Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

Ανοιχτή Επιστολή


          Αξιότιμε κ. Γιακουμάτο,
                                    Πριν κάποιες ημέρες προβήκατε σε δημόσια δήλωση αναφερόμενος σε μια μερίδα ανθρώπων στους οποίους ανήκω κι εγώ, λέγοντας με την ιδιότητα του ιατρού, πως οι περισσότεροι από εμάς πάσχουμε από την αρρώστια της ομοφυλοφιλία και μπορούμε και να την μεταδώσουμε. Αδυνατώ να σταθώ στην φαιδρότητα της δήλωσης σας περί «αρρώστιας» κι «μετάδοσης», καθότι στερούμαι ιδιότητας «επιστήμονα», προκειμένου να αντιπαραβάλω επιχειρηματολογία βασιζόμενη σε έρευνες του γενετικού κώδικα, της ψυχολογίας και της ψυχιατρικής, κατά των οποίων έχει αποφανθεί ότι η ομοφυλοφιλία δεν είναι  ούτε «αρρώστια», μήτε πάθηση κι ως εκ τούτου δεν μπορεί και να μεταδοθεί. Έχετε δίκιο όμως στο ότι είμαστε άρρωστοι. Πάσχουμε κι υποφέρουμε όλοι μας από την άγνοια, τις προκαταλήψεις και τη μισαλλοδοξία σας όπως και  πολλών άλλων όπως εσείς.

Αναφέρεστε σε εμάς ως κάτι το επικίνδυνο που μπορούμε να μολύνουμε άλλους νέους, σας διαβεβαιώνω όμως πως όσο «πετυχημένος» κι αν γίνει κάποιος από εμάς, κανένας δεν θα γίνει ομοφυλόφιλος προσπαθώντας να  μας «μοιάσει». Βλέπετε το να είναι κανείς ομοφυλόφιλος στην Ελληνική κοινωνία έχει να αντιμετωπίσει καθημερινά  ανθρώπους όπως εσείς  κι είναι επίπονος αυτός ο αγώνας. Ναι, αγώνας που ξεκινά από πολύ νωρίς, μόλις κανείς αρχίσει να αναζητά την ταυτότητα  του κι τότε έρχεται αντιμέτωπος με τον ίδιο του τον εαυτό. Είναι που έχουμε γαλουχηθεί με τις ίδιες πεποιθήσεις που έχετε εσείς κι γι’ αυτό πρέπει πρώτα από όλα να αμφισβητήσουμε την ίδια μας την ύπαρξη πριν φτάσουμε στο σημείο, όσοι τα καταφέρουν, να διεκδικήσουμε το δικό μας μερτικό στην ευτυχία. Τότε, ερχόμαστε αντιμέτωποι  με τους ζωοδότες μας, κι η αγάπη που τους έχουμε μετατρέπεται σε αντικείμενο εκβιασμού, ακόμα και τιμωρίας. Δυστυχώς όμως συνεχίζεται και πέρα από το σπίτι μας καθώς έχουμε να αντιμετωπίσουμε και το σχολείο, μια πρόγευση της κοινωνίας στην οποίαν θα κληθούμε να γίνουμε κοινωνοί κι που  δυστυχώς είναι  ένα ακριβές αντίγραφο αυτής.

Δεν θα σας μιλήσω για έννοιες όπως τραμπουκισμός, ξυλοδαρμός, κοροϊδία, φόβος, απόρριψη, ψεύτικες θεραπείες και μοναξιά που όλοι εμείς έχουμε βιώσει ή ακόμα χειρότερα εξακολουθούμε να βιώνουμε, αναπαράγοντας ένα εύπεπτο μελό×  οικτίραμε  τον εαυτό μας αρκετά για να έχουμε ανάγκη τη λύπηση των άλλων. Υποχρεούστε όμως να γνωρίζετε πρώτα τα γεγονότα πριν βγάλετε τα συμπεράσματα σας κι για τα παραπάνω, κάθε ένας από μας μπορεί να σας το επιβεβαιώσει εάν είχατε την ανθρωπιά να ακούσετε κι περισσότερο να μάθετε. Είναι πολύ πιο επώδυνες οι συνέπειες του  να είναι κανείς ομοφυλόφιλος που θα προτιμούσαμε, εάν ήταν θέμα επιλογής, να μην είμαστε, ως εκ τούτου, κανένας δεν θα «επέλεγε» να γίνει ομοφυλόφιλος κι εμείς δεν θα θέλαμε κανέναν άλλον να βιώσει αυτές τις εμπειρίες. Δεν τίθεται όμως θέμα «επιλογής», ούτε είναι απλά κάποιο «κουσούρι» με το οποίο γεννηθήκαμε. Είμαστε απλώς διαφορετικοί από εσάς κι η διαφορετικότητα, η όποια διαφορετικότητα είναι, είναι δημιουργική. Γεννηθήκαμε, μεγαλώνουμε και πεθαίνουμε σε έναν κόσμο που δεν μας θέλει, παρόλ’ αυτά καταφέρνουμε καθένας με τον δικό του τρόπο να γίνεται αποδεκτός, να αλλάζουμε αντιλήψεις και να επηρεάσουμε σκέψεις, απλά και μόνο επειδή υπάρχει αυτή η διαφορετικότητα.    

Είναι μεγάλος ο δρόμος από την ανακάλυψη του εαυτού μας μέχρι την αποδοχή, άρα κι ολοκλήρωση του, πρώτα από όλα από εμάς τους  ίδιους. Κακοτράχαλος κι ολισθηρός γι’ αυτό και υποσκάπτει τη δική σας «συγνώμη». Εξάλλου, λόγια που εκφράζονται αβίαστα, προσδίδουν το πάντα το ποιόν εκείνου που τα εκφέρει κι αλίμονο σε εκείνον που τους πιστεύουν δις. Συγχωρείστε με όμως, σχεδόν ακούγομαι σα πολιτικός κι αυτό είναι δική σας ιδιότητα, όμως με αφορμή τη δική σας δήλωση, δράττομαι της ευκαιρίας  πολιτικού λόγου, προκειμένου να απευθυνθώ στο κάθε ένα ομοφυλόφιλο παιδί της Ελληνικής κοινωνίας και να του πω πως δεν είναι άρρωστο. Πως το κάλλιστο  που μπορεί να κάνει για τον Εαυτό του, είναι να τον Αγαπήσει ακριβώς για αυτό που είναι κι όπως είναι. Πως ο κόσμος είναι άσχημος, αλλά έχει τη δύναμη να τον κάνει χαρούμενο, γιατί ο δυνατός, δεν είναι αυτός που πέφτει, αλλά αυτός που ξανασηκώνεται και γιατί μας λένε «gay» και σημαίνει χαρούμενος.



        Ταπεινά δικός σας
              Ben Provis

Ένας χαρούμενος άνθρωπος

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Ψωροκώσταινα. GR

Οι λέξεις, ειδικά της Ελληνικής γλώσσας, έχουν μια δυναμική, μια παλλόμενη ενέργεια, γι’ αυτό κι αποτελούν έννοιες, που δυστυχώς πλέον, αδυνατούμε να τους προσδώσουμε την πρέπουσα αξία κι άρα χρήση. Μια λέξη που με καθηλώνει και κλυδωνίζει το Είναι μου είναι το: Πεινάω. Όταν την ακούω να διατυπώνεται ή την διαβάζω, κλονίζομαι και νιώθω σα μια κρύα μέγγενη να πιάνει και να σφίγγει τα σωθικά μου, τόσο που πάντα θα ανατρέξω στην κουζίνα  ή σε οποιαδήποτε πηγή τροφής, προκειμένου να προσφέρω φαγητό σε εκείνον, που έστω αβίαστα την διατύπωσε. Αλήθεια έχετε πεινάσει ποτέ; Και δεν αναφέρομαι στο χαϊδευτικό συναίσθημα του «πεινάω μαμά, τι θα φάμε;», αλλά σε εκείνο το κενό αίσθημα που κατατρώει τα σωθικά σου, εκμηδενίζει τις αξίες σου κι πιότερο το Εγώ σου.

Την θεά Πείνα, έστειλε η Δήμητρα να τιμωρήσει τον Ερυσίχθονα για την ασέβεια του, που βανδάλισε δάσος της κόβοντας την ιερή της βελανιδιά. Εκείνος, αφού σπατάλησε όλα τα πλούτη του βασιλείου του, πούλησε την κόρη του Μήστρα για δούλα, προκειμένου να μπορέσει να κορέσει την άκρατη πείνα του. Ο Απόλλωνας όμως, ερωτευμένος με τη Μήστρα, της έδωσε το χάρισμα να μεταμορφώνεται σε οποιοδήποτε ζώο κι εκείνη πάντα επέστρεφε στον πατέρα της προκειμένου να την πουλά ξανά και ξανά. Μια φορά όμως, μεταμορφωμένη σε ελάφι, δεν μπόρεσε να διασχίσει έναν χείμαρο κι ο Ερισίχθονας, οδηγημένος από την Πείνα του, κατασπάραξε τον ίδιο του τον εαυτό.

Τον μύθο του Ερυσίχθονα τον διάβασα κάπου στα δέκα μου, έχοντας κάνει ήδη μια πρώτη γνωριμία με την πείνα, για αυτό αργότερα όταν ξανασυναντηθήκαμε, συστηθήκαμε εκ νέου με τους δικούς μου όρους. Όμως ποτέ δε θα πάψει να τρομάζει το άκουσμα της, γι’ αυτό όταν είδα σε πρόσφατη επίσκεψη μου στην Ελλάδα τον άνθρωπο της παρακάτω φωτογραφίας, ένιωθα το γνώριμο μου αίσθημα της ανασφάλειας, του φόβου, του κενού και της ντροπής. Συχνά και κατά καιρούς έχω αναρωτηθεί πόσο λεπτές είναι οι ισορροπίες και πόσο εύκολο και εφικτό είναι να βρισκόμουν στη θέση του ανθρώπου αυτού, παρέα το σκύλο μου, καθισμένος καταγής με ένα χαρτόνι αναγράφοντας μονάχα μια λέξη: Πεινάω!

Εργάστηκα συχνά στην Ελλάδα σε επιχειρήσεις στις οποίες ο εργοδότης μου αρνιόταν να με πληρώσει με τη δικαιολογία ότι δεν είχε κάνει τζίρο, όμως ξέραμε τι ταμείο είχε γίνει το προηγούμενο βράδυ. Πέρασα αμέτρητες ώρες άυπνος σκεπτόμενος πως θα πήγαινα στη δουλειά μου την επόμενη μέρα και τι ώρα θα έπρεπε να ξεκινήσω, καθότι δεν υπήρχαν λεφτά για βενζίνη, ούτε καν για το εισιτήριο του τρένου, ακόμα και να μένω νηστικός για να μάθω τελικά πως ο γιός του ιδιοκτήτη απέκτησε καινούργιο αμάξι ή ο ίδιος πήγε τελικά διακοπές για σκι, όσο εγώ έκανα «Ανάσταση» ένα πιάτο ρεβίθια. Δυστυχώς εργαζόμενος στην Ελλάδα, δεν υπάρχει ούτε η νομοθεσία, ούτε το πλαίσιο στήριξης σε περίπτωση που αδικηθείς εργασιακά ή ακόμα κι εάν μείνεις άνεργος κι ακόμα χειρότερα, άστεγος. Και αυτό είναι κάτι απόλυτα αποδεκτό. Τόσο που κάνουμε σκόντα στις αρχές μας προκειμένου να έχουμε μια δουλειά ή ακόμα κι αγιοποιούμε εργοδότες που απλά είναι σωστοί απέναντί μας, όπως είχα την τύχη τα τελευταία χρόνια να συνεργαστώ.

Όμως για αυτά κι άλλα, έφυγα από τη χώρα, μαζί με τόσους άλλους κι θλίβομαι ακόμα περισσότερο βλέποντας κι συνειδητοποιώντας  τη διαφορά κι περισσότερο κάθε φορά που επιστρέφω στην Ελλάδα. Όμως έχω μάθει πως αδικία, είναι η έλλειψη ευκαιριών κι άδικος, ο έχων τη δυνατότητα να δίνει ευκαιρίες, όμως αρνείται να δώσει. Για αυτό κι αναζήτησα ανθρώπους και συνεργάτες που θα θέλανε μια αλλαγή ζωής, δίνοντας τους τη δυνατότητα να αποκτήσουν έστω την εμπειρία της εργασίας κάπου όπου η εργασιακή αξιοπρέπεια εκτιμάται κι είναι πάνω από όλα σεβαστή. Όμως εκπλήσσομαι και περισσότερο θλίβομαι, όταν συνομίλησα τελικά με δυο νέους ανθρώπους, έναν εκ των οποίων γνώριζα από προγενέστερη συνεργασία, που ενώ με διαβεβαίωναν για τις προθέσεις τους και την θέληση τους για εξέλιξη μαζί με τις όποιες ευχαριστίες, εν τέλει ακόμα αναμένω για την απάντηση τους. Για ένα «Ναι» ή ένα «Όχι». Ομοίως, όταν μαθαίνω πως επαγγελματίες που ενώ παρακαλούσαν για μια θέση εργασίας, ξαφνικά νομίζουν πως έγιναν ειδήμονες του είδους και χείριστα πως το δικό τους κεκτημένο, είναι και δεδομένο. Δυστυχώς αυτή είναι η «ιλλουστρασιόν» ψευδαίσθηση του να ζει κανείς στην Ψωροκώσταινα.

Κάποια μέρα ευελπιστώ να ανοίξω ένα δικό μου εστιατόριο και θα το ονομάσω «Δεύτερη Ευκαιρία». Θα εργάζονται άνθρωποι που ήταν άστεγοι, νηστικοί κι θεώρησαν μέσα στην πλάνη πως όλα είναι δεδομένα. Θα προσδιορίσουμε από την αρχή τι σημαίνει Γαστρονομία, Εξυπηρέτηση κι Ευχαριστώ, απλά γιατί περάσαμε στην απέναντι όχθη και μάθαμε πως η Ευκαιρίες είναι ο αντίποδας της Αδικίας.


Λένε πως η φωτογραφία είναι η Τέχνη της αδιακρισίας κι έχουν δίκιο. Εύχομαι να μπορούσα να προσφέρω μια ευκαιρία στον κύριο με το σκυλί του, αντί για κάποια σάντουιτς με ένα μπουκάλι νερό. Θα κραδαίνω όμως την εικόνα του, να την βλέπω καθημερινά ώστε να θυμάμαι, πως κάθε ευκαιρία είναι άξια εκείνου που την αρπάζει.




Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Στη Ζώνη του Γκρεκόφωτος

Λένε πως όταν είσαι στη Ρώμη, ντύνεσαι όπως οι Ρωμαίοι, εννοώντας πως πρέπει να υιοθετεί κανείς τις συνήθειες του λαού στον οποίον βρίσκεται. Έτσι κι εγώ, εδώ στα ξένα, είπα να γίνω ντόπιος ποδηλάτης, υιοθετώντας τη συνήθεια της μετακίνησης με ποδήλατο μέσα στην πόλη. Γιατί όχι άλλωστε αφού πίσω στο Λ.Α. πάλι με ποδήλατο μετακινούμουν, αφού πρώτα έκανα τάμα στη Μεγαλόχαρη κάθε φορά που έβγαινα στον δρόμο για να γυρίζω ζωντανός στο σπίτι, ενώ εδώ, εδώ υπάρχουν ειδικοί ποδηλατόδρομοι και φανάρια ειδικά για ποδήλατα κι έχεις και προτεραιότητα, για να βγάζεις το άχτι που σου είχε μείνει από παιδί, όταν άκουγες τη μανούλα να σε φωνάζει από το μπαλκόνι: «Γιαννάκη μην τρέχεις και σε πατήσουν τα αυτοκίνητα», και πάταγες φρένο για να γλιτώσεις μετά το σκαμπίλι στο σπίτι, (όχι πως με λένε Γιάννη, αλλά λέμε τώρα).
Έτσι λοιπόν ρώτησα στο φατσοβιβλίο μη και ξέρει κανείς κάναν μεταφορέα που να κάνεις μεταφορές από την Αθήνα ίσαμε δω πέρα, (σα τότε που ‘βγαινε η κυρά Μαρίτσα στη γειτονιά, έβγαζε το κεφάλι της απέξω από το παραθύρι και ρώταγε τις υπόλοιπες τις κυράδες, που να πάει για φόδρα σα κατέβει στην πόλη και τις απαντάγανε ταυτόχρονα όλες), έτσι λοιπόν κι εγώ έλαβα διάφορα ονόματα και συστάσεις από ένα σωρό καλοπροαίρετους ανθρώπους, καλή τους ώρα κι εδιάλεξα ένανε που πολλοί τον ονοματίσανε. Κιοσσές, με τ’ όνομα, «από ένα δέμα μέχρι ένα σπίτι», το σλόγκαν του. Παίρνω κι εγώ τηλέφωνο τον κύριο, δυο τηλέφωνα είχε, ένα Ψωροκωσταναίικο κι ένα ντόπιο και τονε ρωτώ πόσο πάει να μου μεταφέρει το ποδήλατο από κάτω, από Αθήνα καλέ, μέχρι εδώ στο βορρά. Ογδόντα ευρώπουλα με λέει και παράδοση, όξω από του σπιτιού την πόρτα! Τι λες!, λέω από μέσα μου, κοίτα εξυπηρέτηση ο Κιοσσές, που πίσω στην πατρίδα θα με ‘λεγαν μέχρι το πεζοδρόμιο και πολύ σου είναι! Ώραια βρε μάστορα, του λέω και πως θε να γίνει;, ρωτώ ο αδαής!
- Άκου, με λέει: Θα το πας στο Βοτανικό και θα το παραδώσεις σε έναν συνεργάτη μου τον Καλαϊτζή. Θα τονε πάρεις τηλέφωνο, (μου ‘δωκε το τηλέφωνο του άμα θέλετε να σας το δώσω) και θα του πεις το και το.
Όπερ και εγένετο. Παίρνω τον κύριο του Βοτανικού, Τρίτη μεσημέρι και με λέει να βιαστώ, γιατί φεύγει το φορτηγό την Πέμπτη το απόγεμα άμα θέλω να το έχω μέχρι την άλλη Τετάρτη. Τι να κάνω κι εγώ ο δόλιος, ευτυχώς έχω ακόμα φίλους στην πατρίδα, αγγαρεύω έναν φίλο και να σου το πάει το ποδήλατο την επόμενη μέρα στο πρακτορείο. Γουρουνοπούλα του ‘ταξα του φίλου για τα Χριστούγεννα, μαζί με μια νταμιτζάνα μπρούσκο, να του ‘στείλει άλλος φίλος από το χωριό.
Περνάει όμως μια βδομάδα, περνάει δεύτερη βδομάδα, άφαντο το ποδήλατο. Παίρνω τηλέφωνο στο ντόπιο το νούμερο, κλειστό. Αφήνω μήνυμα λέγοντας τα καθέκαστα και λέω από μέσα μου, περιοδεία θα κάνει εις τα Ευρώπας, αλίμονο Κιοσσές με το όνομα είναι, σα πολλά δέματα θα είχε να παραδώσει και πολλά νοικοκυριά να μεταφέρει και περιμένω. Περνάει όμως και τρίτη βδομάδα, άφαντο το ποδήλατο, άφαντος κι ο Κιοσσές, ούτε φωνή, ούτε ακρόαση και το τηλέφωνο δεν το σηκώνει. Α, λέω θα πάρω κάτω στον άλλο μάγκα του Βοτανικού και δέησε τούτος δω και το σήκωσε με την πρώτη.
-Α!, λέει, δεν έφυγε ακόμα το φορτηγό!
-Και πόθε φεύγει ρε μάστορα, τονε ρωτώ.
-Πάρε με το απόγεμα, λέει να σου πω πότε φεύγει.
Έλα που εγώ έμπλεξα το απόγεμα και δεν μπόρεσα να τονε πάρω και δεν έχω πια την κυρά Κούλα γειτόνισσα, να με πει τον καφέ, να μάθω κι εγώ πότε φεύγει το φορτηγό από τον Καλαϊτζή. Περνάει λοιπόν έτσι κι άλλη εβδομάδα και στο τέλος της επομένης, αφού είχα ξεχάσει πια εγώ και ποδήλατο και Βοτανικούς, χτυπά σήμερα το τηλέφωνο και ακούω από την άλλη άκρη της γραμμής: 
-Ναι, έλα φίλε, για το ποδήλατο σε παίρνω! Είναι εδώ πίσω από την Λαχαναγορά!
Άγιε μου Φανούριε! Σταυροκοπιέμαι και σκέφτομαι πως έχω φούρνο μικροκυμάτων στο σπίτι και πίτα δεν ψήνει το άτιμο όταν παράλληλα με τον άλλον, του λέω τη διεύθυνση του σπιτιού μου, μην ξεχνάμε, όξω από την πόρτα μου θα το ‘φερνε ο Κιοσσές.
-Ποιο σπίτι μου λέει, εδώ στη Λαχαναγορά είναι, να έρθεις να το πάρεις!
Κόκκαλο εγώ! Αφού του λέω όλη την ιστορία, επιμένω πως συμφωνήσαμε με τον Κιοσσέ πως θα το ‘φερνε όξω από το σπίτι, μου αποκρίνεται ο Γιώργος, καλή του ώρα, πως το ποδήλατο λέει το παρέλαβε η εταιρία στην οποία εργάζεται, την Κυριακή από τα Γιανιτσά, από άλλη λέει εταιρία. Ούτε από τον Κιοσσέ, ούτε από τον Καλαϊτζή. Κοίτα που το ποδηλατάκι μου έκανε διεθνή καριέρα και δε του το ‘χα όταν σκόνταφτε στις λακούβες της Λένορμαν. Φιλότιμο είχε όμως ο Γιώργος και πήρε το αφεντικό τηλέφωνο να του πει τα καθέκαστα και με ξαναπαίρνει, ούτε αναπάντητη καν ο Γιώργος, και μου λέει πως δεν γίνεται πρέπει εγώ να πάω να το πάρω. Φόρτωνε κιόλας ο δόλιος, έφευγε πάλι ταξίδι για μεταφορά και μου δίνει το τηλέφωνο του Δημήτρη, να τον πάρω να με περιμένει ειδάλλως μετά από μια βδομάδα θα πάταγε πάλι άνθρωπος στην αποθήκη και σας ρωτώ εγώ τώρα: Θα το αφήνατε το ποδηλατάκι εκεί πέρα ή θα παρατάγατε ότι κάνατε για να πάτε να το πάρετε, μη και πάει καμιά άλλη περιοδεία;
Αφού φτάνω με τα χίλια ζόρια εκεί, να τος ο Δημήτρης, καλή του ώρα κι αυτουνού, ετοιμαζόταν να αναχωρήσει, να το και το τσαχπίνικο το ποδηλατάκι μου, που πρώτη δουλειά ήταν να ελέγξω πως έχουν αέρα τα λάστιχα και δεν θα χρειαστεί να το πάρω στην πλάτη. Να’ ναι καλά ο φίλος κάτω στην πατρίδα, που μερίμνησε και τα φούσκωσε και χαλάλι και η γουρνοπούλα και το μπρούσκο να πίνει στην υγειά μου. Τα λέμε λίγο με τον Δημήτρη κι αφού του είπα για ψυχοθεραπεία όλο το στόρυ, μου λέει κλείνοντας με νόημα το μάτι «Δεν ήξερες δεν ρώταγες; Άλλος περίμενε ενάμιση μήνα να του πάνε τα πράγματα!» κι εγώ έπρεπε να είμαι κι ευχαριστήμένος αφού πήρε μονάχα έξι εβδομάδες.
Χαιρετηθήκαμε με τον Δημήτρη, Καλές Γιορτές του ευχήθηκα με την οικογένια στην πατρίδα και βγάζω το Google Map να γυρίσω. Ανεβαίνω στο τσαχπίνικο το ποδηλατάκι μου και συνειδητοποιώ ότι δεν έχω γάντια, κασκόλ, σκουφάκι, η θερμοκρασία είναι κοντά στο μηδέν και φοράω ένα απλό μπουφάν. Χαλάλι η λαμογιά και το δούλεμα και το «όξω από την πόρτα» βρε κύριε Κιοσσέ, αλλά τα αρχιδάκια μου που γίναν αμυγδαλές από το κρύο, δεν τα λυπηθήκατε ωρέ;

Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2016

Ο Γέρος μου, ο Δίπλα μου και το Φεγγάρι



«Έχει φεγγάρι απόψε!»,
 αναφώνησε ο Γέρος μου
και γέλασε,
o πως τον λένε δεν θυμάμαι,
μα στεκόταν σιμά μου.

«Την ακούς; Την ακούς την θάλασσα;»,
μου φωνάζει
κι γελά πάλι,
σα πάτησε
βρε να δεις
μπροστά στο ντιβάνι.

«Τι ομορφιά!
Τι χάρη!
Μα κοίταξέ το!
Τι θύμησες, τι ζωή…»,
Πρόκαμα κι άκουσα να λέει
λίγο
πριν σκοτεινιάσει η όψη.

Λούφαξε ο Γέρος μου,
σα μικρό παιδί
σφάλισε τα μάτια.
Τι νόημα είχε άλλωστε;
Αφού του ‘κρυψε
θαρρώ ο Δίπλα
κάποιο Αυγουστιάτικο Φεγγάρι.

«Τι κλαις, ρε;»
Μου φώναξε,
σβήνοντας
του θόλου τη λάμπα.

«Τα ίδια λέει κι ματα λέει
κάθε βράδυ που ζυγώνω.»,
κάγχασε
 κι γέλασε ξανά.

Πότε αποτραβήχτηκε
 δεν ξέρω.
Σιμά μου ήταν
σας λέω!

Κι ο Γέρος μου
εκεί μικρός.
Κρύφτηκε
κάπου στην Πανσέληνό του.


Σφάλισε η πόρτα,
με σγούντηξε ξανά κι προχώρησε.
«Έρμα νιάτα», μονολόγησα
μα τον ακολούθησα κατά πόδας.

Και στην διαδρομή εκεί ‘πάνω
Ένα παραθύρι με κρόσσια διαβήκαμε.
«Ω! Τι όμορφο φεγγάρι!, αναφώνησα
«Αύγουστου είναι!», αναφώνησε η ηχώ μου.

«Κοίτα που δεν ήξερα
πως έχει φεγγάρι απόψε!»
μονολόγησα
κι έψαξα τον Γέρο μου
στο ‘κείθε.

«Τι υπήρξα
Ποιος είμαι
Πως θα ‘μαι;»
Έφτυσα στο μέσα μου
(μη με ακούσει)
 κι είδα
μια γυμνή λάμπα να αιωρείται.

Κοίτα να δεις
Ομορφιά!
 Όμοια
με ολόγιομο φεγγάρι

είναι!

Copyright 2016 by Ben Provis