Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2009

Το Μιστί, το Πυλοφόρι


 Υπάρχει μια πάγια αντίληψη σχετικά με τους gay, όσον αφορά τις δραστηριότητες, τα επαγγέλματα και τα hobby τους. Αλήθεια όταν ακούτε τη λέξη ή μαθαίνετε ότι κάποιος είναι gay, δεν πάει ο νους σας σε: κομμωτήριο, μόδα, γυμναστήριο, αποτρίχωση, μανικιούρ- πεντικιούρ; Κάτι σαν τον Παράβα στις παλιές ελληνικές ταινίες; Ακόμα κι εγώ δυσκολεύομαι να το συνδυάσω συνειρμικά με κάτι άλλο, όπως: μπετατζής, μηχανικός αυτοκινήτων, υδραυλικός, ποδόσφαιρο. Μάλλον, όχι, το τελευταίο μια χαρά το συνδυάζω, ξεκινώντας από έναν παίχτη και καταλήγω μέχρι τον τερματοφύλακα της αντίπαλης ομάδας, …αλλά δεν αναφέρομαι σε ΤΕΤΟΙΟΥ είδους συνειρμούς.

Μιλάω για δραστηριότητες και επαγγέλματα. Όπως σοβαντίσματα, μπετά, ξυλουργική και κάθε είδους χειρονακτική εργασία όπου πρέπει να γίνεσαι από πάνω μέχρι κάτω μέσα στη μπίχλα, τα χέρια σου γεμίζουν ρόζους και τα νύχια αν τα δει μανικιουρίστρια θα φρίξει. Προσωπικά, δεν έχω γνωρίσει ούτε ΕΝΑΝ gay που να ασχολείται με κάτι τέτοιο, όχι μονάχα επαγγελματικά αλλά και ερασιτεχνικά. Δε νομίζω μεταξύ του κύκλου, αντί να πούνε: «Πάμε την Κυριακή στο Γκάζι;», να πουν: «Έρχεσαι να χτίσουμε την μάντρα στον κήπο;», ή «Κάνω κάτι μερεμέτια, έρχεσαι να βάλεις ένα χέρι;» και να εννοούν όντως χέρι βοηθείας.

Όταν ήμουν παιδί, ο πατέρας μου, κλασσικός Ελληνάρας, είχε όπως όλοι το τρίπτυχο των απαγορεύσεων : Κλέφτης, Κομμουνιστής και Πούστης. Για το πρώτο, ευτυχώς δεν κατέληξα, το δεύτερο το πέρασα ξώφαλτσα, κι αυτό όχι από πολιτική πεποίθηση, αλλά γιατί οι “σύντροφοι”, ήταν κάτι θεότεκνα. Τώρα σχετικά με το τρίτο, ε, τι να πώ πέρα από: Sorry μπαμπά!.

Έτσι όταν ήμουν παιδί, στις διακοπές, ο πατέρας μου με έστρωνε κανονικότατα στη δουλειά, για να γίνω Άντρας! Να σε κάτι συνεργεία εγώ μέσα στα λάδια και να τρίβομαι μετά με τις ώρες να φύγουν οι μαυρίλες, να κάτι κάλους στα χέρια από τον γκασμά και να πασαλείβομαι με κρέμα χεριών και αμέτρητα σκαλοπάτια να ανεβοκατεβαίνω στις οικοδομές φτιάχνοντας και κουβαλώντας λάσπη, διότι καλά το πιάνο, τα γαλλικά και το μπαλέτο, αλλά… «η δουλειά κάνει τον Άντρα, το μιστρί, το πυλοφόρι…». Βέβαια προς μεγάλη του απογοήτευση, παρά την ομοιοπαθητική που εφάρμοσε, εγώ δεν του βγήκα ο άντρας που ήθελε. Τι να κάνουμε τώρα; Αν και για να λέμε του στραβού το δίκαιο, δεν ξέρω καν str8 της ηλικίας μου να ασχολούνται με τέτοια. Τέλοσπάντων.

Δεν ξέρω αν φταίει η εκπαίδευση που είχα περάσει ή αν απλά το έχω μέσα μου, αν και θυμάμαι πως από παιδί ήμουν μαμούνι, αλλά έχω μια τάση να φτιάχνω, επιδιορθώνω και να κατασκευάζω πράγματα. Πράγματα από χρηστικά μέχρι όμορφα, κατ’ εμέ και γενικότερα να δουλεύω με τα χέρια μου. Έτσι φτιάχνω από πλεκτές βραδινές τσάντες (δεν τις χρησιμοποιώ, τις κάνω δώρο σε φίλες, οκ;)  μέχρι τραπέζι και μάντρες (καλούπωμα δικό μου, έτσι;) Όταν λοιπόν επέστρεψα από τη Μύκονο, είπα να καθίσω λίγο μέχρι να αρχίσω να ψάχνω για δουλειά και επειδή δεν έχω συνηθίσει να κάθομαι και να ξύνομαι, είπα να ασχοληθώ με το σπίτι μου και όλα εκείνα που ήθελα από καιρό να κάνω αλλά δεν είχα τον χρόνο.

Ξεκίνησα λοιπόν με σοβαντίσματα και βαψίματα, γιατί μου αρέσει το χρώμα στο χώρο μου, επεκτάθηκα στην κηπουρική και τα ζαρζαβατικά, έπιασα μετά ξυλουργική, φτιάχνοντας τα κομοδίνα που μου λείπανε και κατέληξα στην κουνιστή καρέκλα που μου χάρισε μια φίλη, όταν μετακόμισα στο σπίτι αυτό πέρισυ.

Ανέκαθεν είχα μια λατρεία με τις κουνιστές καρέκλες. Όποτε τις έβλεπα, ένοιωθα γαλήνη. Ίσως γιατί το συνδυάζω με την ηρεμία των γηρατειών, όπου η γνώση και η σοφία της ζωής σε έχει μάθει απλά να απολαμβάνεις τις στιγμές. Είχα λοιπόν σκοπό κάποια στιγμή να αγοράσω μια, αν και δεν φτιάχνονται πια τέτοιου είδους καρέκλες. Όλο ξύλο, δουλεμένο στο χέρι, χωρίς ούτε μια βίδα επάνω. Μπορείτε λοιπόν να φανταστείτε πως όταν μου τη χάρισε η φίλη μου, πέταγα από την χαρά μου. Εκείνη ήθελε απλά να την ξεφορτωθεί, γιατί της έπιανε χώρο, αν και αυτή η καρέκλα έχει ηλικία όσο κι εκείνη αφού την πήρε η μητέρα της όταν γεννήθηκε για να την κοιμίζει, γεγονός που το έκανε για μένα ακόμα πιο σημαντικό. Λατρεύω τα  retro και τα αντικείμενα με ιστορία, όχι αντίκα, αλλά που απλά κουβαλούν μια ιστορία.

Ένα αντικείμενο όμως τόσο παλιό, κουβαλάει πάνω του και τη φθορά του χρόνου, συν δυο κακοβαμμένα χρώματα με αποκορύφωμα ένα λαχανί, που θεωρώ ότι αδικεί το ίδιο το αντικείμενο. Έτσι αποφάσισα να την επιδιορθώσω και να αναδείξω την ομορφιά της, έτσι όπως βλέπω εγώ μια κουνιστή καρέκλα. Χρειάστηκαν δέκα μέρες μέχρι να την τελειώσω. Σακάτεψα τα χέρια μου από το τρίψιμο, τα μάτια μου γέμισαν πριονίδι, τα νύχια μου γέμισαν βερνίκια, όμως όταν τράβηξα την τελευταία πινελιά, ένοιωσα απίστευτη ικανοποίηση.

Είναι γεγονός πως το να ολοκληρώνεις μια εργασία, να φτιάχνεις κάτι με τα χέρια σου, να βλέπεις το αποτέλεσμα του έργου σου, όπως κι αν είναι αυτό, αρκεί που είναι δικό σου, το αίσθημα της ολοκλήρωσης είναι υπέροχο. Ίσως για αυτό οι γυναίκες παλιότερα πλέκανε φτιάχνοντας ολόκληρη προίκα. Δεν ήταν μόνο η ανάγκη των αντικειμένων αυτό που τους ωθούσε, αλλά το συναίσθημα της αξίας τους που είχαν ανάγκη, μέσα στην μονοτονία της καθημερινότητας. Ίσως πάλι για αυτό  δεν φτιάχνουμε πια τίποτα, απλά γιατί αναζητάμε την ολοκλήρωση μας μέσα από τον καταναλωτισμό και έξω από μας. Πάλι, μπορεί να λέω και μαλακίες.

Όπως και να έχει περιμένω πως και πώς να στεγνώσει το βερνίκι για να κάτσω στην καρέκλα ΜΟΥ,  πίνοντας μαργαρίτα στην βεράντα και ίσως όταν η φίλη μου κάνει το δικό της μωρό, να της την χαρίσω για να το κοιμίζει με τη σειρά της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Feel FREE to comment...