Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2009

Ο Χρυσός Θρόνος


Κάποτε ο Ήφαιστος, για να εκδικηθεί την Ήρα που τον απαρνήθηκε, λόγω της ασχήμιας του, έφτιαξε έναν χρυσό θρόνο και τον έστειλε στον Όλυμπο, ως δώρο σε κείνην. Ο θρόνος ήταν πανέμορφος, τόσο που δεν μπόρεσε να αντισταθεί στον πειρασμό να καθίσει, όμως τότε αόρατες αλυσίδες την έσφιξαν, καθηλώνοντας την στη θέση της. Από τις φωνές της μαζεύτηκαν όλοι οι θεοί και όταν τους είπε πως είναι αλυσοδεμένη εκείνοι έβαλαν τα γέλια. Αναρωτιέμαι πώς να ένοιωσε.

Πριν χρόνια εκδόθηκε ένα βιβλίο: Το Σκάφανδρο και η πεταλούδα. Πρόσφατα είχε γυριστεί και ταινία. Ο ήρωας και συγγραφέας, μετά από ένα ατύχημα, έμεινε παράλυτος. Το μόνο που μπορούσε να κουνήσει ήταν το αριστερό του βλέφαρο, ενώ το μυαλό του ήταν σε πλήρη λειτουργία. Ένα πνεύμα λοιπόν, ολότελα ελεύθερο, καθηλωμένο, φυλακισμένο, μέσα στο ίδιο του το σώμα. Έμαθα πως ένοιωθε. Διάβασα το βιβλίο όταν ήμουν παιδί και ήταν ο τρόμος μου για χρόνια. Να μην μπορείς να κάνεις τίποτα και να μην έχεις και επιλογές, παρά να υπομένεις στωϊκά τη μοίρα σου.  

Τι σχέση έχουν όλα τα παραπάνω;

Έχετε βρεθεί ποτέ εγκλωβισμένοι σε μια κατάσταση που για πολλούς, είναι αξιοζήλευτη, όμως εσείς νοιώθετε να ασφυκτιάτε; Πως δεν θέλετε να είστε σε αυτό το “θρόνο” όμως παράλληλα δεν “μπορείτε”, να κάνετε και τίποτα  να το αλλάξετε;  Δεν ξέρω για εσάς όμως εγώ νοιώθω ακριβώς έτσι.

Είμαι σε μια δουλειά η οποία για πολλούς είναι πολύ καλή. Επίσης η θέση που έχω, για ανθρώπους του επαγγέλματος είναι πάλι αξιοζήλευτη. Από την άλλη ο μισθός που λαμβάνω πάλι είναι πάρα πολύ καλός. Όλα καλά μέχρι εδώ. Έλα όμως που εγώ νοιώθω εκτός τόπου και χρόνου. Η διάθεσή μου χαλάει με το που πατάω το πόδι μου εκεί μέσα. Νοιώθω ότι δεν είμαι ο εαυτός μου, ούτε μπορώ να είμαι και πρέπει να ανέχομαι και τον καθένα παπάρα, που στην ουσία δεν είναι ούτε τρίχα από τα αρχίδια μου, όμως για τα προσχήματα και τους τύπους πρέπει να είμαι με το χαμόγελο στα χείλη και πάντα σε πνεύμα συνεργασίας. Συνεργασία με άτομα που ουδέποτε στη ζωή μου θα γύριζα να πω “καλημέρα”. Επίσης η δουλειά ποτέ δεν τελειώνει στο χώρο της. Την κουβαλάς μαζί στο σπίτι, την συναντάς το πρωί με το που ξυπνάς, όταν οδηγείς για να πας και όταν φεύγεις. Μονάχα αργά τη νύχτα, όταν έχεις αποβλακωθεί μπροστά την τηλεόραση βλέποντας τηλεπωλήσεις, σε αφήνει, ίσα να μπορείς να κοιμηθείς.

Δεν έχω χρόνο να κάνω τίποτα για τον εαυτό μου και το μοναδικό πράγμα που με ευχαριστεί, όπως τα μαθήματα που ξεκίνησα πρόσφατα, μόνο στα κλεφτά, πόσο μάλλον να βγω για ΕΝΑΝ καφέ και να αποκτήσω κοινωνική ζωή. Δε η προσωπική έχει πιάσει πάτο. Το χω ξεχάσει πια αυτό το sport. Κι όμως δεν κάνω ΤΙΠΟΤΑ για να ξεφύγω από όλη αυτή την κατάσταση.

Ακούω από γύρω μου για την κρίση, τις δυσκολίες της εποχής, την ανεργία, τις απολύσεις, όλη αυτή τη μιζέρια και παράλληλα άλλους να λένε: Δόξα το θεό καλά είμαστε κι έτσι. Που να πας τώρα. Που να τρέχεις. Καλά είμαστε. Ότι πρέπει για το βόλεμα. Παλιότερα δεν έδινα ποτέ σημασία για όλα αυτά. Πήγαινα εκεί που με πήγαινε η καρδιά μου, έφευγα από εκείνο που με χαλάει και είναι γεγονός ότι λόγο αυτού πέρασα ζόρια. Όμως θυμάμαι πως σε εκείνα τα ζόρια, υπήρχαν στιγμές που ένοιωθα πραγματικά ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ. Περνούσα με όσα έβγαζα, είχα το άγχος της επιβίωσης, όμως όταν γελούσα, έλαμπε ο κόσμος γύρω μου. Και τώρα; Τώρα είμαι σε μια flat κατάσταση. Σα το μπίπερ στο νεκρό. Κόβω ο ίδιος τα φτερά μου και φοράω το κουστούμι το βολέματος. Το χειρότερο; Φοβάμαι.

 Φοβάμαι μη και δεν τα καταφέρω όπως παλιά, ζώντας στα πραγματικά δύσκολα και βολεύομαι στην κατάσταση μου, παραμένοντας ένα ανθρωπάκι. Φοράω τα καλά μου, κάθομαι στον χρυσοποίκιλτο μου θρόνο, αφήνοντας τις αόρατες αλυσίδες να με καθηλώνουν και απλά περιμένω τον καιρό, τις μέρες, τα χρόνια   να περάσουν, μπας κι έρθει η αλλαγή από μόνη της, σα εκείνους που εγκλωβίζονται μέσα στο ίδιο τους το σώμα, περιμένοντας απλά το θάνατο, γιατί δεν μπορούν να τον προκαλέσουν από μόνοι τους.

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2009

Γιατί οι άντρες πηγαίνουν στα μπουρδέλα;


Εδώ και μέρες με τριβελίζει ένα ερώτημα: Γιατί οι άντρες πηγαίνουν στα μπουρδέλα;
Μια Παρασκευή βράδυ κατέβαινα με μια φίλη στου Ψυρρή και ως συνήθως εκείνη την ώρα, γινόταν πανζουλισμός στους γύρω δρόμους. Αποφασίσαμε να κόψουμε δρόμο, διασχίζοντας την Αθηνάς σε μια κάθετη περνώντας  ακριβώς μπροστά από τα ξενοδοχομπουρδέλα. Το μποτιλιάρισμα μας βρήκε μπροστά ακριβώς από την είσοδο ενός “σπιτιού”, την ώρα που κάποιος νεαρός με παπί χαιρετούσε μια κοπέλα που μόλις είχε πάρει “κούρσα”,  στέλνοντας της ένα φιλί. Η Μ. ψιλοταράχτηκε, ψιλοφρίκαρε και μου πιασε το χέρι, εγώ από την άλλη βρήκα το σκηνικό πολύ γραφικό και τρυφερό, τόσο που ήθελα να είχα τη φωτογραφική στα χέρια και να αποθανατίσω τη σκηνή. Ένας Ρωμαίος με μια Ιουλιέτα , στα στενά της Αθηνάς, με τη διαφορά ότι δεν ήταν παρθένα αλλά πουτάνα. Από τότε όμως μου έχει μείνει το ερώτημα: Γιατί οι άντρες πηγαίνουν στα μπουρδέλα, ή τέλος πάντων πάνε με πουτάνες;
Κάπου διάβασα ότι μια γυναίκα παράγει σε όλη τη διάρκεια της γόνιμης ζωής της 5000 ωάρια, από τα οποία τα 350 είναι γονιμοποιήσιμα. Ένας άντρας από την άλλη παράγει δισεκατομμύρια σπερματοζωάρια, άρα μπορεί ενστικτωδώς να   είναι πιο πληθωρικός στην “κατασπατάληση”  των γενετικών του κυττάρων σε αντίθεση με τη γυναίκα που είναι πολύ πιο φειδωλή. Με λίγα λόγια ένας άντρας μπορεί να έχει το γαμήσι σα το κατούρημα ενώ μια γυναίκα να είναι πιο εγκρατής. Βέβαια ένας άντρας, όσο πιο πολύ πηδάει, “ανεβάζει” τον αντρισμό του, ενώ μια γυναίκα θεωρείται τσούλα, αλλά αυτό αξίζει ένα διαφορετικό post για να αναλυθεί. Οπότε συμπερασματικά, με βάσει τα παραπάνω, την έλλειψη ευκαιριών και την πρακτικότητα ενός αντρικού μυαλού, είναι προτιμότερο να πηγαίνει στα μπουρδέλα για να ικανοποιηθεί, παρά να ξεροσταλιάζει περιμένοντας την κάθε γκόμενα να του κάτσει.
Κάποτε που υπηρετούσα στη Θεσσαλονίκη, ανακάλυψα κάθε πτυχή της. Λατρεύω να πηγαίνω σε μια άγνωστη πόλη και να την γνωρίζω μακριά από τα τουριστικά θεάματα, αλλά εκεί που χτυπά η καρδιά της πόλης. Υπάρχει λοιπόν η παλιά βιομηχανική περιοχή πίσω από του Βαρδάρη, όπου είναι συγκεντρωμένα όλα τα μπουρδέλα στη σειρά. Λίγο πιο πάνω κάνουν πιάτσα τα τεκνά. Εκεί λοιπόν γνώρισα τη Μάρα. Μια γυναίκα, από τις λίγες που έχω γνωρίσει και που την αποκαλώ κυρία με Κ. Η Μάρα δούλευε ως ιερόδουλος σε ένα μπουρδέλο για πάνω από είκοσι χρόνια. Αν και δεν μου είπε πο΄τε ξεκάθαρα πως ξεκίνησε τη δουλειά αυτή, κάποτε που τη ρώτησα γιατί την κάνει μου απάντησε: Σε αυτή τη ζωή, η θα σου γαμάνε τη ψυχή ή το σώμα. Εγώ επέλεξα να μου γαμάνε το σώμα. 
Εκείνη μου είχε δώσει και την δεύτερη απάντηση στο ερώτημα, λέγοντας πως οι άντρες, επειδή πληρώνουν νοιώθουν πως έχουν το πάνω χέρι και μαζί με τις πουτάνες, μπορούν να κάνουν όλα όσα δεν τολμούν να κάνουν με τη γυναίκα, την κοπέλα ή ακόμα και μόνοι τους….Τρέχα γύρευε. Οκ ο καθένας όπως φτιάχνεται, αλλά αν δεν μπορείς να πεις στον στην σύντροφο σου τι πραγματικά σε φτιάχνει στη δεύτερη πιο βασική ανάγκη σου, τότε τι χαρά έχεις μαζί του; Και στην τελική, αν δεν μπορείς να μιλήσεις για το sex πως μπορείς ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΆ να το απολαύσεις;  
Κάθε έφηβος για να κάνει το πέρασμα του στην ενηλικίωση και για να θεωρείται άντρας, πρέπει να κάνει ΤΟΥΛΆΧΙΣΤΟΝ μια μπουρδελότσαρκα. Αυτό είναι must και δεν γνωρίζω κανέναν που να μην το έχει κάνει. Θυμάμαι πως παρά το γεγονός ότι από νωρίς είχα κατασταλάξει σεξουαλικά παρότρυνα τους φίλους μου να πάμε μπουρδελότσαρκα, περισσότερο γιατί διασκέδαζα με την ντροπαλοσύνη τους επειδή βγήκα νωρίς στο κουρμπέτι, τόσο που είχα βγάλει τη φήμη του μπουρδελιάρη και γαμίκουλα…που να ξεραν. Είναι λοιπόν μια γνώση που “μεταλαμπαδεύεται”, στην εκάστοτε κοινωνία. Ήδη φαντάζομαι τον πρωτόγονο άνθρωπο και την πρώτη Ιέρεια του επαγγέλματος, μια και θεωρείται το αρχαιότερο επάγγελμα, να της ακουμπά στα πόδια ένα κομμάτι κρέας προκειμένου να τα ανοίξει. Μια συνήθεια λοιπόν που κληρονομείται από γενιά σε γενιά.
Ωραία όλα αυτά. Όμως ένα μπουρδέλο για γυναίκες, γιατί όχι; Μια γυναίκα δεν έχει σεξουαλικές ανάγκες; Το δουλεμπόριο με τις γυναίκες στριμωγμένες στα φορτηγά για να δουλέψουν στα μπουρδέλα του “ανεπτυγμένου” κόσμου, γιατί δεν μπορεί να υπάρξει un vers;  Κι όσοι άντρες σκέφτονται να χαρίσουν το φιλήδονο κορμί τους απλόχερα, στάκα. Εσείς, οι γυναίκες θα πηγαίνατε σε ένα τέτοιο μπουρδέλο; Ίσως έτσι απαντηθεί και το ερώτημα, γιατί οι άντρες πάνε στα μπουρδέλα.

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2009

Πτώσεις


Σας έχει τύχει ποτέ να φάτε “σαβούρα”; Εμένα πολλές φορές και το χειρότερο είναι ότι μου συμβαίνει στις καλύτερες στιγμές μου. Ήδη γράφοντας αυτές τις λέξεις θυμάμαι ήδη τρεις.

Σαβούρα Πρώτη: Είχα γράψει πως ξεκίνησα flamenco. Πάντα μου άρεσε αυτός ο χορός, τον βρίσκω πολύ ερωτικό, παθιάρικο, sexy γεμάτο ενέργεια. Οι κινήσεις των χεριών είναι γεμάτες χάρη ενώ τα πόδια παίρνουν φωτιά από τα αλλεπάλληλα χτυπήματα στο έδαφος, προκειμένου να παραχθούν οι ήχοι που αποτελούν ουσιαστικά το ρυθμό και τη μελωδία του χορού. Και όπως μερικοί χοροί, είναι ΕΠΙΒΕΒΛΗΜΕΝΟ να φοράς τα κατάλληλα παπούτσια.

Στο flamenco λοιπόν οι άντρες φοράνε κάτι μπότες, όπου η μύτη και το τακούνι είναι καλυμμένο με μεταλλικά καρφιά, στα οποία οφείλεται ο ήχος που προκαλούν τα χτυπήματα και που γλιστράνε σα διάολοι. Επίσης το τακούνι είναι 5 εκατοστά, πράγμα που σε κάνει να πηγαίνεις σα βάρκα στο γιαλό κι απορώ πως οι γυναίκες περπατάνε με τακούνι. Οι περισσότεροι άντρες δεν μπορούν να το καταλάβουν, σε αντίθεση με τις γυναίκες, αλλά είναι η ίδια χαρά και λαχτάρα που ένιωσα, όταν παρέλαβα τις καινούργιες μου μπότες. Ανυπομονούσα να τις φορέσω και να πάω στο μάθημα, όπως και έγινε.

Έτσι έφτασα  μια Δευτέρα στη σχολή, άλλαξα και βγήκα από τα αποδυτήρια για να κατέβω  προς τις αίθουσες διδασκαλίας. Κατέβαινα λοιπόν τα μεταλλικά σκαλοπάτια, σα την Αλέξης στη Δυναστεία, απολαμβάνοντας το μεταλλικό χτύπο των παπουτσιών και καμαρώνοντας τα καινούργια μου παπούτσια σα τη Ντόροθυ στον μάγο του Όζ. Στο τελευταίο σκαλοπάτι όμως πιάνεται το τακούνι στο σκαλοπάτι και τρώω μια σαβούρα όπου βρίσκομαι φαρδύς πλατύς στο πάτωμα και πήγε στράφι όλο το προηγούμενο καμάρι. Όλη η σχολή σείστηκε στα γέλια.

Σαβούρα Δεύτερη: Ήταν όταν είχε χιονίσει για πρώτη φορά στην Αθήνα μετά από χρόνια και οι δρόμοι την επόμενη μέρα ήταν καλυμμένοι με πάγο. Εγώ πήγαινα για συνέντευξη για δουλειά ντυμένος στην τρίχα με κουστούμι, παλτό, δερμάτινο χαρτοφύλακα και φτου φτου ήμουν λες και βγήκα από σελίδα περιοδικού μόδας. Παρκάρω λοιπόν έξω από την εταιρία, κατεβαίνω από τη μηχανή και προχωρώ προς την πόρτα διασχίζοντας το μεγάλο μαρμάρινο διάζωμα. Κόντευα να φτάσω στην είσοδο νοιώθοντας γεμάτος αυτοπεποίθηση για τις ικανότητες μου και την θέση εργασίας κι εκεί που έκανα το τελευταίο δρασκελισμό, πατάω ένα κομμάτι πάγο, βρίσκομαι στον αέρα, μου φεύγει ο χαρτοφύλακας από το χέρι, ο οποίος ανοίγει με όλα τα χαρτιά να πετάνε τριγύρω κι εγώ να προσγειώνομαι μέσα στα νερά, χτυπώντας το κεφάλι και τα γυαλιά στα πέντε μέτρα. Το όλο σκηνικό είδαν οι περισσότεροι στην εταιρία, όπως έμαθα μετά.

Σαβούρα Τρίτη: Είχα πάει στην Σαντορίνι μαζί με μια μεγάλη παρέα και ΤΗΝ καψούρα μου. Ένα απόγευμα λοιπόν αποφασίσαμε να πάμε στο Αμμούδι για ουζάκι και να δούμε από κει το ηλιοβασίλεμα. Αν έχετε πάει στο Αμμούδι θα ξέρετε πως είναι μια προβλήτα χτισμένη πάνω στην θάλασσα και τα τραπεζάκια από τις ταβέρνες είναι ακριβώς εκεί που σκάει το με θέα το απέραντο γαλάζιο. Η θέα του ηλιοβασιλέματος είναι εκπληκτική και κάθε απόγευμα είναι ασφυκτικά γεμάτο.

Καθίσαμε λοιπόν στο δυτικότερο τραπέζι με την καλύτερη θέα και αρχίσαμε τις μπύρες και τα ούζα. Μετά από λίγο όμως Η ΚΑΨΟΥΡΑ μου δεν είχα τσιγάρα και προθυμοποιήθηκα να πάω να πάρω. Επιστρέφοντας από το μοναδικό ψιλικατζίδικο της περιοχής περπάτησα στην άκρη της προβλήτας κόβοντας δρόμο από τα τραπέζια που ήταν παραταγμένα από άκρη   σε άκρη για να επιστέψω στην παρέα μου. Εκείνη την ώρα ο ήλιος έδυε στην πλάτη μου και ντυμένος στα λευκά, με ένα σαλβάρι και ανοιχτό μεταξωτό πουκάμισο, απολάμβανα τον αέρα να μου φυσά τα μαλλιά, κάνοντας με να μοιάζω με ρομαντική σκηνή από ταινία. Ξέρετε εκείνες όπου κάνει τη θεαματική είσοδο ο γκομενο/α ήρωας ηρωϊδα, και όλοι έχουν γυρίσει τα κεφάλια και τον την κοιτάζουν. Το έχετε νοιώσει αυτό; Είναι πραγματικά υπέροχο συναίσθημα να περπατάς, να νοιώθεις τόσο sexy, να σε κοιτούν όλοι και πάνω από όλα το αντικείμενο του πόθου σου και το όλο σκηνικό να είναι τέλειο. Τι άλλο παραπάνω να ζητούσα; Μόνο που σηκώθηκε ένας γκάγκουρας τουρίστας την ώρα που περνούσα πίσω από την καρέκλα του, με σπρώχνει και έτσι όπως ήμουν με τον ήλιο να με λούζει και τον αέρα να μου χαδεύει τα μαλλιά, βρίσκομαι ευθύς αμέσως μέσα στη θάλασσα, ανάμεσα στα φύκια να παριστάνω την Μικρή Άριελ.

Όλες τις γελοίες πτώσεις μου, όπου πραγματικά έχω γίνει ρεζίλι, τις έπαθα στις καλύτερες στιγμές μου. Είναι γεγονός πως όσο πιο ψηλά είσαι τόσο μεγαλύτερη και η πτώση, όπως και στη ζωή. Το θέμα είναι κάθε φορά που πέφτεις, να βάζεις τα γέλια και μετά να συνεχίζεις ακάθεκτος με ψηλά το κεφάλι. Άλλωστε… το να κάνεις λάθη είναι ανθρώπινο, το να γελάς με αυτά όμως είναι θεϊκο!

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2009

Απολλώνια Κορμάρα


Η λέξη “γυμναστήριο”, δεν υπήρξε ποτέ μέσα στο λεξιλόγιο μου και ποτέ δεν κατάλαβα το λόγο για τον οποίον τα τελευταία χρόνια όλοι πορώνονται με τα γυμναστήρια και κυρίως οι άντρες από τους οποίους πολλοί είναι gay. Πάντα θεωρούσα πως το να τρέχεις ή να κάνεις ποδήλατο αλλά να μην φτάνεις πουθενά, απίστευτά χαζό καθώς προτιμούσα πάντα ομαδικά αθλήματα ή μια δραστηριότητα που να παρέχει κοινωνικότητα μαζί με σωματική άσκηση. Παρόλα αυτά όμως ακούω συχνά τη φράση “πάω γυμναστήριο” και αναρωτιέμαι:  με τόσο κόσμο στα γυμναστήρια, γιατί δεν βλέπω κανέναν της προκοπής στο δρόμο, παρά κάτι μπάκες τσίτα και βυζί που ξεπερνά την Ann Nicole Smith;

Έχω ένα φίλο ο οποίος είναι γυμναστής. Πρώην παίκτης του πόλο, μοντέλο, (straight και ανήκει στην κατηγορία των “χαζούλιακων” που όταν είναι με μια κοπέλα, έχει μάτια μόνο για αυτήν), ο οποίος άνοιξε πρόσφατα  ένα καινούργιο γυμναστήριο. Ο Π. από παιδί πρόσεχε τη διατροφή του, σέβεται το σώμα του, συμμετείχε πάντα σε ομαδικά αθλήματα και ποτέ μα ποτέ δεν κορδώθηκε για το σώμα και τους μυς του, ούτε για το πόσα κιλά σηκώνει στον πάγκο. Εδώ και χρόνια λοιπόν με έχει πρήξει να αναλάβει την προπόνηση μου για να με κάνει “άνθρωπο”, όπως λέει γιατί είμαι μισή μερίδα. Τώρα όμως που άνοιξε το γυμναστήριο η πίεση γινόταν πιο εντατική και αποφάσισα να πάω και να του κάνω support στη νέα του δουλειά.

Έτσι λοιπόν σήμερα είπα να πάω και να ξεκινήσω γυμναστήριο και επειδή οι φίλοι είναι για τα καλά (στα κακά όλοι έρχονται, νοιώθουν καλύτερα με τον οίκτο) ,για να μην είμαι μόνος κουβάλησα και μια άλλη φίλη για παρέα. Μας έπιασε λοιπόν ο Π. και μας έστρωσε. Να κάτι χιλιόμετρα, να τα κιλά μέχρι που έφτασα στην αίθουσα με τα όργανα η οποία είναι μαζί με τα ελεύθερα βάρη. Κάθισα λοιπόν κι εγώ στο μηχάνημα για την πλάτη και η Μ. στο μηχάνημα για τους προσαγωγούς. Εκείνη το χε πάρει πιο ζεστά από μένα το ζήτημα, ήθελε να χάσει και κάτι ψωμάκια με την κυτταρίτιδα, (εμένα όποτε τα ακούω αυτό μου έρχεται στο νου φέτες ψωμί ψημένο με μαρμελάδα), μέχρι το καλοκαίρι, είχε βάλει τα ακουστικά και η προσήλωση στο μέγιστο. Τόσο προσηλωμένη δεν την είχα δει ούτε όταν προσπαθούσε να ρίξει τον μπάρμαν στο Guzel. Έτσι όποτε ήθελα να της μιλήσω, κυρίως για να της την σπάσω (μην πηγαίνετε ποτέ γυμναστήριο με φίλους), έπρεπε να φωνάζω και για να καλύψω τον ήχο της μουσικής του χώρου, αλλά και τη μουσική του I- pod που είχε.

Την ίδια ώρα με μας ήταν στην αίθουσα και οι τύποι “μοσχάρια”. ;Eτσι λέω κάτι τύπους που έχουν μια πρησμένη κοιλιά μαζί με κήλη από τα βάρη, οι οποίοι κορδώνονται στον καθρέφτη σηκώνοντας 50 κιλά φωνάζοντας “Ax! Ωχ! Ουχ! Ουφ!” κτλπ. Γνωρίζω πως το να φωνάζεις βοηθά στην αναπνοή με αποτέλεσμα ο μυς να κάνει πιο γρήγορα την  καύση με καλύτερα αποτελέσματα, συν το ότι ανακουφίζεσαι κι από τον πόνο. Όλα αυτά όμως με την προϋπόθεση πως γίνεται στη σωστή στιγμή, κάτι που είναι και το πιο δύσκολο κομμάτι να μάθει κάποιος που γυμνάζεται. Όμως η εικόνα των συγκεκριμένων μαζί με όλα αυτά τα επιφωνήματα μου φάνηκε απίστευτα αστεία μου με έπιασε νευρικό γέλιο και δυστυχώς όταν με πιάνει δεν σταματάω με τίποτα. Να πω σε αυτό το σημείο ότι με πέταξαν από την Επίδαυρο μια φορά που με έπιασε εκεί, και μάλιστα σε τραγωδία. Έτσι η Μ. βλέποντας με να διπλώνομαι με ρωτάει με τα ακουστικά στο αυτί:

«Τι έπαθες;»
«Τίποτα απλώς καύλωσα με όλα αυτά τα βογγητά»
«Τι;»
«ΚΑΥΛΩΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΟΓΓΗΤΑ ΤΟΥΣ», φώναξα κι εγώ. Κι εκείνη τη στιγμή, είχε σταματήσει η μουσική του χώρου.

Μετά από αυτό, είπα να αναβάλλω  την επιχείρηση Απολλώνια κορμάρα για κάνα μήνα, αφού τόσο θα κάνω να ξαναπατήσω το πόδι μου στο γυμναστήριο.

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2009

Γκαντεμιά


Θυμάστε τον Γρουσούζη από τα Στρουμφάκια; Που όπου πήγαινε ο κακομοίρης είχε ένα συννεφάκι από πάνω του; Κάπως έτσι νοιώθω, ειδικά τον τελευταίο καιρό. Είναι ανάδρομος ο Ερμής; Η Αφροδίτη; Το κέρατό μου το τράγιο; Δεν ξέρω αλλά σίγουρα την ημέρα που γεννήθηκα τα άστρα δεν ήταν ευοίωνα, τόσο που αναρωτιέμαι αν από τύχη ή μάλλον γκαντεμιά ζω.

Πρώτα από όλα η σύλληψη μου. Και λέγοντας σύλληψη, εννοώ όταν το σπερματοζωάριο του πατέρα μου κόρταρε το ωάριο της μάνας μου, η οποία δεν ήθελε επουδενί να μείνει έγκυος. Τόσο που τους πρώτους μήνες έπαιρνε κατά κόρον κάθε λογής ματζούνια για να αποβάλλει το ατύχημα της. Εμένα δηλαδή. Βέβαια μετά την είχε πιάσει το άγχος ότι θα έβγαινα λειψός με τόσες προσπάθειες αποβολής που η πρώτη ερώτηση που έκανε στο γιατρό μόλις γεννήθηκα ήταν: Τα χει όλα; Και μετά … ξεράθηκε στον ύπνο. Ένας θεός ξέρει τι κατάπινε τους μήνες της εγκυμοσύνης. Βέβαια κι εγώ πήρα την εκδίκηση μου, δεκαέξι ώρες τοκετό είχε, έτσι για να μην ξεχνιόμαστε.

Παράλληλα με τον τοκετό της μάνας μου όμως, ένα ολόκληρο έθνος δεινοπαθούσε, καθώς εκείνες τις ώρες ο καταστροφικότερος τυφώνας του αιώνα σάρωνε την Ταϊλάνδη από άκρη σε άκρη, εξού και το όνομα που μου δώσανε, διότι έτσι λεγόταν κι ο τυφώνας. Ωραία αρχή για να έρθει κανείς στον κόσμο, ε;

Μεγαλώνοντας ήμουν το μοναδικό παιδί που πιάνανε οι γείτονες για αταξία. Δε πα να μασταν δέκα παιδιά που πετάγαμε πέτρες η δικιά μου θα σπαγε το τζάμι του γείτονα και μάλιστα του πιο στριμμένου. Αργότερα στην εφηβεία, την πρώτη φορά που έκανα σεξ μας έπιασε στα πράσα ο πατέρας μου, περιττό να πω τι έγινε στη συνέχεια. Αγοράζω την πρώτη μου μηχανή, μέσα στο μήνα με τρακάρουν, άντε πλήρωνε να τη φτιάξουν που κόστισε όσο η μηχανή την οποίαν ξεχρέωνα μετά τρία χρόνια. Πέρισυ είπα να πάρω ένα αυτοκίνητο μπας κι αλλάξει η τύχη μου και από τότε κάθε μήνα είναι στο συνεργείο. Τις προάλλες εκεί που οδηγούσα στην εθνική, έσκασε το λάστιχο και βρέθηκε δεν ξέρω πως καβάλα σε πεζοδρόμιο.

Επαγγελματικά πέφτω από τη μια χάλια επιχείρηση στη χειρότερη, τόσο που ποτέ δεν παίρνω τα λεφτά στην ώρα μου με αποτέλεσμα να μένω πάντα εκτός στις πληρωμές και να μην αξιώνομαι ποτέ να βάλω δεκάρα στην άκρη. Όποτε κανονίζω να πάω διακοπές τα τελευταια χρόνια όλο κάτι συμβαίνει με αποτέλεσμα να μην έχω κάνει διακοπές εδώ και έξι χρόνια. Άντε πες αυτά τυχαίνουν, σε όλους τυχαίνουν αλλά θα σας αναφέρω το πιο απλό. Υπάρχουν δυο αναπτήρες στο τραπέζι , ο ένας άδειος ο άλλος γεμάτος, ε, τον άδειο πάω και πιάνω πάντα.

Τι με ‘κανε να τα σκεφτώ όλα αυτά;

Βάσει των παραπάνω καταλαβαίνετε ότι ποτέ δεν έχω κερδίσει τίποτα και ποτέ. Προχτές λοιπόν άκουγα ραδιόφωνο και διαφήμιζαν μια παράσταση Tango που θέλω πολύ να πάω να δω. Ξεκινάει λοιπόν μια κλήρωση του σταθμού, όποιος στείλει μήνυμα κερδίζει μετά από ΚΛΗΡΩΣΗ μια διπλή πρόσκληση. Μέσα στα χάλια μου και τη βαρεμάρα μου λοιπόν στέλνω κι εγώ ένα μήνυμα. Μετά από μισή ώρα χτυπάει το τηλέφωνο:
«Ο κ. Προβής;»
«Μάλιστα», λέω.
«Από το ραδιοφωνικό σταθμό …. Τηλεφωνώ, έχετε κερδίσει μια διπλή πρόσκληση για την παράσταση Secret of Tango
Επιτέλους μια φορά στη ζωή μου κέρδισα κάτι και μάλιστα κάτι που θα με χαροποιούσε ιδιαίτερα.
«Πότε είναι η παράσταση;», ρωτάω.
«Την Πέμπτη», μου λέει η κοπέλα.

Fuck! Fuck! Fuck! Tην Πέμπτη δουλεύω, δεν μπορώ να πάρω ρεπό, καθώς είμαι μόνος αυτές τις μέρες δεν μπορώ να αλλάξω ημερομηνία, δεν μπορώ να μεταβιβάσω το εισητήριο σε άλλον και το χειρότερο από όλα, αφού η γκαντεμιά μου δεν με αφήνει, γιατί δεν το κέρδιζε κάνας άλλος να το χαρεί γαμώτο;

Μετά από αυτό, τι να πω στη κολλητή μου που μου λέει : Πάρε κανα λαχείο! Με τη γκαντεμιά μου θα κερδίσω το πρώτο και θα χω χάσει το λαχείο! 

Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2009

Όσα η καρδιά ποθεί


Όσο ήμουν παιδί, δεν έκανα ποτέ μα ποτέ αυτό που πραγματικά ήθελα. Ήθελα να μάθω σαξόφωνο και με στείλανε να μάθω πιάνο. Ήθελα να κάνω κλασσικό χορό, με στείλανε σε παραδοσιακούς. Ήθελα να πάω βόλεϋ με στείλανε μπάσκετ, (βέβαια αυτό μεγαλώνοντας το εκτίμησα γιατί τουλάχιστον περνούσα καλά στα αποδυτήρια). Ήθελα να δώσω για Τρίτη δέσμη (οι πιο παλιοί ξέρουν τι είναι “Δέσμη”), πήγα δεύτερη. Εν ολίγοις ποτέ δεν έκανα αυτό που ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ με ευχαριστούσε.
Όταν δε έφυγα από το σπίτι, έπρεπε να ασχοληθώ με το παιχνίδι της επιβίωσης, ακόμα ασχολούμαι δυστυχώς, με αποτέλεσμα πάλι να μην έχω το χρόνο να ασχοληθώ με αυτά που ήθελα…απωθημένα δηλαδή. Κι αυτά τα απωθημένα είναι η πηγή των κακών με τον εαυτό σου. Δε στεριώνεις πουθενά, τρώγεσαι με τα ρούχα σου, δε νοιώθεις καλά με την πάρτη σου, τουλάχιστον εγώ, που όπως με έχουν χαρακτηρίσει: Θα καώ από την ανάγκη μου να αφήσω το στίγμα μου. Χαλάλι.
Ήθελα να ασχοληθώ με τρία πράγματα μεγαλώνοντας. Συγγραφή, Χορός και Φωτογραφία. Δεν ασχολήθηκα με τίποτα από τα τρία, αντιθέτως έχω κάνει του κόσμου τις δουλειές και ασχέτως του ότι τις κατάφερνα μια χαρά, δεν ήταν αυτό που ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ με γεμίζει. Το έχετε νοιώσει ποτέ αυτό; Μακάριοι οι άνθρωποι που ασχολούνται πραγματικά με αυτό που αγαπούν.  Παρόλα αυτά όμως δεν το ‘βαζα κάτω και έγινα λαθρεπιβάτης των ονείρων μου. Έτσι μεταξύ δουλειάς μεροκάματου (έτσι χαρακτηρίζω ακόμα και την πιο ακριβοπληρωμένη δουλειά, από τη στιγμή που το κάνεις για τα λεφτά) και ελεύθερου χρόνου, άρχισα να ασχολούμαι με αυτά που αγαπώ.
Ξεκίνησα να γράφω μικρές ιστορίες με gay χαρακτήρες, μόνο και μόνο για να δείξω πως δεν είμαστε ούτε τέρατα, ούτε έχουμε κάποιο “κουσούρι”, αλλά είμαστε απλά άνθρωποι όπως όλοι. Άρχισα να φωτογραφίζω και αφού τελείωσα το βιβλίο μου, είπα να ξεκινήσω μια έκθεση. Διδάσκω Rn B, σε μια σχολή και άρχισα μαθήματα Flamenco. Πάντα μου άρεσε αυτός ο χορός, τον έβρισκα γεμάτο πάθος, ένταση και σεξουαλικότητα. Βέβαια είμαι πιασμένος παντού διότι δεν έχω ούτε τεχνική, ούτε την καλύτερη φυσική κατάσταση, αλλά από attitude άλλο τίποτα.
Ξέρω πως δεν πρόκειται ποτέ να χορέψω στο Ηρώδειο, όπως και ότι πιθανόν να μην κάνω ποτέ μια ατομική έκθεση και ότι ίσως να μην εκδοθεί ποτέ το βιβλίο μου, όμως έχω κάτι να ονειρεύομαι τις λευκές νύχτες για να με παίρνει γλυκά ο ύπνος. Το βασικότερο όμως, είναι ότι δεν θα έχω το απωθημένο για εκείνα που η καρδιά μου ποθεί.
Στο προηγούμενο post μίλησα σχετικά με το βιβλίο( ο τίτλος είναι: Gay Σημαίνει…Χαρούμενος! ) και την εύρεση εκδότη. Κάποιος bloger μου έδωσε την ιδέα να το “εκδόσω” μέσω του blog. Μπορεί να μην είναι στο ράφι κάποιου βιβλιοπωλείου, δίνει όμως το πλεονέκτημα μιας πιο άμεσης επαφής των ηρώων με τον αναγνώστη κι ας είναι μόνο ένας. Το θέμα όμως είναι πως όλοι αυτοί οι χαρακτήρες ανυπομονούν να περπατήσουν στα στενά των  νου σας, κι ας γίνουν βορά.
Έτσι ξεκινώντας από αυτή την Κυριακή, θα αρχίσω τμηματικά να δημοσιεύω τα διηγήματα, απλά το πρώτο θα είναι ολόκληρο. Εύχομαι να έχετε το κουράγιο να το διαβάσετε και παρακαλώ σχολιάστε όπως θέλετε.
Όσον αφορά τώρα τις άλλες δραστηριότητες μου; Που θα πάει κάπως θα τις ολοκληρώσω κι αυτές και θα σας ενημερώσω.

Υ.Γ. Seismografe ευχαριστώ.

Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2009

Ζητείται Εκδότης


Εδώ και δέκα χρόνια γράφω ένα βιβλίο. Μια συλλογή δέκα διηγημάτων με θέμα; Τι άλλο;… gay.

Ξεκίνησα να το γράφω σε μια φάση που αναζητούσα να μάθω αν υπάρχουν κι άλλοι σαν εμένα. Βλέπετε εκείνη την εποχή δεν υπήρχε το internet να μας διαφωτίσει, ούτε τα αναρίθμητα chat room και επειδή όλη μου την μέχρι τότε ζωή την περνούσα στα βιβλία στράφηκα στις βιβλιοθήκες και τα βιβλιοπωλεία. Η απογοήτευση μου ήταν τεράστια όταν διαπίστωσα πως, στην Ελληνική τουλάχιστον βιβλιογραφία, δεν υπήρχαν βιβλία που να μιλάνε για την ομοφυλοφιλία, με εξαίρεση τον Ταχτσή, που ακόμα κι αυτός, λόγω της τότε λογοκρισίας, προσέφευγε σε υπαινιγμούς. Έτσι μέσα στο νεανικό μου Δον Κιχωτισμό, αποφάσισα να γράψω το ΠΡΩΤΟ gay βιβλίο στην Ελλάδα.

Ξεκίνησα με ένα μικρό διήγημα στο στρατό, είναι ατελείωτες οι ώρες στο στρατό που δεν κάνεις τίποτα, μετά με ένα άλλο και πολύ αργότερα ένα άλλο. Περίμενα πάντα εκείνη τη μούσα. Έτσι πέρασαν δέκα χρόνια και βέβαια μέσα σε αυτά τα δέκα χρόνια εκδόθηκαν κανα δυο βιβλία του είδους που μου πήραν την πρωτιά. Δεν πειράζει, διότι όταν έγραψα τη λέξη “Τέλος”, μετά τις διορθώσεις και έκανα την πρώτη εκτύπωση, ένοιωσα τόσο όμορφα, που το μόνο που ήθελα ήταν να το δω στο ράφι ενός βιβλιοπωλείου. Έτσι ξεκίνησα το παιχνίδι των δημόσιων σχέσεων για να βρώ κάποιον εκδοτικό οίκο να μου εκδώσει το αριστούργημα μου. Μέχρι στιγμής βέβαια έκανα μια τρύπα στο νερό.

Προχτές λοιπόν πήγα σε μια παρουσίαση βιβλίου. Πάντα μου άρεσε να πηγαίνω σε τέτοιου είδους εκδηλώσεις, αλλά τώρα με ένα βιβλίο προς αναζήτηση εκδότη, ήταν επιβεβλημένο. Γνωρίζω που λοιπόν κάποιον από το χώρο των εκδόσεων. Συστηθήκαμε του είπα τι έκανα, τι θέμα έχει το βιβλίο μου, ποιος είναι ο τίτλος και φάνηκε να ενδιαφέρεται για αυτό. Άλλο που δεν ήθελα εγώ, γύρισα στο σπίτι μέσα στην τρελή χαρά.

Κρατώντας όπως έπρεπε τα προσχήματα τον πήρα τηλέφωνο μετά από δυο μέρες και όταν με θυμήθηκε φάνηκε να χάρηκε που τον κάλεσα. Η καρδιά μου φτερούγισε. Ήδη φανταζόμουν τη δική μου παρουσίαση. Όταν όμως μου είπε: «Έλα από το σπίτι μου  το βράδυ να το συζητήσουμε.», Ζντουπ!!! Κάτι δεν μου πήγε καλά.
-       Ε, ξέρετε εργάζομαι  τα βράδια και δεν μπορώ. Θα μπορούσαμε να το κάνουμε (το ραντεβού) στο γραφείο σας;
Απάντηση του τύπου.
-       Κοίταξε να δεις, αυτή τη στιγμή έχω άλλους σαράντα νέους συγγραφείς που περιμένουν να δουν το βιβλίο τους τυπωμένο. Αν σε ενδιαφέρει να εκδώσω το δικό σου κι όχι τα δικά τους, έλα από το σπίτι μου το βράδυ.

Και σας ρωτάω τώρα εγώ, εσείς στη θέση μου τι θα κάνατε;
Ζύγισα τα πράγματα και είδα ότι είχα τρεις επιλογές για να εκδώσω το βιβλίο.
Επιλογή Α: Να περιμένω όσο καιρό μου πάρει μέχρι να βρεθεί κάποιος που θα εκτιμήσει αυτό που έγραψα και να δεχτεί να μου το εκδώσει.
Επιλογή Β: Να κάτσω στον τύπο και να προχωρήσω σε αυτό που ονειρεύομαι.
Επιλογή Γ: Να μαζέψω 8.000,00 euro και να το εκδώσω μόνος μου.

Η τρίτη επιλογή δεν παίζει με τίποτα. Εδώ με το ζόρι τα βγάζω πέρα το μήνα, να μαζέψω και οχτώ χιλιάρικα. FUCK!

H δεύτερη επιλογή; Μμμ. Για  να είμαι ειλικρινής τη σκέφτηκα πάρα πολύ σοβαρά. Τι έγινε; Άντε άλλος ένας παραπάνω. Πες ότι ήσουν μεθυσμένος και δεν ήξερες τι έκανες. Αλλά ρε γαμώτο, να το δω μετά τυπωμένο και να ξέρω πως το κατάφερα; Δεν έλεγε….τουλάχιστον για το πρώτο βιβλίο.

Έτσι, αποφάσισα να συνεχίσω να το στέλνω δεξιά κι αριστερά και να βγάζω το συγγραφικό-λογοτεχνικό-ψυχολογικό-σχιζοφρενικό μου άχτι εδώ μέσα. Οπότε…θα με φάτε στη μάπα για ποοοοολύ ακόμα!



Τρίτη, 10 Μαρτίου 2009

Σκόρπιες σκέψεις με υπόκρουση τη θλίψη



Μοναξιά μου όλα

Είναι κάποιες στιγμές, που η Μοναξιά έρχεται ακάλεστη, σα ανεπιθύμητος επισκέπτης. Κάθεται απέναντι σου, ανάβει αυθάδικα το τσιγάρο, σταυρώνοντας τα πόδια της σα φτηνή πόρνη και σου λέει: «Για πες…»
Κι εσύ, ψάχνεις το κουράγιο μέσα σου να την αντέξεις, όμως δεν το βρίσκεις. Εξαντλήθηκαν τα αποθέματα. Χάθηκαν στην προσπάθεια να είσαι δυνατός, να παλέψεις, να αντέξεις, να επιβιώσεις και κάπου- κάπου να ονειρευτείς.

Χαλάλι.
Θα το ξαναβρείς.
Θα ξαναμαζέψεις τις δυνάμεις σου.

Τώρα όμως;

Τώρα απλά σήκω. Γράπωσε τη Μοναξιά και σβέρκωσε την. Χόρεψε μαζί της ένα Tango Μασσαλιώτικο και αν σκοντάψεις πάνω σε κάποια νότα, δε πειράζει, κλάψε.

Τώρα με συγχωρείτε. Μου χτυπά η Θλίψη την πόρτα. Πάω να ανοίξω.


Φεγγαράκι μου Λαμπρό


Γεννήθηκα σε μέρος μακρινό, μια νύχτα με φεγγάρι.
(Μετράμε τα χρόνια σε φεγγάρια ακόμα, το ξέρατε;)

Ίσως για αυτό τις νύχτες με φεγγάρι, με πιάνει θλίψη.

Γιατί δεν ήθελα να γεννηθώ.


Ένα εκκρεμές στον τοίχο


Έχω τρία ρολόγια

Το ένα δείχνει τις ώρες της  μέρας, το άλλο της νύχτας
Κι ένα εκκρεμές στον τοίχο δίχως δείκτες

Είναι για της ώρες της θλίψης

Το Φιλί, του Klimt

Μου ‘χει λείψει η παρέα σου
(Ελπίζω και σε σένα η δική μου)

Κοιτάζω το Φιλί που μου χάρισες
(Σ’ αγάπησα, το ξέρεις;)

Δεν ήταν δικό σου όμως, ήταν του Klimt
(Παρόλα αυτό το κρέμασα στον τοίχο)

Ακόμα αναζητώ το δικό σου
(Για να φύγει η πίκρα της θλίψης απ’ τα χείλη μου)



Όπως μπορεί ο Καθένας


Ζηλεύω τους Καλλιτέχνες

Ο Χορευτής, μιλά με το σώμα του
Ο Ζωγράφος ακουμπά στο τελάρο την ψυχή του
Ο Γλύπτης δίνει μορφή στο άσπρο μάρμαρο
Κι ο ποιητής, ερωτροπεί με την πένα.

Κάτι θα μπορείς να κάνεις κι εσύ!
μου είπαν

Ξέρω να μαγειρεύω ωραία,
Απάντησα

Έτσι, καταπίνω τη θλίψη μου



Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2009

The Bitch is Back!


To 2008 δεν ήταν η χρονιά μου. Το 2009;….μμμμ…μπήκε σα το διάλο. Η μια γκαντεμια πάνω στην άλλη, με πολλαπλά προβλήματα υγείας, μια ψυχολογία, άστα να πάνε, τα νεύρα τσατάλια και όποτε αποφάσιζα να κάνω κάτι να ανατραπεί όλη αυτή η κατάσταση…φτού!, όλο και κάτι προέκυπτε. Πόσο χαμηλά μπορείς να πέσεις; Το έχετε αναρωτηθεί ποτέ; Εγώ όποτε το αναρωτιέμαι, την επόμενη φορά πέφτω όλο και πιο χαμηλά. Δε μπορούσε να είναι μια αντίθετη πορεία; Έ, και μετά από τόσο πάτο…έλεος!!!

Κάτι ο Μάρτης που σηματοδοτεί το τέλος του χειμώνα, είμαι παιδί του καλοκαιριού άλλωστε. Κάτι που σιχάθηκα τον εαυτό μου, κάτι που όπως λένε χαμογέλα για να σου έρθει, αποφάσισα να αλλάξω λιγάκι τα δεδομένα της ζωής μου ξεκινώντας από το σπίτι μου. Μια φίλη μου είπε πως όπως είναι το σπίτι σου είναι και η ζωή σου. Γύρισα λοιπόν εκείνο το βράδυ σπίτι και αντίκρισα ένα ΧΑΟΣ.

 Οι τρίχες του σκύλου είχαν κάνει ένα φυσικό χαλί στο πάτωμα, το γραφείο είχε εξαφανιστεί κάτω από ένα σωρό χαρτιά και άχρηστα πράγματα, ρούχα πεταμένα παντού, μέχρι και σώβρακο βρήκα πάνω στο λαμπατέρ (πως βρέθηκε εκεί ακόμα αναρωτιέμαι αφού έχω να ζήσω τέτοια νύχτα πάθους από όταν πήραμε το ΕURO), όλες οι γλάστρες μαραμένες και τασάκια με αποτσίγαρα παντού, παρέα με άδεια μπουκάλια αλκοόλ. Η απόλυτη παρακμή λοιπόν. Μου ήρθε στο νου η ταινία το ημερολόγιο της Μπρίτζετ Τζόουνς και αποφάσισα να ξεκινήσω από το σπίτι.

Την επόμενη μέρα πάγα κι αγόρασα ΌΛΑ τα έπιπλα, διοτι τόσους μήνες που μετακόμισα δεν είχα τίποτα στο σπίτι και ξεκίνησα την επιχείρηση κατοικείν. Μετά ξεκίνησα τα μερεμέτια και σειρά είχε ο κήπος όπου είχα φυτέψει πριν μήνες κάποιες τουλίπες και είχε καταντήσει σε δάσος από τσουκνίδες. Βέβαια εκείνη τη μέρα   αφού αποκαλύφθηκαν οι τουλίπες πήγε ο σκύλος και τις έφαγε και ξέρναγε αργότερα σε όλο το σπίτι και εγώ ανακάλυψα πως στα τριάντα μου έχω αλλεργία στις τσουκνίδες. Η γκαντεμιά που λέγαμε; Έτρεχα λοιπόν στα αφημερεύοντα για αντισταμινικά και μετά έπρεπε να ξανακαθαρίσω το σπίτι, που είχε μετατραπεί σε αποστειρωμένο χειρουργείο,  από τα ξερατά του σκύλου.

Θυμάστε μια σειρά παιδικών βιβλίων η Πολυάννα …κάτι; Έ, αφού είχα κάνει καθαρίστρια, ηλεκτρολόγος, μαραγκός, κηπουρός και διακοσμητής,( που σαι πατέρα να δεις πως μια αδελφή δουλεύει το σκερπάνι ), είπα να βγω από τη σπηλιά μου και να κοινωνικοποιηθώ. Έλα που είχα ξεχάσει  το παιχνίδι των P.R. , με τα ψεύτικα χαμόγελα και τα προσποιητά γέλια με τα κρύα αστεία. Εγκεφαλικό μου ήρθε και  μετά από πάμπολες προσπάθειες όπου γύριζα εξαντλημένος από την προσπάθεια και είχαν πιαστεί οι σιαγώνες μου από τα “χαμόγελα”, ήμουν στο τσακ να τα παρατήσω και να ξαναγυρίσω στη σπηλιά μου. Όμως εκείνο το βράδυ, νύχτα για την ακρίβεια, διότι οι ώρες μου είναι σα του βρικόλακα, σκέφτηκα: Για ποιο λόγο;

Για ποιο λόγο ξεκίνησα όλα αυτά. Για ποιο λόγο έφτιαξα το σπίτι, δραστηριοποιήθηκα, “κοινωνικοποιήθηκα” και όλα όσα επιβάλω στον εαυτό μου να κάνει καθημερινά, προκειμένου να “αλλάξω”, ζωή, συνήθειες, προσωπικότητα; Ουσιαστικά για τους άλλους. Για να λέω πως έχω κοινωνική ζωή μέσα από την οποίαν μπορεί να έχω και προσωπική ζωή , (εκείνον τον πρίγκιπα που λέγαμε κάποτε;) , ένα σπίτι που είναι ουσιαστικά για να δείχνω και όχι να ζω, και ένα image, που απλά “πουλάει”. Fcuk!!! Από τη μια άκρη στην άλλη δηλαδή.

Κατέληξα λοιπόν στο εξής: Τέρμα η υστερία με το σπίτι και λίγο χάλια να είναι δε πειράζει, αρκεί να το χαίρομαι ΠΡΩΤΑ εγώ και μετά όποιος αξιωθεί να έρθει. Τέρμα το dress code βάσει σαιζόν και τι ΠΡΕΠΕΙ αναλόγως ώρα και μέρος. Και το κυριότερο, τέρμα τα ψεύτικα χαμόγελα σε άχαρους που μου γυρίζουν τα άντερα, στην τελική…ανάγκη τους έχω; Εγώ να μαι καλά και όλα παλεύονται. Όσο για τον πρίγκιπα; Αν είναι να έρθει αλλιώς να προσπεράσει.

Έτσι κοιτάζομαι πλέον κάθε μέρα στον καθρέφτη και λέω: Με λένε Ben και είμαι καλά! Sobeware cause The Bitch is Back!