Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2010

Εγώ και τα Ζώα


Ανέκαθεν είχα μια ιδιαίτερη σχέση με τα ζώα. Μου άρεσε που είχαν πολλά χρώματα, μεγέθη, χαρακτηριστικά, ήχους, τόσο που καθόμουν και τα χάζευα με τις ώρες. Το πρώτο μου κατοικίδιο ήταν μια πάπια. Για την ακρίβεια η πάπια υπήρχε πριν γεννηθώ εγώ. Μεγαλωμένος στην Ταϊλάνδη, δίπλα σε ποτάμι, ζήλευα που η πάπια κάθε μέρα σουλατσάριζε στο ποτάμι, πήγαινε όπου ήθελε και επέστρεφε το απόγευμα στο σπιτάκι της, ενώ εγώ ήμουν εγκλωβισμένος στο σπίτι και περίμενα πότε θα επιστρέψει για να αρχίσουμε το παιχνίδι, συγκεκριμένα το κυνηγητό. Έπιανα την πάπια, την πήγαινα πιο κάτω και αυτή απο την τσαντίλα της που δεν την άφηνα να κοιμηθεί με κυνηγούσε για να με τσιμπήσει. Για πολύ τσαμπουκά πάντως η πάπια, ούτε τα σκυλιά δεν την πλησίαζαν και όσο την είχαμε δεν μπήκε ποτέ κλέφτης στο σπίτι.

Αργότερα στην Ελλάδα μου χάρισαν ένα κουνέλι. Ακόμα το θυμάμαι. Μαύρο με άσπρες βούλες. Το άφηνα ελεύθερο στο σπίτι όταν γυρνούσα απο το σχολείο μέχρι που μια μέρα δεν το βρήκα στο κλουβί του. Έψαξα σε όλο το σπίτι, στον κήπο παντού. Άφαντο το κουνέλι! Ρωτάω τη γιαγιά αν είδε το κουνέλι μου και με πάει στην κουζίνα. Ανοίγει το φούρνο και βγάζει ένα ταψί με μια απίθανη μυρωδιά να γαργαλάει τη μύτη. «Να το κουνέλι», μου λέει. Στιφάδο το κανε ο παππούς που το ζαχάρωνε τόσο καιρό μέχρι να μεγαλώσει. Περιττό να πώ ότι ακόμα και τώρα όταν βλέπω κουνέλι στιφάδο μου σφίγγεται το στομάχι.

Κατά καιρούς πάντως όλο και κάποιο ζώο θα είχα στο σπίτι. Ζώα που μάζευα απο το δρόμο, που με έβρισκαν λόγω κάποιας κοσμικής δύναμης και τα σπίτωνα με αποτέλεσμα να γίνεται το σπίτι ένα είδος ζωολογικός κήπος, μέχρι που έφερα στο σπίτι μια κότα που γλίτωσα απο σίγουρη σφαγή, όπου η μάνα μου μου είπε: «Η η κότα, ή εσύ στο σπίτι.». Ε, τι να κανα κι εγώ, προκειμένου να μείνω στο δρόμο, γύρισα την κότα στο γείτονα. Το ευτύχημα πάντως ήταν πως συγκινήθηκε ο γείτονας με την πράξη μου και τελικά της την χάρισε και να κάθε μέρα με ταϊζανε φρέσκο αυγουλάκι κάθε πρωϊ. Εμετός μου ερχόταν στη μυρωδιά του και μόνο αλλά άμα δεν το τρωγα, πάπαλα η κοτούλα, μου λέγανε. Απο όταν πέθανε η κότα πάντως, η άτιμη η γάτα μου την ξέκανε, έκανα δέκα ολόκληρα χρόνια να φάω αυγό.

Στη Σαντορίνη, είχα πιάσει ένα σπίτι μέσα σε κάτι χωράφια. Στο διπλανό όμως χωράφι έβοσκε κάποιος τα γαϊδούρια του. Στην αρχή τα έκανα χάζι. Έλα όμως που ντάλα καλοκαίρι με ανοιχτά τα παράθυρα, ερχόταν όλη η μπόχα απο τα σκατά τους στο σπίτι. Χώρια κάθε μέρα στις έξι αρχίζανε και γκαρίζανε όλα μαζί. Και άντε να κοιμάσαι νωρίς είναι ένα ξυπνητήρι. Άμα κοιμάσαι πάντως στις πέντε, πιστέψτε με σου έρχεται να τους ρίξεις φόλα. Όμως όταν μου χάλασε το αμάξι μια βδομάδα και δεν άντεχα να ανεβαίνω την ανηφόρα με τα πόδια ντάλα καλοκαίρι, διάλεγα έναν ασπλουλιάρη και να μαι καβάλα στο γαϊδαρο να πηγαίνω για δουλειά στην Οία. Τον έδενα μετά κάτω απο ένα πεύκο, του αγόραζα κι ένα καρπούζι και το βραδάκι τον μάζευε ο κυρ Θόδωρας για το χωράφι.

Στη Μύκονο, πάλι σε χωράφι το σπίτι, να ένα κοπάδι κατσίκες. Και άντε εκείνο το μπεεεε το αντέχεις, που άμα αρχίσει ένα αρχίζουν όλα να βελάζουν σα χορωδία, εκείνο που δεν μπορούσα με τίποτα ήταν τα κουδούνια τους. Και τα άτιμα δεν κάθονται ποτέ σε μια μεριά. Απο το ένα σημείο στο άλλο πετάγονται και να η συμφωνική με τις κουδούνες. Ευτυχώς έφυγα γρήγορα απο το νησί γιατί δεν ξέρω τι κατάληξη θα είχαμε. Το σίγουρο είναι πάντως πως φρέσκο γάλα δεν θα έπινα γιατί μια μέρα που επιχείρησα να αρμέξω μια, έφαγα μια στο κεφάλι που είδα το Χριστό φαντάρο.

Ε, και τώρα στο Ναύπλιο τι λέτε να με βρήκε; Στο διπλανό περιβόλι έχει αμολήσει κάποιος γαλοπούλες και κότες. Κάθε μέρα ξημερώματα αρχίζουν την κουστοδία στα πουρ πουρ πουρ και το σκυλί μου να τις κυνηγάει απο τη μάντρα, οπότε που να κοιμηθώ πάλι. Ωτοασπίδες κατέληξα να πάρω και αφού το σκυλί έφαγε πέντε έξι δαγκωματιές απο την αρχηγό γαλοπούλα, κάθεται κι εκείνο στο συρματόπλεγμα και τις χαζεύει να βόσκουν. Κοντά στα Χριστούγεννα όμως άφαντες οι γαλοπούλες. Αμαν! Λέω, πάει θα τις δω σε κάνα κρεοπωλείο κρεμασμένες ανάσκελα. Ησύχασε η γειτονιά, έπεσε σε κατάθλιψη το σκυλί που έχασε την παρέα του και εγώ που δεν είχα τι να χαζεύω το πρωϊ με τον καφέ, γιατί μια πλάκα ομολογώ ότι την έχουν. Κι εκεί που έλεγα τώρα που κοντοζυγώνει το Πάσχα να πάρω δυο τρεις κότες να αμολήσω στον κήπο, να τες κωτσονάτες κωτσονάτες να περιδιαβαίνουν το περιβόλι. Είχε φύγει ο γείτοντας για τις γιορτές και τις έβαλε στο κοτέτσι στην άλλη πλευρά του χωραφιού.

Σκεφτόμενος όλα αυτά όμως αναρωτιέμαι: Γιατί με τους ανθρώπους δεν τα πάω εξίσου καλά;





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Feel FREE to comment...