Παρασκευή, 25 Μαΐου 2012

Η Χιονάτη, Ο Ντόριαν Γκρέυ κι ο Σωκράτης


Ρώτησα κάποτε μια φίλη πολύ όμορφη, αν έχει σκεφτεί το γεγονός, ότι κάποια στιγμή, δεν θα είναι πια νέα κι όμορφη. Εκείνη μου απαντησε: Άσε δεν θέλω να το σκέφτομαι γιατί φρικάρω. Μια άλλη, εργαζόμενη μέσα σε ένα κύκλωμα, όπου η εξωτερική εμφάνιση παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο και μπορεί να καθορίσει τα πάντα, μόλις είχε κλείσει ραντεβού για κολαγόνο στα χείλη, στον ίδιο γιατρό που είχε κάνει την αυξητική επέμβαση στήθους πριν κάποια χρόνια. Ένας άλλος πάσχει απο κάποιες ημιρανίες μετά απο προσθετική μαλλιών, ενώ κάποιος άλλος μόλις έκανε μια επέμβαση στη μύτη, έχοντας ολοκληρώσει την ολότελη αλλαγή στην εμφάνιση του. Σήμερα το πρωί κοιτούσα τον εαυτό μου στον καθρέφτη και σκεφτόμουν: Αν εκανα μια επέμβαση να «διορθώσω» το σχήμα των ματιών μου, μαζί με μια ρινοπλαστική και σήκωνα επί έξι μήνες περισσότερα κιλά στον πάγκο, θα «έφτιαχνα» την εμφάνιση μου. Θα γινόμουν πιο όμορφος. Κατ’ επέκτασιν πιο επιθυμητός.

Η εκτίμηση της ομορφιάς, υπήρξε απο αρχαιοτάτων χρόνων, σε όλους τους πολιτισμούς. Υμνήθηκε και αποτυπώθηκε με κάθε τρόπο, απο γραφές σε περγαμηνές μέχρι λάξεμα σε πέτρα. Στην Αρχαία Ελλάδα, πιστευόταν ότι οι όμορφοι άνθρωποι είναι ευνοούμενοι των θεών και υπό την προστασία τους, τόσο πολύ που  κατάφερναν να γλιτώσουν δεινά, που άλλοι στη θέση τους θα είχαν υποπέσει με την πρώτη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Φρύνη, μια διάσημη εταίρα της αρχαιότητας που δικάστηκε με την βαρύτερη κατηγορία, όμοια αυτής του Σωκράτη, και αθωώθηκε επειδή ο Υπερείδης, αποκάλυψε τα κάλλη της, ενώπιον των δικαστών κατά τη σύσκεψη τους. Από τότε,  καθιερώθηκε η απομόνωση των δικαστών κατά τη διαδικασία της απόφασης, προκειμένου να μην επηρρεάζονται οι αποφάσεις τους απο εξωγενείς παράγοντες.

Ναι, η ομορφιά είναι κάτι που μας προσελκύει ενδόμυχα. Μπροστά στο πέρασμα του, γυρίζουμε ενστικτωδώς το κεφάλι. Ποιους παρατηρούμε άλλωστε στο δρόμο; Και είναι γεγονός, ότι αποτελεί διαβατήριο για μια «καλύτερη;» ζωή. Δεν είναι τυχαίο που σε χώρες, λιγότερο προνομιούχες απο τον Δυτικό κόσμο, χιλιάδες κορίτσια εκμεταλλεύονται την ομορφιά τους, προκειμένου να έχουν την ευκαιρία για μια καλύτερη τύχη, ξεφεύγοντας απο την ανέχεια και τη φτώχεια με την οποία μεγάλωσαν. Μια απο αυτές που τα κατάφεραν ήταν η μητέρα μου. Δεκαέξι χρονών ήταν, όταν έφυγε απο το χωριό και κατέβηκε στην πόλη για να γίνει μια απο τις διασημότερες περσόνες στο χώρο της τη δεκαετία το ’60. Με μοναδικό εφόδιο την εμφάνιση της, πέτυχε κι έζησε πράγματα που ούτε καν ονειρευόταν ως φτωχό κορίτσι ενός ορεινού χωριού της Ταϋλάνδης, χτίζοντας έναν μύθο που με κατέτρεχε για πολλά χρόνια.

Απο μια ηλικία και έπειτα, μεγάλωσα σε ένα σπίτι όπου κυριαρχούσαν τα προτραίτα της και αργότερα είχα την τύχη (;), να γνωρίσω απο πρώτο χέρι τα «προνόμια» του να ανήκεις στους «ευννοούμενους» των θεών. Την θαύμαζα τη μητέρα μου. Θαύμαζα τον τσαμπουκά της, το θάρρος και το θράσσος της, να ξεφύγει απο μια ζωή, τολμώντας να διεκδικήσει μια καλύτερη. Δεν θαύμασα όμως ποτέ τις επιλογές της και αυτές ήταν που με έκαναν να επιλέξω έναν διαφορετικό δρόμο από εκείνη, όμως με αρκετά κοινά πορείας.

Η μητέρα μου είχε κάνει τρεις βελτιωτικές επεμβάσεις,ακολουθώντας  τα πρότυπα της αγοράς. Δεν ξέρω αν αυτά βοήθησαν την καριέρα της, άλλωστε η αρχή είχε γίνει πολύ νωρίτερα, όμως όταν το πρωί στεκόμουν στον καθρέφτη, σκεφτόμενος τις επεμβάσεις που δυνητικά, θα μπορούσα να κάνω, στο νου μου ήρθε η φωτογραφία της στα δεκαέξι, όπου κατά την προσωπική μου άποψη, ήταν πολύ πιο όμορφη και μούτζωσα τον εαυτό μου, που μεγαλώνοντας, θα επέστρεφα στα χρόνια της πάλης για την αποδοχή του εαυτoύ μου.

Μεγαλώνουμε με παραμύθια που μιλούν για όμορφες πριγκίπισσες, γενναίους πρίγκηπες και το ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. Προσωπικά σιχιένομαι αυτά τα παραμύθια, καθώς χτίζουν και διαιωνίζουν το πρότυπο πως η ομορφιά είναι το παν. Ντύνουμε τα κοριτσάκια όμορφες πριγκίπισσες και τα αγοράκια ρωμαλέους πολεμιστές. Τους λέμε «Τι όμορφο που είσαι!», μαθαίνοντας τους απο μικρά, πως το πρώτο πράγμα που προσέχουμε είναι η εξωτερική εμφάνιση, για να μεγαλώσουν με ανασφάλειες, κόμπλεξ και αγώνα για αποδοχή κληροδοτώντας τους απλά τα δικά μας πάθη. Δεν έχει τύχει ποτέ να ακούσω κάποιον να λέει σε ένα παιδί: Τι έξυπνος, Τι καλός, Τι ευγενικός, αλλά αντιθέτως το «Τι όμορφο», είναι αυτό που διατυπώνεται με ευκολία.

Θυμάμαι μια σκηνή απο την ταινία «Υπηρέτριες», όπου η μαύρη γκουβερνάντα, μάθαινε το κοριτσάκι που μεγάλωνε να λέει στον εαυτό του : «Είμαι έξυπνη, είμαι καλή, είμαι ευγενική» και με έκανε να σκέφτομαι: Αυτό το παιδί, όταν μεγάλωνε, τί πορεία θα είχε στη ζωή του. Σίγουρα πάντως, δεν θα αναλωνόταν μπροστά σε έναν καθρέφτη και ίσως να κοίταζε τους ανθρώπους στα μάτια, προσπαθώντας να δει την ομορφιά πίσω απο αυτά, αντί να περιορίζεται στην αντανάκλαση του κάτοπτρου.

Θυμάμαι πριν χρόνια, όταν είδα την Παναγία των Παρισίων, που έκλαψα στο τέλος, ενώ οι άλλοι είχαν ενθουσιαστεί απο το αίσιο τέλος, όταν με ρώτησαν γιατί έκλαιγα, τους είπα πως λυπόμουν που κανένας δεν είδε την ομορφιά του  Κουασιμόδου και η Εσμεράλντα επέλεξε τελικά τον Λοχαγό. Ναι η Χιονάτη σώθηκε επειδή ήταν όμορφη, ο Ντόριαν λατρεύτηκε όσο κανείς κι ο Σωκράτης έλεγε πως η ομορφιά, είναι μια σύντομη τυρρανία. Ολόκληρος πόλεμος έγινε για μια Ελένη και ένας Αλκιβιάδης, προκάλεσε έναν άλλον καθώς εμείς είμαστε θύματα όσων μπορεί να δείξει ένας καθρέφτης. Λένε πως η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο. Συμφωνώ. Υπάρχει όμως η ομορφιά που διαρκεί όσο ένα βλεφάρισμα του χρόνου και η Ομορφιά που κρατά αιώνια και αυτή, είναι θαμμένη μέσα μας, κρυμμένη και τη βλέπεις μονάχα με τα μάτια της ψυχής.

«Αγαπώ κι αποδέχομαι τον εαυτό μου, όπως ακριβώς είναι.» Ίσως αν μπορούσαμε να κάνουμε αυτό, ο κόσμος να μας φαινόταν πιο όμορφος, απλά γιατί κι εμείς θα είμασταν όμορφοι. Άλλωστε:

«Ο Ωραίος, είναι απλά ωραίος
Ο Καλός όμως, μπορεί να γίνει κι Ωραίος»

Σαπφώ



Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

And the Oscar goes to...



Με αφορμή την ανάρτηση της nasia, σκέφτομαι το θέμα των ρόλων που έχουμε στην καθημερινότητα μας. Για μένα υπάρχουν οι ρόλοι που καλούμαστε να παίξουμε, λόγω των υποχρεώσεων που αναπτύξαμε και οι ρόλοι που είτε αναγκαζόμαστε, είτε επιλέγουμε να «παίξουμε». Για τους πρώτους δεν θέλω να κάνω κουβέντα μια και είναι συνδεδεμένοι με τις διάφορες πτυχές της ζωής μας καθώς και με τις υποχρεώσεις που έχουμε ως υπεύθυνα άτομα. Ρόλοι όπως, μάνα, πατέρας, εργαζόμενος, επαγγελματίας κτλπ, είναι απλώς υποχρεώσεις και καθένας μας ξέρει κατά πόσο ανταποκρίνεται σε αυτές. Όμως η ζωή μας είναι πολύπλευρη και μέσα στην καθημερινότητα μας, συχνά ζούμε καταστάσεις λες και είναι βγαλμένες απο ταινία, άλλοτε επιστημονικής φαντασίας, άλλοτε κωμωδίας κι άλλοτε τραγωδίας. Δεν λένε άλλωστε πως η ζωή μιμείται την τέχνη; Αν και δεν είμαι σίγουρος για αυτό, ίσως το αντίστροφο να είναι πιο θεμιτό.

Έχοντας υπάρξει συνειδητοποιημένος gay στην εφηβεία, μεγαλώνοντας σε μια συντηρητική κοινωνία και ένα εχθρικό περιβάλλον, αναγκάστηκα συχνά να παίξω το ρόλο του straight Έλληνα της δεκαετίας του ’90. Μια δόση γκαγκουριάς, αρκετό βρισίδι, φτηνή μαγκιά, παντελόνι Levis και μαλλί κοκόρι ήταν αρκετά για να εναρμονιστώ με το περιβάλλον του σχολείου. Όλοι έχουν την τάση να γίνονται αποδεκτοί, να “ανήκουν” κάπου όταν βρίσκονται σε αυτή την ηλικία, ψάχνοντας την θέση τους μέσα στην κοινωνία και ο πιο εύκολος τρόπος είναι απλά να εναρμονιστούν με το περιβάλλον που ζουν. Αυτό δεν κάνουν και τα ζώα στη φύση; Ένα καμουφλάζ. Το θέμα είναι πως το καμουφλάζ είναι εύκολο, στηρίζεται στην εικόνα, τι γίνεται όμως όταν πρέπει να συναναστρέφεσαι και το περιβάλλον σου; Εκεί εφαρμόζεις την παράφραση του “όταν είσαι στη Ρώμη, ντύνεσαι όπως οι Ρωμαίοι”. Βρήκα λοιπόν τον συνδετικό κρίκο όλων αυτών, που ήταν το ποδόσφαιρο και το sex.

Ποδόσφαιρο δεν είχα παίξει ποτέ στη ζωή μου, όσον αφορά το sex, εκεί τους έβαζα τα γυαλιά. Φρόντισα λοιπόν και διάλεξα μια ομάδα της οποίας υπήρχαν οι περισσότεροι ακόλουθοι και έμαθα τους παίχτες της. Διάβασα και 5-6 κανόνες του παιχνιδιού, έμαθα και τους παίχτες της αντίπαλης ομάδας και μιλούσα λακωνικά όταν σχολιαζόταν ένα παιχνίδι, δίχως να το έχω δει καν. Αυτό ήταν. Ξαφνικά έγινα ο ειδήμων του ποδοσφαίρου. Εκείνος στον οποίον απευθύνονταν οι άλλοι όταν διαφωνούσαν για την έκβαση του παιχνιδιού, ενός παιχνιδιού που δεν είχα δει ποτέ κι απαντούσα διφορούμενα, με ακαδημαϊκό λεξιλόγιο και περισπούδαστο ύφος, κάνοντας τους άλλους να επικροτούν απλά και μόνο γιατί δεν καταλάβαιναν το λεξιλόγιο αλλά κανένας δεν το παραδεχόταν, εκμεταλευόμενος τον ηλίθιο αντρικό εγωϊσμό. Τότε κατάλαβα, πως στη ζωή, για να μην πιαστώ κότσος, έπρεπε να μάθω να χειρίζομαι τον εγωϊσμό μου για να μην πέσω θύμα κάποιου επιτήδειου σαν εμένα.

Το επόμενο βήμα για την ολοκλήρωση της εικόνας μου ήταν το sex. Έχοντας άνεση με τις κοπέλες, μια και δεν είχα αυτοσκοπό το sex μαζί τους, μπορούσα να μιλάω και να συναναστρέφομαι άνετα μαζί τους, με αποτέλεσμα να περιτριγυρίζομαι πάντα απο κοπέλες, όταν οι άλλοι ένιωθαν ανασφάλεια απο τα σπυράκια και το μέγεθος του ανδρισμού τους. Βγήκε έτσι ο μύθος του Δον Ζουάν και έρχονταν κατά καιρούς οι υπόλοιποι να μου ζητήσουν χάρες, προκειμένου να κανονίσω καταστάσεις τα Σάββατα, ώστε να βγαίνουμε παρέα με τις κοπέλες που γούσταραν και εγώ να τους συμβουλεύω πως να κινηθούν και πως να μιλήσουν. Η επιτομή, ήρθε όταν τους πήγα την πρώτη μπουρδελότσαρκα, όπου ένας απο τους νταήδες του σχολείου ήρθε την επόμενη μέρα και μου ζήτησε εμέσως πλην σαφώς συγνώμη που νόμιζε πως ήμουν αδελφή και αν μπορούσα να πάω μαζί του στο ντέλο μια και είχα «εξοικείωση» με τις κοπέλες του. Τώρα πως την είχα αποκτήσει αυτή την εξοικείωση, είναι άλλη ιστορία.

Βαρέθηκα όμως εκείνον τον ρόλο. Τον σκοπό μου τον είχα πετύχει. Η συναναστροφή μου μαζί τους, δεν είχε τίποτα να μου προσφέρει, το αντίστροφο κιόλας κι αποτραβήχτηκα με τη δικαιολογία του διαβάσματος μια και πλησίαζαν οι Πανελλήνιες και ήμουν περίφημο φυτό με γυαλάκια. Πλέον δεν έχω λόγο να ξαναπαίξω αυτό τον ρόλο. Οι συναναστροφές μου με straight άντρες είναι περιορισμένες και επιλεκτικές, τόσο που δεν χρειάζεται να συζητώ για το ποδόσφαιρο και τις γκόμενες κι αν τύχει να παρευβρεθώ σε μια τέτοια συζήτηση, απλά αποτραβιέμαι γιατί δεν έχω ανάγκη την αποδοχή τους πια.

Οι ρόλοι μας στη ζωή, εκείνους που επιλέγουμε να παίξουμε χάρη σε μια σκοπιμότητα ποικίλουν και πάντα έχουν ως γνώμωνα ένα όφελος, ακόμα και κέρδος. Θυμάμαι την πρώτη μου συνέντευξη, την πρώτη μου εργασία, που αποτέλεσε την βάση της όποιας καρίερας μου. Πλασαρίστηκα με ένα ψεύτικο βιογραφικό και αέρα φιλόδοξου και επιτυχημένου επαγγελματία. Σε ότι με ρωτούσε αν ήξερα ή μπορούσα να κάνω  “ναι” έλεγα κι ας μην είχα ιδέα τι ήταν. Όμως είχα ανάγκη τη δουλειά και ήξερα πως εαν κατάφερνα να την πάρω, θα ήταν η αρχή της καριέρας μου. Με τα πολλά την πήρα τη δουλειά. Ανταγωνίστηκα επαγγελματίες με διπλώματα και περγαμηνές πουλώντας αέρα κοπανιστό, με μοναδικό εφόδιο το θράσσος και την αυτοπεποιήθηση ότι, ό,τι  και να με βάζανε να κάνω θα τα κατάφερνα, όπως κι έγινε.

Δεν ξέρω αν εκείνος ο Διευθυντής κατάλαβε ότι του έλεγα μαλακίες και έπαιζα ένα ρόλο, δεν το έμαθα ποτέ. Όμως απο τη στιγμή που πήρα τη δουλειά, ποτέ δεν εξέθεσα τον εαυτό μου, ούτε εκείνον που με εμπιστεύτηκε. Αντιθέτως μέσα σε 2 χρόνια πήρα δυο προαγωγές και αυξήσεις κι όταν εκείνος συνταξιοδοτήθηκε απο την εταιρία, την τελευταία του μέρα, μου είπε πως είναι σίγουρος ότι θα έχω μια λαμπρή καριέρα και κλείνοντας μου το μάτι, μου είπε πως κι αυτός έτσι ξεκίνησε. Τι ακριβώς εννοούσε, δεν το έμαθα ποτέ. Όμως όποτε μου δίνεται η ευκαιρία, όταν βλέπω κάποιον με το βλέμμα του αγωνιστή να μου πουλάει παπατζηλίκια, θα προτιμήσω εκείνον απο τον άλλον με τις περγαμηνές.

Μεγαλώνοντας και ίσως ωριμάζοντας, σταμάτησα να παίζω ρόλους. Επιλέγω τις ευθύνες, απέναντι στον εαυτό μου και έπειτα απέναντι στους άλλους. Που και που, θα διεκδικήσω ένα Oscar, έτσι σα παλαίμαχος θεατρίνος, για να μην χάνω την επαφή και ο λατρεμένος μου ρόλος, τον οποίον τολμώ να πω ότι “παίζω” και καλά, είναι ο ρόλος του Ηλίθιου. Κάτι μεταξύ Ντάλιας και Θεοπούλας.
Βλέπετε οι άνθρωποι αγαπάμε του Ηλίθιους. Μας κάνουν να αισθανόμαστε ασφαλείς και “ανώτεροι”. Απέναντι σε έναν Ηλίθιο, βγάζουμε τον πραγματικό μας εαυτό, γιατί νοιώθουμε άνετα. Δεν έχουμε να αποδείξουμε τίποτα μια και a priori, υπερέχουμε. Απέναντι σε έναν Ηλίθιο, βγάζουμε την κακία ή την καλοσύνη μας, ανάλογα τι κρύβουμε μέσα μας και αυτός είναι ο λόγος που πάντα σε μια νέα γνωριμία, μου αρέσει να κάνω τον Ηλίθιο. Ϊσως και να είμαι, δεν είμαι εγώ αυτός που θα το κρίνω, όμως πάντα βγήκα κερδισμένος απο αυτό. Βλέπω ποιος με κοροϊδεύει, ποιος με λυπάται, ποιος αμφιβάλει, απο τη συμπεριφορά του απέναντι μου και ανάλογα κάνω τις επιλογές μου. Κι επειδή η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο, έρχεται κάποια στιγμή που τελικά ο Ηλίθιος είναι κάποιος άλλος, και ε, άνθρωπος είμαι κι εγώ, ποοοολύ το απολαμβάνω.

Κατά τα άλλα είμαι ένας πολύ βαρετός και μονόχνωτος άνθρωπος. Άντε στο κρεββάτι να παίξω κάνα ρολάκι, από άβγαλτο χωριατόπουλο μέχρι master in leather, καθώτι καλά τα οσκαρικά, αλλά κι ένα βραβείο ερμηνείας τσόντας δεν με χαλάει, έεετσι γιατί είμαστε πολύπλευρες προσωπικότητες.

Ναι, στη ζωή μας παίζουμε ρόλους. Άλλοτε αναγκαζόμαστε κι άλλοτε γιατί το θέλουμε. Το καλύτερο όμως είναι να παίζουμε τους εαυτούς μας, στο μονόπρακτο που λέγεται Ζωή. Οι μάσκες όταν τις φοράμε πολύ, ποτίζουν τη φάτσα μας και χάνουμε τους εαυτούς μας και είναι πολύ λεπτές οι ισορροπίες μεταξύ της ηθικής και της ανηθικότητας. Ναι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, όμως ο σκοπός, δεν πρέπει να βλάπτει τον άλλον. Θυμάμαι τη Γιαγιά μου, που ορμήνευε τη μάνα μου και νύφη της να της λέει: «Ότι θες να ζητήσεις απο τον άντρα σου, κάντο στο κρεββάτι και εκεί, ξέχνα κάθε θυμό και στεναχώρια. Ένας ρόλος είναι.» Και δεν θυμάμαι τον πατέρα μου να ζημειώθηκε ποτέ μετά απο κάτι τέτοιες ερμηνείες της μάνας, μονάχα κάτι χιλιάρικα λιγότερα, αλλά ευτυχισμένος.

Μεγάλη πολυτέλεια όμως να είσαι ο εαυτός σου. Θέλει μαγκιά, μπέσα, αυτοπεποιήθηση και πάνω απο όλα αποδοχή του ίδιου σου του εαυτού. Δύσκολα πράγματα και το πληρώνεις, πολλές φορές ακριβά, όμως το να κοιτάς τη μούρη σου στον καθρέφτη και να του χαμογελάς, είναι το καλύτερο Oscar ερμηνείας. Κι όλοι μας αξίζουμε ένα Oscar!

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2012

Αν ήμουν Straight...


Αν ήμουν straight, σκέφτομαι τελευταία πως θα ήταν η ζωή μου. Όχι γιατί κουβαλώ ομοφοβικά συναισθήματα και κόμπλεξ κατωτερότητας, αυτά τα ξεπέρασα προ καιρού, απο τη στιγμή που αποφάσισα να ζήσω τη ζωή μου ως ομοφιλόφυλος κι έφυγα απο το σπίτι. Απλά σκέφτομαι πως θα ήταν η ζωή μου με διαφορετικά κεφάλαια και σενάρια. Μπορεί να φταίει η πανσέληνος. Μπορεί τα προκλιμακτηριακά, μπορεί να χτυπάει το βιολογικό μου ρολόι, όμως το μόνο που σκέφτομαι είναι ότι αν ήμουν straight θα είχα παιδί. Θα μου πείτε δύσκολο είναι; Παριστάνω τον straight, παντρολογιέμαι, κάνω ένα, δυο παιδιά και παράλληλα ψωνίζομαι στο ίντερνετ και στα κωλόμπαρα με κανα τεκνό, όπως κάνουν άλλοι straight με πουτάνες, ε απλώς στη δική μου περίπτωση αντί για πουτάνα θα είναι κάνα ξέκωλο. Διότι καμιά αδελφή αξιοπρεπής κατά την προσωπική μου άποψη, δεν θα επέτρεπε στον εαυτό της να τα μπλέξει με παντρεμένο και παιδί. Μπας και δεν γίνεται; Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου. Το θεωρώ όμως άνανδρο. Το γεγονός ότι είμαι ομοφιλόφυλος, δεν σημαίνει πως δεν μπορώ να είμαι Άντρας. Άλλο πούστης κι άλλο πούστης στην ψυχή.

Θα έκανα λοιπόν έναν υπέροχο γάμο, έτσι να γουστάρουμε, καλοκαίρι σε ένα ξωκλήσι ξυπόλητοι στην παραλία. Ντυμένοι απλά και οι δυο στα άσπρα με δυο γιρλάντες λευκές ορχιδέες, να την περιμένω να κατέβει απο το καϊκι και το γλέντι μας σε μια ψαροταβέρνα δίπλα στα βράχια εκεί που σκάει το κύμα. Κι αντί για σαμπάνια, τσίπουρο και ουζάκι για να ανοίξουμε τον χορό με καρσιλαμά, δίπλα στη φωτιά, καθώς πυροτεχνήματα θα κάναν παρέα στο φεγγάρι. Τους όρκους με μάρτυρα τη Σελήνη θα λεγα, γιατί ο ήλιος καίει τα λόγια και χάνονται μετά στον αέρα. Όρκους για Αγάπη, Σεβασμό, Εκτίμηση, μέχρι να μας χωρίσει ο Θάνατος. Στα καλά, στα κακά. Στα πλούτη, στην φτώχεια. Στην υγεία και στην αρρώστια. Που αν γινόμουν επίορκος, με μάρτυρα τη Σελήνη, σκοτεινές να γίνονταν όλες οι νύχτες μου, γιατί η μέρα σε ξεγελά και οι αλήθειες μονάχα τη νύχτα φαίνονται.

Θα ‘θελα δυο παιδιά. Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, όμως αυτά είναι τυχερά. Θα τα αγαπούσα το ίδιο, όμως σε ποιο θα είχα περισσότερη αδυναμία δεν ξέρω, ίσως σε εκείνο μου μου ‘μοιαζε περισσότερο, γιατί εγωϊστικά, θα το ‘βλεπα σα προέκταση του Εγώ μου. Όμως θα ‘κανα και δυο και τρεις δουλειές, τίποτα να μην τους λείψει και θα τα φύλαγα για καληνύχτα κάθε βράδυ, ακόμα κι αν τα είχε πάρει ο ύπνος περιμένοντας με. Θα τα μεγάλωνα με παραμύθια ξεχασμένα, με πρότυπα της μυθολογίας τις νύχτες που θα είχα την πολυτέλεια να τα κοιμίζω και θα τους τραγουδούσα το «Είμαστε αλάνια, διαλεχτά παιδιά απο την πιάτσα...», για τις στιγμές που θα στάξει το δάκρυ στην καρδιά τους, να εξακολουθούν να χαμογελούν. Θα ‘χαμε ζώα στο σπίτι, σε μια μονοκατοικία με κήπο, για να μάθουν να σέβονται τη ζωή. Να τα φροντίζουν για να μάθουν να είναι υπεύθυνα και να μάθουν τι σημαίνει να αγαπάς και να νοιάζεσαι. Σας έχει κοιτάξει ζωντανό στα μάτια;

Κάθε Κυριακή, θα πηγαίναμε βόλτες στην εξοχή, για να μάθουν την φύση. Να μυρίσουν το θυμάρι, τη ρίγανη, τη θρούμπα, γιατί ζωή, δεν είναι μόνο ο θόρυβος της πόλης και η τηλεόραση. Να ακούσουν το κοτσύφι να κελαηδά και να δουν πως κολυμπά το λαυράκι στο κύμα, ώστε να καταλάβουν, πως κι αυτά είναι μέρος της φύσης. Θα τραγουδάγαμε κι ας είμαστε φάλτσοι, γιατί το τραβάει η καρδιά μας κι αυτήν πρέπει να ακούν, κι όχι τις γνώμες των άλλων. Και θα χορεύαμε ξυπόλητοι στο χώμα, γιατί η γη, μας δίνει δύναμη κι ελευθερία να εκφράζουμε τις σκέψεις και τα συναισθήματα μας, και πρέπει να το μάθουν αυτό.

Κι όταν θα μεγάλωναν, θα χαστούκιζα τον εαυτό μου για την πίκρα που θα έπαιρνα,  γιατί θα αποτραβιόντουσαν κάθε φορά που θα πήγαινα  να τα αγκαλιάσω και δεν θα ‘βλεπα πως μεγαλώνουν και έχουν ανάγκη τον χώρο τους, στην προσπάθεια τους να βρουν τον εαυτό τους. Όμως θα ήμουν εκεί, παραδίπλα, ξάγρυπνος, για να τα μαντρώσω όποτε κι αν χρειαστεί, και θα ορμούσα μαινόμενος στον κάθε έναν που θα τολμούσε να τα βλάψει, γιατί είναι παιδιά μου και η ελπίδα του αύριο. Κι αν θα έκανα υπερβολές, θα θελά τη σύζυγο μου να με συνετίσει, γιατί θα έχω ξεχάσει να τα ακούω με την καρδιά, εκείνη όμως που τα άκουγε απο την πρώτη μέρα που τα ‘νοιωσε στα σπλάχνα της, ξέρει καλύτερα ίσως να ακούει.

Στα λάθη τους, απο δίπλα, δίχως κατηγορίες γιατί κι εγώ έκανα λάθη και  δικό θα ήταν το φταίξιμο, επειδή παρέλειψα να τους μάθω τι είναι σωστό και τι λάθος, δίχως εγωϊσμούς και ψωροπερηφάνιες, διότι σπλάχνο μου θα ήταν, πως να σε πάει η καρδιά να τα απορρίψεις; Τζιέρι μου, Τζιβαέρι μου, Φως των Ματιών μου, θα τα αποκαλούσα κι αν το θελήσουν κι εκείνα, έτσι θα αποκαλούσα και τα παιδιά τους, γιατί τα παιδιά των παιδιών μου, δυο φορές δικά μου θα ήταν.

Δεν θα αποκαλέσω όμως ποτέ δικό μου παιδί έτσι. Ούτε «φυσικό», ούτε υιοθετημένο στην Ψωροκώσταινα γιατί είμαι Πούστης και διπλή ζωή αρνούμαι να ζω. Τι πατέρας θα ήμουν τότες; Αργεί πολύ αυτή η αυγή να ξημερώσει, όπου θα έχω το δικαίωμα για κάτι τέτοιο και δεν θα έχω κουράγιο να τη ζήσω. Μια Χρυσή Αυγή ανέτειλε και φοβάμαι ρε Φίλε, για τα παιδιά σου, για τα παιδιά της Ελλάδας.

Κυριακή, 6 Μαΐου 2012

Διήγημα: Σεσημασμένοι


Για Εκείνες κι Εκείνους, που τους θυμούνται για Μια λέξη


Το τρένο ξεκινούσε το πρώτο του δρομολόγιο, από Πειραιά για Κηφισιά, χαμογελώντας πονηρά στον Άκη, την ώρα που εκείνος έψαχνε τα κλειδιά της εξώπορτας. Είχε αρχίσει να βρέχει και μια αστραπή έλαμψε στο σκοτεινό ουρανό ακολουθούμενο από βροντή, σα αποδοκιμασία για τις αμαρτίες της νύχτας που έφευγε. Αμαρτίες ανθρώπων  που η ίδια η νύχτα γεννά και καλύπτει μες τη σκοτεινιά της κάτω από τους χλωμούς γλόμπους των δρόμων. Γιατί οι αμαρτίες γίνονται στα σκοτεινά και ανοιχτά, εκεί που ελλοχεύει ο κίνδυνος μιας παρακολούθησης από τις γρίλιες, του περαστικού, του ανίδεου και όχι κεκλεισμένων των θυρών, με την ασφάλεια του απροσπέλαστου.

Ο Άκης μπήκε στο σκοτεινό του διαμέρισμα και άναψε το μικρό λαμπτήρα για να φωτιστεί ελάχιστα ο χώρος. Δεν του αρέσουν τα πολλά φώτα και κυρίως τα φώτα της ημέρας. Στο σπίτι του έχει μόνιμα τα πατζούρια κατεβασμένα και κυκλοφορεί σα απόκοσμο πλάσμα της νύχτας μες τα σκοτάδια, γνωρίζοντας κάθε γωνιά του μικρού του διαμερίσματος. Έβγαλε από την τσέπη του μια χούφτα χαρτονομίσματα και τα έχωσε σε ένα βάζο. Πέταξε τα ρούχα του στο πάτωμα και μπήκε στο μπάνιο, αφήνοντας το καυτό νερό να τρέχει ασταμάτητα πάνω στο κορμί του, που έτριβε μανιωδώς, στην προσπάθεια να αφαιρέσει τις μυρωδιές που είχε επιτρέψει να κολλήσουν πάνω του κι απόψε. Μυρωδιές από κολόνιες, σώματα, σπέρμα και σεξ. Ντύθηκε αθόρυβα, έβαλε ένα ποτό, άναψε το κερί στο τραπεζάκι και κάθισε στη μοναδική πολυθρόνα, απέναντι από το φως που τρεμόπαιζε.

Κάθε νύχτα, οι ίδιες κινήσεις. Κάθε νύχτα οι ίδιες μυρωδιές. Κάθε νύχτα, καινούργια σώματα άφηναν τα ίχνη τους στο κορμί του Άκη. Πόσος καιρός γίνεται αυτό; Σκεφτόταν σήμερα. Λίγο περισσότερο από τρία χρόνια. Κι όμως του φαίνεται μια ολάκερη ζωή. Πριν τα τρία χρόνια; Θολές μνήμες. Αλήθεια πως ήταν η ζωή του πριν αρχίσει το πεζοδρόμιο; Πριν αρχίσει να πουλά το σώμα και την ψυχή του, για να εκπληρώνει ο καθένας τους πόθους του;

Ήταν στο τρίτο έτος των σπουδών του στη Θεσσαλονίκη και έμενε μόνος σε ένα μικρό δυάρι. Τα καλύτερά του χρόνια. Όταν είχαν βγει τα αποτελέσματα και έμαθε ότι πέρασε και μάλιστα σε αυτή τη πόλη, μακριά από το σπίτι του και την Αθήνα δεν μπορούσε να μιλήσει από την χαρά του. Επιτέλους θα έφευγε από το σπίτι του, από την κυριαρχία του πατέρα του, από κάθε τι που του θύμιζε τη μίζερη ζωή του. Οι ώρες που έμενε σκυμμένος πάνω από τα βιβλία και η απομόνωση από την εφηβική ανεμελιά είχαν αποδώσει. Σε λίγο καιρό θα ήταν φοιτητής στη Νομική Θεσσαλονίκης.

Ο πατέρας του, όταν ο Άκης του ανακοίνωσε τα αποτελέσματα, το μόνο που είπε ήταν: «Αν είχες περισσότερο μυαλό θα είχες περάσει στην Αθήνα, αλλά είσαι ηλίθιος σα τη μάνα σου» Τον Άκη, δεν τον πείραξε αυτή τη φορά η προσομοίωση με τη μάνα του. Εκείνος ήξερε. Είχε δηλώσει τις σχολές κατά τέτοιο τρόπο, ώστε με τη βαθμολογία που είχε, ενώ μπορούσε κάλλιστα να περάσει από τους πρώτους στην Αθήνα, κατάφερε να μπει στη σχολή σης συμπρωτεύουσας. Έτσι ένιωθε βαθιά μέσα του μια άγρια ικανοποίηση, που είχε βγάλει ψεύτη τον πατέρα του και που τον κορόιδεψε τόσο έντεχνα.

Σχεδίαζε αυτή την απόδραση τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Από τότε που η μάνα του παράτησε τα πάντα και έφυγε χωρίς να αφήσει το παραμικρό ίχνος. Για πολύ καιρό την κατηγορούσε που μπόρεσε να τον παρατήσει και να τον αφήσει μόνο. Με τον καιρό όμως κατανοούσε την πράξη της, όταν πια ο πατέρας του είχε βρει σε εκείνον, το πρόσωπο για να ξεσπά τα νεύρα του. Είχε μια ανάμνηση από τότε που ήταν πέντε χρονών. Η μάνα του με πρησμένο πρόσωπο και ματωμένη μύτη να τον αγκαλιάζει, προσπαθώντας να τον ηρεμήσει από το σοκ που είχε υποστεί, βλέποντας τον πατέρα του να τη χτυπάει αλύπητα, ενώ εκείνος ούρλιαζε προκαλώντας τη σφαλιάρα του πατέρα του. Τότε εκείνη τον γράπωσε, δεχόμενη το χτύπημα, προστατεύοντας τον μέσα στα χέρια της και ψιθυρίζοντας του γλυκόλογα, απομονώνοντας τον σε έναν κόσμο ασφάλειας, μέσα στην αγκαλιά της, που μύριζε γλυκερά γιασεμί. Με τα χρόνια το άρωμα του λουλουδιού, ξεθώριασε για να πάρει τη θέση του, η αψιά μυρωδιά του αλκοόλ, καθώς αντιστρέφονταν και οι ρόλοι, αφού ήταν εκείνος πια, που αγκάλιαζε τη μάνα του και ψιθύριζε καθησυχαστικά λόγια.

Μια μέρα γύρισε από το  σχολείο και δεν βρήκε τη μάνα του στο σπίτι. Στην κουζίνα το φαγητό ήταν έτοιμο, τα πάντα ήταν στη θέση τους και πεντακάθαρα, όπως κάθε μέρα, έτσι σκέφτηκε πως θα είχε πάει απλώς για ψώνια. Ο Άκης έκατσε στο τραπέζι για να φάει, έβαλε το πιάτο του στο νεροχύτη και μπήκε στο δωμάτιο για να διαβάσει. Η ώρα κόντευε πια πέντε το απόγευμα. Σε λίγο θα ερχόταν ο πατέρα του στο σπίτι και η μάνα του ποτέ μα ποτέ, όπου κι αν ήταν, δεν έλειπε από το σπίτι εκείνη την ώρα. Ήξερε πολύ καλά τις ιδιοτροπίες του άντρα της για να ρισκάρει να απουσιάζει κατά την ώρα της άφιξής του. Ακούστηκαν τα κλειδιά στην πόρτα και τα βήματα στο διάδρομο. Ο πατέρας του είχα γυρίσει και η μάνα του έλειπε. Η καρδιά του Άκη σκίρτησε και συνέχισε να χτυπά με αγωνία για ώρες, μέχρι αργά τη νύχτα, ώσπου κατάλαβε πως δεν θα χρειαζόταν να ανησυχήσει ξανά, για το αν η μάνα του θα έκανε κάτι, που θα τσάντιζε τον πατέρα του. Είχε φύγει.

Μετά από τέσσερα χρόνια ήταν η σειρά του Άκη να φύγει από το σπίτι και να παρατήσει με τη σειρά του, τον πατέρα του. Τέσσερα χρόνια με πολύ ξύλο, βρισιές, προσβολές για κείνον και τη γυναίκα που τον γέννησε και που είχε κάνει το λάθος να παντρευτεί για να τη σώσει από τη φτώχεια, όπως έλεγε. Ναι, επιτέλους θα ήταν ελεύθερος και ήταν τέτοια η χαρά του που την πρώτη νύχτα, που έμεινε μόνος στο μικρό δυαράκι, στην Καμάρα, δεν κοιμήθηκε και περπατούσε όλη νύχτα, για να χαιρετίσει την πόλη, που του χάρισε την ελευθερία. Κι έπειτα τρία υπέροχα χρόνια. Πρώτη φορά στη ζωή του απέκτησε φίλους. Πρώτη φορά που μπορούσε να φέρνει κόσμο στο σπίτι του και να ξενυχτούν κουβεντιάζοντας και γελώντας.

Και μέσα σε αυτή την ξεγνοιασιά γνώρισε και τον εαυτό του. Ένας όμορφος, έξυπνος και δημοφιλής νεαρός που όλοι αποζητούσαν τη συντροφιά του, καμία σχέση με το συνεσταλμένο και φοβισμένο παιδί του σχολείου. Έτσι κατάφερε να γνωρίσει και τον έρωτα με τον Κρίτωνα, ένας συμφοιτητής που σπούδαζε κι αυτός στην ίδια πόλη και να ομολογήσει στον εαυτό του, πως ήταν ευτυχισμένος.

Ο πατέρας του είχε γνωρίσει μια ξενιτεμένη κοπέλα από το πρώην Ανατολικό μπλοκ, στα μισά του χρόνια και δεν τον ενοχλούσε παρά μονάχα μια φορά το μήνα, για να του θυμίζει πως ήταν άχρηστος και   τρώει τα λεφτά του, κάθε φορά που έστελνε την ταχυδρομική επιταγή, με ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό. Διότι για τον κόσμο ήταν, ο στοργικός πατέρας, που είχε την ατυχία να παντρευτεί μια ανήθικη και αλκοολική γυναίκα, ο οποίος αντιστάθμιζε αυτή την ατυχία του γιου του, παρέχοντας του όση ευτυχία μπορούσε, με τα διάφορα νούμερα που έγραφε στο μπλοκ επιταγών, τα οποία φρόντιζε να γίνονται γνωστά, κάθε αρχή του μήνα στον περίγυρό του.

Όλα στη ζωή του ήταν ήρεμα και όμορφα για πρώτη φορά. Μια σιωπηρή ανακωχή είχε επικρατήσει μεταξύ του Άκη και του πατέρα του, την οποία φρόντιζε να μην διαταράσσει, μη έχοντας ιδιαίτερες επαφές με τον πατέρα του κι εκείνος από την πλευρά του, τον κρατούσε σε απόσταση, έχοντας στρέψει το ενδιαφέρον του στις χάρες της ερωμένης του. Κι όποτε ο Άκης ένοιωθε μελαγχολία, τότε φρόντιζε να βρίσκεται με κόσμο και κυρίως με τον Κρίτωνα, για να ξεχνά κάθε τι που κουβαλούσε από την προηγούμενη ζωή του. Σε κανέναν όμως δεν είχε μιλήσει γι’ αυτά, έτσι οι βαθιές σιωπές της μελαγχολίας του, αποδίδονταν σε κάθε συνηθισμένο λόγο, που θα μπορούσε να έχει ένας φοιτητής, ο οποίος σπούδαζε μακριά από το σπίτι του, προερχόμενος από μια πολύ ευκατάστατη οικογένεια.

Εκείνη τη χρονιά ή άνοιξη είχε έρθει πλημμυρισμένη με αρώματα και ο Άκης με τον Κρίτωνα απολάμβαναν τον έρωτά τους, όπως αρμόζει σε δυο ξέγνοιαστους νέους. Συνήθως έμεναν μαζί πότε στο ένα και πότε στο άλλο σπίτι, αν και προτιμούσαν του Άκη, που είχε περισσότερες ανέσεις και κυρίως τα Σάββατα, καθώς ήταν μέσα στην πόλη, με ευκολότερη πρόσβαση, στα στέκια του φοιτητόκοσμου. Κι ένα Σάββατο που ο καιρός χαμογελούσε με πρωινή καλοκαιρινή διάθεση, παραδόθηκαν όσο ποτέ στις ερωτικές διαθέσεις της ημέρας, αρνούμενοι να αποχωρίσουν τα σώματά τους που είχαν γίνει ένα, παρά μόνο όταν χρειάστηκε ο Κρίτωνας να πάει στο δικό του σπίτι, για να ετοιμαστεί για τη βραδινή του έξοδο. Είχε περάσει ΄μόλις μισή ώρα από τότε που έκλεισε την πόρτα στον φίλο του, όταν χτύπησε το κουδούνι του διαμερίσματος. Σκέφτηκε, πως θα ήταν κάποιος φίλος κι έτσι άνοιξε χωρίς να εξακριβώσει την ταυτότητα του επισκέπτη, για να αντικρίσει τον πατέρα του και να τον κοιτάζει με ένα βλέμμα απέχθειας. Ο Άκης τα’ χασε κι απέμεινε να κρατά ανοιχτή την πόρτα χωρίς να πει το παραμικρό. Ο πατέρας του δεν είχε έρθει ποτέ για επίσκεψη στα τρία χρόνια που έμενε σε αυτό το σπίτι, το οποίο το είχε δει μονάχα μια φορά, όταν υπέγραψε το συμβόλαιο με τον ιδιοκτήτη.

«Σε ξάφνιασα, γιε μου;» είπε φτύνοντας μια-μια τις λέξεις.

Για τον Στέφανο, ήταν πρωτόγνωρο, το να τον αποκαλεί ο πατέρας του «γιε μου». Συνήθως προτιμούσε κάποιο επίθετο που το ακολουθούσε ο χαρακτηρισμός «σα τη μάνα σου», γι’ αυτό η έκπληξη έδινε σταδιακά τη θέση της στο φόβο, που πυροδοτούσε ακόμα περισσότερο ο ειρωνικός τόνος της φωνής του. Ο πατέρας του, τον προσπέρασε και μπήκε στο διαμέρισμα, με υπεροπτικό ύφος που τον χαρακτηρίζει λέγοντας του επιτακτικά «Κλείσε την πόρτα».

«Πώς πάει το διάβασμα Άκη;» ρώτησε με ψεύτικο ενδιαφέρον κοιτάζοντας τον κατάματα. Ο Άκης δεν ήξερε τι  να απαντήσει και ψέλλισε μονάχα: «Ε,…καλά μπαμπά» Τότε το χέρι του πατέρα του προσγειώθηκε στο πρόσωπο του ρίχνοντας τον στον τοίχο καθώς τον άκουγε να γρυλίζει «Μην ξανατολμήσεις να με αποκαλέσεις έτσι.» και τον έπιασε από το γιακά ταρακουνώντας τον άγρια και φωνάζοντας. «Δεν έχω γιο πούστη εγώ» Αυτό ήταν λοιπόν; Ο πατέρας στην Αθήνα είχα μάθει για εκείνον, μα πως;

«Ανέβηκα να δω τι κάνεις εδώ πέρα τόσα χρόνια και σε βρίσκω να ξεσκίζεσαι σα πουτάνα στο σπίτι που πληρώνω εγώ, ρε καργιόλι;» κι άλλη σφαλιάρα. Ο πατέρας του είχε κλειδιά του σπιτιού, θυμήθηκε ο Άκης.
«Πόσο καιρό ρε γαμιέσαι;» τον κοπάνησε στον τοίχο.
«Μόνο αυτός σε πηδάει ή έχεις κι άλλους κωλομπαράδες;» γροθιά, «Λέγε ρε;» και τον πέταξε στο πάτωμα.

Ο Άκης ένιωθε κάτι ζεστό να κυλάει στο πρόσωπό του καθώς η μεταλλική γεύση του αίματος μούδιαζε τη γλώσσα του, το δικό του αίμα. Το πάτωμα ήταν παγωμένο και εκείνος σκεφτόταν πως δεν είχε έρθει ακόμα το καλοκαίρι κρίνοντας από την παγωνιά που τον τύλιγε. Είχε μάθει, όταν τον έδερνε ο πατέρας του να σκέφτεται άλλα, άκαιρα και άσχετα πράγματα, για να ξεχνιέται από την πραγματικότητα που ζούσε, όμως αυτή τη φορά μια κλοτσιά στο στομάχι, του έκοψε την αναπνοή και τον επανέφερε για τα καλά στην αλήθεια.

«Το γουστάρεις ρε πούστη να σε παίρνουνε από πίσω;» ρωτούσε εκείνος, κρατώντας τον από τα μαλλιά για να κοπανήσει το κεφάλι του στο πάτωμα και να τον κλωτσήσει στο πρόσωπο.

«Δεν σε πληρώνω εγώ για να γαμιέσαι ρε, το κατάλαβες;», ωρυόταν και άρχισε να γκρεμίζει τα πάντα μέσα στο σπίτι, δίνοντας χρόνο στον Άκη να βρει την ανάσα του, να νοιώσει το πρόσωπό του να φλέγεται και να δαγκώσει ένα θραύσμα από κάποιο δόντι που έσπασε.

«Μην ανησυχείς όμως, θα τον κανονίσω εγώ τον γαμιά σου. Τουλάχιστον εκείνος είναι κωλομπαράς και δεν γαμιέται όπως εσύ. Ή μήπως κάνετε αλλαξοκωλιές;» Με την άκρη του ματιού του, ο Άκης είδε κάτι να πλησιάζει επικίνδυνα το κεφάλι του και ενστικτωδώς το σκέπασε με τα χέρια, νοιώθοντας ένα κόκαλο να σπάει, όταν το βαρύ αντικείμενο τον χτύπησε. Αδιαφορώντας για τον πόνο, ο νους του πήγε στον Κρίτωνα. «Όχι ο Κρίτωνας γαμώτο, όχι εκείνος», και παίρνοντας δύναμη από αυτή τη σκέψη έκανε να σηκωθεί, μα τον πρόλαβε ο πατέρας του πατώντας τον στην πλάτη, σωριάζοντάς τον πάλι κάτω. Έπειτα τον γράπωσε από τα μαλλιά στρέφοντας το κεφάλι του, ώστε να τον κοιτάζει στα μάτια και να του πει.

«Για μένα δεν υπάρχεις πια. Δεν πρόκειται να πάρεις δεκάρα από μένα. Ότι και να πάθεις δεν με νοιάζει. Γαμήσου σα πουτάνα για να ζήσεις, όπως η μάνα σου, άλλωστε ξέρετε και οι δυο να το κάνετε καλά.» και τον έφτυσε αηδιασμένος κατάμουτρα.

«Χάσου αυτή τη στιγμή από τα μάτια μου τώρα και μην ξαναπατήσεις εδώ πέρα. Το σπίτι αυτό και τα πάντα εδώ μέσα είναι δικά μου. Κανονικά θα’ πρεπε να σε πετάξω έξω ξεβράκωτο, όπως πήρα τη μάνα σου και την έκανα κυρία ο μαλάκας. Χάσου από δω πούστη!» κι άνοιξε την πόρτα.

Ο Άκης είχε σταθεί στα πόδια του και ακουμπούσε με το χέρι, γεμάτο αίματα στον τοίχο. Σήκωσε το κεφάλι και για πρώτη φορά στη ζωή του κοίταξε τον άνθρωπο που είχε για πατέρα στα μάτια, χωρίς το παραμικρό ίχνος φόβου. Εκείνος το ένοιωσε και θόλωσε το βλέμμα καθώς ένοιωσε, πως δεν είχε πλέον καμία εξουσία πάνω στην ύπαρξη που είχε απέναντί του. Τότε ο Άκης του είπε:

«Σε λυπάμαι.» κι έκλεισε την πόρτα, μπροστά στο αποσβολωμένο βλέμμα του πατέρα του.

Έξω είχε αρχίσει να βραδιάζει και η μέρα αποχαιρέτισε κάθε καλοκαιρινή διάθεση, δίνοντας τη θέση της στην ψυχρότητα της εποχής. Το λευκό πουκάμισο του Άκη έγινε άλικο καθώς προσπαθούσε με αυτό να σκουπίσει τα αίματα, που έτρεχαν στο πρόσωπό και είχε αρχίσει να πρήζεται από τα χτυπήματα. Σταμάτησε στη βρύση μιας οικοδομής και προσπάθησε να ξεπλυθεί. Το κρύο νερό τον συνέφερε κάπως και το μυαλό του άρχισε να συνειδητοποιεί, το τι είχε προηγηθεί. Και τότε με φρίκη, σκέφτηκε τον Κρίτωνα. Ο πατέρας του ήξερε για εκείνον. Ίσως να ήξερε και που μένει, αν καραδοκούσε για να τον παρακολουθήσει, αφού τους έπιασε στο κρεβάτι. Έπρεπε να πάει στον Κρίτωνα. Ο πατέρα του ήξερε για εκείνον. Να βεβαιωθεί πως είναι καλά και να τον προειδοποιήσει. Ήξερε πως ο πατέρα του ήταν ικανός να κάνει τα πάντα. Έφτασε στη στάση, αν και ντρεπόταν να μπει στο λεωφορείο σε αυτά τα χάλια, όμως με τα πόδια ήταν πολύ μακριά και η αγωνία του μεγάλη. Ευτυχώς ήταν νωρίς το βράδυ και δεν είχε κίνηση στους δρόμους. Οι λιγοστοί επιβάτες τον κοίταζαν άλλοι με ανησυχία, άλλοι με οίκτο και άλλοι με απέχθεια λόγω των αιμάτων, μα κανένας δεν τον πλησίασε μέσα στη δική τους αμηχανία, απέναντι στην εικόνα ενός αιματοβαμμένου ανθρώπου.

Όταν το λεωφορείο σταμάτησε, κατέβηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε και έτρεξε προς το σπίτι του Κρίτωνα, αδιαφορώντας για τους πόνους στο σώμα του. Χτύπησε το κουδούνι και τα δευτερόλεπτα που πέρασαν μέχρι να ακουστεί η ανέμελη φωνή του φίλου του στο θυροτηλέφωνο, του φάνηκαν αιώνες.

«Ο Άκης είμαι.» απάντησε, αφήνοντας τον άλλον να ανοίξει απορημένος την πόρτα, αφού το πρόγραμμα έλεγε πως εκείνος θα περνούσε από το σπίτι του Άκη. Σίγουρα πάντως δεν του περνούσε από το μυαλό ότι θα αντίκριζε τον Άκη στην κατάσταση που τον είδε, όταν άνοιξε την πόρτα.

«Είσαι καλά;» ρώτησε ο Άκης.

Ο Κρίτωνας χρειάστηκε χρόνο για να συνειδητοποιήσει πως το παιδί με το ματωμένο πουκάμισο και το στραπατσαρισμένο πρόσωπο που είχε απέναντί του, ήταν ο φίλος του, με το οποίον μέχρι πριν από λίγο έκαναν έρωτα και γελούσαν παρέα. Όταν όμως κόντεψε να καταρρεύσει στην πόρτα, συνήλθε και τον έβαλε μέσα, μη γνωρίζοντας πως να αντιδράσει.

Ο Άκης έμεινε τρεις μέρες στο σπίτι του Κρίτωνα και του τα είπε όλα. Ήταν η πρώτη φορά που μιλούσε για τη ζωή του σε κάποιον και ένοιωθε πως ο οργανισμός του απέβαλλε κάποιο δηλητήριο, που κατάπινε τόσα χρόνια, μέσα από τα δάκρυα που έτρεχαν από τα μάτια του, ώσπου δεν είχε άλλα. Την τέταρτη μέρα τηλεφώνησε η μητέρα του Κρίτωνα. Του είπε πως θα ανέβαινε την επόμενη μέρα με τον πατέρα του στη Θεσσαλονίκη και πως τους επισκέφτηκε ο κύριος Αλεξάνδρου. Ο Άκης κατάλαβε. Ο πατέρας του είχε κρατήσει το λόγο του. Ήταν η σειρά του Κρίτωνα τώρα να πληρώσει ως συνένοχος, για το ατίμασμα του ονόματός του.

Οι επόμενες μέρες κύλησαν με ταχύτατους ρυθμούς. Ο Άκης έμενε σε μια κοινή τους φίλη, που συγκατοικούσε με μια συμφοιτήτρια της και οι γονείς του Κρίτωνα τον πήραν στην Αθήνα, για να τον απομακρύνουν από την κακή επιρροή και να τον έχουν υπό έλεγχο. Μίλησαν στο τηλέφωνο μια φορά, μετά από μέρες , αφού ο Άκης διαπίστωσε πως είχε μπει ενοικιαστήριο στο διαμέρισμα του Κρίτωνα, χωρίς να ξαφνιαστεί. Τον πήρε εκείνος στο σπίτι της φίλης τους και του είπε πως οι γονείς του, τον έστελναν στις Βρυξέλλες για να ολοκληρώσει εκεί τις σπουδές του και να μείνει μαζί με το θείο του. Τότε ήταν η τελευταία φορά που μίλησε μαζί του.

Στο μεταξύ η φίλη του, του έλεγε κι έδειχνε έμμεσα ότι λυπόταν πάρα πολύ για ότι του είχε συμβεί, όμως ήταν αδύνατον να συνεχίσει να μένει μαζί τους. Έτσι ο Άκης μετακόμισε στο δωμάτιο ενός φτηνού πανδοχείου, κοντά στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό, χρησιμοποιώντας τα λίγα χρήματα που είχε ακόμα στην τράπεζα, στο δικό του όνομα. Βρήκε δουλειά σε μια από τις πολλές καφετέριες της πόλης και αγόρασε λίγα ρούχα, αφού ότι φορούσε μέχρι τότε ήταν  του Κρίτωνα, μια και δεν πήρε τίποτα από το σπίτι, όταν τον έδιωξε ο πατέρας του. Ο καιρός περνούσε, οι καταθέσεις στην τράπεζα είχαν κάνει φτερά και το μεροκάματο που έπαιρνε για το σερβίρισμα σε δυο μαγαζιά δεν έφτανε για να καλύπτει τα έξοδα για το φαγητό και το δωμάτιο.

Κάποια νύχτα, καθώς περπατούσε ψόφιος γυρίζοντας από τη δουλειά, διότι χρήματα για ταξί δεν περίσσευαν, ένα αυτοκίνητο σταμάτησε δίπλα του. Ο οδηγός κατέβασε το τζάμι έχοντας ένα τσιγάρο στο στόμα και τον ρώτησε αν είχε φωτιά. Ο Άκης του έδωσε τον αναπτήρα του και τότε εκείνος τον ρώτησε:

«Βόλτα κάνεις;»
«Όχι, τώρα σχόλασα και πηγαίνω για ύπνο»
«Κρίμα», αποκρίθηκε ο άλλος «Μου αρέσεις και θα πληρωθείς καλά για υπερωρία.», του είπε χαμογελώντας πονηρά.

Ο Άκης γνώριζε πως σε κείνη την περιοχή έκαναν βίζιτες οι πουτάνες και ήταν γεμάτη με μπουρδέλα. Μάλιστα αρκετές τον προσκαλούσαν για παρέα τις νύχτες που περνούσε από κει, καθώς γύριζε στο ξενοδοχείο που έμενε. Είχε παρατηρήσει επίσης πως πολλά παιδιά στην ηλικία του σύχναζαν εκεί γύρω. Στέκονταν στα στενά, άλλοτε μόνα τους κι άλλοτε κατά παρέες, καθώς περνούσαν τα διάφορα αυτοκίνητα με τους οδηγούς να τους ρίχνουν κλεφτές ματιές, όμως υπέθετε πως όλοι τους ήταν θαμώνες των διαφόρων «σπιτιών» που υπήρχαν τριγύρω. Μα όταν ο οδηγός, που κάπνιζε μειλίχια το τσιγάρο του, του είπε πως για την υπερωρία του θα πληρωνόταν όσα έβγαζε όλη την εβδομάδα, κατάλαβε πως οι λέξεις «εξυπηρέτηση» και «πελάτης», είχαν κι άλλες έννοιες. Ο Άκης ζύγιαζε τα πράγματα. Την επόμενη μέρα έπρεπε να δώσει το νοίκι του μήνα για να μην τον πετάξουν έξω και δεν είχε ούτε τα μισά. Κι για να μαζέψει τα άλλα θα έπρεπε να δουλεύει μια βδομάδα διπλοβάρδια, χωρίς να χαλάει για φαγητό και τσιγάρα. Και τούτος του έδινε για ένα πήδημα τα λεφτά που του έλειπαν. Άνοιξε τότε την πόρτα του αυτοκινήτου, μπήκε μέσα και το μόνο που είπε  ήταν : «Πάμε.»

Έμεινε στη Θεσσαλονίκη άλλους έξι μήνες. Με τον καιρό γνωρίστηκε με τα διάφορα παιδιά της περιοχής, “κωλητοί”, όπως αυτοαποκαλούνταν μεταξύ τους. Οι περισσότεροι «δούλευαν» για τη δόση τους, άλλοι γιατί το γούσταραν κι άλλοι για το εύκολο χρήμα. Γιατί ήταν εύκολο, ειδικά για κάποιους όπως ο Άκης, που υιοθέτησε το όνομα Αλέξανδρος, βεβηλώνοντας σαρκαστικά τη γενιά, για την οποία ήταν τόσο περήφανος ο πατέρας του.

Κάποιοι βράδυ ένας “κωλητός” του πρότεινε να πάνε μαζί σε κάποιο δικό του πελάτη, που είχε μεγάλο πορτοφόλι και ελάχιστες απαιτήσεις, εύκολο χρήμα, χωρίς κόπο, όπως έλεγε κι ο Άκης δέχτηκε. Έμενε ακόμα στο πανδοχείο, σταμάτησε να δουλεύει στα διάφορα μαγαζιά, αφού δεν κατάφερνε να ξυπνάει πρωί και είχε βαλθεί να αυξάνει τον τραπεζικό του λογαριασμό. Ο πελάτης έμενε σε ένα τεράστιο σπίτι έξω από την πόλη και λίγο πριν μπουν μέσα, ο φίλος του Άκη έβγαλε από την τσέπη λίγο “χιόνι” και τη σνίφαρε. «Πάρε.», του είπε κι εκείνος τον μιμήθηκε μπαίνοντας στον κόσμο της κόκας.

Μπήκαν στο σπίτι, όπου τους περίμενε ο πελάτης με λάγνο βλέμμα. Έβαλαν ποτά και σε λίγο ο Άκης άρχισε να νοιώθει κυρίαρχος του σύμπαντος. Ένοιωθε πως δεν είχε αναστολές για τίποτα, πως όλος ο κόσμος του ανήκει και δεν είχε παρά να κάνει μια με το χέρι του και ότι θέλει, να το αποκτήσει. Ο φίλος του είχε αρχίσει να κινείται με τρόπο, που έδειχνε πως είχε αρκετή εξοικείωση με τον πελάτη, ώσπου κάποια στιγμή τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν. Ο Άκης τον κοίταζε και τότε ο φίλος του, χαμογελώντας σαρδόνια, έπιασε ένα βάζο και το ‘σπασε στο κεφάλι του πελάτη, αφήνοντας τον να πέσει με ένα γδούπο στο πάτωμα. «Πάρ’ τα πούστη, για να μάθεις να πηδάς αγοράκια!», φώναζε ο άλλος και έψαχνε το πορτοφόλι του πεσμένου άντρα.

«Πάμε να φύγουμε τώρα.», είπε, βάζοντας ότι λεφτά βρήκε στη τσέπη του, επαναφέροντας τον Άκη από την έκπληξη.

Αργότερα τη νύχτα, στο δωμάτιο του πανδοχείου, κοιτάζοντας  τα λεφτά που είχε μοιραστεί με το φίλο του, ο Άκης αναλογιζόταν μέσα στη νηφαλιότητα του, την έκταση των όσων είχαν γίνει. Αν ο άντρας είχε πεθάνει; Αν τον είχε καταγγείλει; Αν τον έψαχνε η αστυνομία; Τι θα γινόταν έπειτα; Τότε κατάλαβε, πως έπρεπε να φύγει από τη Θεσσαλονίκη και κοιμήθηκε βλέποντας ανήσυχα όνειρα. Ξύπνησε αργά την επόμενη ώρα αποφασισμένος να επιστρέψει στην Αθήνα. Μάζεψε τα λιγοστά του ρούχα σε ένα μικρό σάκο, που αγόρασε εκείνη τη μέρα, πλήρωσε το υπόλοιπο ενοίκιο που χρωστούσε , με τα λεφτά που πήρε εχτές, λέγοντας πως θα είχε πιάσει πια σπίτι και βγήκε στην Εγνατίας. Τον έτρωγε όμως το σαράκι της ενοχής , καθώς η εικόνα του πεσμένου άντρα στο πάτωμα, κυρίευε τα χθεσινά του όνειρα κι αποφάσισε να ρισκάρει περνώντας από το σπίτι του, για να αναζητήσει κάποιο ίχνος ζωής.

Το ταξί τον κατέβασε τρία τετράγωνα πιο πριν και περπάτησε επιφυλακτικά μέχρι το σπίτι εκείνο, έχοντας το νου του, μη δει κάποιο περιπολικό. Ο δρόμος ήταν ήρεμος, με την κίνηση μιας καθημερινότητας, χωρίς περιπολικά και κάποια κίνηση που να μαρτυρούσε πως κάποιο έγκλημα είχε πραγματοποιηθεί. Στάθηκε κρυμμένος στις συστάδες κάποιων θάμνων και κοιτούσε απέναντι για να διακρίνει κάποια κίνηση μέσα στο σπίτι. Τίποτα. Μάλλον δεν έχουν ανακαλύψει ακόμα το πτώμα, σκέφτηκε ο Άκης, όταν μια γυναίκα βγήκε στο μπαλκόνι κρατώντας μια λεκάνη στα χέρια  και ο Άκης έκανε πως έδενε τα κορδόνια του. Σίγουρα, αν είχε ανακαλύψει κάποιο πτώμα εκείνη η γυναίκα, δεν θα έβγαινε να απλώσει ρούχα στο μπαλκόνι, σκέφτηκε  ανακουφισμένος και ξεκίνησε για το ΚΤΕΛ. Τώρα που δεν θα τον αναζητούσαν για κάποιο φόνο, ίσως μπορούσε να μείνει στη Θεσσαλονίκη, όμως ένοιωθε, πως πλέον δεν υπήρχε τίποτα να τον κρατά σε αυτή την πόλη. Ότι ήταν να ζήσει εδώ το έζησε. Δεν είχε πια τίποτα να περιμένει. Άλλωστε, ήθελε να την θυμάται ως μια πόλη που έζησε όμορφα και όχι για την πιάτσα, δίπλα στις πουτάνες.

Η Αθήνα του φάνηκε ξένη στην αρχή, δεν είχε τη γλυκύτητα της Θεσσαλονίκης όμως γρήγορα έμαθε να του αρέσει η απροσωπία της καθώς ήταν  πρακτικό να μη σε ξέρει κανένας. Με τα λεφτά που είχε μαζέψει έπιασε ένα μικρό επιπλωμένο διαμέρισμα στο Θησείο, λέγοντας πως ήταν φοιτητής και την πρώτη εβδομάδα, μάθαινε για τα στέκια, όπου κι άλλα παιδιά γνώριζαν τις έννοιες “εξυπηρέτηση” και “πελάτης”.

Πέρασαν τρία χρόνια από τότε που έπιασε αυτό το σπίτι. Τα έπιπλα ήταν ίδια, δεν έκανε το παραμικρό έξοδο για να το αλλάξει, μονάχα πήρε μια τηλεόραση, ένα στερεοφωνικό και πολλά κηροπήγια. Η ντουλάπα του ήταν γεμάτη ρούχα και παπούτσια, ενώ στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι, πέντε κουτιά προφυλακτικά και δυο σωληνάρια λιπαντικό, ήταν απλωμένα δίπλα στα κεριά. Δεν έφερε ποτέ πελάτη στο σπίτι του. Το θεωρούσε δικός του χώρος και δεν ήθελε να το μολύνει με ξένες μυρωδιές. Ότι έκανε, το έκανε έξω, σε ουδέτερο χώρο, σε ξένα σπίτια.

Αρχικά δούλευε στην Πιάτσα, όπως λεγόταν το τετράγωνο πίσω από την πλατεία Κουμουνδούρου. Στεκόταν σε κάποιο σημείο, όπως έκαναν  τα άλλα παιδιά και περνούσαν τα αυτοκίνητα με τους οδηγούς, να τους κοιτούν όπως αγοραστές στην κρεαταγορά. Άλλοι στα κλεφτά, μην τους πάρουν χαμπάρι, μέσα στις ενοχές και τις ντροπές τους κι άλλοι ξεδιάντροπα., ξελιγωμένα, με μάτια να γυαλίζουν από πόθο. Έπειτα όταν εντόπιζαν εκείνον που ήθελαν, έκαναν το τετράγωνο και σταματούσαν μπροστά του. Τότε εκείνος πλησίαζε το αμάξι και άρχιζε το παζάρι. Συνήθως περιορίζονταν σε μερικές εκφράσεις του τύπου:

«Τι κάνεις;»
«Ότι γουστάρεις»
«Πόσο;»
«Τόσο», ανάλογα το θράσος και τις ανάγκες του καθενός. Ο άλλος το σκεφτόταν και ζύγιαζε αυτόν που είχε απέναντί του σε σχέση με τον πόθο του για να συνεχίσει λέγοντας:
«Πάμε;» ή κάποιο άλλο χαμηλότερο ποσό, για να απαντήσει ο άλλος.
«Φύγαμε!», ώστε να καταλήξουν σε κάποια ερημιά, κάποιο φτηνό ξενοδοχείο και σπάνια σε σπίτι.

Ο Άκης δεν ήταν πρεζόνι, όπως οι περισσότεροι. Ήξερε να ντύνεται, να μιλάει και ήταν πάντα καθαρός, έτσι σιγά-σιγά, απέκτησε τη δική του πελατεία. Άρχισε τότε να δουλεύει με τηλέφωνο, αποφεύγοντας την πιάτσα, μα επειδή έπρεπε να διευρύνει το πελατολόγιό του, άρχισε να δουλεύει σε μαγαζιά και αργότερα έβαλε αγγελίες. Συνέχιζε όμως να κατεβαίνει στην “Πιάτσα”, κυρίως τις μέρες που δεν έβρισκε πελάτη σε κάποιο μπαράκι ή όταν δεν τον έπαιρνε κάποιος τηλέφωνο όπως απόψε.

Είχε κατέβει κατά τη μια τη νύχτα. Είδε δυο-τρία παιδιά να στέκονται και σκέφτηκε πως ήταν ακόμα νωρίς για να έχει κίνηση. Κάθισε δίπλα σε μια κολώνα και άναψε τσιγάρο. Σε λίγο ένα αυτοκίνητο σταμάτησε δίπλα του κι ο οδηγός κατέβασε το τζάμι. Τον αναγνώρισε, ήταν ο Ντίλντος.

Είχε ακούσει για τον Ντίλντο από τις πρώτες μέρες που ήρθε στην Πιάτσα. Ήταν ένας ξελιγωμένος μεσήλικας, που είχε μια λατρεία στα όσο το δυνατόν πιο παιδικά σε εμφάνιση αγόρια, με τα οποία ποτέ δεν κατάφερνε να έχει μια ολοκληρωμένη πράξη. Η χρόνια χρήση διαφόρων ουσιών, τον εμπόδιζε να έχει μα πλήρη στύση. Έτσι την έβρισκε χρησιμοποιώντας διάφορα αντικείμενα να λειτουργούν στη θέση του πεσμένου ανδρισμού του, όπως dildo, όπου του βγήκε το όνομα, από τα παιδιά που έτυχε να πάνε μαζί του. Παράλληλα, μέσα στην έξαψη των όσων έκανε χρήση, ανάλογα την στιγμή, απελευθέρωνε κάθε διαστροφή που έκρυβε μέσα του ως υποκατάστατο της χαμένης σεξουαλικότητας, με αποτέλεσμα να τον αποφεύγουν τα περισσότερα παιδιά της Πιάτσας. Ο Ντίλντος ήταν η λύση των παιδιών με εξάρτηση, όταν γίνονταν απελπισμένα για μια δόση, που δεν μπορούσαν να την αγοράσουν, αλλά που εκείνος μπορούσε να προμηθεύσει, γι’ αυτό και ήταν οι μόνοι στους οποίους είχε ανταπόκριση.

«Πως από τα μέρη μας Αλέξανδρε;»
«Είδα φως και πέρασα Ντίλντε. Εσύ;»

Ο Ντίλντος γνώριζε πως περιέπαιζαν την ανικανότητά του, με το παρατσούκλι που του έβγαλαν, όμως δεν έδινε σημασία.

«Πόσα θέλεις για να σε πηδήξω κούκλε; Τρία χρόνια σε κυνηγάω.»
«Με τι ρε Ντίλντε θα με πηδήξεις, που το παίζεις και γαμίκουλας; Άντε πιο πάνω  να βρεις κάνα junkie.», απάντησε ο Άκης. Κάτι οι ουσίες, κάτι η υπεροψία του Άκη, έκαναν τον Ντίλντο να αγριέψει και να του πει:

«Νομίζεις πως  είσαι τίποτα σπουδαίος ρε καργιόλι; Επειδή φοράς  σένια  ρούχα και ψωνίζεσαι στα κωλόμπαρα; Ένα πουτανάκι είσαι κι εσύ ρε! Στο διάολο!», κι έφτυσε κάτω για να φύγει μαρσάροντας.

Ώρες αργότερα, όταν πια ο Άκης κάθισε μπροστά από το κερί που μόλις άναψε σκεφτόταν την φράση του Ντίλντου και το φτύσιμό του. Ακόμα κι ένας σαν και αυτόν μπορούσε να τον περιφρονεί, όση υπεροψία κι αν είχε. Εκείνος κάποια στιγμή μέσα στη διάρκεια της μέρας ,τον αποκαλούσαν ‘κύριος Τάδε’. Ασκούσε κάποιο αποδεκτό επάγγελμα και είχε τη ζωή του, όποια  κι αν ήταν αυτή. Ενώ αυτός; Ένα πουτανάκι, γένους αρσενικού, που ικανοποιούσε με χρήματα κάθε έναν που μπορούσε να πληρώσει αυτά που ζητούσε. Πόσα χρόνια έκανε αυτή τη ζωή; Και τι ζωή είχε στην τελική; Δεν είχε φίλους, ζούσε τη νύχτα κάνοντας σεξ με διάφορους για τα λεφτά, και την μέρα κοιμόταν ή περιφερόταν στο σπίτι, μέσα στα μαύρα σκοτάδια.

Μια φορά την εβδομάδα, πήγαινε στην τράπεζα και κατέθετε το περιεχόμενο του βάζου, όπου φύλαγε τις εισπράξεις της νύχτας. Πόσα είχε μαζέψει; Πολλά. Με πόσους είχε κάνει σεξ; Πάρα πολλούς. Τι όνειρα έχει για το μέλλον; Σάστισε. Τι θέλει για τη ζωή του; Δεν είχε απάντηση. Ποιος είναι; Αμφιβολία. Ο Αλέξανδρος, ήξερε πολύ καλά ποιος είναι. Ο Άκης όμως; Η γλώσσα του άγγιξε το σπασμένο δόντι. Δεν ήταν πια κοφτερό όπως τον πρώτο καιρό που είχε σπάσει. Δεν φαινόταν ξένο στο πρόσωπό του πια , τις σπάνιες φορές που χαμογελούσε, ως Αλέξανδρος, αντιθέτως προσέδιδε μια μυστηριακή γοητεία. Ο Άκης όμως χαμογελούσε; Ξεκίνησε το πεζοδρόμιο για να επιβιώσει. Τώρα όμως γιατί το κάνει; Κέρδιζε αρκετά , είναι αλήθεια και άκοπα. Όμως με τι τίμημα; Και αυτά που κέρδιζε, πως τα αξιοποιούσε; Τι τα έκανε, πέρα από κάποια ψώνια σε ρούχα και φαγητό; Για πόσο θα συνεχίσει να κάνει σεξ; Πόσο θα άντεχε ακόμα, ώσπου να χάσει εντελώς τον εαυτό του, αν δεν τον έχει χάσει ήδη; Το μυαλό του πήγε στον Κρίτωνα και η ανάμνηση των συναισθημάτων είναι θολές. Τι να κάνει άραγε εκείνος; Που βρισκόταν; Αναμφίβολα θα είχε τελειώσει τις σπουδές του. Ίσως είχε και κάποια σχέση και αυτή τη στιγμή να κοιμόταν αγκαλιά με κάποιον. Ενώ ο ίδιος, μόλις ξέπλυνε τις οσμές των ξένων που έμειναν πάνω του. Αυτή θα είναι η ζωή του; Ενοιωθε μια αναγούλα στο στομάχι και έτρεξε στο μπάνιο, αγκαλιάζοντας τη λεκάνη. Απ’ έξω ακουγόταν ο ήχος των τρένων. Η βροχή είχε σταματήσει καθώς φαίνονταν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου. Άλλη μια νύχτα είχε τελειώσει. Η νύχτα μέσα στην οποία ζει. Τώρα, ήταν η ώρα να πέσει για ύπνο, σα πλάσμα της νύχτα και να περιμένει το επόμενο σκοτάδι.

Ξύπνησε το μεσημέρι. Συνήθως σηκωνόταν αργά το απόγευμα, όμως σήμερα ένοιωθε πως κάτι έπρεπε να κάνει και η αίσθηση του χρόνου που χάνεται τον κυρίευσε. Πλύθηκε γρήγορα, έφτιαξε καφέ και πλησίασε την μπαλκονόπορτα. Η μέρα ήταν φωτεινή, ηλιόλουστη και με μια κίνηση σήκωσε το πατζούρι. Αμέσως το σπίτι λούστηκε στο φως. Άνοιξε το παράθυρο και βγήκε έξω. Τα τρένα συνέχιζαν να περνούν με τους επιβάτες να στριμώχνονται στα βαγόνια. Ένα καναρίνι κελαηδούσε μέσα στο κλουβί του και οι αέρας έφερνε τη γλυκιά μυρωδιά του χειμώνα. Ένοιωθε να υποκύπτει στον πειρασμό να βγει έξω, αποδεχόμενος  την πρόκληση της ημέρας, σα μαγεμένος από αόρατες Σειρήνες που κρύβονται στην πόλη. Έτσι ετοιμάστηκε, βγήκε και κατευθύνθηκε στο σταθμό του τρένου.

Κατέβηκε στο Σύνταγμα. Η πόλη απλωνόταν μπροστά του, γεμάτη ανθρώπους που περπατούσαν, στέκονταν, κουβέντιαζαν. Περπάτησε στην Ερμού χαζεύοντας τις βιτρίνες και έκατσε σε μια καφετέρια του πεζόδρομου. Δίπλα του καθόταν ένα ζευγάρι νέα παιδιά, κοντά στη δική του ηλικία, που είχαν χαθεί στον μανιώδη κόσμο του έρωτα. Τους κοίταζε και έπιασε τον εαυτό του να ζηλεύει. Όμως η ενοχή που διαδέχτηκε τη ζήλια τον έκανε να νιώσει παρείσακτος, μπροστά σε αυτή την ομορφιά. Την ομορφιά της νιότης, της ανεμελιάς, της αθωότητας και του έρωτα. Ήταν δική του επιλογή να ζήσει χωρίς αυτά. Εκείνος επέλεξε τη ζωή που κάνει. Δεν είχε κανένα δικαίωμα να φθονεί εκείνους που απλά η ζωή τους ήταν έτσι, όπως θα ήθελε κι αυτός. Γιατί κατά τη διάρκεια της περιήγησής του, ανάμεσα στους εκατοντάδες καθημερινούς ανθρώπους, κατάλαβε, πως και ο ίδιος θα ήθελε να είναι όπως αυτοί. Να πηγαίνει σε ένα συγκεκριμένο προορισμό, να έχει μια δουλειά, παρέα, φίλους, και να βολτάρει μαζί τους ανακατεμένοι με το υπόλοιπο πλήθος.

Σηκώθηκε μελαγχολικά και προχώρησε προς το Μοναστηράκι φτάνοντας στην Καπνικαρέα. Η εκκλησία φάνταζε μοναχική, παράταιρη ανάμεσα στα μεγάλα κτίρια που έμοιαζαν να την απειλούν με την επιβλητικότητά τους, κάνοντάς τον να νοιώσει μια συμπάθεια για το ιερό κτίσμα. Αποφάσισε να μπει μέσα, να ανάψει ένα κερί, σα πρόκληση απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο, που μπαινόβγαινε στα διάφορα καταστήματα, αγνοώντας την ύπαρξή του. Πόσο καιρό είχε να μπει σε εκκλησία; Δεν θυμόταν. Το εσωτερικό του ναού μικρό, φωτισμένο από  ελάχιστα κεριά και καντήλια, τον έκανε να σταθεί ακίνητος για μερικά δευτερόλεπτα, μέχρι τα μάτια του να συνηθίσουν το σκοτάδι. Έριξε κάτι κέρματα στο παγκάρι, πήρε ένα κερί και το άναψε. Στάθηκε ακίνητος και κοίταζε την φλόγα που τρεμόπαιζε νοιώθοντας να τον τυλίγει  μια ζεστασιά και γαλήνη, που τον μετέφερε σε μια άλλη διάσταση. Σα να μην βρισκόταν σε αυτόν το κόσμο, χωρίς παρελθόν, χωρίς μέλλον, μονάχα  παρόν, στην πεμπτουσία του ‘υπάρχω’. Όταν βγήκε έξω, χωρίς να γνωρίζει πόση ώρα πέρασε μέσα στη μικρή εκκλησία, η ζωή συνέχιζε να κυλά στους γρήγορους ρυθμούς της κι ο ίδιος ένοιωθε, πως ήταν πια καιρός να ξεκινήσει, να την ακολουθεί.

Προχώρησε προς το Μοναστηράκι, αποφασισμένος να πάει με τα πόδια μέχρι το σπίτι, για να απολαύσει τη ζωή που τρέχει. Φτάνοντας στη Στοά του Αττάλου είδε κόσμο να κάθεται στον πεζόδρομο, απολαμβάνοντας τις τελευταίες ακτίνες του χειμωνιάτικου ήλιου, μπροστά από ένα καφέ. Ήταν ένας όμορφος χώρος, επενδυμένος με πέτρα και ξύλο, ενώ ο φωτισμός του ανέδιδε  μια ιδανική ζεστασιά. Δίπλα στην πόρτα ένα χαρτί, κολλημένο στην τζαμαρία, καθώς μαύρα γράμματα ανάγγειλαν : ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ. Ο Άκης κοντοστάθηκε, έριξε άλλη μια ματιά στο χώρο και πέρασε το κατώφλι.

Δούλευε έξι μήνες στο μαγαζί, αρχικά ως σερβιτόρος, όμως όταν ξεκίνησε να χαμογελάει και να ζεσταίνει ο καιρός, όπου έπρεπε να φοράει τα εφαρμοστά μπλουζάκια του μαγαζιού, ο υπεύθυνος τον έβαλε στο πόστο του μπαρ. Τα λεφτά που κέρδιζε δεν συγκρίνονταν με αυτά που έβγαζε από την προηγούμενη δουλεία , όμως επαρκούσαν για μια απλή ζωή και η απλότητα ήταν αυτό που αναζητούσε ο ίδιος. Η απλότητα του να πηγαίνει σε έναν προορισμό, να βγαίνει με συναδέλφους και σιγά-σιγά με φίλους, για φαγητό και ποτό. Να γυρίζει κουρασμένος από τη δουλειά και να πέφτει για ύπνο, ενώ το τηλέφωνο να χτυπάει για πρόσκληση σε καφέ και όχι για μια ‘υπηρεσία’ σε κάποιον πελάτη. Είχε αλλάξει τον αριθμό του, διέγραψε κάθε νούμερο που τον συνέδεε με το παρελθόν, μέχρι και τον ήχο κλήσης άλλαξε, για να είναι διαφορετικός στο άκουσμα που τώρα χτυπούσε συχνά κάνοντάς τον να χαίρεται και να μιλά, παραμένοντας ο εαυτός του, χωρίς να αλλοιώνει την φωνή του, σε έναν ερωτικό και υποσχόμενο τόνο. Ο Αλέξανδρος, είχε αρχίσει να χάνεται και ο Άκης μάθαινε να χαμογελά, αρχικά από αμηχανία, μα στη συνέχεια γιατί το ένοιωθε, απέναντι στους πελάτες, με τους οποίους αστειευόταν, χωρίς να λείπουν βέβαια τα ανάλογα φλερτ και ραβασάκια με τα τηλέφωνα από τη μεριά τους, κάτι για το οποίο τον πείραζαν όλοι στο μαγαζι.

Στεκόταν μπροστά από τον καθρέπτη και χτένιζε τα μαλλιά του. Είδε τα μάτια του μέσα στον καθρέπτη και ένοιωθε σα να ήταν η πρώτη φορά που τα κοίταζε. Μάτια σκούρα, λαμπερά που πρόδιδαν μια άγουρη ανεμελιά. Έλαμπαν. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε στο πρόσωπό του. Ακόμα ήταν νέος με μια πινελιά παιδικότητας και παράλληλα ενός άντρα, που είχε  περπατήσει αρκετά στενά στη ζωή. Ασυναίσθητα χαμογέλασε. Το σπασμένο δόντι στα αριστερά του χαμόγελου ταίριαζε φιλήδονα με το σημάδι στο αντίστοιχο φρύδι, κληρονομιά, από μια παλαιότερη ζωή, σε κάποιο άλλο σπίτι. Ο νους του δεν ταξίδεψε σε αυτήν. Δεν είχε σημασία πια. Ήταν πλέον ο Άκης και όλα τα άλλα ανήκαν στο παρελθόν, σε μια άλλη ζωή, ενός άλλου ανθρώπου, που έχει πλέον χαθεί χωρίς θλίψη. Και με αυτή την αίσθηση έφυγε από το σπίτι του.

Η ώρα ήταν περασμένη και κόντευαν να κλείσουν. Ο Άκης έκανε την καθιερωμένη καταμέτρηση των ποτών για την κάβα όταν άκουσε μια φωνή να του λέει: «Ένα gin με tonic.» Σήκωσε το κεφάλι του για να χαμογελάσει στον αργοπορημένο πελάτη, μα όταν τον είδε και το χαμόγελό του πάγωσε. Μια εικόνα από τα παλιά. Μια ανάμνηση που είχε ξεγράψει, γιατί άνηκε κι αυτή σε άλλη ζωή. Ο Κρίτωνας τον κοίταζε με μάτια γεμάτα έκπληξη και αμηχανία. Καθόταν εκεί, απέναντι του με τα μαλλιά να πέφτουν ανάκατα στο μέτωπο, όπως τότε, μα το βλέμμα του δεν είχε εκείνη την αθωότητα της Θεσσαλονίκης, στο μικρό διαμέρισμα κοντά στην Καμάρα.

«Άκη;»,  άκουσε να τον φωνάζει και συνήλθε από το ταξίδι στο παρελθόν. Ένοιωθε πως έπρεπε να απαντήσει  και παράλληλα το ένστικτο της αυτοσυντήρησης τον έκανε να πει συγκρατημένα και όσο μπορούσε αδιάφορα, μα με την καρδιά να χτυπάει τρελά: «Γεια σου Κρίτωνα.»

Εκείνος αγνόησε το ύφος του Άκη και άρχισε ένα λογύδριο με απανωτές ερωτήσεις γεμάτες αμηχανία, έκπληξη, πόθο, νοσταλγία και αναπόληση.

«Τι κάνεις εδώ πέρα;»
«Πόσο καιρός πέρασε;»
«Τι κάνεις;»
«Πόσο καιρό είσαι στην Αθήνα;»
«Δεν το πιστεύω ότι σε βλέπω μετά από τόσα χρόνια!»

Παράλληλα έδινε για τον ίδιο τις απαντήσεις στα ερωτήματα που έθετε. Ο Κρίτωνας, εργαζόταν σε μια δικηγορική εταιρία. Τελείωσε τις σπουδές του στις Βρυξέλλες και αρνήθηκε την πρόταση του θείου του να παραμείνει εκεί και να ακολουθήσει καριέρα διπλωματικού , όπως εκείνος. Έμενε μόνος σε ένα διαμέρισμα στου Ζωγράφου και είχε μια πολύ δύσκολη μέρα σήμερα, πράγμα που τον έκανε να βγει για βόλτα στο κέντρο και να σταματήσει τυχαία στο μαγαζί αυτό, για να πιει ένα ποτό πριν επιστρέψει στο σπίτι του. Ο Άκης τα άκουγε όλα αυτά με συγκρατημένο χαμόγελο. Θα ‘θελε να κάνει κι αυτός κάποιες ερωτήσεις, να τον αγκαλιάσει, να τον ρωτήσει αν θυμάται τα ατελείωτα βράδια στο κρεβάτι, να ονειροπολούν το μέλλον, να τον ρωτήσει αν τόσο καιρό τον σκεφτόταν καθόλου, αν ήταν με κάποιον και έκανε έρωτα τις νύχτες και να τον αρπάξει για να τον φιλήσει. Όμως το μόνο που έκανε ήταν να απαντά όσο πιο λακωνικά μπορούσε και να γνέφει μηχανικά το κεφάλι του σε κάθε μονόλογο που έκανε ο Κρίτωνας, ώσπου εκείνος τον ρώτησε: «Τι ώρα σχολάς;  Πάμε σπίτι μου να τα πούμε;»

Ο Άκης αιφνιδιάστηκε από την ερώτηση και παρόλο  που ήθελε να αρνηθεί το μόνο που έκανε ήταν να γνέψει καταφατικά το κεφάλι και να παραδοθεί στην προσμονή, του να βρεθεί μαζί του μετά από τόσο καιρό.

Ο Κρίτωνας έμενε σε ένα άνετο διαμέρισμα με μια θέα από το μπαλκόνι, που έφερνε όλη την Αθήνα στα πόδια. Κάθισαν στον καναπέ με τα ποτά στα χέρια και άρχισαν να μιλούν, αν και στην ουσία ο Κρίτωνας ήταν αυτός ο οποίος μιλούσε. Ο Άκης άκουγε και συχνά παραλλήλιζε σιωπηλά τη ζωή του με του άλλου, σε βαθμό που ξέθαψε κάθε ανάμνηση από την αλλοτινή του ζωή. Κάποια στιγμή ο Κρίτωνας έσκυψε και τον φίλησε και ο Άκης ενέδωσε. Ένοιωθε την περιέργεια να θυμηθεί πως φίλαγε ο πρώτος του έρωτας και πάνω απ’ όλα, πως είναι να φιλιέσαι, χωρίς να γίνεται κάτω από την επιβολή των χρημάτων. Το φιλί ήταν απαλό, υγρό, ερωτικό. Η γλώσσα του Κρίτωνα αχόρταγη, σα να προσπαθούσε να απομυζήσει κάθε μυστικό του Άκη και όλα όσα εκείνος απέκρυψε, μέσα στις αόριστες κουβέντες του, Φοβόταν κι ο φόβος τον έκανε να αντισταθεί στην παραχώρηση της πεμπτουσίας του φιλιού, προσπαθώντας να κρύψει κάθε στοιχείο από το παρελθόν του, μέχρι που παραδόθηκε στο πάθος που ξύπνησε μέσα του, το άγγιγμα του Κρίτωνα στο κορμί του.

Έφτασε σπίτι του το πρωί, αφήνοντας το Κρίτωνα να κοιμάται αγκαλιάζοντας τον, ενώ εκείνος σα κλέφτης ονείρων, ξεγλιστρούσε από το κρεβάτι. Περπάτησε αρκετά με θολωμένες σκέψεις. Η συνάντηση μαζί του, έφερε και τις αναμνήσεις από όλο του το παρελθόν. Η αίσθηση του να κάνεις έρωτα, ερχόταν αντιμέτωπη με το να κάνεις σεξ κοιτάζοντας τα χρήματα στο κομοδίνο. Είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που έπεσε σε κρεβάτι με κάποιον. Η τελευταία φορά, ήταν τη βραδιά που συνάντησε το Ντίλντο, τότε που οι πελάτες ευχαριστημένοι με τις επιδόσεις του, τον εκθείαζαν για άλλη μια φορά. Κι απόψε ο Κρίτωνας. Πόσο διαφορετικά τον άγγιζε, πόσο απαλά τον ένοιωθε μέσα του καθώς εκείνος αγωνιούσε μήπως τον πονέσει. Κι έπειτα το χάδι, η αγκαλιά και η απαλή ανάσα καθώς τον έπαιρνε ο ύπνος. Δεν ήθελε να πλυθεί. Δεν ήθελε να διώξει τη μυρωδιά του έρωτα από πάνω του. Ήθελε να κοιμηθεί με την αίσθηση αυτή στο σώμα του, μαζί με τις ενοχές και τις αναμνήσεις της δικής του κολασμένης ζωής, που άνηκαν σε κάποιον Αλέξανδρο,  στον ίδιον, αφήνοντας τα δάκρυα να ξεπλύνουν κάθε ντροπή και μυρωδιά που τον κατέτρεχε. Ξύπνησε το απόγευμα με την αίσθηση ενός βαρύ ουρανού να αιωρείται πάνω του. Η ανάμνηση της χθεσινής βραδιάς ήθελε να ήταν ένα όνειρο, όμως η μνήμη του κορμιού του και το βάρος της θλίψης που γέννησε μέσ’ τη νύχτα η θύμηση των περασμένων, μαρτυρούσαν πως υπήρξε πραγματικότητα. Πήγε στη δουλειά με κακή διάθεση, πρώτη φορά στους τόσους μήνες, με το μυαλό του ρευστό, να πλανάται στο χθες, στα συναισθήματα και στην αβεβαιότητα. Ξεχνούσε τις παραγγελίες, ήταν αφηρημένος και του έπεφταν τα πράγματα από τα χέρια, κάνοντας τους άλλους να του λένε περιπαικτικά πως ήταν ερωτευμένος. Θα μπορούσε να είναι;

Είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που υπήρξε και έχει ξεχάσει το συναίσθημα. Ευχόταν να ξαναδεί τον Κρίτωνα, απλά να τον δει και παράλληλα απόδιωχνε από τη σκέψη του ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Φοβόταν. Φοβόταν μη γυρίσει στο μακρινό παρελθόν της Θεσσαλονίκης και βιώσει πάλι την απομάκρυνση, την απουσία, και την φυγή του Κρίτωνα. Πόσο μόνος ένοιωθε τότε. Χαμένος, χωρίς κανέναν, χορεύοντας  στο ρυθμό της επιβίωσης, που τον οδήγησε στην παρακμή του αγοραίου έρωτα. Θα ήταν ποτέ δυνατόν να το πει αυτό στον Κρίτωνα; Θα μπορούσε να το πει στον οποιονδήποτε; Κι αν το έκανε, θα μπορούσε ποτέ κανείς να τον δεχτεί με αυτό το παρελθόν; Δεν ήταν μια πλούσια σε ερωτικές εμπειρίες ζωή, αλλά το παζάρεμα του κορμιού του για κάμποσα χαρτονομίσματα. Ήταν η πώληση του σώματός του, για κάποιες ώρες, σε αναρίθμητους άγνωστους, για να κορέσουν τις ορέξεις τους. Ήταν τα σφαλιστά μάτια του, όταν τον άγγιζαν, τον έφτυναν, τον έβαζαν να σκύβει στα τέσσερα ή σε οποιαδήποτε στάση τους βόλευε. Και κάθε φορά, ένα κομμάτι του είναι και της αξιοπρέπειά του, ακρωτηριαζόταν για να πεταχτεί στην άκρη, όπως το προφυλακτικό που χρησιμοποιήθηκε.

«Μου χρωστάς τον καφέ που δεν ήπιαμε το πρωί.», άκουσε να του λένε και είδε τον χαμογελαστό πρόσωπο του Κρίτωνα. Η καρδιά του χτύπησε και ένα βεβιασμένο χαμόγελο του ξέφυγε από τα χείλη. Κάθε σκέψη γλίστρησε από το νου του και το μόνο που είχε σημασία, ήταν πως εκείνος ξανάρθε για να τον βρει. Τον περίμενε και πάλι να σχολάσει για να φύγουν μαζί. «Αύριο θα του μιλήσω.» σκεφτόταν ο Άκης, όταν τον έπαιρνε αγκαλιά και κοιμήθηκαν αποκαμωμένοι από τον έρωτα. Όμως το αύριο εκλιπαρούσε για αναβολές και οι μέρες περνούσαν, όπως τότε, με τις βόλτες στο Θερμαϊκό, σα να μην πέρασε ούτε μια μέρα,  μονάχα  το σκηνικό να άλλαξε. Επιτέλους η ζωή, του πλήρωνε το μερτικό του. Πλέον μπορούσε να βαδίζει προς έναν προορισμό, να κάθεται για καφέ και να κοιτάζει τον διπλανό του με μάτια που κραύγαζαν πόθο και να περιπλανιέται στους δρόμους, χαζεύοντας τις βιτρίνες παρέα με κάποιον που, ναι, ήταν ερωτευμένος.

Είχαν περάσει ήδη τρεις μήνες από τότε που ο Άκης ξαναβρέθηκε με τον Κρίτωνα. Βρίσκονταν πότε στο ένα και πότε στο άλλο σπίτι, όπως τότε στα φοιτητικά τους χρόνια, με τη διαφορά πως ήταν πλέον δυο νέοι άντρες που ζούσαν, εργάζονταν κι ήταν ανεξάρτητοι από την οικογένειά τους. Ο ίδιος είχε διαγράψει τη ζωή που είχε μεσολαβήσει από τότε και η απόφαση να μιλήσει στον φίλο του, καταχωνιάστηκε κι αυτή με τις υπόλοιπες μνήμες. Απλά δούλευε από δω κι από κει, είχε πει στον Κρίτωνα, καλύπτοντας το κενό της ζωής του, όταν τον ρώτησε τι έκανε αυτά τα χρόνια. Σήμερα γύριζε στο σπίτι του, φορτωμένος με τσάντες. Θα περνούσαν το βράδυ στο σπίτι με φαγητό, ταινίες και κρασί. Σκεφτόταν τι να φτιάξει για φαγητό όταν άνοιξε την πόρτα και βρήκε τον Κρίτωνα να κάθεται στο σαλόνι με ένα τσιγάρο στο χέρι.

«Γεια, νόμιζα πως θα ερχόσουν αργότερα.» είπε ο Άκης χαμογελώντας πρόσχαρα. Έκλεισε την πόρτα με το πόδι και άφησε τις τσάντες στο πάτωμα για να πλησιάσει το φίλο του που τον κοίταζε αμίλητος.

«Τελείωσες νωρίτερα;» ξανάπε ο Άκης κι έκανε να τον αγκαλιάσει. Ο Κρίτωνας αποτραβήχτηκε και τον ρώτησε κοιτάζοντάς τον με μάτια που γυάλιζαν από δάκρυα, «Χρεώνεται αυτό;» Ο άλλος απόρησε, έσμιξε σε ένδειξη απορίας τα φρύδια του και είπε: «Τι εννοείς;»

«Η αγκαλιά είναι μέσα στην ταρίφα, Αλέξανδρε;»
Ο Άκης ένοιωθε το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια του. Αυτό που έκρυβε τόσο καιρό στη λησμονιά και την άρνηση τον βρήκε άξαφνα μπροστά του, με κόκκινα μάτια, ανάκατα μαλλιά, κρατώντας τσιγάρο και μυρίζοντας αλκοόλ σε κάθε ανάσα.

«Δεν είναι αυτό που νομίζεις Κρίτωνα.», είπε στην προσπάθειά του να σπάσει τη σιωπή που αιωρούταν σα κοφτερή λεπίδα.
«Ποιο δεν είναι έτσι όπως τα νομίζω;» ούρλιαξε ο άλλος και σηκώθηκε. «Το ότι πουλιόσουν στην Κουμουνδούρου και δεν ξέρω κι εγώ που αλλού; Λέγε ρε!»
«Κρίτωνα ηρέμησε σε παρακαλώ.», είπε ο Άκης και έκανε να τον ακουμπήσει.
«Πάρ’ τα χέρια σου από πάνω μου.», είπε ο άλλος και τραβήχτηκε απότομα.
«Πως...»
«Πως το ‘μαθα Αλέξανδρε;», είπε ειρωνικά ο Κρίτωνας. «Δεν περίμενες οτι θα το μάθαινα ε;» και συνέχισε χωρίς να περιμένει απάντηση. «Φαίνεται έχεις μεγάλη επιτυχία και σε θυμούνται οι πελάτες σου, γιατί ο Καραχάλιος σε θυμάται πολύ καλά!»
«Ποιος;»
«Δεν τον ξέρεις; Ίσως το όνομα Ντίλντος να σου λέει περισσότερα!»
«Μα δεν ..»
«Δεν τον έχεις πάρει; Πως και σου ξέφυγε; Εκείνος μου είπε πάντως ότι σε γούσταρε τρελά, είχε ακούσει βλέπεις πολύ καλά λόγια για τις επιδόσεις σου αλλά το ‘παιζες λέει δύσκολος. Γιατί δεν σου έδινε αρκετά;»

Ήθελε να τον ρωτήσει που τον ήξερε τον Ντίλντο κι ο άλλος σα να διάβασε τη σκέψη του είπε:
«Είναι πελάτης μου ρε και μας είδε τις προάλλες στο μαγαζί του. Ήρθε σήμερα από το γραφείο για να συζητήσουμε την υπόθεση του υποτίθεται και μου είπε, πως δεν περίμενε να πλήρωνα για να έχω ένα πουτανάκι δίπλα μου. Είμαι βλέπεις ακόμα πολύ νέος και ωραίος για να πληρώνω!»

Ο Ντίλντος λοιπόν ήταν ο καλοθελητής. Αυτός που τον έφτυσε και τον έκανε να σιχαθεί τη ζωή του, τον έκανε να σιχαίνεται τώρα τον εαυτό του. Η περιφρόνησή του απέναντι στο γελοίο γέρο, γύρισε και ζητούσε τα ρέστα της με τόκο. Εκείνος ήταν ο κύριος Καραχάλιος, ότι κι αν έκανε τις νύχτες, γυρνώντας με το αυτοκίνητο στα στενά σοκάκια. Είχε το προνόμιο  να αγοράζει, να έχει δικηγόρο  και μια δική του δουλειά, όμως ο Άκης τον περιφρονούσε για τη χυδαιότητα και την διαστροφή του. Πως τόλμησε; Το πεζοδρόμιο υπάρχει για να πατιέται. Ότι κι αν έκανε λοιπόν ο κύριος Καραχάλιος στην προσωπική του ζωή, τον άφηνε αλώβητο και αδιάφορο, ώστε να μπορεί να μιλάει γι’ αυτήν στον Κρίτωνα και να ξεμπροστιάσει τον Άκη απέναντί του. Τον Άκη, που νόμιζε πως το παρελθόν, μένει και ανήκει πίσω και μπορεί μες στην αφέλειά του, να ζήσει το σήμερα και να ονειρευτεί το αύριο διαφορετικό, με την απλότητα που επιθυμεί. Όμως το χθες μπορεί και επιστρέφει, σα χιόνια που πολυκαίρισαν στις πλαγιές και σαρώνουν τα πάντα, παρασυρόμενα από το ίδιο τους το βάρος.

«Κρίτωνα ήθελα να στο πω, όμως...»
«Όμως τι Άκη; Πίστευες πως δεν έχει σημασία; Πως μπορείς να με φλομώσεις στα ψέματα και να με κοροϊδεύεις; Ή έλπιζες να ξεκινήσω να σε πληρώνω για τις υπηρεσίες σου;»
«Είσαι ηλίθιος; Γι’ αυτό νομίζεις πως ήμουν μαζί σου τόσο καιρό; Ζω μόνος αρκετά χρόνια για να μην έχω ανάγκη κάποιον να με ταϊζει!»
«Αλίμονο, έχεις μεγάλη ταρίφα άλλωστε για να βγάζεις αρκετά.»
«Ο λόγος που δεν στο είπα από την αρχή ήταν γιατί φοβόμουν την αντίδρασή σου. Φοβόμουν μη σε χάσω πάλι όπως έφυγες στη Θεσσαλονίκη. Αν στο είχα πει θα μπορούσες να ήσουν μαζί Κρίτωνα; Την αντίδρασή σου φοβόμουν!»
«Αυτό είναι κάτι που τώρα δεν θα έχεις την ευκαιρία να μάθεις.» του απάντησε και προχώρησε προς την έξοδο, με τον άλλον να τον παρακολουθεί, σκεφτόμενος, πως τον έχανε για άλλη μια φορά στη ζωή του. Ο φίλος του έφτασε στην πόρτα, την άνοιξε, κοντοστάθηκε και γύρισε να τον κοιτάξει. Μια κρυφή ελπίδα φτερούγισε μες την καρδιά του Άκη, όμως ο Κρίτωνας του είπε αηδιασμένα:
«Πάρε κι αυτά για τις υπηρεσίες σου.» Κι έκλεισε την πόρτα με θόρυβο.

Χαρτονομίσματα φτερούγισαν στιγμιαία, για να αρχίσουν να πέφτουν νωχελικά, σα νεκρά, φθινοπωρινά φύλλα.

Ο Άκης χαμήλωσε το κεφάλι και τα έβλεπε να αγγίζουν το πάτωμα. Ένοιωθε κουρασμένος, διαλυμένος, παραιτημένος. Είναι αλήθεια λοιπόν πως «ότι κάνουμε , το βρίσκουμε μπροστά μας», σκέφτηκε, κοιτάζοντας το χρωματιστό μωσαϊκό που απλωνόταν μπροστά του. Για ένα μάτσο λεφτά πουλιόταν , μέχρι που έμεινε χωρίς ψυχή να ακρωτηριάσει, καθώς εκείνα κείτονται μπροστά του, μοιάζοντας πια με κουφάρια πουλιών. Κι όταν άρχισε να συλλέγει μικρά κομμάτια της ύπαρξής του, εκείνη διαλύθηκε σε θρύψαλα, από το βάρος του παρελθόντος, που κύλησε μπροστά του. Ότι έκανε, τον σημάδεψε ανεξίτηλα και θα το φέρει σε όλη του τη ζωή. Όσο κι αν θέλει να το κρύψει, πάντα το χθες θα τον ακολουθεί με διάφορες μορφές και θα στήνεται μπροστά του προκλητικά, σα ανεπιθύμητος επισκέπτης. Τότε η προσπάθεια να αλλάξει, να αλλάξει ζωή και να διεκδικήσει μερίδιο, από τα δικά του όνειρα έχουν νόημα;  Πόσοι και ποιοι θα μπορέσουν να παραβλέψουν την αλλοτινή ζωή του και να εστιάσουν στο παρόν που χτίζει; Ποιοι θα μπορέσουν να ξαπλώσουν δίπλα του και να ονειρεύονται, ακροβατώντας στο μέλλον; Μα πάνω απ’ όλα, μπορεί να συγχωρέσει τον ίδιο του τον εαυτό και να τον αγαπήσει; Ίσως τότε το παρελθόν να γίνει απλά η βάση, ώστε να σταθεί επάνω για να ατενίσει το αύριο. Ίσως τότε, πάψει να είναι σεσημασμένος. Για άλλη μια φορά αναρωτήθηκε: Πως θα ήθελε να είναι η ζωή του;

Έσκυψε και μάζεψε ένα-ένα τα χαρτονομίσματα, έπειτα βγήκε στο μπαλκόνι, στέκοντας στο σκοτάδι. Το τρένο περνούσε από μπροστά, κάνοντας θόρυβο κι εκείνος έπιασε τον αναπτήρα. Το χέρι του έγινε σα δάδα και μια κίνηση σκόρπισε τη φωτιά  στον αέρα, ελευθερώνοντας ένα μάτσο φλογισμένες πεταλούδες. Τις είδε να πετούν μέχρι που έγιναν στάχτη και χάθηκαν στην πόλη. Κάπου εκεί, διαμελισμένη, είναι η ψυχή του κι αποφάσισε να τη βρει.


Copyright 2008 by Ben Provis