Τρίτη, 30 Ιουνίου 2009

Εγώ, το Facebook και…οι Πρώην!


Ανήκω στη γενιά που μπορώ στις διηγήσεις να λέω: Εκείνη την εποχή, δεν είχαμε κινητά, όπως είπε εχθές μια φίλη μου όταν βγήκαμε και την σκούντηξα διακριτικά λέγοντας της: «Σκάσε, μωρή μην το λες αυτό, καρφωνόμαστε.» Αλλά ναι, είδαμε το κινητό να κάνει την πρώτη του εμφάνιση, είδαμε το κινητό να βγαίνει με κάρτα, είδαμε το πρώτο κινητό με έγχρωμη οθόνη και πλέον τώρα κρατάμε 3G i- Phone, άσχετα αν δεν ξέρουμε να το χρησιμοποιούμε. Ναι είμαστε η γενιά του μεταιχμίου της ανάπτυξης της τεχνολογίας τηλεπικοινωνιών. Ορισμένοι τα πάνε μια χαρά με αυτό κι άλλοι, όπως εγώ, απλά δεν πολυσκαμπάζουμε.

Έτσι όταν εμφανίστηκε το Facebook, άκουγα όλους να μιλάνε για αυτό και όταν κατάλαβα, επιτέλους τι είναι, ήμουν κατηγορηματικά αντίθετoς στο να κάνω profile. Πρώτον, δεν είχα καμία όρεξη να με βρίσκει οποιοσδήποτε και δεύτερον είναι η χαρά του Μεγάλου Αδελφού. Δεν χρειάζεται πια να μας παρακολουθούν, απλά τους παρακαλούμε πια να το κάνουν. Για αυτούς τους λόγους λοιπόν, αρνιόμουν πεισματικά να αποκτήσω profile, μέχρι εχθές. Όλοι οι φίλοι έχουν και με μπρίζοναν να κάνω κι εγώ, για να μιλάμε, όπως έλεγαν, και παρά το επιχείρημα μου, ότι άμα ήθελα να τους μιλήσω θα τους έπαιρνα τηλέφωνο, μέσα στην βαρεμάρα μου, αποφάσισα να “σερφάρω” κι εγώ σε αυτό. Μέσα σε μια μέρα είχα τόσες αιτήσεις “φιλίας”, όσες δεν απέκτησα ποτέ στην πραγματική ζωή μου και από άτομα που ουδέποτε γνώρισα και πιθανόν να μην το κάνω ποτέ. Άλλο βίτσιο κι αυτό, το ποιος έχει περισσότερους facebookόφιλους.

Άρχισα κι εγώ λοιπόν να μπαίνω στο τρυπάκι της παρακολούθησης της ζωής των άλλων και βέβαια της αναζήτησης παλιών γνωστών. Ε, και εννοείται να αναζητώ ποιους άλλους;…τους Πρώην! (Όσοι δεν το έχετε κάνει, καλύτερα να μην το κάνετε!!!)

Είχα έναν ΜΕΓΑΛΟ έρωτα. Το μεγαλύτερο ΠΑΘΟΣ κι όλα εκείνα τα άρλεκιν στοιχεία που πάνε πακέτο. Και όπως κάθε Άρλεκιν, έληξε με πολύ κινηματογραφικό τρόπο. Είχαν περάσει από τότε 8 χρόνια και δεν ξαναβρεθήκαμε ποτέ, ούτε έμαθα ποτέ νέα του. Βασικά με κανέναν από τους πρώην δεν έχω επαφές, μα ούτε τους πετυχαίνω ΠΟΥΘΕΝΑ, σε σημείο που φίλοι λένε πως τους θάβω στον κήπο, όταν εκείνοι όλο και κάποιον ανεπιθύμητο θα πετύχουν, τις πιο ακατάλληλές στιγμές. Έτσι πληκτρολόγησα το όνομα του στον χώρο αναζήτησης και μετά από λίγο να το profile του.

Αυτός ήταν! Αναγνώρισα τη φωτογραφία του profile. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει γρήγορα, λες και τον πέτυχα ξαφνικά εν ζωή και άρχισα να ψαχουλεύω τα άλμπουμ φωτογραφιών του. Πρώτη σκέψη: Μαλάκα άλλαξε. Δεύτερη σκέψη: Ρε συ “έσπασε”, καθότι είχαμε μια διαφορά ηλικίας όταν τα χαμε και γώ ήμουν ακόμα πιτσιρίκι. Τρίτη σκέψη: Αυτό τώρα τι είναι;, καθώς διάβαζα και κλίκαρα τον τίτλο ενός φωτογραφικού άλμπουμ με  την αναγραφή: “My Greek Wedding”!!! Τέταρτη σκέψη: ΠΛΑΚΑ ΜΟΥ ΚΑΝΕΤΕ; Τι να σκεφτώ που είχε μπλοκάρει το μυαλό μου, κόντεψα να καταπιώ τη γόπα του τσιγάρου και να κάνω γαργάρα την κάφτρα όταν είδα τον πρώην γκόμενο στα σκαλιά της εκκλησία να περιμένει τη ΝΥΦΗ; Και νύφη με τα όλα της. Λευκό νυφικό, πιο άσπρο δεν γινόταν, μαλλί κομμωτηρίου, ξανθό κι όλας, να ανεβαίνει τη σκάλα για να πάρει την ανθοδέσμη από τον λεγάμενο! Και να η φωτογραφία με τον κουμπάρο, ( εδώ την αμαρτία μου θα την πω, καθώς σκεφτόμουν το κουμπάρο με κουμπάρο), να και τα πρώην “πεθερικά” μου, που με γνωρίσανε σα το κολλητό του κανακάρη τους, παρά τη διαφορά ηλικίας που είχαμε, μια χαρά “κρατιόταν” η πεθερά μου που με είχε στη μπούκα γιατί κάτι είχε ψιλιαστεί. Κι εκεί που έφαγα την πρώτη ψυχρολουσία κάνω μια έτσι στον “Τοίχο” και τι να δω; …..ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΚΑΙ…ΜΠΑΜΠΑΣ!!! Να από κάτω τα σχόλια και τα συγχαρητήρια για την κόρη.

Ε, σας ρωτάω τώρα, Εσείς πως θα νοιώθατε; Που μάλλον μόνο γυναίκες μπορούν να το απαντήσουν αυτό.

Που μου ήρθε αναλαμπή ΟΛΗ η διαδρομή της σχέσης μας, το τέλος που είχαμε, και οι επόμενες μου σχέσεις. Που πατάω τα τριάντα ένα (προτιμώ να το βλέπω περιφραστικά παρά σα νούμερο), έχοντας κάνει την μια αποτυχημένη σχέση μετά την άλλη, που έχω πάρει τη μισή Αθήνα από 25 – 40, που πηγαίνω από τη μια δουλειά στην άλλη και ζω με το σκύλο μου. Ξαφνικά ένοιωσα σα απελπισμένη τριαντάρα γεροντοκόρη που κλαίγεται σκεφτόμενη: Εγώ πότε θα γίνω μάνα!!!

Έτσι πήρα τηλέφωνο μια φίλη, επίσης στα πρώτα άντα και πήγαμε σε ένα μαγαζί που έχει ανοίξει ένας ΠΡΩΗΝ της, για ξεφτέ και για την τύχη μας ήταν εκεί… η ΓΥΝΑΙΚΑ του. Φάγαμε λοιπόν κι εμείς, ήπιαμε και περάσαμε το υπόλοιπο βράδυ “θάβοντας” την ΤΣΟΥΛΑΡΑ, το ΜΠΑΖΟ, την ΑΝΟΡΓΑΣΜΙΚΙΑ, που παντρεμένη γυναίκα και δεν κάθεται ΣΠΙΤΙ της.


Υ.Γ. Έχοντας διακωμωδήσει το όλο περιστατικό μέσα μου, απλά του εύχομαι να έχει κατασταλάξει σε αυτό που τον κάνει ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ευτυχισμένο, για να μην δυστυχήσει ούτε ο ίδιος, ούτε οι γύρω του. Και πραγματικά έχει κάνει μια πολύ όμορφη οικογένεια. Να ζήσετε Σ.

Κυριακή, 28 Ιουνίου 2009

Γλυκά του Κουταλιού


Η γεύση, σε συνδυασμό με την όσφρηση, είναι ίσως οι πιο δυνατές αισθήσεις. Αισθήσεις που γεννούν αναμνήσεις, συναισθήματα, χαμόγελο και δάκρυα. Αλήθεια πόσες φορές δεν δακρύσατε μυρίζοντας το ξεθωριασμένο άρωμα κάποιου που αγαπήσατε σε κάποιο ξεχασμένο ρούχο; Ή πόσες φορές, αν δεν το είπατε, αλλά σκεφτήκατε : Δεν είναι σαν της μάνας, γυναίκας, γιαγιάς, όταν φάγατε κεφτεδάκια σε ένα ξένο σπίτι; Αναμνήσεις που άλλες είναι ωραίες να τις θυμάσαι, άλλοτε όχι και κάποιες φορές, απλά έχεις μια ρομαντική διάθεση και θες να τις αναπολείς.

Από τις πιο όμορφες αναμνήσεις μου, ήταν όταν πήγαινα στο σπίτι της γιαγιάς μου. Πάντα πλανόταν η γλυκερή μυρωδιά της λεβάντας, για το σκώρο το καλοκαίρι και μια αμυδρή αίσθηση του ξυδιού στην κουζίνα, για της μυρωδιές, όπως έλεγε. Μα πιο πολύ χαιρόμουν τα κεράσματα της. «Τι να σε φιλέψω;», έλεγε και άνοιγε τα βαζάκια στην κουζίνα με τα διάφορα γλυκά του κουταλιού, γνώση, τέχνη και παράδοση που κληροδοτήθηκε από τη δική της μάνα, θεία, γιαγιά. Κάθε εποχή είχε το γλυκό του. Μελιτζανάκι την άνοιξή, πορτοκάλι και νερατζάκι το χειμώνα, σταφύλι το φθινόπωρο και βέβαια βύσσινο το καλοκαίρι. Μου βαζε ένα μεγάλο κουτάλι βύσσινο, βυθισμένο σε ένα ποτήρι κρύο νερό, ένα χάδι και ένα φιλί στο κεφάλι, κάνοντας με να νοιώθω το πιο ευτυχισμένο πλάσμα  του κόσμου.

Περίεργο με τι πράγματα είμαστε ευτυχισμένοι μικροί.

Ίσως αυτή η ανάμνηση της ευτυχίας, να ήταν ο λόγος που λαχτάρησα, ένα γλυκό βύσσινο. Ευτυχία, φυλαγμένη σε ανάμνηση, στον πάτο ενός ποτηριού. Θα μου πείτε, εύκολο είναι. Πας στο super market, παίρνεις μισό κιλό γλυκό βύσσινο και ντερλικώνεις. Όμως, δεν θα είναι όπως αυτό που έτρωγα μικρός, καθισμένος στην καρέκλα της τραπεζαρίας, κουνώντας χαρούμενος τα πόδια μου, μια και δεν έφταναν στο πάτωμα.

«Το βύσσινο, πρέπει να το αφήσεις να σταθεί ένα φεγγάρι για να πετύχει. Δεν θέλει τσιγγουνιά στη ζάχαρη, γιατί δε θα δέσει, ούτε πολύ γιατί  πικρίζει. Είναι σαν την αγάπη. Ούτε λίγο, για να την νοιώσεις, ούτε πολύ, για να μην ξελιγώσεις τον άλλον.

Ένα κιλό βύσσινο, θέλει ένα κιλό ζάχαρη και ένα φλυτζάνι ακόμα, για τις πίκρες της ζωής. Τα κουκούτσια βγάλτα ένα – ένα, σα τα αγκάθια στην ψυχή σου, μην τα πετάξεις όμως, όλα χρήσιμα είναι. Ξέπλυνε τα με νερό και κράτα ένα ποτήρι, για να βράσει το γλυκό, σα τη σοφία στο πέρασμα του χρόνου. Και στρώσε, σε κατσαρόλα βαθιά, όπως η καρτερικότητα, γιατί φουντώνει σα το θυμό το γλυκό, και  θα χυθεί απέξω, μια στρώση βύσσινο, μια ζάχαρη, για να μελώσει, όπως η ζωή που θέλει απ’ όλα για να χει γλύκα. Και όταν το βράσεις, θέλει φωτιά δυνατή, όμως έχε το νου σου, να το ξαφρίζεις, όπως το γάμο, ειδάλλως θα σου σβωλιάσει η ζάχαρη και θέλει ξανά μανά βράσιμο, αλλά άπαξ και δεν δέσει με την πρώτη το γλυκό, καλύτερα πέτα το και μην το πεις της πεθεράς. Κι όσο το αφήνεις να κρυώσει, μην το σκεπάζεις, άφηνε το ανοιχτό, σαν την καρδιά σου, για να μην στάξει πάλι μέσα, σα τις θλίψεις.

Στο μουσαφίρι και στον ξένο. Στον επισκέπτη, στον κουρασμένο ταξιδιώτη, τάταρε τον αυτό που φτιαξες κι ας μην έχει τίποτα άλλο το φτωχό, το σπίτι, όμως  στην κουταλιά που του δωκες, έχει όλη την αγάπη που βαλες.»

Αυτά τα λόγια, τριβέλιζαν το νου μου, όσην ώρα ξεκουκούτσιαζα τα βύσσινα. Βαρετή δουλειά ετούτη, για αυτό την κάνανε παρέα παλιά οι γυναίκες. Τώρα πια όμως, ποιος κάθεται να φτιάχνει γλυκά του κουταλιού και ποιος τρώει; Πάει περάσανε αυτά. Ακόμα και με το να τα αναπολώ, νοιώθω συχνά γραφικός. Όμως τώρα το σπίτι μου μυρίζει βύσσινο και ζάχαρη κι εγώ νοιώθω μια γαλήνη στην καρδιά μου, που την είχα ανάγκη.

Να σας τατάρω ένα γλυκό του κουταλιού;


(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο free press All about Oia)

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2009

Λούμπεν


 Κάθε χρόνο, λίγο πριν εκπνεύσουν οι γιορτές παθαίνω μια οργανωτική παράκρουση. Όλα τα πρέπει αρχίζουν και με κατακλύζουν, συνειδητά και ασυνείδητα, με αποτέλεσμα ένα φοβερό άγχος και ένας πυρετώδης προγραμματισμός βασισμένος σε απόλυτα έλλογους προγραμματισμούς για το τι πρέπει να κάνω τη χρονιά που έρχεται, πότε, μέχρι πότε και πως. Συνήθως κάνοντας έναν απολογισμό των περασμένων ετών, εκπληρώνω τα περισσότερα, έτσι λοιπόν λίγο πριν αλλάξει ο χρόνος και μπει το 2009, ήμουν γεμάτος αυτοπεποίθηση πως το κατεβατό που είχα γράψει και συντάξει με όλα τα πρέπει και στόχους για το χρόνο αυτό, θα εκπληρωνόταν πάση θυσία. Και όλα αυτά γιατί όπως λένε και κάποιοι φίλοι και γνωστοί, είμαι σε μια ΗΛΙΚΙΑ όπου πρέπει να ΣΟΒΑΡΕΥΤΩ, να έχω στόχους και να τους εκπληρώνω.

Η αλήθεια είναι ότι κλείνοντας τα τριάντα μου, συνειδητοποιώ κάποιες αλλαγές, όσον αφορά τον τρόπο σκέψης και λειτουργίας μου, περισσότερο όμως νοιώθω πως πρέπει να φορέσω αυτή την ταμπέλα ευθυνών που φέρει και η ηλικία, η οποία κατά πολλούς θεωρείται η πιο δημιουργική περίοδος στη ζωή ενός άντρα. Είναι σα να πηγαίνεις σε ένα χώρο όπου πρέπει και όλοι φοράνε κουστούμι ενώ εσύ θες να είσαι με τη φόρμα και τα σπορτεξ. Από τη μια νοιώθεις καταπιεσμένος με αυτή την επιβολή και από την άλλη, εάν δεν συμμορφωθείς νοιώθεις και παράταιρος μέσα σε όλο αυτό το σύνολο. Έτσι λοιπόν είπα φέτος να συμμορφωθώ.

Το ξημέρωμα της παραμονής  Πρωτοχρονιάς λοιπόν γυρίζοντας    στις 3 το πρωί από τη δουλειά, το αυτοκινητάκι μου με πρόδωσε και έμεινε στη μέση της Εθνικής, στο ύψος της Φιλαδέλφειας. Προσπαθώντας να καλέσω ταξι, για να γυρίσω σπίτι διαπιστώνω ότι δεν είχα λεφτά στο πορτοφόλι και περπάτησα μέχρι τις κατοικημένες περιοχές για να βρω ένα ΑΤΜ να σηκώσω λεφτά. Μετά από μισή ώρα δρόμο βρίσκω ένα αναθεματισμένο μηχάνημα και βάζοντας την κάρτα μέσα το μηχάνημα έπαψε να λειτουργεί και μου κράτησε και την κάρτα. Έμεινα λοιπόν και χωρίς αμάξι και χωρίς λεφτά, διότι έχω ως αρχή να μην κρατάω και χρήματα μέσα στο σπίτι. Η ώρα ήταν προχωρημένη και περήφανος όπως είμαι δεν καταδέχτηκα να καλέσω κανέναν να έρθει να με περιμαζέψει, αναγκασμένος να ακούω και την γκρίνια που τους σήκωσα μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα. Πήρα των οματιών μου λοιπόν και ξεκίνησα με τα πόδια για το σπίτι καταφέρνοντας να φτάσω σώος και αβλαβής, γλιτώνοντας από διερχόμενα αυτοκίνητα και νταλίκες στις 6:30 το πρωί. Ωραία με αποχαιρετά η χρονιά λέω από μέσα μου.

Την ίδια μέρα τώρα, την ώρα που έπρεπε να πάω για δουλειά διαπιστώνω πως είχα λεφτά για ένα ολόκληρο εισιτήριο λεωφορείου  και μισό πακέτο τσιγάρα. Shit. Δεν με ένοιαζε που είχα μείνει ταπί και ψύχραιμος, αλλά ότι έπρεπε να μπω στα αστικά μέσα και να υποστώ μια διαδρομή 2 ωρών για να φτάσω στον προορισμό μου. Άντε το Μετρό, τρώγεται, είναι γρήγορο, καθαρό και βλέπεις που και που κάνα τυπά να ξεκουράσεις τα μάτια σου. Αλλά το λεωφορείο; Και ακόμα χειρότερα το τρένο; Με τον κάθε βρωμιάρη δίπλα να ζέχνει, το κάθε πιτσιρίκι που κάνει φασαρία, τον κάθε έναν που ανεβαίνει πάνω και λέει το ποιηματάκι για ελεημοσύνη και το χειρότερο, την κάθε Κατίνα που φωνάζει ότι δεν της παραχωρείς τη θέση για να κάτσει; Ξέρεις εσύ κυρά μου πόσες ώρες έχω δουλέψει κι αν μπορώ να πάρω τα πόδια μου για να μου στρογγυλοκάτσεις εσύ που βγήκες για ψώνια;

Μέχρι και σήμερα δεν αξιώθηκα να φτιάξω ή να πάρω άλλο αμάξι. Δεν ξέρω για πόσο καιρό θα πρέπει να μετακινούμαι με τα Μ.Μ.Μ. ,όμως αυτό που έμαθα είναι πως όταν κάνεις σχέδια ο θεός βάζει τα γέλια. Προσαρμόστηκα στην πραγματικότητα και έμαθα να διασκεδάζω τη διαδρομή χαζεύοντας όλους όσους μετακινούνται όπως εγώ, κουβαλώντας τα άγχη και τα κόμπλεξ τους σε κάθε μέσο. Φοράω τα ακουστικά μου και ταξιδεύω στο υπερπέραν για να καταλήξω στο μεγαλύτερο ΠΡΕΠΕΙ της χρονιάς αυτής. Να παίρνω τη ζωή πιο ανάλαφρα, παύοντας να είμαι τόσο σοβαρός όσο μου επιβάλλεται. Στην τελική, μετά από τόσα χρόνια προγραμματισμού οφείλω στον εαυτό μου μια χρονιά λούμπεν και να ζήσω την εφηβεία που δεν έζησα. 

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2009

Μα που πήγαν οι Άντρες;


Μόλις σηκώθηκα από το κρεβάτι και πίνω ένα δυνατό φραπέ για να ανοίξουν και τα δυο μου μάτια, γιατί σηκώθηκα με ένα ανοιχτό από τον πονοκέφαλο και έψαχνα απελπισμένα για ένα παυσίπονο. Έτσι την πατάω κάθε φορά μετά από Σαββατόβραδο, πίνοντας μπόμπες, που μια φορά είχα καταπιεί λάθος χάπι και αντί να μου περάσει ο πονοκέφαλος, ήμουν όλη μέρα στην τουαλέτα αφού κατάπια το χαπάκι αποπαρασίτωσης του σκύλου.

Είμαι τριάντα χρονών, fuck ακόμα μου ηχεί περίεργα στα αυτιά, gay, εκτός gay σκηνής, όπως λένε, δεν έχω gay φίλους, πέρα από έναν που τον έχω προίκα, και δεν βγαίνω σε gay μαγαζιά. Ως ένδοξο party animal, έβγαινα συχνά παλιότερα, έχοντας χτίσει όλο το Γκάζι, την εποχή που άνοιγαν ένα – ένα τα gay μαγαζιά και οι str8 ερχόντουσαν γιατί περνούσαν καλύτερα σε αυτά. Όταν όμως άλλαξε το κλίμα και τα μαγαζιά γίνανε αστεροσκοπείο διότι όλοι οι θαμώνες κοιτάζουν τα άστρα, αντί να κοιτάνε αλλήλους, έπαψε να έχει ενδιαφέρον η gay διασκέδαση που λένε και πλέον, όταν θα βγω, προτιμώ dance stage, όπου τουλάχιστον ακόμα ο κόσμος διασκεδάζει, αφού δεν κάνει πια καμάκι.

Έτσι εχθές σκάει τηλεφώνημα από τον gay φίλο προίκα, να πάω μαζί του και τον δεσμό του, σε ένα σχετικά καινούργιο gay μαγαζί στο Μοναστηράκι και με τα πολλά με πείσανε, περισσότερο από περιέργεια για να δω τι παίζει μια και είχα αποχωρήσει από καιρό, από αυτό το κομμάτι διασκέδασης. Ομολογώ ότι το μπαράκι ήταν συμπαθέστατο, παρά το μικρό του μέγεθος και θύμιζε μαγαζί, παλιότερης εποχής όπου μπορούσες να μιλήσεις με κάποιον, κάτι το οποίο βέβαια πλέον, δεν ξέρω γιατί, έχει κοπεί μαχαίρι πια. Άρχισα κι εγώ να πίνω και άμα αρχίσω, δεν σταματάω, ώσπου αποφασίζουμε να πάμε σε ένα gay club στο Γκάζι και μάλιστα το μεγαλύτερο που υπάρχει. Περπατώντας στο Στρουμφοχωριό όμως ο δεσμός του φίλου μου, είχε το άγχος μην τρακάρει τον αδελφό του, μια και τον είχε πετύχει δυο φορές σε σχετικά μαγαζιά, αν και εγώ στη θέση του άμα πετύχαινα τον αδελφό μου σε gay μαγαζί, κάθε άλλο παρά θα φοβόμουν μην με πάρει χαμπάρι ότι είμαι gay, αλλά κάθε ένας με τα κολλήματα του.

Φτάνουμε λοιπόν στο μαγαζί, ίδιο και απαράλλαχτο όπως πριν δυο χρόνια που πήγα για τελευταία φορά, μπαίνουμε μέσα και…SHIT!!!

Στην είσοδο είχε την χαρακτηριστική επιγραφή: Απαγορεύεται η είσοδος σε κάτω των 18 ετών. Θα έπρεπε να υπάρχει η επιγραφή: Απαγορεύεται η είδοδος σε πάνω από 23 ετών. Η χαρά του τεκνατζή η ίδια. Αφού πέρασα το πρώτο σοκ, όπου ένοιωθα λες και βγήκα από το ΚΑΠΗ και ξέχασα το Π μου στο αυτοκίνητο, δεν το βαλα κάτω και είπα θα διασκεδάσω, τουλάχιστον με την παρέα μου, που ο φίλος μου είχε βαλθεί, να με αποκαταστήσει ντε και καλά το ίδιο βράδυ. Τελικά η ελληνική κοινωνία αλλάζει, αν κρίνω από την τόση πιτσιρικαρία που ξεφωνάζεται πάνω στα stage και τα Bar, κι ύστερα λένε για την καταπίεση των gay. Ποια καταπίεση αφού πλέον μπορούμε να μιλάμε για τη νέα γενιά των gay που πλέον είναι μαζική παραγωγή. Δυστυχώς, για την τύχη μου, κάτι μάλλον δεν πρέπει να πήγε καλά με την παρτίδα, γιατί ΟΛΟΙ, μα ΟΛΟΙ (;), ήταν στα πρόθυρα αλλαγής φίλου, χωρισμένες σε Βισσηκές και Βανδικές. Τέτοιο νάζι και σκέρτσο δεν είδα ούτε στα Playmate 2000 που δούλευα back stage. Το φρύδι βγαλμένο, το make up σύννεφο, η αποτρίχωση μόλις πριν την έξοδο και να σου να κουνιούνται σα τις βάρκες στο γυαλό, μιμούμενοι την Demi Moore στο Striptease, ημίγυμνοι, αναζητώντας την αποδοχή, διότι το ψώνιο και η φιλαρέσκεια του gay, είναι διαχρονικές αξίες.

Ε, αφού πήρα απόφαση, ότι ακόμα και σήμερα που αποφάσισα να βγω, θα κοιμηθώ πάλι με το σκύλο μου, πρώτον για είμαι gay, άρα γουστάρω τους Άντρες και δεύτερον έχω πάψει να παίζω με τον John John, εδώ και πολλά χρόνια, είπα να διασκεδάσω λοιπόν με την παρέα μου, θυμούμενοι τις παλιές μας δόξες. Όλα καλά, μια και αρχίσαμε τις τεκίλες και τα σφηνάκια μέχρι που βλέπω ένα τεκνό να με σταμπάρει. Ώπα λέω, σα τη μύγα μέσα στο γάλα είναι. Σώμα φέτες, γένια δυο ημερών, μελαχρινός, ο τύπος που λες: τον θέλω για πατέρα των παιδιών μου. Μα δεν προλαβαίνω να χαρώ ο καψερός και να τος με πλησιάζει κουνάμενη συνάμενη να μου ζητήσει τον αναπτήρα σα τη Jessica Rabbit. Φτού!!! Γαμώτο!!! Του (της), δίνω τον αναπτήρα, ειλικρινά δεν ξέρω τι άρθρο να χρησιμοποιήσω, ενώ μέσα μου σκεφτόμουν να τον λούσω με πετρέλαιο και να τον κάνω προσάναμμα, έχοντας χώσει και τον αναπτήρα στον κώλο του. Το νέο πρότυπο του gay άντρα λοιπόν, κορμί φέτες, γενάκι, αποτρίχωση, φωνή που σπάει και χεράκι τσαγιερό. Τελικά θα αναφωνήσω κι εγώ όπως οι περισσότερες γυναίκες της εποχής: Μα που πήγαν οι Άντρες;

Μετά από αυτή την ήττα λοιπόν, την υπόλοιπη βραδιά την πέρασα με τον Jose (Cuervo), να χορεύω old school Rn B, διότι ο νέος είναι ωραίος, αλλά ο παλιός είναι αλλιώς.

Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2009

Το Μιστί, το Πυλοφόρι


 Υπάρχει μια πάγια αντίληψη σχετικά με τους gay, όσον αφορά τις δραστηριότητες, τα επαγγέλματα και τα hobby τους. Αλήθεια όταν ακούτε τη λέξη ή μαθαίνετε ότι κάποιος είναι gay, δεν πάει ο νους σας σε: κομμωτήριο, μόδα, γυμναστήριο, αποτρίχωση, μανικιούρ- πεντικιούρ; Κάτι σαν τον Παράβα στις παλιές ελληνικές ταινίες; Ακόμα κι εγώ δυσκολεύομαι να το συνδυάσω συνειρμικά με κάτι άλλο, όπως: μπετατζής, μηχανικός αυτοκινήτων, υδραυλικός, ποδόσφαιρο. Μάλλον, όχι, το τελευταίο μια χαρά το συνδυάζω, ξεκινώντας από έναν παίχτη και καταλήγω μέχρι τον τερματοφύλακα της αντίπαλης ομάδας, …αλλά δεν αναφέρομαι σε ΤΕΤΟΙΟΥ είδους συνειρμούς.

Μιλάω για δραστηριότητες και επαγγέλματα. Όπως σοβαντίσματα, μπετά, ξυλουργική και κάθε είδους χειρονακτική εργασία όπου πρέπει να γίνεσαι από πάνω μέχρι κάτω μέσα στη μπίχλα, τα χέρια σου γεμίζουν ρόζους και τα νύχια αν τα δει μανικιουρίστρια θα φρίξει. Προσωπικά, δεν έχω γνωρίσει ούτε ΕΝΑΝ gay που να ασχολείται με κάτι τέτοιο, όχι μονάχα επαγγελματικά αλλά και ερασιτεχνικά. Δε νομίζω μεταξύ του κύκλου, αντί να πούνε: «Πάμε την Κυριακή στο Γκάζι;», να πουν: «Έρχεσαι να χτίσουμε την μάντρα στον κήπο;», ή «Κάνω κάτι μερεμέτια, έρχεσαι να βάλεις ένα χέρι;» και να εννοούν όντως χέρι βοηθείας.

Όταν ήμουν παιδί, ο πατέρας μου, κλασσικός Ελληνάρας, είχε όπως όλοι το τρίπτυχο των απαγορεύσεων : Κλέφτης, Κομμουνιστής και Πούστης. Για το πρώτο, ευτυχώς δεν κατέληξα, το δεύτερο το πέρασα ξώφαλτσα, κι αυτό όχι από πολιτική πεποίθηση, αλλά γιατί οι “σύντροφοι”, ήταν κάτι θεότεκνα. Τώρα σχετικά με το τρίτο, ε, τι να πώ πέρα από: Sorry μπαμπά!.

Έτσι όταν ήμουν παιδί, στις διακοπές, ο πατέρας μου με έστρωνε κανονικότατα στη δουλειά, για να γίνω Άντρας! Να σε κάτι συνεργεία εγώ μέσα στα λάδια και να τρίβομαι μετά με τις ώρες να φύγουν οι μαυρίλες, να κάτι κάλους στα χέρια από τον γκασμά και να πασαλείβομαι με κρέμα χεριών και αμέτρητα σκαλοπάτια να ανεβοκατεβαίνω στις οικοδομές φτιάχνοντας και κουβαλώντας λάσπη, διότι καλά το πιάνο, τα γαλλικά και το μπαλέτο, αλλά… «η δουλειά κάνει τον Άντρα, το μιστρί, το πυλοφόρι…». Βέβαια προς μεγάλη του απογοήτευση, παρά την ομοιοπαθητική που εφάρμοσε, εγώ δεν του βγήκα ο άντρας που ήθελε. Τι να κάνουμε τώρα; Αν και για να λέμε του στραβού το δίκαιο, δεν ξέρω καν str8 της ηλικίας μου να ασχολούνται με τέτοια. Τέλοσπάντων.

Δεν ξέρω αν φταίει η εκπαίδευση που είχα περάσει ή αν απλά το έχω μέσα μου, αν και θυμάμαι πως από παιδί ήμουν μαμούνι, αλλά έχω μια τάση να φτιάχνω, επιδιορθώνω και να κατασκευάζω πράγματα. Πράγματα από χρηστικά μέχρι όμορφα, κατ’ εμέ και γενικότερα να δουλεύω με τα χέρια μου. Έτσι φτιάχνω από πλεκτές βραδινές τσάντες (δεν τις χρησιμοποιώ, τις κάνω δώρο σε φίλες, οκ;)  μέχρι τραπέζι και μάντρες (καλούπωμα δικό μου, έτσι;) Όταν λοιπόν επέστρεψα από τη Μύκονο, είπα να καθίσω λίγο μέχρι να αρχίσω να ψάχνω για δουλειά και επειδή δεν έχω συνηθίσει να κάθομαι και να ξύνομαι, είπα να ασχοληθώ με το σπίτι μου και όλα εκείνα που ήθελα από καιρό να κάνω αλλά δεν είχα τον χρόνο.

Ξεκίνησα λοιπόν με σοβαντίσματα και βαψίματα, γιατί μου αρέσει το χρώμα στο χώρο μου, επεκτάθηκα στην κηπουρική και τα ζαρζαβατικά, έπιασα μετά ξυλουργική, φτιάχνοντας τα κομοδίνα που μου λείπανε και κατέληξα στην κουνιστή καρέκλα που μου χάρισε μια φίλη, όταν μετακόμισα στο σπίτι αυτό πέρισυ.

Ανέκαθεν είχα μια λατρεία με τις κουνιστές καρέκλες. Όποτε τις έβλεπα, ένοιωθα γαλήνη. Ίσως γιατί το συνδυάζω με την ηρεμία των γηρατειών, όπου η γνώση και η σοφία της ζωής σε έχει μάθει απλά να απολαμβάνεις τις στιγμές. Είχα λοιπόν σκοπό κάποια στιγμή να αγοράσω μια, αν και δεν φτιάχνονται πια τέτοιου είδους καρέκλες. Όλο ξύλο, δουλεμένο στο χέρι, χωρίς ούτε μια βίδα επάνω. Μπορείτε λοιπόν να φανταστείτε πως όταν μου τη χάρισε η φίλη μου, πέταγα από την χαρά μου. Εκείνη ήθελε απλά να την ξεφορτωθεί, γιατί της έπιανε χώρο, αν και αυτή η καρέκλα έχει ηλικία όσο κι εκείνη αφού την πήρε η μητέρα της όταν γεννήθηκε για να την κοιμίζει, γεγονός που το έκανε για μένα ακόμα πιο σημαντικό. Λατρεύω τα  retro και τα αντικείμενα με ιστορία, όχι αντίκα, αλλά που απλά κουβαλούν μια ιστορία.

Ένα αντικείμενο όμως τόσο παλιό, κουβαλάει πάνω του και τη φθορά του χρόνου, συν δυο κακοβαμμένα χρώματα με αποκορύφωμα ένα λαχανί, που θεωρώ ότι αδικεί το ίδιο το αντικείμενο. Έτσι αποφάσισα να την επιδιορθώσω και να αναδείξω την ομορφιά της, έτσι όπως βλέπω εγώ μια κουνιστή καρέκλα. Χρειάστηκαν δέκα μέρες μέχρι να την τελειώσω. Σακάτεψα τα χέρια μου από το τρίψιμο, τα μάτια μου γέμισαν πριονίδι, τα νύχια μου γέμισαν βερνίκια, όμως όταν τράβηξα την τελευταία πινελιά, ένοιωσα απίστευτη ικανοποίηση.

Είναι γεγονός πως το να ολοκληρώνεις μια εργασία, να φτιάχνεις κάτι με τα χέρια σου, να βλέπεις το αποτέλεσμα του έργου σου, όπως κι αν είναι αυτό, αρκεί που είναι δικό σου, το αίσθημα της ολοκλήρωσης είναι υπέροχο. Ίσως για αυτό οι γυναίκες παλιότερα πλέκανε φτιάχνοντας ολόκληρη προίκα. Δεν ήταν μόνο η ανάγκη των αντικειμένων αυτό που τους ωθούσε, αλλά το συναίσθημα της αξίας τους που είχαν ανάγκη, μέσα στην μονοτονία της καθημερινότητας. Ίσως πάλι για αυτό  δεν φτιάχνουμε πια τίποτα, απλά γιατί αναζητάμε την ολοκλήρωση μας μέσα από τον καταναλωτισμό και έξω από μας. Πάλι, μπορεί να λέω και μαλακίες.

Όπως και να έχει περιμένω πως και πώς να στεγνώσει το βερνίκι για να κάτσω στην καρέκλα ΜΟΥ,  πίνοντας μαργαρίτα στην βεράντα και ίσως όταν η φίλη μου κάνει το δικό της μωρό, να της την χαρίσω για να το κοιμίζει με τη σειρά της.

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2009

Η ανθρωπιά στα υπόγεια δωμάτια


Μια εταιρία που απασχολεί πάνω από δεκαπέντε άτομα, είναι μια μικρογραφία της κοινωνίας. Υπάρχουν οι μέτοχοι, τα υψηλόβαθμα στελέχη, τα διοικητικά στελέχη, οι υπάλληλοι και οι εργάτες. Κάπως έτσι δεν είναι και η κοινωνία μας;

Στο ξενοδοχείο που δούλευα μέχρι πρότινος λοιπόν, υπήρχαν οι ιδιοκτήτες, που παράλληλα ήταν και υψηλόβαθμα στελέχη, οι διοικητικοί υπάλληλοι, που έμεναν και έκαναν παρέα με τους αντίστοιχους τους, μένοντας σε μεγάλα δωμάτια κοντά στην παραλία, οι σερβιτόροι, που έμεναν σε άλλο συγκρότημα και οι εργάτες, καθαρίστριες, λαντζέρηδες, που έμεναν σε κάτι ανήλιαγα υπόγεια. Αυτές οι “τάξεις”, δεν εμπλέκονταν ποτέ μεταξύ τους, όχι μόνο εργασιακά αλλά και κοινωνικά. Η υπάλληλος στον front office μπορεί να πει στην καμαριέρα-καθαρίστρια, «έλα καθάρισε», αλλά η καμαριέρα τι να της πει;

Όμως επειδή προσωπικά παίζω τόμπολα σε όλες τις “τάξεις” και επειδή ως Chef, καθορίζω το φαγητό προσωπικού, είχα τη δυνατότητα να τους γνωρίσω όλους και εννοείται να με γνωρίσουν όλοι, διότι όπως έλεγε η σχωρεμένη η γιαγιά μου, θεά η τύπισσα: «Στο φαϊ και στο σικίσι κανένας δεν λείπει.»

Την ημέρα λοιπόν που παραιτήθηκα, με παίρνει τηλέφωνο μια καμαριέρα που είχε σχολάσει και με προσκαλεί για μπύρα στα δωμάτια που έμενε, μαζί με άλλους του τμήματος house keeping και λαντζέρηδες. Αποδέχτηκα με χαρά την πρόσκληση γιατί πέρα από το ότι είναι πολύ ευχάριστη και καπάτσα, δεν είχα καμιά όρεξη να βρεθώ με ψωνισμένα πουτανάκια στη Χώρα που με κάλεσαν. Ακολουθώντας τις οδηγίες της έφτασα σε ένα όμορφο συγκρότημα δωματίων και πριν προλάβω να σκεφτώ πως ήταν πολύ καλύτερο από αυτό που έμενα εγώ, εμφανίζεται η καμαριέρα με τον λαντζέρη για να με οδηγήσουν στα δωμάτια τους, στα ανήλιαγα υπόγεια του συγκροτήματος. Πριν καν με ρωτήσουν ο λαντζέρης, από Γεωργία, μου φέρνει μια μπύρα και η καμαριέρα-καθαρίστρια, από το Κορδελιό, με ρωτάει αν έχω φάει. Όλα αυτά με έκαναν να θυμηθώ την άφιξη μου στο ξενοδοχείο, όπου με υποδέχτηκε ο F&B γιός αφεντικού, ο οποίος δεν με ρώτησε αν θέλω να δειπνήσω, μια κι έφτασα αργά το βράδυ, ούτε καν αν θέλω να πιώ κάτι. Βέβαια για σπάσιμο, παρήγγειλα μόνος μου μια Kir Royal με φράουλα, και όταν ο σερβιτόρος κοίταξε ερωτηματικά τον F&B, εκείνος αναγκάστηκε να συγκατανεύσει για την άδεια.

Στην παρέα μας λοιπόν ήρθε αργότερα και μια άλλη καμαριέρα, από την Γεωργία, η Τατιάνα, φέρνοντας κονσέρβες με σαρδέλα,  για το μεζέ και μια μπουκάλα βότκα,    έτσι για να μην ξεχνιόμαστε, κάνοντας με να ντραπώ που πήγα μονάχα με δυο πακέτα κράκερς.

Πάντα πίστευα πως οι “μικροί” και αφανείς, είναι αυτοί που είναι πιο πολύτιμοι σε μια επιχείρηση. Διότι αν φύγει ένας Sales Manager, κουτσά στραβά το καλύπτεις το τμήμα διότι μια παπαριά θα την πεις στον πελάτη. Αλλά αν βουλώσει η χιέστρα, δεν έχω δει κανένα κουστουμαρισμένο στέλεχο    να μαζεύει σκατά. Επίσης λόγω του ότι κανένας δεν τους δίνει σημασία, έχουν τη δυνατότητα να ακούν και να δουν πάρα πολλά που ξεφεύγουν και σε συνδιασμό με τη δυνατότητα των καμαριέρων να μπαίνουν στα δωμάτια, καταλαβαίνετε ότι άκουσα πολλές πικάντικες ιστορίες για το ξενοδοχείο και τα αφεντικά, που μένουν στις σουϊτες.

Ως συνήθως όμως η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από το ξενοδοχείο και τη δουλειά, για την οποίαν πληρώνονται γύρω στα 850 euro, για εφτά μέρες εργασίας με τουλάχιστον δώδεκα ώρες την ημέρα, όπου οι υπερωρίες δεν καλύπτονται. Επίσης τα νόμιμα, περί μητρότητας κτλπ, δεν είναι μέσα στις απολαβές, συν τη μείωση μισθού συγκριτικά με πέρισυ, λόγω κρίσης. Άραγε, αν είσαι ανύπαντρη μάνα, τη βγάζεις δουλεύοντας στη Μύκονο, όπου σου παρέχεται μονάχα ένα πιάτο φαϊ της κακιάς ώρας με 850 euro;

Τον Μάιο που άνοιξε το ξενοδοχείο, άνθρωποι που ξενιτεύτηκαν από το πρώην ανατολικό μπλογκ, ήρθαν για δουλειά στο ξενοδοχείο, κάνοντας κάθε είδους αγγαρείες, προκειμένου να ανοίξει η επιχείρηση. Πόσα λεφτά λέτε να είχαν στις τσέπες τους, όταν το εισιτήριο για να έρθουν είναι γύρω στα 500 euro; Έτσι έμαθα πως η ανύπαντρη μητέρα από το Κορδελιό, αγόραζε τσιγάρα για τον Γεωργιανό λαντζέρη. Εκείνος με τη σειρά του φρόντιζε να της κρατάει καβάτζα το φαγητό της, μια και δεν προλάβαινε να φάει στη δουλειά και πολλές φορές που του έδινα κάτι στην κουζίνα το τύλιγε και το έφερνε σε κείνη.

Επίσης μια άλλη Γεωργιανή καθαρίστρια, δάνεισε στη μητέρα 150 euro για να στείλει για την κόρη της, που τη κρατούσε αυτούς τους μήνες η γιαγιά, γιατί όταν πήγε στη γυναίκα του αφεντικού, που εκτελεί χρέη οικονομικού διευθυντή,  να ζητήσει προκαταβολή τα 150euro, μέρος του παχυλού της μισθού, της απάντησε πως η εταιρία δεν έχει λεφτά, λόγω της κρίσης, κουνώντας το δεξί της χέρι, όπου φόραγε το Cartier. Την ίδια ατάκα βέβαια είπε σε όλους, την ημέρα καταβολής της μισθοδοσίας, όταν τους έδινε το μισό μισθό και το υπόλοιπό, «εντός του μήνα». Παρόλ’ αυτά πρέπει να είναι ευχαριστημένοι, πρέπει να εκτελούν τις υποχρεώσεις τους, τις προσταγές των αφεντικών και πάνω από όλα να δουλεύουν κάθε μέρα, χωρίς πληρωμή στις υπερωρίες.

Εμένα αυτοί οι άνθρωποι όμως προσφέρθηκαν να με φιλοξενήσουν στο δωμάτιο τους, μέχρι να δω τι θα κάνω, εφόσον έφυγα από το δωμάτιο που μου παρείχε το ξενοδοχείο. Με κέρασαν σουβλάκια στην παραλία γιατί παραιτήθηκα μια μέρα πριν τις πληρωμές και μπύρες για να ευφράνει η καρδιά μου, μαζί με αστείες ιστορίες δωματίων, σε σπαστά ελληνικά. Το βασικότερο, μου άνοιξαν τις καρδιές τους και είδα πως είναι όμορφες, όσες οι ευχές τους για καλή τύχη.

Για αυτό και μόνο για αυτό, άξιζε το ταξίδι μου στη Μύκονο για εργασία σε πεντάστερο και leading.

Σας ευχαριστώ από καρδιάς.

Τρίτη, 2 Ιουνίου 2009

Ένα Μπουρδέλο, Ο Νταβατζής, οι Πουτάνες, τι λείπει;


Στη δουλειά μου υπάρχουν πάρα πολλοί που πραγματικά καυλώνουν να ακούν την προσφώνηση “Chef”, σε σημείο μάλιστα που το επιβάλουν στους γύρω τους. Προσωπικά είχα ανέκαθεν χιεσμένους τους τίτλους, αντιθέτως θεωρώ πως η αναγνώριση δεν είναι στον τίτλο, αλλά στην επιβράβευση του πελάτη απέναντί σου για αυτό που του έφτιαξες. Επίσης είναι χαρακτηριστικό, λόγω του στρες, να υπάρχουν πάντα πολλά νεύρα σε μια κουζίνα όπως το γεγονός πως άντρες, γυναίκες που ασκούν το επάγγελμα, να είναι αθυρόστομοι. Τώρα, σε συνδυασμό με την ιδιοσυγκρασία μου καταλαβαίνετε ότι όταν ανοίγω το στόμα μου, πετάω μαργαριτάρια ώρες ώρες.

Φτάνοντας λοιπόν στη δουλειά σήμερα, βλέπω όλο το προσωπικό μαζεμένο στον προθάλαμο της κουζίνας και με το που τους βλέπω λεω “Ωχ!”

“Καλημέρα Chef”. Μου λέει μια μαγείρισσα.
 “Τι έγινε Ζωή”, τη ρωτάω
«Ε, πήγαινε μέσα και θα δεις.»

Σε αυτό το σημείο πρέπει να πω πως μόλις εχθές ολοκλήρωσα την οργάνωση της κουζίνας που περιλάμβανε τη λάτζα. Πράγμα που σημαίνει πως έπλυνα, οργάνωσα και έτριψα όλα τα πράγματα, ταξινόμησα κι έθεσα μια σειρά για την ομαλή λειτουργία της κουζίνας και του κεντρικού εστιατορίου, έτσι ώστε πέρασε όλο το ξενοδοχείο να χαζέψει με την καθαριότητα και την τάξη. Φεύγοντας λοιπόν εχθές το βράδυ άφησα μια κουζίνα που πραγματικά θα μπορούσα να δουλέψω, παρά τους περιορισμούς που έχει. Έλα όμως που σήμερα είχε διακοπή ρεύματος και νερού, με αποτέλεσμα να συναντήσω ένα χάος, κοινώς μπουρδέλο. Από τη μια ήθελα να βάλω τα κλάματα κι από την άλλη να βάλω τα γέλια ώσπου σκάει μύτη ο F&B γιος του αφεντικού εικοσιενός ετών κρυφή λούγκρα, ο οποίος αδιαφορόντας για το τι συμβαίνει απαιτεί να μάθει πόσο νερό καταναλώθηκε από την μπουκάλα πόσιμου νερού για να παρασκευαστεί το φαγητό προσωπικού (αρακας), διότι για σαράντα άτομα συν δέκα εργάτες δικαιούμαστε μονάχα οχτώ μπουκάλες νερού των δέκα λίτρων την ημέρα. Εκείνη τη στιγμή λοιπόν ακούω έναν εκπαιδευόμενο να με φωνάζει «Chef, τις πατάτες με τι νερό να τις καθαρίσω;», οπότε φωνάζω κι εγώ: «Επειδή εδώ μέσα είναι μπουρδέλο, φώναζε με Τσατσά καλύτερα.» και πήγα να αλλάξω.

Την επαγγελματική μου άποψη, ποτέ δεν την κράτησα κρυφή για τον οποιονδήποτε χώρο εργασίας. Πιστεύω ακράδαντα ότι από τη στιγμή που επι μονίμου βάσεως κρινόμαστε από την εκάστοτε εργοδότη, έχουμε το δικαίωμα να τον κρίνουμε κι εμείς. Έτσι ποτέ δεν ωραιοποίησα τα πράγματα κι ευθαρσώς έλεγα την άποψη μου για την έλλειψη οργάνωσης, την αταξία, την ασχετοσύνη του F&B και την έλλειψη ενδιαφέροντος για το προσωπικό που το επικέντρωνα στον ευτελισμό της έννοιας budget για το φαγητό προσωπικού. Κι επειδή η ρουφιανιά και η τσατσιά υπάρχει παντού, όλα αυτά μεταφέρονταν χαρτί και καλαμάρι στα αφεντικά.

Έτσι στην συνάντηση που θα είχα μαζί τους σχετικά με τα νέα menu που σχεδίασα και το ποια πιάτα θα ενέκρινε ο διαστημόβλαχος που ήθελε να βάλω σουβλάκι σε γαλλικό menu και να  το ονομάσω Souvlaki a la Greque, το οποίο meeting από τις 14:30 έγινε στις 18:30 επειδή κοιμόταν, άρχισε να προλογίζει για την οικονομική κρίση για να καταλήξει στο ότι δεν είναι ευχαριστημένος από την συνεργασία μας, ενώ αυτός υπήρξε εντάξει απέναντι μου. Άνοιξα κι εγώ το στόμα κι άρχισα ένα κατεβατό με πράγματα που είχα σημειωμένα στα οποία είχε αθετήσει το λόγο του και στα οποία  μια επιχείρηση αντί να είναι δομημένη εταιρία ήταν ένα επιτελείο που έπρεπε να εκπληρώνει τα προσωπικά καπρίτσια των μελών της οικογένειας. Να σημειώσω ότι η συνάντηση δεν γίνεται σε αίθουσα συμβουλίου, ούτε σε γραφείο, αλλά δίπλα στην πισίνα σε τραπέζι, δίπλα στους πελάτες.

Εννοείται βέβαια πως δεν με άφησε να ολοκληρώσω κι άρχισε να λέει ότι δεν είμαι σωστός επαγγελματίας και δεν είμαι καλός στη δουλειά μου οπότε λοιπόν τον διακόπτω κλείνοντας τις ατζέντες και τις σημειώσεις μου, ό μόνος που είχε, λέγοντας του: « Για να μην το πολυκουράζουμε το πράμα, θα περάσω αύριο για τα λεφτά μου, διότι αν ήθελα να δουλέψω σε μπουρδέλο ξέρω πολύ καλά που να πάω.» Αποσβολωμένος  ο βλάχος κοιτάζει μια το γιο του μια εμένα να απομακρύνομαι και μου λέει: «Σε μπουρδέλο δουλεύεις εσύ κοριτσάκι.» Ε, τα θελε ο κώλος του οπότε μπροστά σε όλη την πισίνα του ψωνάζω κι εγώ: «Ψιτ! Διαστημόβλαχε! Τουλάχιστον στα μπουρδέλα που δούλεψα εγώ η τσατσά ήξερε τη δουλειά της και δεν είχε μόλις βγεί από το κολέγιο.», δείχνοντας τον  F&B που δεν είχε βγάλει άχνα όλη την ώρα.