Σάββατο, 6 Μαρτίου 2010

Αναζητώντας τον Έρωτα


  ρως νίκατε μάχαν, ρως, ς ν κτήνεσι πίπτεις,
ς ν μαλακας παρειας νεάνιδος ννυχεύεις,
φοιτς δ περπόντιος ν τ γρονόμοις αλας…”

“ Έρωτα, ανίκητε σε κάθε μάχη, Έρωτα, συ που κυριαρχείς όπου κι αν πατήσεις,
συ που ξενυχτάς τα κορίτσια με τα τρυφερά μάγουλα, που δρασκελάς πάν' από θάλασσες και τρυπώνεις στους κήπους, κανείς δε γλυτώνει από 'σε,
μήτε Θεός, μήτε θνητός…”


Έρωτας. Εκείνο το συναίσθημα που σε ταξιδεύει, σε ζαλίζει, που σου προκαλλεί ένα ευχάριστο σφίξιμο στο στομάχι, καθώς αναμένεις να συναντήσεις την πηγή του. Ένα πετάρισμα της καρδιάς, τόσο ασήμαντο στο ατέρμονο του χρόνου, όμως παραμένει ανεξίτηλο στην δική μας αιωνιότητα. Δεν νομίζω πως υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος που δεν τον γνώρισε, ακόμα κι αν τον αποκύρηξε στη συνέχεια. Άλλωστε, χάρη σε αυτόν παραμένουμε κόκκους αστερόσκονης, λαμπυρίζοντας στο σκοτάδι του σύμπαντος. Και υπάρχει καλύτερο σκηνικό, για να ζήσεις τον Έρωτα, πέρα απο τη Σαντορίνη; Το να ατενίζεις το ηλιοβασίλεμα στο βάθος του ορίζοντα, αγκαλιά με εκείνον που αγαπάς, πάνω στα απομεινάρια του κάστρου της Οίας, κάνει την αστερόσκονη σουπερνόβα, έτσι που δικαίως χαρακτηρίζεται το νησί των ερωτευμένων, προσελκύοντας τους πανταχού ερωτευμένους του κόσμου.

Ε, αυτή την σουπερνόβα αναζητούσα κι εγώ να ζήσω με του δικούς μου έρωτες. Τόσο πολύ, που πάντα απο την αρχή κάθε μου σχέσης, προγραμάτιζα την κατάλληλη στιγμή για να βρεθούμε πάνω απο το Αμμούδι και να καούμε στις ακτίνες του ήλιου που φλόγιζε τη θάλλασα. Δυστυχώς όμως οι δικοί μου έρωτες καίγονταν πριν φτάσουμε στο νησί. Φωτιά και μπούρμπερι μας έπιανε, πριν το ταξίδι και μια φορά λίγο πριν επιβιβαστούμε στο καράβι. Έτσι ποτέ μου δεν αξιόθηκα να ζήσω ΤΗ στιγμή και έβαλα τη Σαντορίνη στη μαύρη λίστα των απλησίαστων θαλάσσιων περιοχών, κάτι σα το Τρίγωνο των Βερμούδων δηλαδή.

Έλα όμως που όταν κάνεις σχέδια ο Θεός βάζει τα γέλια και ξεκίνησα για να μείνω στη Σαντορίνη  πέντε ολόκληρους μήνες, μόνος, μαζί με ένα σκυλί, σα γεροντοκόρη που πάει σε γάμο. Βέβαια, φύση αισιόδοξος αρπάχτηκα απο την προοπτική που μου υπέδειξε ένας φίλος πως: Που ξέρεις, μπορεί να ερωτευτείς εκεί!  Και να μαι εγώ, να σουλατσάρω στα καλντερίμια της Οίας, των Φηρών, του Ημεροβιγλίου, μέχρι και στο Ηφαίστειο πήγα, μπας και συναντήσω τον Έρωτα. Τι  Παλιά, τι Νέα Καμμένη, τι Λευκονήσι, πουθενά δεν τον συνάντησα  κι εξακολουθούσα να στέκομαι μόνος στους απόκρημνους βράχους, ατενίζοντας την Καλντέρα καθώς αναρωτιόμουν για το εάν θα έπρεπε να πέσω μέσα ή όχι.

Ένα βράδυ όμως, Σεπτέβριος ήταν θαρρώ, είχα παρκάρει στην καντίνα του κυρ Παύλου. Βρίσκεται  στο στενότερο σημείο του νησιού, απο όπου βλέπεις απο τη μια πλευρά την Ίο και απο την άλλη το Ηφαίστειο.  Η νύχτα ήταν γλυκιά, δροσερή και είχε ολόγιομο φεγγάρι. Η πανσέληνος, χαϊδευε τρυφερά με τα ακροδάχτυλα της τη θάλασσα, χαρίζοντας  στην Καλντέρα,  έναν ασημόχρωμο χιτώνα, που λίκνιζε απαλά ο αγέρας, λες και ήθελε να κοιμίσει το ηφαίστειο, που κούρνιαζε σα βρέφος στην αγκαλιά της. Μια ρομαντική μελαγχολία με πλημμύρισε καθώς ξεχνούσα το προαναφερθέν χορικό και έφερνα στο νου μου το μονόλογο της Αντιγόνης: Τάφε μου κρεββάτι νυφικό μου…

Shit! Που είναι ο Έρωτας;

Ξύπνησα το πρωϊ πιασμένος, μιας και κοιμήθηκα στο κάθισμα του αυτοκινήτου, όμως το τοπίο με αποζημείωσε. Το Ηφαίστειο ντυμένο στα άσπρα, έμοιαζε με οπτασία που τεντώνεται νωχελικά πάνω στο θαλάσσιο κρεββάτι της, καθώς ο πρωϊνός αέρας, φυσούσε την ομίχλη που σκέπαζε την Καλντέρα. Ήπια καφέ στην καντίνα, καθισμένος πάνω απο τη θάλασσα και απολάμβανα την ησυχία του πρωϊνού. Που είναι ο Έρωτας; σκεφτόμουν εν συνεχεία της νύχτας που πέρασε και ξάφνου διαπίστωσα πως εκείνος, στεκόταν  μπροστά μου. Ήταν ο Έρωτας, για τη Σαντορίνη.

Έρωτας, για τα καλντερίμια της, τη άγρια ομορφιά της που μεταλλάσεται κάθε στιγμή της μέρας και νύχτας. Έρωτας για το πανέμορφο ηλιοβασίλεμα που, ναι, δεν χρειάζεται να το δεις ερωτευμένος με κάποιον για να νοιώσεις τη σουπερνόβα, αρκεί απλά να έχεις έρωτα στην καρδιά σου. Έρωτας, για το λουλούδι της κάπαρης, που ανθίζει στους απόκρυμνους βράχους, για τα αμπέλια που λιάζονται στο μαύρο χώμα και την αλμύρα της θάλασσας που περιβάλλει το νησί και σε μεθά, όπως το Βισάνθο που βγαίνει απο το άνυδρο της χώμα.

Μπορεί να ήρθα μόνος στη Σαντορίνη, όμως δεν έφυγα μόνος. Κουβάλησα στις αποσκευές της μνήμης τα χρώματα, τα αρώματα, τα συναισθήματα και τους ανθρώπους που είχα την τύχη να γνωρίσω στο νησί, έτσι όπως γνωρίζεις τον έρωτα, στα ξαφνικά. Και συχνά, στις ώρες της απογοήτευσης με συντροφεύουν, θυμίζοντας μου πως απλά, ο Έρωτας θα σε βρεί όπου κι αν είσαι, αρκεί να έχεις μια Σαντορίνη μέσα στην καρδιά σου.

( Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος του free press περιοδικού All about Oia)                                                                                                                   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Feel FREE to comment...