Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Στη Ζώνη του Γκρεκόφωτος

Λένε πως όταν είσαι στη Ρώμη, ντύνεσαι όπως οι Ρωμαίοι, εννοώντας πως πρέπει να υιοθετεί κανείς τις συνήθειες του λαού στον οποίον βρίσκεται. Έτσι κι εγώ, εδώ στα ξένα, είπα να γίνω ντόπιος ποδηλάτης, υιοθετώντας τη συνήθεια της μετακίνησης με ποδήλατο μέσα στην πόλη. Γιατί όχι άλλωστε αφού πίσω στο Λ.Α. πάλι με ποδήλατο μετακινούμουν, αφού πρώτα έκανα τάμα στη Μεγαλόχαρη κάθε φορά που έβγαινα στον δρόμο για να γυρίζω ζωντανός στο σπίτι, ενώ εδώ, εδώ υπάρχουν ειδικοί ποδηλατόδρομοι και φανάρια ειδικά για ποδήλατα κι έχεις και προτεραιότητα, για να βγάζεις το άχτι που σου είχε μείνει από παιδί, όταν άκουγες τη μανούλα να σε φωνάζει από το μπαλκόνι: «Γιαννάκη μην τρέχεις και σε πατήσουν τα αυτοκίνητα», και πάταγες φρένο για να γλιτώσεις μετά το σκαμπίλι στο σπίτι, (όχι πως με λένε Γιάννη, αλλά λέμε τώρα).
Έτσι λοιπόν ρώτησα στο φατσοβιβλίο μη και ξέρει κανείς κάναν μεταφορέα που να κάνεις μεταφορές από την Αθήνα ίσαμε δω πέρα, (σα τότε που ‘βγαινε η κυρά Μαρίτσα στη γειτονιά, έβγαζε το κεφάλι της απέξω από το παραθύρι και ρώταγε τις υπόλοιπες τις κυράδες, που να πάει για φόδρα σα κατέβει στην πόλη και τις απαντάγανε ταυτόχρονα όλες), έτσι λοιπόν κι εγώ έλαβα διάφορα ονόματα και συστάσεις από ένα σωρό καλοπροαίρετους ανθρώπους, καλή τους ώρα κι εδιάλεξα ένανε που πολλοί τον ονοματίσανε. Κιοσσές, με τ’ όνομα, «από ένα δέμα μέχρι ένα σπίτι», το σλόγκαν του. Παίρνω κι εγώ τηλέφωνο τον κύριο, δυο τηλέφωνα είχε, ένα Ψωροκωσταναίικο κι ένα ντόπιο και τονε ρωτώ πόσο πάει να μου μεταφέρει το ποδήλατο από κάτω, από Αθήνα καλέ, μέχρι εδώ στο βορρά. Ογδόντα ευρώπουλα με λέει και παράδοση, όξω από του σπιτιού την πόρτα! Τι λες!, λέω από μέσα μου, κοίτα εξυπηρέτηση ο Κιοσσές, που πίσω στην πατρίδα θα με ‘λεγαν μέχρι το πεζοδρόμιο και πολύ σου είναι! Ώραια βρε μάστορα, του λέω και πως θε να γίνει;, ρωτώ ο αδαής!
- Άκου, με λέει: Θα το πας στο Βοτανικό και θα το παραδώσεις σε έναν συνεργάτη μου τον Καλαϊτζή. Θα τονε πάρεις τηλέφωνο, (μου ‘δωκε το τηλέφωνο του άμα θέλετε να σας το δώσω) και θα του πεις το και το.
Όπερ και εγένετο. Παίρνω τον κύριο του Βοτανικού, Τρίτη μεσημέρι και με λέει να βιαστώ, γιατί φεύγει το φορτηγό την Πέμπτη το απόγεμα άμα θέλω να το έχω μέχρι την άλλη Τετάρτη. Τι να κάνω κι εγώ ο δόλιος, ευτυχώς έχω ακόμα φίλους στην πατρίδα, αγγαρεύω έναν φίλο και να σου το πάει το ποδήλατο την επόμενη μέρα στο πρακτορείο. Γουρουνοπούλα του ‘ταξα του φίλου για τα Χριστούγεννα, μαζί με μια νταμιτζάνα μπρούσκο, να του ‘στείλει άλλος φίλος από το χωριό.
Περνάει όμως μια βδομάδα, περνάει δεύτερη βδομάδα, άφαντο το ποδήλατο. Παίρνω τηλέφωνο στο ντόπιο το νούμερο, κλειστό. Αφήνω μήνυμα λέγοντας τα καθέκαστα και λέω από μέσα μου, περιοδεία θα κάνει εις τα Ευρώπας, αλίμονο Κιοσσές με το όνομα είναι, σα πολλά δέματα θα είχε να παραδώσει και πολλά νοικοκυριά να μεταφέρει και περιμένω. Περνάει όμως και τρίτη βδομάδα, άφαντο το ποδήλατο, άφαντος κι ο Κιοσσές, ούτε φωνή, ούτε ακρόαση και το τηλέφωνο δεν το σηκώνει. Α, λέω θα πάρω κάτω στον άλλο μάγκα του Βοτανικού και δέησε τούτος δω και το σήκωσε με την πρώτη.
-Α!, λέει, δεν έφυγε ακόμα το φορτηγό!
-Και πόθε φεύγει ρε μάστορα, τονε ρωτώ.
-Πάρε με το απόγεμα, λέει να σου πω πότε φεύγει.
Έλα που εγώ έμπλεξα το απόγεμα και δεν μπόρεσα να τονε πάρω και δεν έχω πια την κυρά Κούλα γειτόνισσα, να με πει τον καφέ, να μάθω κι εγώ πότε φεύγει το φορτηγό από τον Καλαϊτζή. Περνάει λοιπόν έτσι κι άλλη εβδομάδα και στο τέλος της επομένης, αφού είχα ξεχάσει πια εγώ και ποδήλατο και Βοτανικούς, χτυπά σήμερα το τηλέφωνο και ακούω από την άλλη άκρη της γραμμής: 
-Ναι, έλα φίλε, για το ποδήλατο σε παίρνω! Είναι εδώ πίσω από την Λαχαναγορά!
Άγιε μου Φανούριε! Σταυροκοπιέμαι και σκέφτομαι πως έχω φούρνο μικροκυμάτων στο σπίτι και πίτα δεν ψήνει το άτιμο όταν παράλληλα με τον άλλον, του λέω τη διεύθυνση του σπιτιού μου, μην ξεχνάμε, όξω από την πόρτα μου θα το ‘φερνε ο Κιοσσές.
-Ποιο σπίτι μου λέει, εδώ στη Λαχαναγορά είναι, να έρθεις να το πάρεις!
Κόκκαλο εγώ! Αφού του λέω όλη την ιστορία, επιμένω πως συμφωνήσαμε με τον Κιοσσέ πως θα το ‘φερνε όξω από το σπίτι, μου αποκρίνεται ο Γιώργος, καλή του ώρα, πως το ποδήλατο λέει το παρέλαβε η εταιρία στην οποία εργάζεται, την Κυριακή από τα Γιανιτσά, από άλλη λέει εταιρία. Ούτε από τον Κιοσσέ, ούτε από τον Καλαϊτζή. Κοίτα που το ποδηλατάκι μου έκανε διεθνή καριέρα και δε του το ‘χα όταν σκόνταφτε στις λακούβες της Λένορμαν. Φιλότιμο είχε όμως ο Γιώργος και πήρε το αφεντικό τηλέφωνο να του πει τα καθέκαστα και με ξαναπαίρνει, ούτε αναπάντητη καν ο Γιώργος, και μου λέει πως δεν γίνεται πρέπει εγώ να πάω να το πάρω. Φόρτωνε κιόλας ο δόλιος, έφευγε πάλι ταξίδι για μεταφορά και μου δίνει το τηλέφωνο του Δημήτρη, να τον πάρω να με περιμένει ειδάλλως μετά από μια βδομάδα θα πάταγε πάλι άνθρωπος στην αποθήκη και σας ρωτώ εγώ τώρα: Θα το αφήνατε το ποδηλατάκι εκεί πέρα ή θα παρατάγατε ότι κάνατε για να πάτε να το πάρετε, μη και πάει καμιά άλλη περιοδεία;
Αφού φτάνω με τα χίλια ζόρια εκεί, να τος ο Δημήτρης, καλή του ώρα κι αυτουνού, ετοιμαζόταν να αναχωρήσει, να το και το τσαχπίνικο το ποδηλατάκι μου, που πρώτη δουλειά ήταν να ελέγξω πως έχουν αέρα τα λάστιχα και δεν θα χρειαστεί να το πάρω στην πλάτη. Να’ ναι καλά ο φίλος κάτω στην πατρίδα, που μερίμνησε και τα φούσκωσε και χαλάλι και η γουρνοπούλα και το μπρούσκο να πίνει στην υγειά μου. Τα λέμε λίγο με τον Δημήτρη κι αφού του είπα για ψυχοθεραπεία όλο το στόρυ, μου λέει κλείνοντας με νόημα το μάτι «Δεν ήξερες δεν ρώταγες; Άλλος περίμενε ενάμιση μήνα να του πάνε τα πράγματα!» κι εγώ έπρεπε να είμαι κι ευχαριστήμένος αφού πήρε μονάχα έξι εβδομάδες.
Χαιρετηθήκαμε με τον Δημήτρη, Καλές Γιορτές του ευχήθηκα με την οικογένια στην πατρίδα και βγάζω το Google Map να γυρίσω. Ανεβαίνω στο τσαχπίνικο το ποδηλατάκι μου και συνειδητοποιώ ότι δεν έχω γάντια, κασκόλ, σκουφάκι, η θερμοκρασία είναι κοντά στο μηδέν και φοράω ένα απλό μπουφάν. Χαλάλι η λαμογιά και το δούλεμα και το «όξω από την πόρτα» βρε κύριε Κιοσσέ, αλλά τα αρχιδάκια μου που γίναν αμυγδαλές από το κρύο, δεν τα λυπηθήκατε ωρέ;

Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2016

Ο Γέρος μου, ο Δίπλα μου και το Φεγγάρι



«Έχει φεγγάρι απόψε!»,
 αναφώνησε ο Γέρος μου
και γέλασε,
o πως τον λένε δεν θυμάμαι,
μα στεκόταν σιμά μου.

«Την ακούς; Την ακούς την θάλασσα;»,
μου φωνάζει
κι γελά πάλι,
σα πάτησε
βρε να δεις
μπροστά στο ντιβάνι.

«Τι ομορφιά!
Τι χάρη!
Μα κοίταξέ το!
Τι θύμησες, τι ζωή…»,
Πρόκαμα κι άκουσα να λέει
λίγο
πριν σκοτεινιάσει η όψη.

Λούφαξε ο Γέρος μου,
σα μικρό παιδί
σφάλισε τα μάτια.
Τι νόημα είχε άλλωστε;
Αφού του ‘κρυψε
θαρρώ ο Δίπλα
κάποιο Αυγουστιάτικο Φεγγάρι.

«Τι κλαις, ρε;»
Μου φώναξε,
σβήνοντας
του θόλου τη λάμπα.

«Τα ίδια λέει κι ματα λέει
κάθε βράδυ που ζυγώνω.»,
κάγχασε
 κι γέλασε ξανά.

Πότε αποτραβήχτηκε
 δεν ξέρω.
Σιμά μου ήταν
σας λέω!

Κι ο Γέρος μου
εκεί μικρός.
Κρύφτηκε
κάπου στην Πανσέληνό του.


Σφάλισε η πόρτα,
με σγούντηξε ξανά κι προχώρησε.
«Έρμα νιάτα», μονολόγησα
μα τον ακολούθησα κατά πόδας.

Και στην διαδρομή εκεί ‘πάνω
Ένα παραθύρι με κρόσσια διαβήκαμε.
«Ω! Τι όμορφο φεγγάρι!, αναφώνησα
«Αύγουστου είναι!», αναφώνησε η ηχώ μου.

«Κοίτα που δεν ήξερα
πως έχει φεγγάρι απόψε!»
μονολόγησα
κι έψαξα τον Γέρο μου
στο ‘κείθε.

«Τι υπήρξα
Ποιος είμαι
Πως θα ‘μαι;»
Έφτυσα στο μέσα μου
(μη με ακούσει)
 κι είδα
μια γυμνή λάμπα να αιωρείται.

Κοίτα να δεις
Ομορφιά!
 Όμοια
με ολόγιομο φεγγάρι

είναι!

Copyright 2016 by Ben Provis







Τρίτη, 5 Ιουλίου 2016

Έναν Θάνατο παραγγελιά παρακαλώ!

Λένε πως «Δεν υπάρχει γάμος δίχως δάκρυ και κηδεία δίχως γέλιο.» κι σοφά όπως  ορίζει πάντα ο λαός, ποιος ο λόγος να μνημονεύεις έναν νεκρό για τα όποια αίσχη του; Ο Θάνατος, είναι εξ ορισμού μια κάθαρση. Για αυτό τους νεκρούς τους πλένουμε, τους μυρώνουμε, τους «εξαγνίζουμε» κι έπειτα τους στήνουμε κι έναν ανδριάντα, κυρίως στη συνείδησή μας. Εφησυχάζεται έτσι η συνείδηση των ζωντανών, εκείνων που φοβούνται κυρίως την απουσία από τη ζωή, με την ελπίδα πως κι οι ίδιοι θα γίνουν ένα είδος προτομής σε μια πλατεία μνήμης. Προσβολή της μνήμης του νεκρού, χαρακτήρισαν την αγόρευση του Κούγια στη δίκη των δολοφόνων του Μένη Κουμανταρέα, ακριβώς γιατί οι νεκροί με το θάνατο τους τοποθετούνται άξαφνα σε ένα βάθρο. Λες και οι ίδιες οι άνομες πράξεις τους διαγράφονται μονοκοντυλιά χάρις στο θάνατο κι αγιοποιούνται οι πεθαμένοι στη ψεύτικη συνείδηση των ζωντανών. Για αυτό γελάμε στις κηδείες. Θυμόμαστε τις όμορφες, τις ευχάριστες στιγμές κι αν τύχει κι ακούσουμε κανέναν να κακοχαρακτηρίζει τον νεκρό, τον επιπλήττουμε βλοσυρά λέγοντας «Ντροπή! Για το νεκρό!», ασχέτως αν κάνουμε τις ίδιες κι ίσως χειρότερες σκέψεις για τον εκλιπόντα. Άλλωστε το «comme il faut» δεν παύει να είναι faux!

O Μένης Κουμανταρέας ήταν, πέρα από ένας εξαιρετικός συγγραφέας, άλλη μια κρυφή πούστρα με μια διπλή κοινωνική ζωή. Εκείνην του ευσεβούς συγγραφέα-πνευματικού ανθρώπου- συζύγου κι εκείνης, της κρυφής αδελφής, που ψωνίζει τεκνά στα γεράματα, διότι το μόνο «αμάρτημα» που μπορεί να αντιπροσωπεύει εμάς τους ομοφυλόφιλους, είναι η Λαγνεία. Κι είναι δυνατή η ριμάδα, που όσο κι αν την καταπνίγεις βρίσκει πάντα τρόπο κι αναδύεται. Γι’ αυτό όσο αντιστέκεσαι στις Σειρήνες της, είτε σε παρασύρει στην ενοχική της δίνη  είτε μετουσιώνεται σε καθαρή μορφή κακίας. Ο Μένης, όπως κάθε Μένης, ήθελε απλά να τα έχει όλα ή έστω τα περισσότερα δυνατόν και γιατί όχι. Η Λιλή, η λατρεμένη του  σύζυγος, με την οποίαν θεωρώ πως είχε την πιο ειλικρινή σχέση ακόμα κι από τον ίδιον του τον εαυτό, ήταν ένα σημείο αναφοράς στη δική του πορεία. Την αλήθεια της σχέσης τους την ξέρουν κάλλιστα μονάχα οι ίδιοι και μόνο κι αν πολλοί προβληματίζονται κρυφοκοιτάζοντας κουτσομπολίστικα τη ζωή του «γείτονα», απλά θα αναφέρω την άλλη «διάνοια», όπως χαρακτήρισαν τον Oscar Wilde, που είπε πως ο ιδανικότερος σύντροφος μιας γυναίκας είναι ένας ομοφυλόφιλος. Όμως αυτό δεν αναιρεί την άλλη ζωή. Τη σκοτεινή. Στις πιάτσες, στις πλατείες, στα στέκια που για τους πιο σύγχρονους μεταφράζονται στις σάουνες, στα chat room, στα site.

Είναι δύσκολο πράγμα να ξέρεις, γιατί πάντα ξέρεις, το τι είσαι κι ακόμα πιο δύσκολο να το αποδεχτείς. Τι θα πει ο κόσμος, αυτός ο διαλεμένος, η κοινωνία, η οικογένεια, οι συνάδελφοι, οι φίλοι και ότι μπορεί να στήσει εμπρός μας η γύψινη συνείδηση μας. Γνώρισα αρκετούς στις σκοτεινές διαδρομές μου, ανθρώπους σα τον Μένη, που θελήσαν να τα έχουν όλα ή έστω τα περισσότερα. Γυναίκα, ακόμα και παιδιά κι έρωτα, έτσι όπως τον ορίζει η ύπαρξή τους, μα στα δικά τους μέτρα και σταθμά. Μα ο Έρωτας είναι εξ ορισμού μια υπέρβαση κι απλά ή δέχεσαι κι κάνεις το άλμα ή απλά στέκεσαι σα ακροκέραμο κι βλέπεις εκείνους που τολμούν να χάσουν κι πηδούν στο κενό. Για να πας έπειτα  στις άλλες γωνίες, τις σκοτεινές , να θρέψεις την ύπαρξη σου μέσα απο δοσοληψίες ενός κάλπικου έρωτα, γιατί αυτό είναι  ανάγκη. Και φτάνεις κάποια στιγμή, σε μια στροφή, γιατί αυτό είναι η Ζωή, που ενστερνίζεσαι την Αλήθεια σου, γιατί τίποτα δεν έχεις πλέον να χάσεις, γι’ αυτό  χλευάζεις την ύπαρξή σου, για όλα όσα δεν ετόλμησες να ζήσεις κι αυτό οι άλλοι, οι πολλοί, το λένε προφητεία του θανάτου σου. Οϊμέ!

Κάθε ένας όμως είναι δικαστής στην γειτονιά της συνείδησής του γι’ αυτό οι δολοφόνοι του Κουμανταρέα, γιατί είναι επαίσχυντη η πράξη τους, καλώς πήραν την ποινή τους κι ο Μένης, όπως κάθε Μένης ας τολμήσει ρε γαμώτο να ζήσει την ύπαρξη του κι ας αποκτήσει «αρχίδια» λέω εγώ.

Υ.Γ.«Επικράτησε η άποψη ότι παραήταν παρορμητικός και επιπλέον - πράγμα ασυγχώρητο - ομοφυλόφιλος. Την υστεροφημία όμως εκείνος την κατέκτησε τελικά, ενώ αρκετούς από τους άλλους πρωτεργάτες τούς κατάπιε το σκοτάδι» γράφει «Στη γυναίκα που πετάει» ., είπε… για τον Ταχτσή.