Πέμπτη, 9 Απριλίου 2009

Σαμπάνια με Crème de Cassis


Όταν αποφάσισα να παραιτηθώ από τη δουλειά μου, είπα να στείλω κάποια βιογραφικά, για να δω κατά πόσο “περνάω” στην αγορά εργασίας. Προς έκπληξη μου διαπίστωσα πως υπήρχε ένα μεγάλο ενδιαφέρον κι έτσι αποφάσισα να πάω σε ορισμένες συνεντεύξεις για να δω αν θα μπορούσα να συνεχίσω να ασχολούμαι με την ειδικότητα μου ή αν θα τα παρατούσα τελείως. Έτσι εχθές έκανα ένα “καλό” interview στο Κολωνάκι, το οποίο πραγματικά απόλαυσα και ένιωσα αυτοπεποίθηση για τις ικανότητες μου ως επαγγελματίας. Ήθελα λοιπόν να το γιορτάσω. Να γιορτάσω για μένα, την πάρτη μου, παίρνοντας μια μυρωδιά “ευ ζείν”, όπως τόσοι που απολαμβάνουν την ξενοιασιά πίνοντας ανέμελα τον καφέ τους τις ώρες που εκατομμύρια άλλοι δουλεύουν.

Κάθισα λοιπόν σε ένα καφέ στην Βουκουρεστίου, ανάμεσα στα πολυτελή καταστήματα κοσμημάτων, θυμούμενος την οδό όταν ακόμα δεν είχε πεζοδρομηθεί. Σερβιτόροι με γραβάτες, επιχειρηματίες με κουστούμι, κυρίες με τσάντες από τις γύρω boutique, τίγκα στα κοσμήματα και τα μπριγιάν, ντάλα μεσημέρι, ενώ σκεφτόμουν: Ότι γυαλίζει, είναι για όταν πέφτει ο ήλιος. Κι ανάμεσα τους εγώ. Ντυμένος στην τρίχα, με χαρτοφύλακα και μαλλιά πιασμένα να  λάμπουν, περίμενα να δώσω την παραγγελία μου με ύφος και attitude κοσμοπολίτικου gentleman. Μαριναρισμένος σολομός με pesto βασιλικού και ένα ποτήρι kir royal. Εξαιρετική επιλογή, με διαβεβαίωσε ο γραβατομμένος σερβιτόρος. Ναι, σκεφτόμουν εγώ. Η μάνα μου με κυνηγούσε να φάω το σολομό μικρός και μου ‘βαζε στο μπιμπερό σαμπάνια, έλεγα από μέσα μου.

Απέναντί μου καθόταν μια κομψή κυρία, μεγάλη σε ηλικία, η οποία διάβαζε μια πολιτική εφημερίδα και με κοίταζε πάνω από τα γυαλιά της πρεσβυωπίας. Όταν ήρθε η σαμπάνια, σήκωσα το ποτήρι χαιρετώντας την κι εκείνη μου έγνεψε το κεφάλι. Το χω ο πούστης, έλεγα μέσα μου, νοιώθοντας της φυσαλίδες να μου γαργαλάνε τον ουρανίσκο.  Έτσι μάλλον περνάνε οι πλούσιοι, σκεφτόμουν και απολάμβανα τη στιγμή μου, ξεχνώντας την δική μου πραγματικότητα. Ήμουν ανάμεσα τους, χωρίς να ξεχωρίζω, κάνοντας ότι κι εκείνοι, ντυμένος όπως αυτοί, απολαμβάνοντας τα ίδια πράγματα, μόνο που για μένα ήταν υπέρβαση και θα κρατούσε μονάχα λίγες ώρες.

Ξαφνικά ακούστηκαν ποδοβολητά. Έστρεψα το βλέμμα μου προς την Πανεπιστημίου και είδα καμιά δεκαριά Αφρικανούς, φορτωμένους με την πραμάτεια τους να τρέχουν καθώς πέντε – έξι αστυνομικοί που στέκονταν φρουρώντας  τον δρόμο, κοιτούσαν γελώντας. Στρέφοντας το κεφάλι προς την κατεύθυνση που είχαν έρθει είδα έναν συμπατριώτη τους, μικρόσωμο, να κουβαλά έναν μπόγο μεγαλύτερο από εκείνον, να τρέχει ασθαίνοντας και ένα σκληροτράχηλο αστυνομικό στο κατόπι του, μέχρι που ο καταδιωκόμενος σκόνταψε, σκορπώντας το περιεχόμενο το μπόγου στον πεζόδρομο. Το όργανο της τάξης, στάθηκε από πάνω του με θριαμβευτικό χαμόγελο και αφού πήρε μια ανάσα, τον γράπωσε γερά από το μπράτσο προσπαθώντας να τον σηκώσει. Ο πεσμένος άντρας όμως δεν σηκωνόταν. Είχε αφήσει το μικρό του βάρος  να αντισταθεί, οργίζοντας τον άλλον με αυτή την αντίσταση. Έκλαιγε. Ίσως για αυτό δεν είχε τη δύναμη να σταθεί στα πόδια του ή ίσως από αυτό να βρήκε τη δύναμη να αντισταθεί.

Περαστικοί άρχισαν να μαζεύονται τριγύρω καθώς κατέφταναν οι συνάδελφοι του άντρα με τη μπλε στολή. Οι άλλοι που φύλαγαν τον δρόμο στέκονταν απλώς στις θέσεις τους κοιτώντας και γελώντας από μακριά. Κάποια γυναίκα φώναξε: Αφήστε τον καλέ τον άνθρωπο! Για να της πει με στόμφο ο νεαρός αστυνομικός: Αφού παρανομεί!, δείχνοντας τις σκορπισμένες imitation επώνυμες τσάντες που είχαν σκορπιστεί και τις οποίες μάζευε ένας συνάδελφος του, πειστήρια του εγκλήματος. Βουβοί θεατές, παρακολουθούσαν την σκηνή. Άλλοι προσπέρασαν σκεφτικοί, άλλοι γελώντας καθώς ένας αστυνομικός μιλούσε στο κινητό, ρωτώντας μάλλον τη μονάδα, τι να πράξουν, καθώς μετά την κλήση, τέσσερις γράπωσαν τον πεσμένο άντρα για να τον σηκώσουν. Μια σπαρακτική κραυγή ακούστηκε, διαταράσσοντας την chill out μουσική που ακουγόταν, καθώς ο παράνομος έκλαιγε γοερά.

Δάκρυα αυλάκωναν το πρόσωπο του, τόσα που φαίνονταν πάνω στο μαύρο χρώμα του δέρματος του. Δάκρυα φόβου, για την φυλακή ή την απέλαση και την επιστροφή σε εκείνα που τόλμησε να ξεφύγει. Δάκρυα απογοήτευσης, που δεν είχε τις δυνάμεις να τρέξει πιο γρήγορα με τον μπόγο στην πλάτη, που έφτασε στο σημείο να κάνει όνειρα, με τα ακρολόφια του νου του. Όμως σε καμιά περίπτωση, δεν ήταν δάκρυα θυμού, για εκείνους που τον έσερναν, καθώς δεν είχε το κουράγιο να σταθεί στα πόδια του.

Ήξερε πως υπήρχε κίνδυνος να τον πιάσουν, χωρίς χαρτιά, χωρίς άδεια μικροπωλητή όμως παρόλα αυτά το διακινδύνεψε, να βγαίνει στους δρόμους πουλώντας ένα σωρό προϊόντα “μαϊμού”, με μικρό κέρδος, σε όλους εκείνους που ονειρεύονται μια μυρωδιά, καλοπέρασης, χλίδας και λούσα. Θα μπορούσε να κάνει μια από τις δουλειές που το σκοτάδι της  νύχτας ασφαλίζει, όμως προτίμησε τη μέρα, όπου το φως εκθέτει το σκούρο του χρώμα.

Η ομήγυρη διαλύθηκε, καθώς ο παράνομος απομακρυνόταν και η σκηνή είχε λάβει τέλος. Η σαμπάνια μου είχε μείνει στη μέση. Ο σολομός με pesto βασιλικού, δεν είχε έρθει ακόμα και οι πελάτες του μαγαζιού, επέστρεφαν στις συζητήσεις τους, έχοντας ρίξει μονάχα ένα βλέμμα στο σκηνικό. Η κυρία απέναντι μου εξακολουθούσε να με κοιτάζει, και έκανα πως κάτι μπήκε στο μάτι μου που έθεσε σε λειτουργία τους δακρυϊκούς μου αδένες. Άφησα τα χρήματα πάνω στο τραπέζι και σηκώθηκα, αρπάζοντας το χαρτοφύλακα με την πραμάτεια των βιογραφικών μου. Στο μυαλό μου αναδύθηκε μια φράση, από ένα τηλεοπτικό διαφημιστικό, κοινωνικού περιεχομένου.
«Γιατί εμείς οι Έλληνες, ξέρουμε από προσφυγιά.»

Και θυμήθηκα τη γιαγιά μου που ήρθε από τη Σμύρνη. Θυμήθηκα τον παππού μου, που έφυγε από την Κίνα. Τη μάνα μου που έφυγε από την Ταϊλάνδη και τον εαυτό μου που δραπέτευσε από την πραγματικότητά μου και κάθισε σε ένα café στη Βουκουρεστίου, πίνοντας σαμπάνια με crème de cassis

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Feel FREE to comment...