Κυριακή, 28 Ιουνίου 2009

Γλυκά του Κουταλιού


Η γεύση, σε συνδυασμό με την όσφρηση, είναι ίσως οι πιο δυνατές αισθήσεις. Αισθήσεις που γεννούν αναμνήσεις, συναισθήματα, χαμόγελο και δάκρυα. Αλήθεια πόσες φορές δεν δακρύσατε μυρίζοντας το ξεθωριασμένο άρωμα κάποιου που αγαπήσατε σε κάποιο ξεχασμένο ρούχο; Ή πόσες φορές, αν δεν το είπατε, αλλά σκεφτήκατε : Δεν είναι σαν της μάνας, γυναίκας, γιαγιάς, όταν φάγατε κεφτεδάκια σε ένα ξένο σπίτι; Αναμνήσεις που άλλες είναι ωραίες να τις θυμάσαι, άλλοτε όχι και κάποιες φορές, απλά έχεις μια ρομαντική διάθεση και θες να τις αναπολείς.

Από τις πιο όμορφες αναμνήσεις μου, ήταν όταν πήγαινα στο σπίτι της γιαγιάς μου. Πάντα πλανόταν η γλυκερή μυρωδιά της λεβάντας, για το σκώρο το καλοκαίρι και μια αμυδρή αίσθηση του ξυδιού στην κουζίνα, για της μυρωδιές, όπως έλεγε. Μα πιο πολύ χαιρόμουν τα κεράσματα της. «Τι να σε φιλέψω;», έλεγε και άνοιγε τα βαζάκια στην κουζίνα με τα διάφορα γλυκά του κουταλιού, γνώση, τέχνη και παράδοση που κληροδοτήθηκε από τη δική της μάνα, θεία, γιαγιά. Κάθε εποχή είχε το γλυκό του. Μελιτζανάκι την άνοιξή, πορτοκάλι και νερατζάκι το χειμώνα, σταφύλι το φθινόπωρο και βέβαια βύσσινο το καλοκαίρι. Μου βαζε ένα μεγάλο κουτάλι βύσσινο, βυθισμένο σε ένα ποτήρι κρύο νερό, ένα χάδι και ένα φιλί στο κεφάλι, κάνοντας με να νοιώθω το πιο ευτυχισμένο πλάσμα  του κόσμου.

Περίεργο με τι πράγματα είμαστε ευτυχισμένοι μικροί.

Ίσως αυτή η ανάμνηση της ευτυχίας, να ήταν ο λόγος που λαχτάρησα, ένα γλυκό βύσσινο. Ευτυχία, φυλαγμένη σε ανάμνηση, στον πάτο ενός ποτηριού. Θα μου πείτε, εύκολο είναι. Πας στο super market, παίρνεις μισό κιλό γλυκό βύσσινο και ντερλικώνεις. Όμως, δεν θα είναι όπως αυτό που έτρωγα μικρός, καθισμένος στην καρέκλα της τραπεζαρίας, κουνώντας χαρούμενος τα πόδια μου, μια και δεν έφταναν στο πάτωμα.

«Το βύσσινο, πρέπει να το αφήσεις να σταθεί ένα φεγγάρι για να πετύχει. Δεν θέλει τσιγγουνιά στη ζάχαρη, γιατί δε θα δέσει, ούτε πολύ γιατί  πικρίζει. Είναι σαν την αγάπη. Ούτε λίγο, για να την νοιώσεις, ούτε πολύ, για να μην ξελιγώσεις τον άλλον.

Ένα κιλό βύσσινο, θέλει ένα κιλό ζάχαρη και ένα φλυτζάνι ακόμα, για τις πίκρες της ζωής. Τα κουκούτσια βγάλτα ένα – ένα, σα τα αγκάθια στην ψυχή σου, μην τα πετάξεις όμως, όλα χρήσιμα είναι. Ξέπλυνε τα με νερό και κράτα ένα ποτήρι, για να βράσει το γλυκό, σα τη σοφία στο πέρασμα του χρόνου. Και στρώσε, σε κατσαρόλα βαθιά, όπως η καρτερικότητα, γιατί φουντώνει σα το θυμό το γλυκό, και  θα χυθεί απέξω, μια στρώση βύσσινο, μια ζάχαρη, για να μελώσει, όπως η ζωή που θέλει απ’ όλα για να χει γλύκα. Και όταν το βράσεις, θέλει φωτιά δυνατή, όμως έχε το νου σου, να το ξαφρίζεις, όπως το γάμο, ειδάλλως θα σου σβωλιάσει η ζάχαρη και θέλει ξανά μανά βράσιμο, αλλά άπαξ και δεν δέσει με την πρώτη το γλυκό, καλύτερα πέτα το και μην το πεις της πεθεράς. Κι όσο το αφήνεις να κρυώσει, μην το σκεπάζεις, άφηνε το ανοιχτό, σαν την καρδιά σου, για να μην στάξει πάλι μέσα, σα τις θλίψεις.

Στο μουσαφίρι και στον ξένο. Στον επισκέπτη, στον κουρασμένο ταξιδιώτη, τάταρε τον αυτό που φτιαξες κι ας μην έχει τίποτα άλλο το φτωχό, το σπίτι, όμως  στην κουταλιά που του δωκες, έχει όλη την αγάπη που βαλες.»

Αυτά τα λόγια, τριβέλιζαν το νου μου, όσην ώρα ξεκουκούτσιαζα τα βύσσινα. Βαρετή δουλειά ετούτη, για αυτό την κάνανε παρέα παλιά οι γυναίκες. Τώρα πια όμως, ποιος κάθεται να φτιάχνει γλυκά του κουταλιού και ποιος τρώει; Πάει περάσανε αυτά. Ακόμα και με το να τα αναπολώ, νοιώθω συχνά γραφικός. Όμως τώρα το σπίτι μου μυρίζει βύσσινο και ζάχαρη κι εγώ νοιώθω μια γαλήνη στην καρδιά μου, που την είχα ανάγκη.

Να σας τατάρω ένα γλυκό του κουταλιού;


(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο free press All about Oia)

1 σχόλιο:

  1. Τι υπέροχο κείμενο, σ ευχαριστώ για την αφιέρωση πραγματικά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Feel FREE to comment...