Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2008

Happy End


Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα”, το κλασσικό τέλος κάθε παραμυθιού που μας λέγανε, όταν είμαστε μικροί για να ονειρευτούμε αργότερα μια ζωή όμορφη, γεμάτη περιπέτειες, πλούτη, αγάπη και έρωτα στον ύπνο μας. Το επόμενο πρωινό βέβαια μας έβρισκε πάλι στην ίδια κατάσταση μέχρι να ακούσουμε το επόμενο παραμύθι και να ξαναδούμε τα ίδια όνειρα.  
Αργότερα που μεγαλώσαμε πάψαμε να πιστεύουμε στα παραμύθια. Κάποιοι σταμάτησαν να το παίζουν Πρίγκιπες, άλλες σταμάτησαν να περιμένουν το Γαλάζιο Πρίγκιπα όμως εξακολουθούμε και ακούμε παραμύθια, πλέον για ενήλικους, χάρη στις ταινίες με “Happy End” και κάπου μέσα στα μύχια της ψυχής μας ελπίζουμε να ζήσουμε ο καθένας το δικό του happy end, διότι χωρίς αυτή την ελπίδα, γαμώτο είμαστε καταδικασμένοι
Προσωπικά κάθε μέρα το πρωί ελπίζω για ένα happy end. Βέβαια αυτή η ελπίδα έρχεται έπειτα από μια ώρα προσπάθειας να σηκωθώ το πρωί από το κρεβάτι, δυο δυνατούς καφέδες και μισό πακέτο τσιγάρα. Τότε έχω ξυπνήσει και αρχίζει να λειτουργεί ο εγκέφαλος, όπου με αστραπιαίους συνειρμούς σκέφτομαι το τι έχω να κάνω μέσα στη μέρα, πόσο πίσω έχω μείνει στη δουλειά, σε πόσες μέρες πρέπει να δώσω το νοίκι, σε πόσες άλλες πληρώνομαι, σε πόσους έχω να πληρώσω και φτου η ώρα πέρασε και έχω αργήσει στη δουλειά, το βράδυ πάλι θα αργήσω να γυρίσω και δεν θα προλάβω να μαγειρέψω οπότε πάλι θα φάω από delivery, πρέπει να αρχίσω να τρώω πρωϊνό που σήμερα πάλι δεν πρόλαβα να κάνω και μέχρι να ολοκληρώσω όλους αυτούς τους συνειρμούς έχω φτάσει στον Κηφισό κολλημένος σε ένα μποτιλιάρισμα στο ύψος της Μεταμόρφωσης, καπνίζοντας άλλο μισό πακέτο τσιγάρα και τότε ναι, φέρνω στο νου μου ένα happy end από ταινία και πλάθω το δικό μου happy end με σκηνοθετική μαεστρία άξια για Χρυσό Φοίνικα, Χρυσή Άρκτο και βέβαια Oscar .
Στο δικό μου happy end, είμαι κάπως σα Κάρυ Μπράτσω  στο Sex & The City, διότι για να μη ξεχνιόμαστε είμαι gay και το πρότυπο Ντοστογιέφσκι- ρακένδυτος και πάμφτωχος δεν μου πάει. Μπορώ να ζω γράφοντας, κυριολεκτικά και μεταφορικά, χωρίς να χρειάζεται να δουλεύω  δωδεκάωρα, με δικό μου σπίτι, έναν γκόμενο με τον οποίο περνάω καλά και κάνουμε ταξίδια σε όλο τον κόσμο. Έχω καλούς φίλους που βρισκόμαστε τακτικά και όχι μια φορά το τρίμηνο, για φαγητό και  clubbing, οδηγώ μια ωραία μηχανή και όχι ένα σαραβαλάκι Fiat με σπασμένο πίσω φανάρι, (έχω δέκα χρόνια να οδηγήσω αυτοκίνητο και Σουμάχερ δεν είμαι με τίποτα) και αντί να πηγαίνω για δουλειά πηγαίνω στο Αεροδρόμιο για ταξίδι στην Ταϊλάνδη, όπου έχω καθυστερήσει και πρέπει να προλάβω την πτήση.
Κάπου μέσα σε όλα αυτά όλο και κάποιος θα μου κορνάρει διότι θα μου έχει σβήσει η μηχανή επειδή φρέναρα χωρίς να πατήσω αμπραγιάζ, είπαμε είμαι ατζαμής οδηγός και αντί να τσακωθώ με τον οδηγό που μου κόρναρε και μπαίνει σφήνα μπροστά μου, σκέφτομαι πως μέσα στο σενάριο, έχω και σωφέρ για να κάθομαι στο πίσω κάθισμα πίνοντας Crystal και όχι ένα φραπέ της κακιάς ώρας που έφτιαξα στα γρήγορα πριν φύγω από το σπίτι.
Η όλη διαδρομή κρατάει γύρω στα πενήντα λεπτά και μέσα σε όλο αυτό το σενάριοόλο και κάποια διαφήμιση θα πέσει όπου θα χαζέψω τον ωραίο οδηγό στο διπλανό αυτοκίνητο και μέχρι να πάρει χαμπάρι ότι τον κοιτάζω, έχει πάει πέντε μέτρα πιο κάτω και δεν τον προφτάνω με τρία αυτοκίνητα μπροστά ή θα πρέπει να φρενάρω απότομα διότι κάποιος με φουσκωμένα γκάγκαρα θα κάνει προσπέραση χωρίς να ανάψει φλάς και θα πουλήσει και τσαμπουκά κι από πάνω, όπως εχθές. Τότε ξέχασα και σενάριο και γκεϊλες και όλα τα come il faut  για να θυμηθώ πως κατάγομαι από φου-φου και όχι τζάκι, έτοιμος να υπερασπιστώ με μπουνιές αν χρειαζόταν τον εαυτό μου.
Αφού λοιπόν ο οδηγός με είδε που τον κοίταζα αγριεμένα από τον καθρέφτη, αντί να απολογηθεί για το λανθασμένο προσπέρασμα, σταματάει το αμάξι και λέει: Άντε Γ…. Ρε ΠουΤη. Τα παίρνω κι εγώ πρώτον γιατί με διέκοψε από το μόνο πράγμα που κάνει υποφερτή τη διαδρομή για τη δουλειά και δεύτερον γιατί θεωρεί πως το να είναι κανείς gay είναι η χείριστη βρισιά που μπορεί να εκστομίσει κάποιος. Κατεβάζω λοιπόν κι εγώ το τζάμι, βγάζω το κεφάλι έξω με το γυαλί ηλίου σηκώνοντας το φρύδι και του φωνάζω δυνατά για να ακουστώ πάνω από τα κορναρίσματα με ύφος αυτογνωσίας και δέκα Καρδιναλίων: Εγώ το ξέρω εικοσιεννέα χρόνια ότι είμαι ΠουΤης, εσένα πόσα θα σου πάρει ακόμα για να καταλάβεις ότι είσαι ΜαΚαΚας
Έφτασα στη δουλειά με είκοσι λεπτά καθυστέρηση στο πρωϊνο meeting. Ο Υποδιευθυντής με το που με βλέπει με ρωτάει αγριεμένα:
 -Γιατί άργησες;
 -Γιατί πλακώθηκα με κάποιον που με είπε ΠουΤη, απαντάω κι εγώ.
-Καλά έκανες τότε παιδί μου, λέει τότε ο Διευθυντής, δίνοντας  το δικό μου Happy End, για τη δική μου πραγματικότητα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Feel FREE to comment...