Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2010

Σα θα πάω, κυρά μου στο Παζάρι…


Λαϊκές συνοικίες. Έτσι χαρακτηρίζουν την περιοχή που μένω. Λαϊκιά. Και κάθε φορά που το ακούω γελάω.

Όταν άρχισα να ζω μόνος, μετακομίζω σχεδόν κάθε δυο χρόνια. Και αυτό γιατί βαριέμαι εύκολα. Βαριέμαι το χώρο, την περιοχή, τους γείτονες, οπότε παίρνω την εφημερίδα κατά τον Ιούνιο και αρχίζω και ψάχνω. Έτσι έχω μείνει σε όλες τις περιοχές της Αττικής, από Βόρεια, Νότια, Κέντρο, θάλασσα και τελευταία, βουνό, κάπου στα δυτικά προάστια. Στις λαϊκές συνοικίες που λένε, όπου είναι μια μικρή περιοχή, την οποίαν πολλοί δεν την ξέρουν καν, ζητώντας διευκρινήσεις της ευρύτερης περιοχής, για να κατατοπιστούν και για να πουν: «Α!, μα δεν είναι λαϊκά εκεί πέρα;» ή «Μα γιατί μένεις εκεί; Δεν σου πάει.» Λες και η περιοχή μοιάζει με κουστούμι που πρέπει να είναι στο νούμερο σου.

Κάποτε έμενα στα βόρεια, προς Εκάλη μεριά. Ψώνιο τελείως ο τύπος, δεν κατέβαινα πιο κάτω από Αγία Παρασκευή, όταν η περιοχή ήταν στα φόρτε της. Τώρα όμως αναρωτιέμαι, τι διάλο είχε η περιοχή εκεί που με τράβαγε; Ναι αναμφίβολα το σπίτι ήταν υπέροχο, όμως ξέμενες από ζάχαρη Κυριακή το πρωϊ και δεν είχες που να χτυπήσεις. Άσε που άμα δεν είχες τσιγάρα στις τρεις η ώρα τα ξημερώματα, κλάφτα Χαράλαμπε. Μέχρι να ανοίξει το περίπτερο στην Τατοϊού, κάπνιζες εφημερίδες. Ίσως πάλι να άλλαξα και να βλέπω πιο αποκρυσταλλωμένα τα πράγματα, ίσως πάλι απλά να είμαι ένα “λαϊκό” παιδί. Όμως μου αρέσει το σπιτάκι μου, η γειτονιά μου και η περιοχή μου.

Πρώτα από όλα είναι η μοναδική περιοχή που έχω μείνει και δεν έχω δει ούτε ένα αδέσποτο σκυλί. Κάτι γάτες γεννοβολάνε αλλά μπροστά σε κάθε πόρτα υπάρχει ένα πιατάκι με φαγητό και ένα μπωλάκι με νερό. Επίσης στο τετράγωνο που μένω τα σπίτια είναι χτισμένα περιμετρικά και όλα έχουν έναν κήπο στο πίσω μέρος, με αποτέλεσμα να έχει σχηματιστεί ένα σύνολο από κήπους στο κέντρο του τετραγώνου, που απλά χωρίζονται με μάντρες, αλλά είναι γεμάτος δέντρα. Παρά το γεγονός ότι είναι αναπτυγμένη πληθυσμιακά, δεν υπάρχουν θεόρατες πολυκατοικίες και παρά την πληθώρα μαγαζιών, όπου έχουν από όλα, επικρατεί μια ησυχία κατά τη διάρκεια της μέρας, χωρίς τα μηχανάκια με πειραγμένες εξατμίσεις να σου τρυπάνε τα αυτιά. Και τώρα που καλοκαιριάζει, βλέπεις και παιδιά να παίζουν καταμεσής στο δρόμο, σα την εποχή που ήμουν εγώ παιδί. Το καλύτερο από όλα όμως για μένα, είναι ότι έχει λαϊκή κάθε Πέμπτη.

Ίσως σας φανεί παράξενο αυτό, όμως για μένα αυτό είναι βασικό στοιχείο. Λατρεύω τη λαϊκή, ίσως γιατί μεγάλωσα κάπου όπου οι άνθρωποι πηγαίνανε καθημερινά στην αγορά για να ψωνίσουν τα της ημέρας, ίσως γιατί μου θυμίζει τα παιδικά μου χρόνια που με έστελνε η γιαγιά να ψωνίσω κι εγώ έκανα τρεις ώρες χαζεύοντας τα διάφορα. Όμως αυτό το αλισβερίσι με τους εμπόρους, τους κράχτες, τις κυράτσες και μη με τα καροτσάκια τους, είναι κάτι το πολύ ανθρώπινο και απλά, υπέροχο για μένα. Και εννοείται ότι ψωνίζω κάθε εβδομάδα στη λαϊκή.

Πάντα θα κάνω μια βόλτα, να χαζέψω τα προϊόντα, για να δω από πού και ποιον θα ψωνίσω, όμως πιο πολύ είναι για το χαβαλέ. Φωνές, παζάρια, πειράγματα με κάνουν να ξεχνιέμαι πως ζω στη μεγαλούπολη, ταξιδεύοντας με σε παλιότερες εποχές, τότε που τρέχαμε ξυπόλυτοι στους δρόμους παίζοντας κρυφτό στις εννέα το βράδυ. Επιπλέον μου αρέσει η ποικιλία των πραγμάτων, το γεγονός ότι μπορώ να επιλέξω για ένα προϊόν, από πολλούς, χωρίς να περιορίζομαι σε ένα όπως στα super market, και το καλύτερο από όλα, το παζάρι. Το παζάρι που δεν έχει να κάνει με την τσιγγουνιά και την καρμιριά, αλλά με την εκτίμηση και αξιολόγηση της τιμής με την ποιότητα, την ευστροφία και την πονηριά, την ετυμολογία, την πλάκα και την απαρχή των κανόνων της σύγχρονης πώλησης. Νοιώθω όμορφα κάθε φορά που πηγαίνω στη λαϊκή και άμα πετύχω και κανέναν που ξέρει από παζάρι είναι η καλύτερη μου. Κάθε φορά νοιώθω πως έμαθα κάτι καινούργιο στο θέμα της συναλλαγής και πώλησης, όπως και ικανοποίηση για την δική ευφράδεια σε αυτήν.

Δυστυχώς οι φίλοι μου δεν συμμερίζονται αυτές τις απόψεις. Θα λεγα πως πολλοί ντρέπονται να  πάνε σε μια λαϊκή και να τριγυρνούν με τις πλαστικές τσάντες στα χέρια και προτιμούν το καροτσάκι του super market ή ακόμα χειρότερα, να τους ψωνίζει η μάνα τους. Η διαφορά όμως είναι πως στο δικό μου σπίτι έχω πάντα τα πιο φρέσκα προϊόντα ενώ σε κείνους πέφτει ο ποντικός και σπάει τα μούτρα του.
Σήμερα πήρα, τσιπούρες αλανιάρες, ροδάκινα από τη Νάουσα, ντομάτες Κρήτης ΑΑΑ, βλήτα από Μαραθώνα, καρπούζι Αμαλιάδος και μια νοσταλγία για τις γειτονιές της Αθήνας, τότε που το απόγευμα στηνόντουσαν τα τραπεζάκια στο πεζοδρόμι και εμείς τρέχαμε ανέμελοι

Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2010

Dog ‘s Stories



Πριν οκτώ χρόνια πηγαίνοντας σε ένα hot, όπως ευελπιστούσα πρώτο ραντεβού στο Πασαλιμάνι, πέταξα ένα άδειο πακέτο τσιγάρα σε έναν κάδο σκουπιδιών. Εκείνη τη στιγμή άκουσα κάτι ήχους από τον πάτο και έσκυψα από περιέργεια να δω την προέλευση τους. Μέσα στο σκοτάδι και τη μπόχα των σκουπιδιών ένα ζευγάρι καταγάλανα μάτια με κοίταζαν απορημένα  μέχρι να διαπιστώσω πως ήταν ένα κουτάβι μόλις ενός μηνός. Σκέφτηκα να γυρίσω την πλάτη και να απομακρυνθώ από τον κάδο, όμως ήταν η ώρα που περνούν τα σκουπιδιάρικα και εκείνα τα μάτια, που είχαν αποτυπωθεί ήδη μέσα στη μνήμη μου, θα χάνονταν μέσα στον κυκεώνα των απορριμμάτων.
Αποφάσισα λοιπόν να κάνω μεταβολή και να βγάλω το κουτάβι από τον πάτο του κάδου, ελπίζοντας πως αυτή μου η πράξη θα γραφόταν στα τεφτέρια της Μοίρας ως καλή μου πράξη. Δυστυχώς όμως ο κάδος ήταν μεγάλος και το κουτάβι βρισκόταν στον πάτο, όπου δεν υπήρχε περίπτωση να το φτάσω εάν δεν έμπαινα κι εγώ ολόκληρος μέσα. Τελικά βρέθηκα ντυμένος στα λευκά μέσα στα σκουπίδια, να κρατάω με το ένα χέρι το κουτάβι σε απόσταση από τη μύτη μου και με το άλλο να προσπαθώ να πιαστώ από κάπου ώστε να ξαναβγώ έξω από τον κάδο και με τους τουρίστες να  κοιτάζουν απορημένοι εάν οι άστεγοι του Πασαλιμανιού είναι τόσο trendy στο ντύσιμο.
Ακούμπησα το κουτάβι στο δρόμο κι εκείνο καθόταν ακίνητο εξακολουθώντας να με κοιτάζει με εκείνα τα μάτια καθώς εγώ επαναξιολογούσα την κατάσταση μου. Ανάθεμα την ώρα που έβαλα τα Prada σκεφτόμουν καθώς κοιτούσα τα λεκιασμένα παπούτσια, το παντελόνι που γέμισε κέτσαπ και μια essence αποσύνθεσης να επισκιάζει το Dolce & Gabbana. Άψογη εμφάνιση για πρώτο ραντεβού, δε νομίζετε;
Το κουτάβι εξακολουθούσε να κάθεται ακίνητο και να κοιτάζει απορημένα γύρω του, σα να προσπαθούσε να καταλάβει τον κόσμο που τον έστειλε στον κάδο των σκουπιδιών καθώς εγώ απέρριψα την προσδοκία μιας καυτής βραδιάς. Πήρα τηλέφωνο για να ακυρώσω το ραντεβού και είμαι σίγουρος ότι τέτοια δικαιολογία δεν ξαναειπώθηκε ποτέ.

-       Ε, ξέρεις κάτι μου έτυχε και δεν θα μπορέσω να έρθω…, εγώ.
-       Τι έγινε;
-       Να, την ώρα που ερχόμουνα, μπήκα σε ένα κάδο για να βγάλω ένα σκύλο και τώρα  πρέπει να μπω ολόκληρος σε μια λεκάνη με χλωρίνη.

Περιττό να πω ότι δεν με ξαναπήρε τηλέφωνο.
Και το κουτάβι; Το κουτάβι κατέληξε στο σπίτι μου όπου μετά από
όλες τις αποστειρώσεις που περάσαμε αμφότεροι καθόταν ακίνητο για μισή ώρα στο σαλόνι, να κοιτάζει μια εμένα μια γύρο του, χωρίς να βγάζει το παραμικρό ήχο. Αμάν, λέω, μια καλή πράξη βρήκα να κάνω και είναι ζαβό το σκυλί, ποιος να το πάρει έτσι; σκέφτηκα. Δυστυχώς ήταν το μοναδικό μισάωρο που έκατσε ήσυχο από τότε, διότι αφού πέρασε μια εβδομάδα χωρίς να βρω κάποιον να το πάρει, το κράτησα εν τέλει εγώ. Η Μπόνη, όνομα που διάλεξε μόνη της μια και ήταν το μοναδικό στο οποίο με το πρώτο άκουσμα γύρισε το κεφάλι της, μέχρι να φτάσει ενάμιση χρονών μου είχε φάει το μισό σπίτι. Η αλήθεια είναι ότι πολλές φορές σκέφτηκα να την ξεφορτωθώ, διότι δεν ήμουν συνηθισμένος σε ευθύνες, υποχρεώσεις και αταξίες, όμως έχουν περάσει οχτώ χρόνια από τότε και πάντα, μα πάντα όταν γυρίζω σπίτι, η Μπόνη θα με καλωσορίσει στην πόρτα κουνώντας την ουρά της και κοιτάζοντας με με κείνα τα καταγάλανα μάτια, αποδεικνύοντας μου πως εκείνο το απόβραδο που μπήκα μέσα στον κάδο, ήταν ότι καλύτερο έκανα στον εαυτό μου.
Το να έχεις όμως ένα σκύλο στο σπίτι δεν είναι εύκολη απόφαση. Δεν είναι ένα παιχνίδι που όταν το βαρεθείς μπορείς να το καταχωνιάσεις σε μια γωνία, ούτε ένα εύκολο δώρο για ένα παιδί που θα του δώσει πρόσκαιρη χαρά. Είναι μια ζωή, μια ψυχή και ένας δεσμός που κρατάει δυστυχώς λίγα ανθρώπινα χρόνια.
 Αλήθεια πόσοι δεν έχετε χαζέψει τα σκυλιά της Οίας που λιάζονται αμέριμνα στην Καλντέρα; Πόσοι δεν τα έχετε φωτογραφήσει ή να δείτε τους τουρίστες να τα φωτογραφίζουν καθώς εκείνα τσαλαβουτούν μέσα στη θάλασσα κάτω στο Αμμούδι και στο Αρμένι; Από πού νομίζετε όμως ότι προήλθαν; Είναι σκυλιά που κάποτε είχαν σπίτι. Που κάποτε τα πήγαν με μια κόκκινη κορδέλα στο λαιμό ως δώρο και τα βαρέθηκαν για να καταλήξουν αδέσποτα στα σοκάκια της Οίας. Παρόλ’ αυτά όμως εξακολουθούν και διεκδικούν το δικαίωμα τους να προσφέρουν χαρά σε όλους εμάς, με τα καπρίτσια τους, την ανεμελιά τους, τα παιχνίδια τους και το κούνημα της ουράς τους κάθε φορά που συναντούν έναν πρόσχαρο επισκέπτη.
Σκυλιά αδέσποτα, όμως με όνομα και προσωπικότητα, όπως η Πανδώρα, ένα σκυλί ξεναγός που συντροφεύει τους τουρίστες στη διαδρομή από το μονοπάτι που ενώνει την Οία με τα Φηρά. Η Ευλαμπία και ο Max, η πραγματική εκδοχή της Lady και του Αλήτη, που αναζητούν κάποιο σπίτι να τα υιοθετήσει και τα δύο μαζί, γιατί είναι αχώριστα. Ο Σάκης, που πάντα θα βρει κάποιον να τον οδηγήσει σε κάποιο σκυλί που ψυχωραγεί, έχοντας φάει φόλα. Και η Θέκλα, λίγο πιο τυχερή από τα άλλα μια και βρήκε ανθρώπους να την αγαπούν και να της προσφέρουν ένα σπίτι, ώστε να κατεβαίνει στη θάλασσα κάνοντας βουτιές στο Αμμούδι, αλλά κι αυτό για λίγο, γιατί το 2008, έφυγε κι εκείνη από φόλα.  
Την πρώτη φορά που ήρθα στη Σαντορίνη και συνάντησα όλα αυτά τα πλάσματα, αναρωτιόμουν πως και από ποιόν προκύψανε τα ονόματα τους που είναι γραμμένα σε ένα μπρελόκ δεμένο στο κολάρο τους. Ίσως το έχετε προσέξει κι εσείς αυτό. Όπως και τα μπωλάκια με τροφή και νερό διάσπαρτα σε διάφορα σημεία. Μου είπαν για κάποια κοπέλα που τα προσέχει. Τα ταϊζει, τα ποτίζει, τα στειρώνει, με δικά της έξοδα και ήθελα από περιέργεια να τη γνωρίσω γιατί εκείνη, έσκυψε από δεκάδες κάδους ενώ εγώ το σκεφτόμουν να βουτήξω σε εκείνο τον κάδο στο Πασαλιμάνι.
Την λένε Άννα, Άννα Παπανικολάου και καθίσαμε ένα μεσημέρι για  καφέ, για να ακούσω όχι την ιστορία της, αλλά τις ιστορίες της Μπουμπού, της Μισέλ, του Μπόσυ, του Τζέντλεμαν, του Νο Name και πολλών άλλων αδέσποτων που είτε χάθηκαν από φόλες, είτε περιδιαβαίνουν στην Οία, ελπίζοντας να βρουν κάποιο σπίτι ή έστω να ζήσουν ήρεμα με όλους εμάς που ανήκουμε στο ανθρώπινο είδος. Μου μίλησε για τις φόλες που πέφτουν κάθε χρόνο, για τα νεκρά σκυλιά που πετάγονται στα σκουπίδια, για εκείνα που θάφτηκαν στον Κάθαρο, για να βλέπουν κι εκείνα θάλασσα και για την προσπάθεια της να στειρώσει κάθε χρόνο τα καινούργια σκυλιά που καταλήγουν στο δρόμο. Μα πιο πολύ μου μίλησε για την ανησυχία του χειμώνα. Τότε που όλοι έχουν φύγει και δεν έχει μείνει κανένας για να του κάνουν χαρές τα σκυλιά. Τότε το πρόβλημα σίτισης είναι μεγάλο. Τότε φαίνεται ο αριθμός των αδέσποτων που σχηματίζουν αγέλες και τότε είναι που πέφτουν και οι φόλες, τροφή αναμειγμένη με φυτοφάρμακα. Τι γίνεται τότε;
Σε συνεργασία με μια πανσιόν για σκύλους φιλοξενεί όσα μπορεί, με τα λεφτά που έχει μαζέψει κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού από δωρεές επισκεπτών στους κουμπαράδες που είναι τοποθετημένοι σε διάφορα σημεία της Οίας. Ίσως κι αυτά κάπου να τα έχει πάρει το μάτι σας. Είναι μεταλλικοί, σφραγισμένοι, πρέπει να σπάσουν για να ανοίξουν και έχουν κάτι ζωάκια επάνω. Με αυτά αγοράζει και τις τροφές τους, τα φάρμακα τους, τα κολάρα τους και συχνά το αντίδοτο για τις φόλες.
Δεν θέλω να την συγχαρώ, πολλές φορές τα λόγια είναι κενές πράξεις, όταν όμως τελείωσε η συνάντηση μας, ήξερα πως αυτό που κάνει, εγώ δεν έχω το κουράγιο να το κάνω. Το μόνο που μπορούσα, ήταν να γράψω αυτό το κείμενο. Τώρα αν πάρει κάπου το μάτι σας ένα μεταλλικό κουμπαρά ή κάποιο ξύλινο κουτί για σκυλοτροφή, μην το προσπερνάτε αβίαστα. Στην επόμενη γωνία κάποιο σκυλί θα σας κουνήσει την ουρά του. Είναι βλέπετε ο δικός του τρόπος να σας πει «Ευχαριστώ».


Ben Provis

Για πληροφορίες και δωρεές μπορείτε να επικοινωνήστε στο e-mail της Άννας: g_apatsi@yahoo.gr


(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο free press All about Oia)

Τετάρτη, 5 Μαΐου 2010

New Races


Οι άνθρωποι έχουμε μια τάση να κατηγοριοποιούμε τα πράγματα, άλλωστε διευκολύνει αυτό, γλιτώνουμε χρόνο και έχουμε ξεκάθαρη άποψη του γίγνεσθαι. Για παράδειγμα στο Σούπερ Μάρκετ. Θες να πάρεις υγρό για τα πιάτα; πας στα απορρυπαντικά. Θες τυριά; πας στον ανάλογο πάγκο και παίρνεις το κουπονάκι. Θες είδη για τον κήπο; Πρώτο όροφο στο βάθος. Αλήθεια τα προφυλακτικά γιατί τα έχουν στο ταμείο; Το ίδιο δεν γίνεται και στο σπίτι μας; Προσωπικά τα ζυμαρικά τα βάζω στη δεξιά ντουλάπα, τα άσπρα σώβρακα στο δεύτερο συρτάρι, οι κάλτσες κάτω κάτω και τα sexy εσώρουχα στο μεσαίο, αν κι αυτά με τόσο καιρό αχρηστία δεν θυμάμαι που τα έχω καταχωνιάσει…

Αντίστοιχα δεν κατηγοριοποιούμε και τους ανθρώπους; Για παράδειγμα οι ξανθιές είναι ηλίθιες, οι κοκκινομάλλες σέξι και οι μελαχρινές για παντρειά. No offence girls. Κι όσον αφορά τους άντρες είναι τα Χταπόδια (αυτοί που το κέρατο στο περνάνε με το καλημέρα) , τα Στρείδια (οι Μίζεροι) και οι Βδέλλες (αυτοί που τρώνε κόλλημα). Εν συνεχεία στους gay είναι οι Κομμώτριες ( κουνάμενες συνάμενες με μαλλί decapage και κόλλημα με Βίσση-Βανδή), οι Μπετατζήδες, που λες: Σκίσε με αγόρι μου να αλλάξω ράφτη, οι Κρυφές, που είναι gay όταν λείπει η γυναίκα στο χωριό και τα Τζόβενα, ηλικίας 17-21 κοντό μαλλί, κορμί θανατηφόρο αλλά σου ψήνουν το ψάρι σα χείλη. Όπως και να το κάνουμε όμως όλες αυτές οι κατηγοριοποιήσεις διευκολύνουν τη ζωή μας. Ξέρουμε τι θέλουμε και απλά ψάχνουμε το μέρος για να το βρούμε.

Εδώ και κάτι χρόνια κυκλοφορεί κι ένα νέο είδος άντρα αν και πρόσφατα έμαθα τι εστί: ο Metrosexual.

Πρόκειται για τον straight άντρα, ο οποίος κάθε απόγευμα είναι στο γυμναστήριο, για κοιλιακούς φέτες, solarium για tan μαύρισμα, επίσκεψη  στα καταστήματα καλλυντικών κάθε μήνα, ντύνεται με την τελευταία λέξη της μόδας και κάνει τους κολλητούς, τις γκόμενες και εμένα τον έρμαιο να αναρωτιούνται: Είναι, Δεν είναι gay;  Το συγκεκριμένο είδος το συναντάς σε trendy hot spot σημεία της πόλης και εννοείται στο γυμναστήριο.

Με τόσες κατηγοριοποιήσεις όμως μπερδεύομαι και άρχισα να αναρωτιέμαι: Εγώ σε ποιά κατηγορία ανήκω;

Ένας φίλος μου είπε κάποτε πως είμαι αποτυχημένος gay. Δεν κατέχω το gay life style, δεν έχω ιδέα για τη show biz, δεν βρίσκομαι κάθε Σάββατο βράδυ στο Γκάζι και δεν έχω κολλητούς gay για να ανταλλάσουμε γκόμενους. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω καμία επαφή με την gay πραγματικότητα, τουλάχιστον έτσι όπως την χαρακτηρίζουν.

Χτίζω μάντρα και δουλεύω το σκερπάνι με το ίδιο ζήλο που θα πλέξω ένα κασκόλ. Πρόσφατα ξεκίνησα να ασχολούμαι και με τις βιολογικές καλλιέργιες, όπου κοψομεσιάστηκα με την τσάπα να φυτεύω πατάτες, ντομάτες και καρπούζια στον κήπο στο Ναύπλιο, σε σημείο να γεμίσω κάλους στα χέρια, αλλά μετά την κρεμούλα το βράδυ την έβαλα, για να μαλακώσουν. Μπορώ να μιλήσω σα λιμενεργάτης, μέχρι ακαδημαϊκός πολίτης και γουστάρω το στυλ κουστούμι-χαρτοφύλακας, μέχρι σκισμένο τζιν, τιραντάκι και καβάλα στη μηχανή. Γενικότερα το σουλούπι μου δεν είναι ότι πιο brutal κυκλοφορεί χωρίς να είμαι τελειωμένη, αν και έχω φάει χυλόπιτα επειδή δεν είμαι  Ο αρρενωπός. ( Τελευταία φοριέται πολύ αυτό το στυλ με το γένι δυο ημερών, το γυαλί Ray Ban, αλλά το κούνημα, κούνημα κι όμως χαρακτηρίζεται πιο αρρενωπό από μένα. Εγώ τι γένι να αφήσω που ξυρίζομαι μια φορά στις δέκα μέρες;). Τελικά,  που στο κόρακα κολλάω, οε;;;

Εχθές το βράδυ άκουγα την Πρωτοψάλτη να τραγουδά:

 Οι φίλοι μου όλοι
Εδώ και χρόνια
Ζευγάρια γίναν, φτιάξαν σπίτια
Μονάχα εμένα χάσκει ακόμα
Χωρίς μια στέγη, ετούτη η αλήθεια

Και στο καπάκι την Τσανακλίδου:

Μαμά, γερνάω Μαμά…ε, και πήγαινε η τεκίλα άσπρο πάτο, όπου ξύπνησα με πονοκέφαλο αγκαλιάζοντας τη λεκάνη να τραγουδάω: Είμαστε ακόμα ζωντανοί…


Πέμπτη, 29 Απριλίου 2010

Τριάντα...και Κάτι


Σε λίγες μέρες μια πολύ καλή φίλη κλείνει τον πρώτο χρόνο της τρίτης δεκαετίας της ζωής της. Εγώ το ξεπέρασα αυτό, πάω για το δεύτερο. Πλέον οι παρέες μου αποτελούνται απο –άντα  αν και όποτε μαζευόμαστε, οι ανησυχίες μας περιστρέφονται γύρω απο τα ίδια θέματα που μας απασχολούσαν και στα είκοσι. Δουλειά, καριέρα, λεφτά, γκομενικά είναι τα κυρίαρχα θέματα των συζητήσεων και των αγωνιών μας, γεγονός που με κάνει να αναρωτιέμαι: Μεγαλώσαμε και μυαλό δεν βάλαμε;

Ένα μεγάλο περιοδικό είχε γράψει με τεράστια γράμματα στο εξώφυλλο πως τα Πενήντα είναι τα νέα Σαράντα και τα Σαράντα τα νέα Τριάντα. Τότε και τα Τριάντα είναι τα νέα Είκοσι; Shit! Κάηκαμε αν  ακόμα παρατύνουμε τη μετεφηβεία μας. Και μιλώ για μετεφηβεία, διότι εξακολουθούμε και αναβάλουμε αποφάσεις. Κάνουμε σχεδόν τα ίδια λάθη, προτειμούμε να βγούμε έξω παρά να κλειστούμε στο σπίτι αντιμέτωποι με τα προβλήματα, παρόλο που δεν βγαίνει τίποτα διαφορετικά και εννοείται κλαιγόμαστε ο ένας στον άλλον για τα στραβά και τις καταθλίψεις που μας βολοδέρνουν. Μμμ, καθόλου ώριμηαντιμετώπιση θα έλεγα. Το μόνο που μας χαρακτηρίζει όλους ή σχεδόν όλους, είναι μια κυνικότητα στη θεώρηση των πραγμάτων. Εκείνη η ανεμελειά κάπου χάθηκε στην πορεία μαζί με την εμφάνιση των πρώτων γραμμών έκφρασης στο πρόσωπο.

Ωρισμένοι αποφάσισαν να παντρευτούν. Άντε καιρός ήταν μετά απο τόσα χρόνια σχέσης, αν και δεν είμαι σίγουρος εαν αυτό γίνεται γιατί το αποφάσισαν νηφάλια ή γιατί είναι μια απόδειξηπως προχωρούν στη ζωή τους κάνοντας το επόμενο βήμα της ωρίμανσης. Ναι ο Γάμος ακόμα καλά κρατεί. Ακούν πως είσαι Τριάντα και κάτι και αμέσως σε αρχίζουν στις ερωτήσεις τύπου: Παντρεύτηκες; Ακόμα; Και οι πιο ψυχοπονιάρηδες: Άντε με το καλό! και Στις χαρές σου! Τώρα όσον αφορά εμένα συνήθως απαντώ: Που να τρέχω στην Ολλανδία, έχουμε και οικονομική κρίση! Αλλά στέκονται στο κομμάτι της Κρίσης και συνεχίζουν ακάθεκτοι: Κι εμείς δεν είχαμε λεφτά, αλλά ΠΑΝΤΡΕΥΤΗΚΑΜΕ, αυτά θα τα δημιουργήσετε ΜΑΖΙ!

 Τριάντα και κάτι! Μμμ. Πέρα απο την πρώτη ψυχράδα που πλέον δεν χρησιμοποιείς το είκοσι... δεν είναι καθόλου τραγικά. Εξακολουθούμε και είμαστε ακμαίοι, ονειροπώληδες, παραγωγικοί, με καλύτερο γούστο και δικά μας λεφτά για να ψωνίζουμε. Όπου και να πάμε όλο και κάποιον γνωστό θα έχουμε για να μας βρει τραπέζι. Δουλεύουμε σκληρά με απλήρωτες υπερωρίες αλλά λέμε πως έχουμε καριέρα. Τώρα στο γκομενικό; Έ, εκεί εξακολουθούμε και φαιρόμαστε σα έφηβοι, μόνο που προσγειωνόμαστε πάνω στο κυνισμό μας. Κάτι είναι κι αυτό.

Την ερχόμενη Κυριακή θα γιορτάσουμε τα 31 με τη Μαριάννα. Μπάρμπεκιου πάρτυ με καλεσμένους άλλους –αντάρηδες. Κρασάκι, μπύρα και εγώ θα βάλω τα κρεατικά. Πανσέτες, γουρουνόπουλο και μπριζολίτσες μαζί με το ψήσιμο. Κάπως έτσι δεν την περνούσαμε ζάχαρη και στα είκοσι μας; Στην τούρτα όμως θα βάλουμε εικοσιπέντε κεράκια, διότι είπαμε πως τα 30 είναι τα νέα 20!

Σάββατο, 27 Μαρτίου 2010

Αυστηρώς Ακατάλληλο για ...Ενηλίκους


Πριν απο χρόνια εμφανίστηκαν στην οθόνη της τηλεόρασης οι ειδικές ενδείξεις καταλληλότητας θέασης των εκπομπών απο παιδιά. Μέχρι τότε ήξερα μονάχα δύο κατηγορίες: Τις ακατάλληλες, δηλαδή τσόντες και τις κατάλληλες, δηλαδή κινούμενα σχέδια και όλα τα άλλα. Έτσι με εξέπληξε πολύ η μεγάλη γκάμα των κατηγοριών των εκπομπών που μπορούν να δουν παιδιά, οι ανήλικοι, οι ανήλικοι κάτω των 15 ετών και όλα τα άλλα, αν και αναρωτιόμουν το ποια είναι τα κριτήρια με τα οποία αξιολογούνται οι εκπομπές για την καταλληλότητα τους. Κατεπέκτασιν, ποια είναι τα θέματα για τα οποία ένας ενήλικος μπορεί να συζητά με ένα παιδί και μπροστά σε ένα παιδί.

Προχθές του Ευαγγελισμού είχε ένα μεγάλο πανηγύρι στο Ναύπλιο και εννοείται πως σε κάθε πανηγύρι, τουλάχιστον της επαρχίας, πωλείται γουρουνοπούλα. Έτσι το βράδυ είχε έρθει μια συνάδελφος στη δουλειά, η οποία είχε ρεπό, για να μου κάνει παρέα φέρνοντας γουρουνοπούλα και την δεκατριάχρονη κόρη της μαζί. Έστρωσα κι εγώ για να φάμε μια και η μικρή είχε λυσσάξει στην πείνα και λιγουρευόταν τη γουρουνοπούλα και καθίσαμε να φάμε όλοι μαζί. Η μικρή, αρκετά τσαπερδώνα, πηγαίνει στη Δευτέρα γυμνασίου οπότε άρχισα να τη ρωτάω για το σχολείο και τους βαθμούς, για τα μαθήματα που κάνει και όλα όσα ρωτάνε οι ενήλικες τα παιδάκια προκειμένου να μην τα αφήσουν στην άκρη όταν είναι παρουσία των μεγάλων, τρομάρα μου.

Πάνω στη συζήτηση λοιπόν μου είπε πως τις προάλλες κάνανε στη βιολογία για το αναπαραγωγικό σύστημα του ανθρώπου, αν και για να είμαι ακριβής δεν χρησιμοποίησε αυτόν τον όρο αλλά την περιφραστική περιγραφή για το πως γίνονται τα  παιδιά. Τόνισε με χασκόγελα πως είχε σε φωτογραφία, υποθέτω πως ήταν σκίτσο ελπίζω, τα τέτοια του άντρα που έχει αυτά τα...Ε, πως τα λένε μαμά;”, απευθύνθηκε στη μάνα της. “Όρχεις,  παιδί μου” είπε κι εκείνη, μια και πιστεύει πως η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση είναι κατάλληλη πλέον για την ηλικία αυτή. Κι αφού πήρε την πληροφορία που χρειαζόταν, συνέχισε η μικρή να μου λέει το μάθημα της βιολογίας σχετικά με τη γονιμοποίηση του ωαρίου και τα σχετικά, για το οποίο σίγουρα αν ήμουν καθηγητής θα την είχα περάσει με δεκαενννιά αν και σκεφτόμουνα, πως είναι δυνατόν αυτό το μάθημα όλοι να το θυμούνται ενώ σε όλα τα άλλα να πιάνουν πάτο.

Ε, αφού τελείωσε όλο το μάθημα γυρίζει και λέει:
- Να ρωτήσω κάτι.;
΄Ώχ!, είπα απο μέσα μου.
-Μπα, όχι βλακεία είναι αυτό που θα πω, είπε το μικρό.
-Όχι ρώτα, είναι καλό να ρωτάς, την παρότρυνε η μάνα της.
Ε, δεν ήθελε και πολύ το παιδί και σκάει τη βόμβα:
-Κι αυτό το άσπρο πράμα που βγάζει τι είναι;

Ακάθεκτη η μάνα εξηγεί στην κόρη της πώς “αυτό” είναι το σπερματοζωάριο  που μπαίνει μέσα στο αυγό και το γονιμοποιεί για να γίνει το “παιδάκι”. Ώραία, λέω απο μέσα μου. Καλά μέχρι εδώ, αλλά που στο διάλο ξέρει το κωλόπαιδο ότι είναι άσπρο, που στην ηλικία της δεν ξέραμε εμείς καλά καλά τι ήταν αυτό το πράμα που βρίσκαμε κάθε πρωϊ να μουσκεύει το βρακί μας, αλλά συγκρατήθηκα και είπα να μην ρωτήσω τη μάνα της. Κι εκεί που έλεγα ότι πάει , τελείωσε το μάθημα και θα συνεχίσω να σαβουρώνω ανενόχλητα τη γουρουνοπούλα μου, πετάγεται το σκατόπαιδο και ρωτάει την ώρα που ροκάνιζα την πέτσα: “Και τι γεύση έχει “αυτό;”
Ε, εκεί πνίγηκα. Μου φύγαν πιάτα, πιρούνια, πατάτες τα πάντα στην προσπάθεια μου να σηκωθώ για να βρω ένα ποτήρι νερό και θυμόμουν ένα άλλο πιτσιρίκι που κάποτε μου είπε, πως κάποια κοπέλα πνίγηκε επειδή στραβοκατάπιε το “αυτό”. Ευτυχώς με την όλη αναμπουμπούλα ξεχάστηκε το ερώτημα γιατί πραγματικά δεν ξέω τι απάντηση θα έδινα στο παιδί και επιρέαζα  τη μετέπειτα σεξουαλική ζωή του.

Ειλικρινά, δεν ξέρω τι, πότε και πόσο πρέπει να συζητάς με ένα παιδί ορισμένα θέματα, όπως το σεξ για παράδειγμα αν και χαίρομαι που οι εποχές αλλάζουν και θέματα ταμπού, παύουν να ειθίστανται. Εξακολουθώ να μην ξέρω ακόμα  ποιά είναι τελικά τα “ακατάλληλα” για ανηλίκους. Το σίγουρο όμως ,είναι πως πλέον για μένα το σεξ, σίγουρα είναι ένα θέμα “Αυστηρώς ακατάλληλο για ενήλικες”, όταν βρίκεται κοντά ένα παιδί.

Κυριακή, 7 Μαρτίου 2010

Γυναίκες


 Ανέκαθεν μου άρεσαν οι ιστορίες ανθρώπων, που μεγαλούργησαν, σημειώνοντας μια μικρή ή μεγάλη ιστορία κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Με ενέμπνεαν, προσφέροντας μου πρότυπα ζωής, σκέψης, έμπνευσης, συντροφεύοντας με στη δική μου πορεία της ζωής. Προσωπικότητες όπως ο Σωκράτης, ο Ιούλιος Καίσαρας,  ο Βολαταίρος, ο Μακρυγιάννης, χάραξαν τη δική μου ζωή και διαμόρφωσαν χάρη στη δική τους πορεία και σκέψη, πολλά απο τα δικά μου πιστεύω. Δεν τολμώ να τους μοιάσω, όμως στις δικές μου κρίσιμες στιγμές αποτέλεσαν άλλοτε έμπνευση κι άλλοτε παράδειγμα, να τολμήσω, να εκφραστώ, να σκεφτώ απονέμοντας τους το σεβασμό που τους αρμόζει,  μια κι εκείνοι το τόλμησαν πολύ νωρίτερα, διαμορφώνοντας την πορεία της ανθρώπινης ιστορίας.

Όμως εξετάζοντας πιο προσεχτικά την ανθρώπινη ιστορία, θα μπορούσε κανείς να πει πως το να μεγαλουργήσει ένας άντρας, είναι αναμενόμενο. Η εποχή της γυναικοκρατείας, έχει εκλείψει εδώ και χιλετίες και θάφτηκε έντεχνα στα αποκαϊδια της ιστορίας. Εξάλλου, οι άντρες γαλουχίζονται για να διαπρέψουν σε αυτό τον κόσμο, γεγονός που ενισχύει την πεποιήθηση μου πως γυναικείες μορφές που άφησαν το σημάδι τους στον κόσμο, δικαιωματικά ανήκουν στο πάνθεον των μεγάλων αντρών. Άλλωστε, για να διαπρέψει μια γυναίκα στον ανδροκρατούμενο κόσμο, πρέπει να έχει μεγαλύτερα αρχίδια.

Δράττοντας την αφορμή της Ημέρας της Γυναίκας αύριο, που πλέον καταντάει κλισέ, ασχέτως τον λόγο που καθιερώθηκε, απλά θα ήθελα να αφιερώσω τούτο το post, στις γυναίκες και κυρίως στις γυναίκες που περιβάλλουν τη ζωή μου.

Γυναίκες που είναι μάνες, φίλες, ερωμένες, σύζυγοι και προσπαθούν άλλοτε ακροβατώντας κι άλλοτε με πλεκτάνες, να ισορροπήσουν στη ζωή αποτελώντας ένα λαμπρό παράδειγμα στο δικό μου μικρόκοσμο. Γυναίκες που με κάνουν να γελάω, να κλάψω, να εμπνευστώ, που συναντιόμαστε τυχαία χορεύοντας ένα εφήμερο τανγκό, στην πίστα της ζωής.

Για όλες αυτές, ένα μεγάλο ευχαριστώ που υπάρχετε στη ζωή μου κι όσον αφορά την αυριανή μέρα, ελπίζω όπως  αποτελεί για μένα, μια αφορμή να σας ευχαριστήσω αναλογιζόμενος τα μικρά και μεγάλα επιτεύγματα που επιτυγχάνετε, ελπίζω να σας κάνει να θυμηθείτε, πως μέσα στην καθε μια σας μπορεί να κρύβεται μια Φρύνη, μια Ασπασία, μια Αικατερίνη, μια Τερέζα και τόσες άλλες που άφησαν ανεξίτιλα το σημάδι τους σε τούτον τον κόσμο.

Ίσως τελικά, το χάσμα των δυο φύλων να μην υπάρχει. Πολλές φορές δεν χρειάζεται να καταννοήσουμε ο ένας τον άλλον, παρά μόνο να αποδεχτούμε ο ένας τον άλλον.

Enjoy your Day, girls!

Σάββατο, 6 Μαρτίου 2010

Αναζητώντας τον Έρωτα


  ρως νίκατε μάχαν, ρως, ς ν κτήνεσι πίπτεις,
ς ν μαλακας παρειας νεάνιδος ννυχεύεις,
φοιτς δ περπόντιος ν τ γρονόμοις αλας…”

“ Έρωτα, ανίκητε σε κάθε μάχη, Έρωτα, συ που κυριαρχείς όπου κι αν πατήσεις,
συ που ξενυχτάς τα κορίτσια με τα τρυφερά μάγουλα, που δρασκελάς πάν' από θάλασσες και τρυπώνεις στους κήπους, κανείς δε γλυτώνει από 'σε,
μήτε Θεός, μήτε θνητός…”


Έρωτας. Εκείνο το συναίσθημα που σε ταξιδεύει, σε ζαλίζει, που σου προκαλλεί ένα ευχάριστο σφίξιμο στο στομάχι, καθώς αναμένεις να συναντήσεις την πηγή του. Ένα πετάρισμα της καρδιάς, τόσο ασήμαντο στο ατέρμονο του χρόνου, όμως παραμένει ανεξίτηλο στην δική μας αιωνιότητα. Δεν νομίζω πως υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος που δεν τον γνώρισε, ακόμα κι αν τον αποκύρηξε στη συνέχεια. Άλλωστε, χάρη σε αυτόν παραμένουμε κόκκους αστερόσκονης, λαμπυρίζοντας στο σκοτάδι του σύμπαντος. Και υπάρχει καλύτερο σκηνικό, για να ζήσεις τον Έρωτα, πέρα απο τη Σαντορίνη; Το να ατενίζεις το ηλιοβασίλεμα στο βάθος του ορίζοντα, αγκαλιά με εκείνον που αγαπάς, πάνω στα απομεινάρια του κάστρου της Οίας, κάνει την αστερόσκονη σουπερνόβα, έτσι που δικαίως χαρακτηρίζεται το νησί των ερωτευμένων, προσελκύοντας τους πανταχού ερωτευμένους του κόσμου.

Ε, αυτή την σουπερνόβα αναζητούσα κι εγώ να ζήσω με του δικούς μου έρωτες. Τόσο πολύ, που πάντα απο την αρχή κάθε μου σχέσης, προγραμάτιζα την κατάλληλη στιγμή για να βρεθούμε πάνω απο το Αμμούδι και να καούμε στις ακτίνες του ήλιου που φλόγιζε τη θάλλασα. Δυστυχώς όμως οι δικοί μου έρωτες καίγονταν πριν φτάσουμε στο νησί. Φωτιά και μπούρμπερι μας έπιανε, πριν το ταξίδι και μια φορά λίγο πριν επιβιβαστούμε στο καράβι. Έτσι ποτέ μου δεν αξιόθηκα να ζήσω ΤΗ στιγμή και έβαλα τη Σαντορίνη στη μαύρη λίστα των απλησίαστων θαλάσσιων περιοχών, κάτι σα το Τρίγωνο των Βερμούδων δηλαδή.

Έλα όμως που όταν κάνεις σχέδια ο Θεός βάζει τα γέλια και ξεκίνησα για να μείνω στη Σαντορίνη  πέντε ολόκληρους μήνες, μόνος, μαζί με ένα σκυλί, σα γεροντοκόρη που πάει σε γάμο. Βέβαια, φύση αισιόδοξος αρπάχτηκα απο την προοπτική που μου υπέδειξε ένας φίλος πως: Που ξέρεις, μπορεί να ερωτευτείς εκεί!  Και να μαι εγώ, να σουλατσάρω στα καλντερίμια της Οίας, των Φηρών, του Ημεροβιγλίου, μέχρι και στο Ηφαίστειο πήγα, μπας και συναντήσω τον Έρωτα. Τι  Παλιά, τι Νέα Καμμένη, τι Λευκονήσι, πουθενά δεν τον συνάντησα  κι εξακολουθούσα να στέκομαι μόνος στους απόκρημνους βράχους, ατενίζοντας την Καλντέρα καθώς αναρωτιόμουν για το εάν θα έπρεπε να πέσω μέσα ή όχι.

Ένα βράδυ όμως, Σεπτέβριος ήταν θαρρώ, είχα παρκάρει στην καντίνα του κυρ Παύλου. Βρίσκεται  στο στενότερο σημείο του νησιού, απο όπου βλέπεις απο τη μια πλευρά την Ίο και απο την άλλη το Ηφαίστειο.  Η νύχτα ήταν γλυκιά, δροσερή και είχε ολόγιομο φεγγάρι. Η πανσέληνος, χαϊδευε τρυφερά με τα ακροδάχτυλα της τη θάλασσα, χαρίζοντας  στην Καλντέρα,  έναν ασημόχρωμο χιτώνα, που λίκνιζε απαλά ο αγέρας, λες και ήθελε να κοιμίσει το ηφαίστειο, που κούρνιαζε σα βρέφος στην αγκαλιά της. Μια ρομαντική μελαγχολία με πλημμύρισε καθώς ξεχνούσα το προαναφερθέν χορικό και έφερνα στο νου μου το μονόλογο της Αντιγόνης: Τάφε μου κρεββάτι νυφικό μου…

Shit! Που είναι ο Έρωτας;

Ξύπνησα το πρωϊ πιασμένος, μιας και κοιμήθηκα στο κάθισμα του αυτοκινήτου, όμως το τοπίο με αποζημείωσε. Το Ηφαίστειο ντυμένο στα άσπρα, έμοιαζε με οπτασία που τεντώνεται νωχελικά πάνω στο θαλάσσιο κρεββάτι της, καθώς ο πρωϊνός αέρας, φυσούσε την ομίχλη που σκέπαζε την Καλντέρα. Ήπια καφέ στην καντίνα, καθισμένος πάνω απο τη θάλασσα και απολάμβανα την ησυχία του πρωϊνού. Που είναι ο Έρωτας; σκεφτόμουν εν συνεχεία της νύχτας που πέρασε και ξάφνου διαπίστωσα πως εκείνος, στεκόταν  μπροστά μου. Ήταν ο Έρωτας, για τη Σαντορίνη.

Έρωτας, για τα καλντερίμια της, τη άγρια ομορφιά της που μεταλλάσεται κάθε στιγμή της μέρας και νύχτας. Έρωτας για το πανέμορφο ηλιοβασίλεμα που, ναι, δεν χρειάζεται να το δεις ερωτευμένος με κάποιον για να νοιώσεις τη σουπερνόβα, αρκεί απλά να έχεις έρωτα στην καρδιά σου. Έρωτας, για το λουλούδι της κάπαρης, που ανθίζει στους απόκρυμνους βράχους, για τα αμπέλια που λιάζονται στο μαύρο χώμα και την αλμύρα της θάλασσας που περιβάλλει το νησί και σε μεθά, όπως το Βισάνθο που βγαίνει απο το άνυδρο της χώμα.

Μπορεί να ήρθα μόνος στη Σαντορίνη, όμως δεν έφυγα μόνος. Κουβάλησα στις αποσκευές της μνήμης τα χρώματα, τα αρώματα, τα συναισθήματα και τους ανθρώπους που είχα την τύχη να γνωρίσω στο νησί, έτσι όπως γνωρίζεις τον έρωτα, στα ξαφνικά. Και συχνά, στις ώρες της απογοήτευσης με συντροφεύουν, θυμίζοντας μου πως απλά, ο Έρωτας θα σε βρεί όπου κι αν είσαι, αρκεί να έχεις μια Σαντορίνη μέσα στην καρδιά σου.

( Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος του free press περιοδικού All about Oia)                                                                                                                   

Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2010

Ο Έλληνας και ο Μαλάκας Έλληνας


Πριν απο δυο εβδομάδες, έμαθα τελευταία στιγμή πως μου δώσανε άδεια. ΟΚ κανονικά θα έπρεπε να αντιδράσω. Άδεια δίχως να τη ζητήσω; Απο την άλλη, είχα να κάνω διακοπές απο το 2003 και σίγουρα η προοπτική του να ξεφύγω απο ανούσια τηλεφωνήματα, ηλίθιες εργατοώρες και το να μην ασχολούμαι με οτιδήποτε αφορά δουλειά, ήταν κάτι που με δελέαζε πάρα πολύ. Έτσι είπα να εκμεταλλευτώ αυτές τις μέρες και μια ωραία πρωία βρέθηκα στο Παρίσι.

Δεν θα μιλήσω για το Παρίσι για το τι έκανα και πως πέρασα, αυτά έχουν αξία μονάχα για μένα. Το μόνο στο οποίο θα σταθώ είναι πως κατά τη διάρκεια της διαμονής μου εκεί, σκεφτόμουν μονάχα την Ψωροκώσταινα. Άλλοτε αθέλητα κι άλλοτε ηθελημένα, η Ελλαδίτσα περνούσε διαρκώς απο το μυαλό μου. Όλη η ιστορία της απο αρχαιοτάτων χρόνων έως την ύστερη, περνούσε σα ταινία προκαλόντας μου άλλοτε έκπληξη, άλλοτε περηφάνια, άλλοτε οργή κι άλλοτε θλίψη. Διότι πραγματικά, όταν στέκεσαι μπροστά στα μεγαλύτερα και διασημότερα οικοδομήματα της Γαλλίας, όπως το Μουσείο του Λούβρου, το Πάνθεον, το Παλέ Ρογιάλ και διαπιστώνεις πως η αρχιτεκτονική είναι βασισμένη στην Κλασσική εποχή, ναι νοιώθεις περηφάνεια.

Περηφάνεια που ζείς, αναπνέεις, κατάγεσαι και γαλουχήθηκες σε μια χώρα που έδωσε στην κυριολεξία τα φώτα της στον παγκόσμιο πολιτισμό, αποτελώντας τα θεμέλια αυτού. Τα κιονόκρανα, οι αετομές, οι Καρυάτιδες κοσμούσαν κάθε γωνία και κάθε ιστορικό κτίσμα της Πόλης του Φωτός, όπως δίκαια αποκαλείται, πλημμυρίζοντας σε με μια στοργή για τον Παρθενώνα, το Ερέχθειο, το Ναό του Απόλλωνα, το Ηραίο και τόσα άλλα. Όταν όμως διαπιστώνεις πως όλα αυτά με μια ιστορία μέγιστη των χιλίων χρόνων, φυλάσσονται και διατηρούνται ευλαβικά, ενώ στην Ψωροκώσταινα, απλά είναι παραπεταμένα στις διάφορες γωνίες της, στο έλεος των βανδάλων, του περιβάλλοντος και της αδιαφορίας, είτε της πολιτικής, είτε ημών των ιδίων, εκεί κατακλύζεσαι απο οργή και απογοήτευση.

Προσπάθησα να αναλογιστώ το γιατί. Γιατί το Παρίσι θεωρείται απο τις ομορφότερες πόλεις, που είναι πραγματικότητα και η Αθήνα, μια πόλη με ιστορία τριών χιλιάδων χρόνων, απλά είναι μια πόλη στη Ελλάδα. Τι έφταιξε; Τα χρόνια της Τουρκοκρατίας; Οι δυο παγκόσμιοι Πόλεμοι; Ο Εμφύλιος; Η δικτατορία; Τι μας ώθησε να κτίσουμε γκρίζες πολυκατοικίες με ταράτσες δίχως ρημοτομία; Τι μας ώθησε να μην έχουμε ούτε ένα δέντρο μπροστά στο πεζοδρόμιο; Τι μας έκανε να περιβάλλουμε τους αρχαιολογικούς μας χώρους με συρματοπλέγματα στολισμένα με κισούς και άγρια χόρτα; Πάνω στον πύργο του Αϊφελ, θαύμαζα τους ευθυγραμμισμένους δρόμους με τα πανέμορφα κτίρια, όμως ο νους μου ήταν στη θέα απο τον λόφο του Φιλοππάπου, όπου κεραίες και δορυφορικά πιάτα ξεπετάγονται άτεχνα, θυμίζοντας παραγκούπολη της Ινδίας.

Όμως κάθε φορά που με έπιανε απογοήτευση, πάντα έβρισκα κάτι να τονώσει το ηθικό μου, αναιρώντας την πεποιήθηση πως το Παρίσι είναι μια πόλη στην οποία θα ήθελα να ζήσω κι αυτό μου το έδινε η ίδια η πόλη, προβάλλοντας όλα εκείνα τα στοιχεία της Ελλάδας, που φυλά σα θησαυρούς, όπως τα εκθέματα του μουσείου του Λούβρου.

Μια ολόκληρη μέρα αφιερωμένη μονάχα στο τμήμα των Ελληνικών και Ρωμαϊκών εκθεμάτων αναζητώντας μονάχα τη μια και μοναδική Αφροδίτη της Μήλου. Την αντίκρισα απο την άλλη άκρη του κτίσματος να ξεχωρίζει πανέμορφη και μοναδική σε μια τεράστεια αίθουσα που παραχωρήθηκε για χάρη της. Και χαμογελούσε όμορφα, γλυκά και φιλάρεσκα, όπως αρμόζει σε μια Αφροδίτη. Ένα χαμόγελο κατ’ εμέ, πιο μυστήριο και όμορφο, απο της ίδιας της Τζοκόντας. Γύρω της, πλήθος ανθρώπων απο όλο κυριολεκτικά τον κόσμο να την θαυμάζουν, να την δείχνουν, να τη φωτογραφίζουν και να μιλάνε ψιθυριστά για εκείνη, όπως με τις Ντίβες. Συγκίνηση, περηφάνεια ακολουθούμενα απο πίκρα, λόγω του γιατί δεν στέκεται να ατενίσει όλο αυτό τον κόσμο απο τον Ελλαδικό χώρο. Και όσο σκεφτόμουν και βίωνα όλα αυτά τα συναισθήματα βλέπω μπροστά μου, ακριβώς στα πόδια της, ένα καλοβαλμένο νεαρό να ποζάρει για να φωτογραφηθεί, με ένα τεράστιο φιλάρεσκο χαμόγελο,  σηκωμένα  τα δυο του χέρια και να προτάσει τους μέσους δακτύλους. Κι ενώ ήμουν πραγματικά έτοιμος να τον βουτήξω μέσα στο Λούβρο και να τον αρχίσω στις σφαλιάρες, τον ακούω να λέει σε άψογα ελληνικά στο ξόανο που έσερνε μαζί του: Εντάξει; Με έβγαλες; Ενστικτωδώς, κοίταξα ψηλότερα και αντικρύζοντας το πρόσωπο του αγάλματος, μου φάνηκε πως με κοίταξε δίνοντας μου απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα που με ταλάνιζε. Ήταν σαν να έλεγε: Να γιατί δεν είμαι στην Ελλάδα. Μου αρέσει εδώ. Που αλλού θα μου δίνανε τέτοια θέση; Και δεν είχε άδικο.

Έχετε επισκεφτεί ποτέ το μουσείο της Αρχαίας Ολυμπίας; Εκεί βρίσκεται ένα άλλο  άγαλμα, πολύ λιγότερο γνωστό όμως για μένα αποτελεί  το ομορφότερο δείγμα κάλους και τελειότητας του Ελληνικού πολιτισμού: Ο Ερμής του Πραξιτέλη. Το διφορούμενο χαμόγελό του, αναλόγως απο ποιά πλευρά θα τον κοιτάξεις, αποτελεί την απόδειξη ενός λαμπρού πολιτιστικού παρελθόντος, όμως ισορροπεί σε ένα βάθρο πενήντα επι πενήντα, στριμωγμένος σε ένα δωμάτιο ανάμεσα σε προθήκες απο πλέξιγκλας, που δύσκολα μπορείς να καταλάβεις πως κοιτάζοντας τον απο δεξιά μοιάζει να γελά κι αν τον δεις απο την άλλη πλευρά, μοιάζει να κλαίει.

Έφυγα απο το Παρίσι με διφορούμενα συναισθήματα. Θλίψη που άφηνα αυτή την πόλη, την γεμάτη ομορφιές, όμως με περηφάνια που ακόμα και στο Παρίσι, συνάντησα την Ελλάδα. Ίσως δεν είμαστε άξιοι της ίδιας της κληρονομιάς μας. Ίσως πάλι αυτή η κληρονομιά, να είναι και πρέπει να είναι οικουμενική, δικαιώνοντας αυτό που είχε πει ο Νίκος Πολίτης, πως Ελληνικό, είναι οτιδήποτε γαλουχήθηκε με Ελληνική παιδεία. Όμως όταν το αεροπλάνο προσγείωθηκε στον Ελευθέριο Βενιζέλο, ένοιωσα ένα σκίρτημα στην καρδιά. Η Ελλαδίτσα έχει μια μαγεία, δικιά της. Μια μαγεία που μπορεί να μεταμορφώσει, να ζεστάνει, να δώσει κουράγιο, χαρά, ελπίδες και όνειρα. Όλα αυτά, που μπορεί να κάνει το παιδί εκείνου, που πόζαρε με τα κωλοδάχτυλά παρατεταμένα, πρεσβευτή και διεκδικητή της Αφροδίτης της Μήλου, χαρίζοντας της την θέση που πραγματικά της αρμόζει στη χώρα της.

Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2010

Make me Beautiful


Πρόσφατα επισκέφτηκα μια μεγάλη αλυσίδα καταστημάτων καλλυντικών με σκοπό να πάρω  δώρο για μια φίλη. Αλήθεια, εκτός απο διαμάντια, τι άλλο καλύτερο για μια γυναίκα;

              Μπαίνοντας λοιπόν στο κατάστημα, έπρεπε να περάσω απο έναν διάδρομο, γεμάτο με stand διαφόρων εταιριών με όλα τα είδη μακιγιάζ, χρώματα, παλέτες, αρώματα, κρέμες απο ΟΛΕΣ τις εταιρίες. Σε κάθε εταιρία υπήρχε και μια ευγενέστατη, χαμογελαστή κοπέλα, τίγκα στο μακιγιάζ, πρόθυμη να εξυπηρετήσει, πράγμα που αξιοποιούσαν στο έπακρο οι διάφορες πελάτισσες που ήταν εκεί εκείνη την ώρα.Τύχαινε μάλιστα μια επώνυμη εταιρία να έχει προσφορές εκείνη τη μέρα, με αποτέλεσμα μπροστά απο το stand της να επικρατεί ένας πανζουλισμός, πράγμα που με έκανε να λυπηθώ την καημένη που δούλευε εκεί, μια και δεν προλάβαινε να απαντήσει στις διάφορες ερωτήσεις, περί μυστικών και ιδιοτήτων του κάθε προϊόντος, που υποσχόταν τσίτα δέρμα και ομορφιά. Εννοείται ότι ούτε που τόλμησα να πλησιάσω τον πάγκο για να πάρω το δώρο μου, φέρνοντας στο νου μου τις μαινάδες που έφαγαν ζωντανό τον Ορφέα.

Προχώρησα παρακάτω και εντόπισα έναν άδειο πάγκο, μιας  εταιρίας, γνωστή για τις τσιμπημένες τιμές της, αλλά ήταν η μοναδική ευκαιρία να αγοράσω στα γρήγορα το δώρο μου και να την κάνω απο κει μέσα, μια και είχα αρχίσει ήδη να ζαλίζομαι απο τις αναθυμιάσεις των αρωμάτων. Η πωλήτρια με καλωσόρισε πρόσχαρα και αφού της είπα τι ήθελα, άρχισε να μου αραδιάζει ένα σωρό προϊόντα, άγνωστα οφείλω να ομολογήσω, και να κάνει διάφορους συνδιασμούς χρωμάτων και προσμίξεων, προσπαθώντας να με κάνει να καταλάβω την αξία και την χρήση αυτών, σε σημείο που υποσχέθηκα να μην ξανατολμήσω να πάρω για δώρο κάτι τέτοιο. 

Μετά από φιλότιμες προσπάθειες όμως της κοπέλας, λυπήθηκα το χρόνο της και τελικά διάλεξα κάποια απο τα προϊόντα που μου πρότεινε, πράγμα που την έκανε να μου χαρίσει ένα χαρούμενο χαμόγελο επιτυχίας. Προκαλώντας την τύχη της, λίγο πριν αποχωρήσω για το ταμείο μου λέει: «Να σας δείξω και την αντρική σειρά της εταιρίας;» Ωραία, ξεφωνήθηκα εκεί μέσα, σκέφτηκα, φέρνοντας στο νου μου την εικόνα μιας drag queen, αλήθεια απο που ψωνίζουν καλλυντικά;

Πριν καν προλάβω να αντιδράσω, έχει μαζέψει τα πάντα απο τον πάγκο της και αράδιαζε ένα σωρό βαζάκια, σωληνάκια, είχε αρπάξει το χέρι μου και μου πασάλειβε ένα σωρό κρέμες, εξηγώντας ταυτόχρονα για το πότε μπαίνει η μια, πότε η άλλη, ποια ώρα και γιατί, σε σημείο που πραγματικά σκέφτηκα πως θα έπρεπε να γραφτεί ένα manual χρήσης μια και είναι αδύνατο να θυμηθείς τη σειρά όλων αυτών. Αφού λοιπόν με έψησε να πάρω για τον εαυτό μου μια ενυδατική κρέμα, γενικής χρήσης, δηλαδή πασαλείβεσαι ότι ώρα θες, γυρίζει και μου λέει: « Θα σας δώσω κι αυτή την αντιρυτιδική κρέμα, η οποία κάνει θαύματα!»...Ζντούπ, !!!!, ???? Ε;;; Τι θέλει να πει ο ποιητής; Ότι η μούρη μου χρειάζεται θαύματα πια; Ή μήπως ΠΛΕΟΝ μπήκα στη φάση που πρέπει να σκεφτώ σοβαρά το θέμα των ρυτίδων; SHIT!

Αποκαρδιωμένος προχώρησα στο ταμείο, αρπάζοντας και την κρέμα με τα θαύματα που μου είπε η κοπέλα και όταν άκουσα το μπουγιουρντί, αναρωτιόμουν τι θαύμα θα γίνει για να γεμίσει ξανά το πορτοφόλι μου.

 Όλη τη μέρα σκεφτόμουν το θέμα της ομορφιάς. Ελκυόμαστε απο το ωραίο φαίνεσθαι και εννοείται πως προσπαθούμε να είμαστε εξίσου ελκυστικοί. Πόσες φορές δεν έχουμε χαζέψει μια ωραία παρουσία, άντρα, γυναίκα, και πόσες φορές όταν συναντούμε κάποιον μη εμφανίσιμο”, ε, λέμε απο μέσα μας: “Τα ΄χαλια του, της έχει.” Ή  “Πως είναι έτσι;” Όμως τελικά είναι τόσο εικονικά τα πράγματα; Είμαστε πια τόσο ρηχοί; Αν και ανέκαθεν υπήρχε μια λατρεία απέναντι στο ωραίο. Αγάλματα που υμνούν το κάλος πιστοποιούν, πως απο αρχαιοτάτων χρόνων ο άνθρωπος είχε μια ροπή προς το ωραίο. Έχετε δει εσείς ποτέ κανένα άγαλμα κακομούτσουνο; Και η ομορφιά, είναι συνυφασμένη με τη νιότη.

Ναι, όλοι, απο παιδιά εκπαιδευόμαστε για αυτό. Το παιχνίδι του ωραίου. Πόσες φορές  ακούσατε να λένε  σε ένα παιδί “Τι όμορφο που είσαι;” και πόσες φορές “Τι έξυπνο που είσαι;” Μεγαλώνουμε προσπαθώντας να παραμείνουμε νέοι και ωραίοι. Άλλοι το λένε ματαιοδοξία, αν και όσοι λένε κάτι τέτοιο, ε, κάπως κακομούτσουνοι ήταν.

Αργότερα την ίδια μέρα στο σπίτι κοιτούσα τις γυαλιστερές συσκευασίες των αγορών μου. Κρέμες που κάνουν “θαύματα”. Μέχρι που φτάνουμε για να παραμείνουμε έτσι; Η αναζήτηση της αιώνιας νιότης, ανέκαθεν προβλημάτιζε τον άνθρωπο.

Θυμήθηκα κάτι που είχε πει η Νταϊάν Βρίλλιαντ: Η μεγαλύτερη ασχήμια, είναι να προσπαθείς να είσαι νέα και όμορφη, όταν πια δεν είσαι.” Πότε ξεκινάει όμως αυτό και πως το διαχειριζόμαστε; Μπορούμε να αποδεχτούμε την φθορά του χρόνου;, ένα γεγονός που είναι αναπόφευκτο; Έχω παρατηρήσει σημάδια αλλαγής πάνω στο σώμα μου. Δεν είμαι όπως στα είκοσι. Λογικό μου φαίνεται. Όταν όμως ανακάλυψα μια άσπρη πουτσότριχα, έ, εκεί κάπως τα χρειάστηκα.

Έχουν περάσει μέρες απο τότε που επισκέφτηκα το πολυκατάστημα  κι ακόμα δεν έχω ανοίξει τις γυαλιστερές συσκευασίες, καθώς σκέφτομαι το πότε, θα πρέπει απλά να σταματήσω να τα χρησιμοποιώ, όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου, που αναφέρει η κυρία Βρίλλιαντ.


Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2010

Bed Time Stories


Απο παιδί απεχθανόμουν τα παραμύθια. Τα απεχθανόμουν, πρώτον γιατί όποτε ήταν η ώρα για παραμύθια, ήξερα πως ήταν ένα πρόσχημα για να μας βάλουν για ύπνο και να βγάλουμε το σκασμό, οπότε πάπαλα το παιχνίδι, μια και ήμουν διαβόητο ζιζάνιο- κωλόπαιδο στα νιάτα μου. Δεύτερον, γιατί έβρισκα τις ιστορίες των παραμυθιών απίστευτα πληκτικές μια και όλα είχαν το ίδιο προβλεπόμενο, χαρούμενο τέλος. Το καλό νικά το κακό, ΠΑΝΤΑ, η βασιλοπούλα σώζεται απο τον γαλάζιο πρίγκηπα με το λευκό άλογο και ο κακός μάγος πάντα τα τινάζει. Και τρίτον, την επόμενη μέρα στο προαύλιο του νηπιαγωγίου, θα ανεβάζαμε μια υπερπαραγωγή του παραμυθιού, όπου θα τσακωνόμασταν για το ποια θα είναι η βασιλοπούλα και ποιος ο πρίγκηπας, ενώ το ρόλο του κακού μάγου – δράκου, δεν τον ήθελε κανένας, πλην εμού.

Μου άρεσε αυτός ο ρόλος, γιατί ως κακός μπορούσα να κάνω ότι ήθελα, είχα υπερδυνάμεις, μεταμορφωνόμουν σε ότι ήθελα αλλά μου την έδινε που ΚΑΘΕ φορά έπρεπε να πεθάνω με έναν λίαν δραματικό τρόπο. Φρόντιζα πάντως πριν τα τινάξω να ρίξω μια ξεγυρισμένη με το ξύλινο σπαθί μου, στο κεφάλι του πρίγκηπα, που τον έκανε ένα αντιπαθέστατο τσογλάνι, που όταν βούρκωνε απο τον πόνο του λεγα κοροϊδευτικά: «Οι πρίγκηπες δεν κλαίνε!!!» και κρατιότανε το δόλιο μην πλαντάξει στο κλάμα για να φανεί αντάξιος του ρόλου. Εγώ πάντως ήμουν, δεν μπορείτε να πείτε;

  Έτσι για αλλαγή, τους πρότεινα να κάνουμε μια διασκευή της Λίμνης των Κύκνων, όπου ο κακός Μάγος, εγώ, έκανε τον Πρίγκηπα γουρούνι και τον έψησε στη γαμήλια δεξίωση με την Οντέτ, το οποίο έφαγε εκείνη, διότι ήταν φυλακισμένη μια εβδομάδα νηστική και της είχε πάει το στομάχι στην πλάτη. Αργότερα της έλεγα ότι έκανε μαμ τον αγαπημένο της κι εκείνη απο τη στεναχώρια της αποφασίζει να μείνει για πάντα κύκνος, μέχρι που την τρώνε κι αυτήν οι λύκοι κι εγώ χορεύω σόλο το φινάλε. Είναι γεγονός πάντως, ότι μετά απο αυτό σταμάτησε η δασκάλα να μας λέει παραμύθια, αφού πήγαν τα κωλόπαιδα στη μάνα τους κλαίγοντας και μαρτύρησαν τη διασκευή που κάναμε.

Μεγαλώνοντας, άρχισα να το ψάχνω περισσότερο το θέμα με τα παραμύθια, προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσω τα μηνύματα που περνούν στην ψυχολογία των παιδιών και πάνω απο όλα, τα μηνύματα διαπαιδαγώγησης, κυρίως των μελλοντικών δεσποινίδων, διότι είπαμε, ο ρόλος του πρίγκηπα, είναι μονότονος και ξεκάθαρος, σώζει μονάχα στο φινάλε.

Για αρχή η Σταχτοπούτα. Χαμάλι στη μητριά και στις αδελφές για να κάνει το ντεπούτο της στην υψηλή κοινωνία, να κωλοτριφτεί στον Πρίγκηπα και να την παντρευτεί για να την σώσει. Με άλλα λόγια, κορίτσια ξυπνήστε! Αν θέλετε να γλιτώσετε τα δεινά, βρήτε έναν να κουνηθείτε, πετάξτε και μια δακρύβρεχτη ιστορία και όλο και κάποιος μαλάκας θα κάνει τον ιππότη για να σας σώσει. Βλέπε Ρωσσίδες, Βουλγάρες και όλες απο τα πρώην Ανατολικά μπλόκ.

Η Ωραία Κοιμωμένη. Εκατό χρόνια στην κούρα ομορφιάς, για να είναι το δέρμα τσίτα και μην ανησυχείτε, θα έρθει ο άλλος να σας πάρει. Tips: Εκμεταλλευτείτε τις εκπτώσεις για καλυντικά, αντιρυτιδικές, κολλαγόνου και καμία ασφάλεια για λιποαναρρόφηση, lifting, bottox και αύξηση στήθους. Μην ανησυχείτε, θα γίνει απόσβεση των χρημάτων, διότι όλοι θέλουν μια ωραία γυναίκα δίπλα τους. Σημείωση: Το μοναδικό παραμύθι με προειδοποίηση στους άντρες. Αν θες να γαμήσεις φίλε τέτοια γκόμενα, πρέπει πρώτα να γαμηθείς εσύ. Βλέπε δράκος, στοιχειά, μαγεμένα  και ακανθώδη φυτά.

Η Χιονάτη και οι Εφτά Νάνοι. Εδώ ομολογώ ότι βγάζω το καπέλο στους Αδελφούς Γκριμ. Το θέατρο του παραλλόγου σε πρώϊμο στάδιο. Όσοι έχετε διαβάσει τον «Ξένο», του Καμύ, μάλλον θα το πιάσετε με την πρώτη. Η Χιονάτη, αφήνει τους Εφτά Νάνους για να ζήσει με τον Πρίγκηπα. Που πας βρε ΚΟΠΕΛΙΑ!!!??? Αφήνεις εφτά άντρες, άντε ας είναι λίγο μπασμένοι και μικροτσούτσουνοι, που σε υπηρετούν, για να πας να υπηρετείς ΕΝΑΝ μαλάκα? Να τη χιέσω τη βιλάρα και την Porche αν είναι να μου βγεί η γλώσσα απο την πίπαπου θα φάω, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Χίλιες φορές στο δυαράκι και να τα χω όλα έτοιμα.

Εκείνο πάντως που δεν κατάλαβα ποτέ μου, ήταν η Κοκκινοσκουφίτσα. Ωραία, τσουλάκι ήταν κι εκείνο, λολίτα σκέτη. Έβαλε μια κόκκινη κάπα και τριγύριζε απο το ένα μανητάρι στο άλλο μέχρι που την έφαγε ο Κακός Λύκος και ο δόλιος τι έφταιγε; Την πλήρωσε κι απο πάνω που τον κάνανε χαλάκι για το μπάνιο. Άντε μέχρι εδώ κάτι υποψιάζομαι. Του τ έστιν, κάντε βρε κορίτσια ότι θέλετε, ότι και να γίνει όλο και κάποιος θα βρεθεί να σας ξελασπώσει, βλέπε κυνηγός. Εκείνη η γιαγιά όμως τη ρόλο βαράει; Πατρόνα με ποσοστά ήταν;

Τελικά, τα παραμύθια δεν είναι τόσο άσχημα. Εκπαιδεύουν, προειδοποιούν, χειραφετούν. Διότι μην μου πείτε πως δεν υπάρχει γυναίκα που δεν περνάει τουλάχιστον σαρανταπέντε λεπτά την ημέρα μπροστά απο τον καθρέφτη για να είναι όμορφη. Ή που δεν έχει αναρωτηθεί έστω μια φορά, για το που είναι ο πρίγκηπας της ή που κάπου μέσα της ελπίζει σε ένα καλό γάμο; Όσον αφορά τους άντρες; Μμμμ, κάπου κρύβεται ένας Ιππότης.

Μου κάνει εντύπωση πάντως, που όλα αυτά τα παραμύθια γράφτηκαν απο δυο άντρες, πράγμα που κάνει να υποψιαστώ πως, μάλλον την κουνάγανε την αχλαδιά οι Αδελφοί Γκριμ.

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2010

Ο Superman δεν είναι Ήρωας


Η διάρθρωση του προσωπικού μιας κουζίνας, μοιάζει με μια μικρογραφία της κοινωνίας. Μιας κοινωνίας, που αναλόγως τις αρχές και τις προσωπικότητες αυτών που την αρθρώνουν, μπορεί άλλοτε να είναι ένα ευχάριστο και παραγωγικό σύνολο και άλλοτε ένα φασιστικό και ρατσιστικό καθεστώς, όπου κάθε ένας κομπλεξάρας θα βγάλει τα απωθημένα του στους «κατώτερους» ή καλύτερα, χαμηλότερους ιεραρχικά. Και η ιεραρχία, πάει ως εξής, απο κάτω προς τα πάνω: Λατζέρης, Γ’ μάγειρας, Β΄μάγειρας, Α΄μάγειρας, Chef de Partie, Sous Chef και τέλος ο Chef. 

Όπως γίνεται κατανοητό, ο λατζέρης, είναι αυτός που συνήθως περνάει απαρατήρητος και που συνήθως γίνεται ο σάκος του μποξ για όλους. Συνήθως είναι άτομα που χαρακτηρίζονται απο το νόμο, ανειδίκευτοι. Ο μισθός τους είναι ο κατώτατος, αυτοί που στην όμορφη κοινωνία που ζούμε είναι κάπως παρακατιανοί, με χαμηλή μόρφωση και που κανένας δεν ασχολείται μαζί τους. Με λίγα λόγια για φτύσιμο, όπως έλεγε και ο Ρατατούιγ στην ομόνυμη ταινία.

Προσωπικά διαφωνώ καθέτως. Είχα την τιμή και την χαρά να συνεργαστώ με αξιόλογους ανθρώπους που κάνουν αυτή τη δουλειά. Άνθρωποι σπουδασμένοι, είτε ακαδημαϊκά είτε την πιάτσα, ενδιαφέροντες, τίμιοι, φερέγγυοι και εργατικοί. Αντιθέτως έχω συναντήσει απο τις άλλες θέσεις κάθε έναν παπάρα που το παίζει κάμποσος δίχως να κατέχει επουδενί το αντικείμενο της δουλειάς του. Έτσι και στην τωρινή γνώρισα την Φωτούλα.

Η Φωτούλα είναι μια γυναίκα γύρω στα πενήντα που βγήκε στο μεροκάματο απο πολύ μικρή. Παντρεύτηκε έκανε δυο παιδιά και δουλεύει αδιάκοπα μεροδούλι μεροφάι. Ευαίσθητη και ψυχούλα, που αν την συναντήσεις για πρώτη φορά δεν σου γεμίζει και το μάτι, είτε λόγο της μικροκαμωμένης φτιαξιάς της, είτε γιατί σου δίνει την εντύπωση μιας, ας πούμε «χαζής» γυναικούλας, πράγμα που δεν ισχύει με τίποτα. Επίσης το χαρακτηριστικό της είναι πως μιλάει ακατάπαυστα για διάφορα και θα έλεγε κάποιος μίζερα, αν και κανείς δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα να καταλάβει το γιατί. Την ειρωνεύονται, την κοροϊδεύουν ίσως γιατί έτσι αισθάνονται καλύτερα εκείνοι και μακαρίζουν την τύχη τους που δεν είναι σαν αυτήν ή που δεν έχουν την τύχη που έχει αυτή. Λατζέρα, εργάτρια, με έναν μεροκαματιάρη άντρα, δίχως μια περιουσία, ένα περιβόλι βρε αδελφέ, όπως οι περισσότεροι εδω πέρα.

Η Φωτούλα όμως έχει δυο παιδιά, τα οποία τα σπούδασε, άσχετα απο το δρόμο και την εξέλιξη που είχαν εκείνα. Κρατάει ένα ολόκληρο σπίτι και κατα περιόδους το συντηρεί μονάχη της. Δουλεύει σκληρά και αγόγγυστα, όπου βρει: «Γερή να μαι Chef μου και τα καταφέρνω εγώ!», είναι το μότο της και πραγματικά είναι απο τους λίγους ανθρώπους που μπορούν να πουν, με όλη τη δύναμη των λέξεων: Εγώ, τη δουλειά, δεν την φοβάμαι!

Η Φωτούλα έχει μια κόρη με σκλήρυνση κατά πλάκας. Πριν δυο χρόνια διαγνώστηκε η ασθένια και προχώρησε τάχιστα, πάνω στο άνθος της ηλικίας της. Γιατρούς, φάρμακα, νοσοκομεία, ξενύχτια, στενοχώρια, άγχος και πάνω απο όλα, πολύ δουλειά. Στα εργοστάσια να μαζεύει πορτοκάλια, στα κτήματα, στις λάτζες, όπου βρει, για το παιδί της, να μην του λείψει τίποτα. Για να το πάει σε γιατρούς που έρχονται κάθε τρεις μήνες απο το εξωτερικό και που της μιλάνε με  ορολογίες, δίχως εκείνη να καταλαβαίνει. Θα στερηθεί  για να μαγειρέψει κρέας για το παιδί. Το κρέας που όλα τα γιάνει, που δυναμώνει, όπως έμαθε εκείνη απο εκείνους που βίωσαν την Κατοχή και που το κρέας ήταν δυσεύρετο, σε μια εποχή που δεν υπήρχαν φαστφουντάδικα.

Η Φωτούλα, που είναι πάντα με το χαμόγελο και έναν καλό λόγο για τον καθένα. Που γίνεται ενοχλητική διότι μιλάει συνέχεια και εξαιτίας της μίρλας της. Όμως ποιος ξέρει ότι όταν δεν δουλεύει είναι κλεισμένη στο σπίτι για να φροντίζει το παιδί της. Ότι δεν βγαίνει για να μην κάνει έξοδα, ώστε να της μείνει κάτι απο τον πενιχρό μισθό, το οποίο θα ξοδέψει ακαριαία για το παιδί της. Που δεν έχει κανέναν να την νοιώσει, να γείρει στον ώμο του, να την ακούσει. Έτσι μιλάει ακατάπαυστα σε όποιον βρεί, δίχως ποτέ να αποζητά τον οίκτο. Απλά για να τα βγάλει απο μέσα της, γιατί το μαράζι είναι μεγάλο και δεν αντέχεται μες τη σιωπή.

Γιατί κάπου κάπου και οι πιο μεγάλοι ήρωες, έχουν ανάγκη απο παρηγοριά, μια φιλική κουβέντα, μια ευγενική χειρονομία, έτσι για να νοιώσουν πως δεν είναι μόνοι και να πάρουν κουράγιο για να συνεχίσουν το δρόμο τους. Απλά ένα βάλσαμο για μια καρδιά που πικραίνεται απο σιωπηλά δάκρυα στη γωνία, όπου δεν βλέπει κανένας.

Τελικά, ο Superman δεν είναι ήρωας, γιατί είναι άτρωτος.

Να σαι καλά Φωτούλα και Καλή Τύχη.