σφαγή, όπου η μάνα μου μου είπε: «Η η κότα, ή εσύ στο σπίτι.». Ε, τι να κανα κι εγώ, προκειμένου να μείνω στο δρόμο, γύρισα την κότα στο γείτονα. Το ευτύχημα πάντως ήταν πως συγκινήθηκε ο γείτονας με την πράξη μου και τελικά της την χάρισε και να κάθε μέρα με ταϊζανε φρέσκο αυγουλάκι κάθε πρωϊ. Εμετός μου ερχόταν στη μυρωδιά του και μόνο αλλά άμα δεν το τρωγα, πάπαλα η κοτούλα, μου λέγανε. Απο όταν πέθανε η κότα πάντως, η άτιμη η γάτα μου την ξέκανε, έκανα δέκα ολόκληρα χρόνια να φάω αυγό.

Στη Σαντορίνη, είχα πιάσει ένα σπίτι μέσα σε κάτι χωράφια. Στο διπλανό όμως χωράφι έβοσκε κάποιος τα γαϊδούρια του. Στην αρχή τα έκανα χάζι. Έλα όμως που ντάλα καλοκαίρι με ανοιχτά τα παράθυρα, ερχόταν όλη η μπόχα απο τα σκατά τους στο σπίτι. Χώρια κάθε μέρα στις έξι αρχίζανε και γκαρίζανε όλα μαζί. Και άντε να κοιμάσαι νωρίς είναι ένα ξυπνητήρι. Άμα κοιμάσαι πάντως στις πέντε, πιστέψτε με σου έρχεται να τους ρίξεις φόλα. Όμως όταν μου χάλασε το αμάξι μια βδομάδα και δεν άντεχα να ανεβαίνω την ανηφόρα με τα πόδια ντάλα καλοκαίρι, διάλεγα έναν ασπλουλιάρη και να μαι καβάλα στο γαϊδαρο να πηγαίνω για δουλειά στην Οία. Τον έδενα μετά κάτω απο ένα πεύκο, του αγόραζα κι ένα καρπούζι και το βραδάκι τον μάζευε ο κυρ Θόδωρας για το χωράφι.

Στη Μύκονο, πάλι σε χωράφι το σπίτι, να ένα κοπάδι κατσίκες. Και άντε εκείνο το μπεεεε το αντέχεις, που άμα αρχίσει ένα αρχίζουν όλα να βελάζουν σα χορωδία, εκείνο που δεν μπορούσα με τίποτα ήταν τα κουδούνια τους. Και τα άτιμα δεν κάθονται ποτέ σε μια μεριά. Απο το ένα σημείο στο άλλο πετάγονται και να η συμφωνική με τις κουδούνες. Ευτυχώς έφυγα γρήγορα απο το νησί γιατί δεν ξέρω τι κατάληξη θα είχαμε. Το σίγουρο είναι πάντως πως φρέσκο γάλα δεν θα έπινα γιατί μια μέρα που επιχείρησα να αρμέξω μια, έφαγα μια στο κεφάλι που είδα το Χριστό φαντάρο.

Ε, και τώρα στο Ναύπλιο τι λέτε να με βρήκε; Στο διπλανό περιβόλι έχει αμολήσει κάποιος γαλοπούλες και κότες. Κάθε μέρα ξημερώματα αρχίζουν την κουστοδία στα πουρ πουρ πουρ και το σκυλί μου να τις κυνηγάει απο τη μάντρα, οπότε που να κοιμηθώ πάλι. Ωτοασπίδες κατέληξα να πάρω και αφού το σκυλί έφαγε πέντε έξι δαγκωματιές απο την αρχηγό γαλοπούλα, κάθεται κι εκείνο στο συρματόπλεγμα και τις χαζεύει να βόσκουν. Κοντά στα Χριστούγεννα όμως άφαντες οι γαλοπούλες. Αμαν! Λέω, πάει θα τις δω σε κάνα κρεοπωλείο κρεμασμένες ανάσκελα. Ησύχασε η γειτονιά, έπεσε σε κατάθλιψη το σκυλί που έχασε την παρέα του και εγώ που δεν είχα τι να χαζεύω το πρωϊ με τον καφέ, γιατί μια πλάκα ομολογώ ότι την έχουν. Κι εκεί που έλεγα τώρα που κοντοζυγώνει το Πάσχα να πάρω δυο τρεις κότες να αμολήσω στον κήπο, να τες κωτσονάτες κωτσονάτες να περιδιαβαίνουν το περιβόλι. Είχε φύγει ο γείτοντας για τις γιορτές και τις έβαλε στο κοτέτσι στην άλλη πλευρά του χωραφιού.

Σκεφτόμενος όλα αυτά όμως αναρωτιέμαι: Γιατί με τους ανθρώπους δεν τα πάω εξίσου καλά;





Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2010

Ξεχασμένος Τίτλος



Συνήθως όταν γράφω ξεκινώ με τον τίτλο. Κάτι σα θέμα δήλαδη, όπως τοΣκέφτομαι και Γράφωστο Δημοτικό, αν και όσο θυμάμαι πάντα εκτός θέματος έβγαινα. Μάλλον απο τότε, δεν ήθελα να εγκλωβίζομαι και να περιορίζομαι, ακόμα και  στη σκέψη πάνω σε μια κόλα χαρτί.
Ξύπνησα πριν λίγο και πίνω καφέ. Ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που αποφάσισα να κόψω το Νες, ολόκληρη την καφετιέρα πρέπει να κατεβάζω για να ανοίξει το μάτι. Ίσως για αυτό δεν έγραψα πρώτα τον τίτλο και ξεκινώ να αραδιάζω ότι μου έρχεται στο μυαλό απο τις διαλείψεις της νύστας που πεισματικά αρνήται να με αφήσει.
Συνήθως στις γιορτές, λίγο πριν εκπνεύσει ο χρόνος, κάνω έναν απολογισμό. Απολογισμός της χρονιάς που πέρασε, τι έκανα, τι πέτυχα και τι στόχους έχω για την επόμενη. Όμως φέτος, δεν ξέρω γιατί, οι γιορτές πέρασαν δίχως το πνεύμα των ημερών, δίχως απολογισμούς, στόχους και διάθεση να μπω στο κλίμα. Μπορεί να φταίει η πολύ δουλειά λόγω της εποχής που δεν μου έδινε τα περιθώρια να αράξω στον καναπέ τη νύχτα και να αφεθώ στις σκέψεις. Μπορεί πάλι απλά να το χωκάψεικαι να μην μπορώ να σκεφτώ τίποτα πια, έχοντας μπει στο λούκι της καθημερινότητας και απλά βαδίζω για όπου με βγάλει. Άλλη μια χρονιά πέρασε κι άλλη μια έρχεται. Τι αλλάζει; Πολλά! Πόσα όμως γίνονται αντιληπτά και εννίοτε κατανοητά;
Μέσα στη φρενήτιδα των ημερών, στο άγχος των δώρων και πάνω απο όλα των εξόδων διαπίστωσα πως πολλοί λησμόνησαν τους εαυτούς τους ή απλά τους λησμόνησαν οι άλλοι. Παιδιά που δεν σκέφτηκαν να πάρουν ένα δώρο στη μάνα που δουλεύει διπλοβάρδιες για να μην τους λείψει τίποτα. Γονείς που αδυνατούσαν να πάρουν ένα δώρο στο παιδί που συντηρεί μια ολόκληρη οικογένεια, ένας σερβιτόρος που είχε τα γενέθλια του ανήμερα της πρωτοχρονιάς και κανένας δεν θυμήθηκε να του ευχηθεί, μια λατζέρα σκυμένη στο νεροχύτη, ελπίζει σε μια ειλικρινή ευχή, για να πιστέψει πως όλα θα πάνε καλά απο δω και πέρα και κάπου ανάμεσα τους ίσως είμαι και εγώ ξεχασμένος απο τον ίδιο μου τον εαυτό.
Δεν την άντεχα αυτή την κατάσταση. Σα το Γρουσούζη απο τα Στρουμφάκια που είχε ένα συννεφάκι συνέχεια πάνω απο το κεφάλι του.
Λίγο πριν εκπνεύσει ο χρόνος λοιπόν, ένα μικρό κάτι για εκείνους που ξεχάστηκαν. Μια σαμπάνια ανοίχτηκε, έτσι για πάρτη μας η καλύτερη, αφου δεν μας άνοιγε κανένας άλλος και ο Άγιος Βασίλης, είχε τρυπώσει κρυφά απο την πίσω πόρτα φέρνοντας δωράκια σε όλους εκείνους που η χρονιά τους γύριζε την πλάτη δίχως το  στερνό φιλί του αποχαιρετισμού. Και ευχές. Ειλικρινείς, κωμικές ευχές, έτσι για να ξεγελάσουμε την απελπισία ασπάζοντας την ελπίδα.
Είναι πιο ωραίο να δίνεις χαρά απο το να παίρνεις. Κρίμα που το διαπιστώνουμε τόσο σπάνια αυτό. Μια παρακαταθήκη στο Σύμπαν που κάποια στιγμή το ξαναγυρίζει σε μας, ακόμα και με το πρώτο τηλεφώνημα του χρόνου με ειλικρινέις ευχές, απο μια φίλη που ξέρεις εδώ και χρόνια, όμως πάντα σε θυμάται και αυτό, είναι πραγματικά υπέροχο.
Σε ευχαριστώ Ζήνα