Πέμπτη, 30 Απριλίου 2009

Καθημερινές σειρές


Έχω από καιρό σταματήσει να βλέπω τηλεόραση, αν και θα ήθελα μια LCD 42”. Και δεν βλέπω τηλεόραση, πρώτον γιατί τις ώρες που είμαι σπίτι έχει μονάχα telemarketing και δεύτερον προτιμώ να ακούω ραδιόφωνο τη νύχτα, πίνοντας κρασάκι υπό το φως των κεριών. Μου πανε πως χαλαρώνει και σε παίρνει ο ύπνος πιο εύκολα, αν και στην περίπτωση μου μάλλον με πάιρνει ο ύπνος επειδή γίνομαι κουρούμπελο.

Εχθές το βράδυ όμως, γυρίζοντας αργά στο σπίτι, άνοιξα την τηλεόραση και έλπιζα να δω telemarketing, για να αποβλακωθώ. Σταμάτησα όμως σε ένα κανάλι, όπου προβαλλόταν μια σειρά σε επανάληψη με θεματολογία αισθηματικά προβλήματα, οικογενειακά, επαγγελματικά, σχέσεων και όλα γενικά που μας ταλανίζουν όλους καθημερινά.  Υπήρχε όμως μια διαφορά. Οι ήρωες ζούσαν σε ρετιρέ, μεζονέτες, βίλες, τεράστια διαμερίσματα με δρύινα πατώματα και υπερλούξ έπιπλα. Δε τα αυτοκίνητα ήταν από cabrio με jeep, πράγμα που με κάνει να αναρωτιέμαι: Πως στο διάλο η τέχνη μιμείται τη ζωή; Γιατί μη μου πείτε πως το 80% του πληθυσμού ζει σε τέτοια σπίτια; Προσωπικά δεν έχω περάσει ούτε από έξω, ή μάλλον το κάνω αυτό καθημερινά πηγαίνοντας στη δουλειά.

Για παράδειγμα μια πασίγνωστη και επιτυχημένη σειρά, το “Sex and the City”. Διαπραγματεύεται τα προβλήματα και τις ανησυχίες των γυναικών στη σύγχρονη εποχή, που περιλαμβάνει από τις σχέσεις με το αντίθετο φύλο, το sex, την καριέρα, την οικογένεια κτλπ. Αλλά οι ηρωϊδες, και οι τέσσερις, ζούνε σε κάτι υπέροχα σπίτια, βγαίνουν καθημερινά στα πιο trendy μέρη, πηγαίνουν σε glamour party, έχουν πάντα πλούσιους και super γκόμενους και εννοείται πως ψωνίζουν σε boutique, την τελευταία λέξη της μόδας φορώντας Manolo Blanik. Παλιότερα τη δεκαετία του 80, μια άλλη σειρά φαινόμενο “Δυναστεία”, κινείται στο ίδιο ύφος αν και με ακόμα μεγαλύτερη πολυτέλεια. Και αναρωτιέμαι λοιπόν, γιατί μας αρέσει να βλέπουμε τέτοια και μάλιστα κολλάμε;   

Είναι η ελπίδα ότι μπορεί ΜΙΑ μέρα να τα ζήσουμε κι εμείς;

Προσωπικά θα θελα να δω μια σειρά πιο γήινη. Άνθρωποι απλοί, καθημερινοί, που ζούνε σε δυαράκι, που έχουν πρόβλημα με το γκόμενο/α, που δουλεύει σε ένα κατάστημα, άντε να είναι δικηγόρος, που τα έπιπλα τους είναι από το Ikea, που αγωνιούν για τη δόση της τράπεζας, σα τα story του ασπρόμαυρου Ελληνικού κινηματογράφου. Γιατί πρέπει να ανέχομαι να μου τρίβουν στην μούρη, όλα αυτά που δεν έχω και να εκστασιάζομαι κιόλας; Διότι κακά τα ψέματα, άμα σε παρατήσει ο γκόμενος/α και είσαι glamour, πας διακοπές στην Ibiza και το ξεχνάς. Άμα είσαι όμως όπως κάποιοι άλλοι και εγώ, κλείνεσαι στο σπίτι σου πίνοντας φτηνή βότκα κάνοντας το συκώτι να ξεχειλώσει. Και στην τελική, το ευ ζειν βρίσκεται στα λούσα;

Χαίρομαι αφάνταστα να διαβάζω post ανθρώπων που με το δικό τους τρόπο χαίρονται και απολαμβάνουν τη ζωή τους με μικρά καθημερινά πράγματα. Ραντεβουδάκι με super γκόμενο που είναι απλά σεκιουριτάς, ένας καφές το απόγευμα με φίλους, ένα ουϊσκάκι με τσιγάρο στα κλεφτά στη βεράντα, τσίπουρο με μεζεδάκια στο Βόλο και ρακί έξω από τις εκκλησιές στην Πάρο. Αυτά ναι, θα θελα να τα ζήσω. Για όλα τα άλλα, απλά δεν με αφορούν. Ίσως ισχύει όμως κι αυτό που λένε: Τα μεταξωτά βρακιά, είναι για επιδέξιους κώλους κι ο δικός μου, ξέρω σίγουρα πως δεν είναι.

Τρίτη, 28 Απριλίου 2009

Being a Top Model


Σε λίγες μέρες θα μπούμε στον τελευταίο μήνα της Άνοιξης και μετά …Καλοκαίρι. Επιτέλους! Ήδη είναι κάποιες μέρες που κάνει πραγματικά ζέστη, καθώς οι μέρες μεγαλώνουν και οι νύχτες αποκτούν μια πιο νωχελική, έως ρομαντική διάθεση.

Καθόμουν σε ένα κεντρικό σημείο στην Αθήνα και περίμενα να περάσει η ώρα για το μάθημα, χαζεύοντας τους περαστικούς. Βιαστικοί, αργόσχολοι, μουτρωμένοι, αγχωμένοι με ελάχιστες εξαιρέσεις κάποια παιδιά που χασκογελούσαν αναμενόμενα λόγω ηλικίας. Και εκεί ανάμεσα στο πλήθος, μια γυναίκα γύρω στα εξήντα, προχωρούσε σα οπτασία στον πεζόδρομο, αιχμαλωτίζοντας τα βλέμματα του κόσμου. Δεν ήταν όμορφη, με την συνήθη έννοια της ομορφιά, άλλωστε πόσο όμορφη μπορεί να είναι μια γυναίκα στα εξήντα, όταν δεν υπήρξε ποτέ όμορφη. Είχε όμως μια απίστευτη γοητεία που σε μαγνήτιζε και μια χάρη στις κινήσεις της, που σε έκανε να μην μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω της. Τα ρούχα της ήταν απλά, θα λεγε κανείς ειδήμον, “εκτός μόδας”, όμως αυτά που φορούσε, έτσι όπως τα φορούσε, απλά ΚΑΝΟΥΝ μόδα.

Στάθηκε σε μια βιτρίνα χαζεύοντας το περιεχόμενο της και δίπλα της μια παρέα γυναικών τόσο όμοιες η μια στην άλλη, την κοίταξαν φευγαλέα αλλά με φθόνο. Ίσως γιατί εκείνες ήταν τόσο όμοιες μεταξύ τους σα κλώνοι, ενώ εκείνη, απλά ξεχώριζε, αλλά και πάλι εκείνες ξεχωρίζουν γιατί έχουν ακόμα νιάτα. Αναρωτιέμαι όμως πως θα είναι, στην ηλικία της γυναίκας εκείνης. Δεν άντεξα όμως την πρόκληση και προχώρησα προς το μέρος τους σταματώντας ανάμεσα τους για να απευθυνθώ στη γυναίκα λέγοντας της παλιομοδίτικα: Είστε υπέροχα όμορφη. Εύχομαι να παραμείνετε πάντα έτσι. Μου χάρισε ένα γοητευτικό χαμόγελο μαζί με μια φιλοφρόνηση την ώρα που την αποχαιρέτισα με ένα χειροφίλημα, δεύτερη φορά που το κανα ποτέ στη ζωή μου, μετά την Μερκούρη, λίγο πριν πεθάνει, και απομακρύνθηκα σαν αίλουρος, νοιώθοντας τα βλέμματα των τριών άλλων γυναικών στην πλάτη.

Ζούμε στην εποχή της επιφανειακής και αναλώσιμης ομορφιάς ακολουθώντας τυφλά πρότυπα και μόδα που επιτυχημένα επιβάλλεται. Το θέμα όμως είναι πως γίνεται αδιακρίτως, με επακόλουθο να χάνεται η διαφορετικότητα μας και γινόμενοι κλώνοι, χάνοντας τον ίδιο μας τον εαυτό. Πόσες φορές έχουμε μπει στη διαδικασία της εξαντλητικής δίαιτας αυτή την περίοδο του χρόνου, λίγο πριν το καλοκαίρι. Πόσες φορές έχουμε πληρώσει συνδρομές στο γυμναστήριο και έχουμε χύσει τόνους ιδρώτα; Πόσες φορές έχουμε βάψει τα μαλλιά μας στο χρώμα που θεωρείται “της μόδας”, ή στο χρώμα που θεωρείται “sex symbol”, αναλόγως ποιο είναι το πρότυπο στην εκάστοτε σαιζόν. Και πόσες φορές έχουμε ψωνίσει από βιτρίνα τα χρώματα, τα σχέδια, τα brand που λανσάρονται κάθε autumn / winter και spring/ summer, λέγοντας στον εαυτό μας και στους άλλους: Είναι της μόδας, ακόμα κι αν δεν μας “πάει”.

Προσωπικά θεωρώ πως η πραγματική ομορφιά είναι μέσα μας κι αν την βρούμε, την αναγνωρίσουμε και την αποδεχτούμε, τότε βγαίνει λάμποντας και προς τα έξω. Το ρούχο είναι απλά ρούχο, όμως αν επιλέγουμε αυτά που πραγματικά νοιώθουμε άνετα και μας “πάνε”, τότε γίνεται ΤΟ ΡΟΥΧΟ. Τώρα, αν ξέρουμε και ποιες είναι οι “ατέλειες” μας και μπορούμε να τις αγαπήσουμε, γιατί είναι μέρος του δικού μας ΥΠΕΡΟΧΟΥ εαυτού, τότε αρχίζει και γίνεται η μεταμόρφωση. Και αν φορέσουμε και την καλύτερη διάθεση μας , μαζί με ένα πραγματικό χαμόγελο, απλά γινόμαστε Top Model. Αν δεν με πιστεύετε δοκιμάστε το. Ασχοληθείτε με τον εαυτό σας όπως πραγματικά θέλετε. Διαλέξτε ένα ρούχο που απλά νοιώθετε όμορφα και άνετα. Αφεθείτε στην ανοιξιάτικη διάθεση και επιλέξτε ένα πολυσύχναστο πεζόδρομο με πολλές καφετέριες, θα είναι η ΔΙΚΗ σας πασαρέλα. Και τέλος catwalk. Tips for girls: Περπατήστε σε μια νοερά ευθεία γραμμή, κάνουν τους γοφούς να λικνίζονται φυσικά (Cuban motion) Tips for boys: Περπατήστε σε δυο παράλληλες γραμμές, με απόσταση λίγο μικρότερη από το άνοιγμα των ώμων και αφήστε τα χέρια να κινηθούν ελεύθερα. Προκαλεί μια φυσική κίνηση του άνω κορμού. Tips for both: Ίσια πλάτη, ψηλά το κεφάλι.

Έτοιμοι; Φώτα, κάμερα, πάμε!      
     

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2009

Σαμπάνια με Crème de Cassis


Όταν αποφάσισα να παραιτηθώ από τη δουλειά μου, είπα να στείλω κάποια βιογραφικά, για να δω κατά πόσο “περνάω” στην αγορά εργασίας. Προς έκπληξη μου διαπίστωσα πως υπήρχε ένα μεγάλο ενδιαφέρον κι έτσι αποφάσισα να πάω σε ορισμένες συνεντεύξεις για να δω αν θα μπορούσα να συνεχίσω να ασχολούμαι με την ειδικότητα μου ή αν θα τα παρατούσα τελείως. Έτσι εχθές έκανα ένα “καλό” interview στο Κολωνάκι, το οποίο πραγματικά απόλαυσα και ένιωσα αυτοπεποίθηση για τις ικανότητες μου ως επαγγελματίας. Ήθελα λοιπόν να το γιορτάσω. Να γιορτάσω για μένα, την πάρτη μου, παίρνοντας μια μυρωδιά “ευ ζείν”, όπως τόσοι που απολαμβάνουν την ξενοιασιά πίνοντας ανέμελα τον καφέ τους τις ώρες που εκατομμύρια άλλοι δουλεύουν.

Κάθισα λοιπόν σε ένα καφέ στην Βουκουρεστίου, ανάμεσα στα πολυτελή καταστήματα κοσμημάτων, θυμούμενος την οδό όταν ακόμα δεν είχε πεζοδρομηθεί. Σερβιτόροι με γραβάτες, επιχειρηματίες με κουστούμι, κυρίες με τσάντες από τις γύρω boutique, τίγκα στα κοσμήματα και τα μπριγιάν, ντάλα μεσημέρι, ενώ σκεφτόμουν: Ότι γυαλίζει, είναι για όταν πέφτει ο ήλιος. Κι ανάμεσα τους εγώ. Ντυμένος στην τρίχα, με χαρτοφύλακα και μαλλιά πιασμένα να  λάμπουν, περίμενα να δώσω την παραγγελία μου με ύφος και attitude κοσμοπολίτικου gentleman. Μαριναρισμένος σολομός με pesto βασιλικού και ένα ποτήρι kir royal. Εξαιρετική επιλογή, με διαβεβαίωσε ο γραβατομμένος σερβιτόρος. Ναι, σκεφτόμουν εγώ. Η μάνα μου με κυνηγούσε να φάω το σολομό μικρός και μου ‘βαζε στο μπιμπερό σαμπάνια, έλεγα από μέσα μου.

Απέναντί μου καθόταν μια κομψή κυρία, μεγάλη σε ηλικία, η οποία διάβαζε μια πολιτική εφημερίδα και με κοίταζε πάνω από τα γυαλιά της πρεσβυωπίας. Όταν ήρθε η σαμπάνια, σήκωσα το ποτήρι χαιρετώντας την κι εκείνη μου έγνεψε το κεφάλι. Το χω ο πούστης, έλεγα μέσα μου, νοιώθοντας της φυσαλίδες να μου γαργαλάνε τον ουρανίσκο.  Έτσι μάλλον περνάνε οι πλούσιοι, σκεφτόμουν και απολάμβανα τη στιγμή μου, ξεχνώντας την δική μου πραγματικότητα. Ήμουν ανάμεσα τους, χωρίς να ξεχωρίζω, κάνοντας ότι κι εκείνοι, ντυμένος όπως αυτοί, απολαμβάνοντας τα ίδια πράγματα, μόνο που για μένα ήταν υπέρβαση και θα κρατούσε μονάχα λίγες ώρες.

Ξαφνικά ακούστηκαν ποδοβολητά. Έστρεψα το βλέμμα μου προς την Πανεπιστημίου και είδα καμιά δεκαριά Αφρικανούς, φορτωμένους με την πραμάτεια τους να τρέχουν καθώς πέντε – έξι αστυνομικοί που στέκονταν φρουρώντας  τον δρόμο, κοιτούσαν γελώντας. Στρέφοντας το κεφάλι προς την κατεύθυνση που είχαν έρθει είδα έναν συμπατριώτη τους, μικρόσωμο, να κουβαλά έναν μπόγο μεγαλύτερο από εκείνον, να τρέχει ασθαίνοντας και ένα σκληροτράχηλο αστυνομικό στο κατόπι του, μέχρι που ο καταδιωκόμενος σκόνταψε, σκορπώντας το περιεχόμενο το μπόγου στον πεζόδρομο. Το όργανο της τάξης, στάθηκε από πάνω του με θριαμβευτικό χαμόγελο και αφού πήρε μια ανάσα, τον γράπωσε γερά από το μπράτσο προσπαθώντας να τον σηκώσει. Ο πεσμένος άντρας όμως δεν σηκωνόταν. Είχε αφήσει το μικρό του βάρος  να αντισταθεί, οργίζοντας τον άλλον με αυτή την αντίσταση. Έκλαιγε. Ίσως για αυτό δεν είχε τη δύναμη να σταθεί στα πόδια του ή ίσως από αυτό να βρήκε τη δύναμη να αντισταθεί.

Περαστικοί άρχισαν να μαζεύονται τριγύρω καθώς κατέφταναν οι συνάδελφοι του άντρα με τη μπλε στολή. Οι άλλοι που φύλαγαν τον δρόμο στέκονταν απλώς στις θέσεις τους κοιτώντας και γελώντας από μακριά. Κάποια γυναίκα φώναξε: Αφήστε τον καλέ τον άνθρωπο! Για να της πει με στόμφο ο νεαρός αστυνομικός: Αφού παρανομεί!, δείχνοντας τις σκορπισμένες imitation επώνυμες τσάντες που είχαν σκορπιστεί και τις οποίες μάζευε ένας συνάδελφος του, πειστήρια του εγκλήματος. Βουβοί θεατές, παρακολουθούσαν την σκηνή. Άλλοι προσπέρασαν σκεφτικοί, άλλοι γελώντας καθώς ένας αστυνομικός μιλούσε στο κινητό, ρωτώντας μάλλον τη μονάδα, τι να πράξουν, καθώς μετά την κλήση, τέσσερις γράπωσαν τον πεσμένο άντρα για να τον σηκώσουν. Μια σπαρακτική κραυγή ακούστηκε, διαταράσσοντας την chill out μουσική που ακουγόταν, καθώς ο παράνομος έκλαιγε γοερά.

Δάκρυα αυλάκωναν το πρόσωπο του, τόσα που φαίνονταν πάνω στο μαύρο χρώμα του δέρματος του. Δάκρυα φόβου, για την φυλακή ή την απέλαση και την επιστροφή σε εκείνα που τόλμησε να ξεφύγει. Δάκρυα απογοήτευσης, που δεν είχε τις δυνάμεις να τρέξει πιο γρήγορα με τον μπόγο στην πλάτη, που έφτασε στο σημείο να κάνει όνειρα, με τα ακρολόφια του νου του. Όμως σε καμιά περίπτωση, δεν ήταν δάκρυα θυμού, για εκείνους που τον έσερναν, καθώς δεν είχε το κουράγιο να σταθεί στα πόδια του.

Ήξερε πως υπήρχε κίνδυνος να τον πιάσουν, χωρίς χαρτιά, χωρίς άδεια μικροπωλητή όμως παρόλα αυτά το διακινδύνεψε, να βγαίνει στους δρόμους πουλώντας ένα σωρό προϊόντα “μαϊμού”, με μικρό κέρδος, σε όλους εκείνους που ονειρεύονται μια μυρωδιά, καλοπέρασης, χλίδας και λούσα. Θα μπορούσε να κάνει μια από τις δουλειές που το σκοτάδι της  νύχτας ασφαλίζει, όμως προτίμησε τη μέρα, όπου το φως εκθέτει το σκούρο του χρώμα.

Η ομήγυρη διαλύθηκε, καθώς ο παράνομος απομακρυνόταν και η σκηνή είχε λάβει τέλος. Η σαμπάνια μου είχε μείνει στη μέση. Ο σολομός με pesto βασιλικού, δεν είχε έρθει ακόμα και οι πελάτες του μαγαζιού, επέστρεφαν στις συζητήσεις τους, έχοντας ρίξει μονάχα ένα βλέμμα στο σκηνικό. Η κυρία απέναντι μου εξακολουθούσε να με κοιτάζει, και έκανα πως κάτι μπήκε στο μάτι μου που έθεσε σε λειτουργία τους δακρυϊκούς μου αδένες. Άφησα τα χρήματα πάνω στο τραπέζι και σηκώθηκα, αρπάζοντας το χαρτοφύλακα με την πραμάτεια των βιογραφικών μου. Στο μυαλό μου αναδύθηκε μια φράση, από ένα τηλεοπτικό διαφημιστικό, κοινωνικού περιεχομένου.
«Γιατί εμείς οι Έλληνες, ξέρουμε από προσφυγιά.»

Και θυμήθηκα τη γιαγιά μου που ήρθε από τη Σμύρνη. Θυμήθηκα τον παππού μου, που έφυγε από την Κίνα. Τη μάνα μου που έφυγε από την Ταϊλάνδη και τον εαυτό μου που δραπέτευσε από την πραγματικότητά μου και κάθισε σε ένα café στη Βουκουρεστίου, πίνοντας σαμπάνια με crème de cassis

Σάββατο, 4 Απριλίου 2009

Αισιοδοξία ή Βλαμάρα;


Έχω βάλει το γραφείο μπροστά από ένα παράθυρο που βλέπει πίσω στον κήπο. Υπάρχει μια λεμονιά εκεί, μεγάλη, ταλαιπωρημένη, γερασμένη. Όταν ήρθα  σε αυτό το σπίτι ήταν το πρώτο πράγμα που πρόσεξα και ο λόγος που τελικά το έπιασα. Είχε αγριέψει από τους χειμώνες, γεμάτη αγκάθια, ξερόκλαδα, σπασμένο κορμό, όμως στεκόταν εκεί κόντρα σε όλα. Μου θύμιζε εμένα κατά κάποιον τρόπο και το θεώρησα καλό οιωνό, μήπως και ριζώσω κι εγώ κάπου.
Το πρώτο πράγμα που έκανα λοιπόν ήταν να την σουλουπώσω. Την κλάδεψα, την έσκαψα, την πότισα και την έβλεπα να ρίχνει το χειμώνα τα φύλλα της. Δυο ακρίδες είχαν αποικίσει στα κλαδιά της και τρέφονταν λαίμαργα, απογυμνώνοντας τα κλαδιά της, κάνοντάς τα να μοιάζουν με κοκκαλιάρικα χέρια τις νύχτες που φυσούσε και χτυπούσαν το τζάμι. Όμως τον περασμένο μήνα, στα ίδια γυμνά κλαδιά άρχισαν να ξεμυτίζουν δειλά δειλά πράσινες κορφές. Κάθε μέρα που κάθομαι στο ίδιο σημείο, τα έβλεπα να μεταμορφώνονται σε πράσινα φυλλαράκια, να πετάνε νέα κλαράκια, στο πράσινο της ζωής, καθώς ροζ μπουμπούκια που γίνονταν αργά άσπρα, γέμιζαν όλο και περισσότερο τη λεμονιά μου.
Τώρα είναι καταπράσινη, γεμάτη μπουμπούκια, με κάποιο ξεχασμένο  λεμόνι να σπάει τη μονοχρωμία.. Οι μέλισσες πετούν στα άνθη καθώς οι ακρίδες έκαναν την επιστροφή τους. Όμως μαζί με αυτές έρχονται και πουλιά, που βρίσκουν τη δροσιά τους στα νέα φυλλώματα, διώχνοντας τα έντομα που προσπαθούν να μετοικήσουν. 
Η λεμονιά μου βρήκε το δρόμο της. Επιβίωσε, μεγάλωσε, αναγεννήθηκε, ομόρφυνε και θα συνεχίσει να το κάνει στο πέρασμα του χρόνου. Ίσως είναι η φύση, ίσως είναι το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένος ο κόσμος, να αντέχει, να επιβιώνει, να βρίσκει πάντα το δρόμο του. Κι επειδή θεωρώ τον εαυτό μου, μέρος αυτού του κόσμου, άσχετα αν πολλοί με χαρακτηρίζουν εξωγήινο, πιστεύω πως κι εγώ ξέρω να επιβιώνω και να βρίσκω τον δρόμο μου στα δύσκολα. Γι’ αυτό και παραιτήθηκα.
Έσπασα τα αόρατα δεσμά του Χρυσού Θρόνου, έσκισα στα δύο το Σκάφανδρο και ελευθερώθηκα. Παράτησα τη αξιοζήλευτη θέση με το παχυλό μισθό, αφήνοντας τους υπόλοιπους να την πολιορκούν σα μνηστήρες, λίγο μόλις έγινε γνωστή η παραίτηση μου. Μου πάνε πως είμαι τρελός, ηλίθιος, επιπόλαιος και απερίσκεπτος που έκανα κάτι τέτοιο, ειδικά σε τόσο δύσκολους καιρούς. Μπορεί να έχουν δίκιο, όμως τίποτα στη ζωή μου δεν το απέκτησα εύκολα.
Δεν ξέρω τι θα κάνω. Πως θα τα βγάλω πέρα. Πόσο θα κρατήσω οικονομικά. Δεν ξέρω τίποτα από όλα αυτά. Κάτι θα βρω να κάνω όμως. Δεν την φοβάμαι την δουλειά. Αυτό που φοβάμαι όμως είναι η μιζέρια μέσα μου. Σήμερα θα πάω για τελευταία μέρα. Θα πάρω τα πράγματα μου και θα κλείσω αυτή την πόρτα πίσω μου.
Το αύριο είναι άγνωστο, αβέβαιο, όμως βλέποντας ένα πράσινο λεμόνι, που μόλις αρχίζει να σχηματοποιείται, απολαμβάνω τη στιγμή μου καθισμένος  μπροστά το παράθυρο, νοιώθοντας μια ηλίθια αισιοδοξία. Ίσως είναι εκ γενετής αυτή η βλαμάρα, ίσως πάλι όχι. Σημασία όμως έχει πως ΑΥΤΗ τη στιγμή, νοιώθω ΖΩΝΤΑΝΟΣ- ΑΙΣΙΟΔΟΞΟΣ- ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ και ΧΑΜΟΓΕΛΑΩ.