Κυριακή, 2 Αυγούστου 2009

Νεκρική Σιγή


 Ανέκαθεν ήμουν άνθρωπος που βαριέται εύκολα. Αλλάζω χώρες, πόλεις, περιοχές, σπίτια, δουλειές και ενίοτε γκόμενους. Αν και με το τελευταίο, κάπως έχω σκουριάσει γιατί το χω ξεχάσει το άθλημα. ( που να μην του ξανασηκωθεί, εκείνου που με μούτζωσε!) Έτσι μετά την στραπάτσα της Μυκόνου, πήρα τα μπογαλάκια μου και κατέληξα στο Ναύπλιο, σε πεντάστερο, πάλι και εννοείται leading.

Ένα μήνα στην πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδας, έμενα σε ένα από τα δωμάτια του ξενοδοχείου με θέα το Μπούρτζι σας παρακαλώ, αλλά επειδή τα μεταξωτά βρακιά είναι για  επιδέξιους κώλους, αν και ο δικός μου είναι, αλλά όχι για αυτό που λέει η ρήση, αποφάσισα να βρω ένα σπιτάκι να νοικιάσω, ώστε να ξεφύγω από το εργασιακό μου περιβάλλον, ελπίζοντας σε καμία ξέφρενη βραδιά χωρίς να δώσω δικαιώματα στο στενό μαρκάρισμα των ντόπιων που εργάζονται στο ξενοδοχείο. Πάνω από όλα όμως για να μπορέσω να φέρω και το ζωντανό μου μαζί, που έχει πάθει παράκρουση από τους χώρους που έχει αλλάξει.

Παίρνω λοιπόν κι εγώ μια τοπική εφημερίδα και αρχίζω να παίρνω τηλέφωνα μέχρι που πετυχαίνω μια ευγενέστατη κυρία η οποία μου λέει πως δεν έχει πρόβλημα με το σκύλο και έχει δυο γκαρσονιέρες να μου δείξει. Δύο κιόλας. Δίνουμε λοιπόν κάπου ραντεβού και θα με πήγαινε να δω πρώτα το ένα και μετά το άλλο, για να αποφασίσω ποιο μου κάνει. Το πρώτο ήταν σε ένα ύψωμα με μίζερους δρόμους που θύμιζε πραγματικά επαρχία, αν και το βρήκα πολύ retro. Δεν ήμουν σίγουρος όμως ότι θα μπορούσα να μείνω εκεί, έτσι με πήγε κι από το δεύτερο περνώντας μέσα από στενά για να φτάσουμε σε μια νεόκτιστη περιοχή στη νέα πόλη.

 Σταματάμε λοιπόν σε μια καινούργια πολυκατοικία  και κόζαρα κι εγώ τη γειτονιά να κόψω κίνηση. Το διαμερισματάκι ισόγειο και απέναντι μια πανέμορφη πέτρινη μάντρα γεμάτη πράσινο. Περίφραξη αρχαιολογικού χώρου, είπα από μέσα μου. Τεράστια πεύκα και κυπαρίσσια όπου φώλιαζαν τα τζιτζίκια, θυμίζοντας καλοκαίρι και πίσω τους το Παλαμήδι να δεσπόζει από ψηλά. Το σπιτάκι όμορφο, cute που λένε, ημιεπιπλωμένο, θα άνοιγα τη μπαλκονόπορτα και θα βγαινε ο σκύλος από μόνος του έξω να σουλατσάρει στους λόφους. Τέλεια, σκέφτηκα και χωρίς πολλά πολλά δίνω την προκαταβολή και το κλεισα.

Επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο, πετυχαίνω τον ρεσεψιονίστ, ντόπιος, ο οποίος με ρωτάει τι έκανα τελικά με το σπίτι.

«Μια χαρά το κλεισα. Είναι πολύ χαριτωμένο, μπλα, μπλά.»
«Μπράβο ρε συ που είναι;»
«Εκεί…του λέω κι εγώ. Έχει και μια μάντρα μπροστά τίγκα στο πράσινο.»
«Έλα ρε συ, μια χαρά. Στο νεκροταφείο είσαι δηλαδή!»
!!!!???????????!!!!..................... Ζντουπ!!!

Έ, έχετε δει εσείς αρχαιολογικό χώρο στην Ελλάδα με πέτρινη πείφραξη; Εμ τα θεόρατα κυπαρίσσια σε πόσες πλατείες τις έχετε πετύχει; Καμία θα μου πείτε. Κι εγώ το ίδιο. Αλλά πάνω στη φούρια μου να βρω σπίτι και λόγω της ατμόσφαιρας της πόλης, που να φανταστώ ότι το νεκροταφείο θα ήταν μέσα στην πόλη γαμώτο;

Το μόνο σίγουρο είναι πως τα βράδια που γυρίζω, δεν ακούγεται κιχ. Ούτε μηχανάκια, ούτε βαβούρα και σίγουρα μπορώ να λέω πως στη γειτονιά μου βασιλεύει…Νεκρική σιγή.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Feel FREE to comment...