Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2016

Ο Γέρος μου, ο Δίπλα μου και το Φεγγάρι



«Έχει φεγγάρι απόψε!»,
 αναφώνησε ο Γέρος μου
και γέλασε,
o πως τον λένε δεν θυμάμαι,
μα στεκόταν σιμά μου.

«Την ακούς; Την ακούς την θάλασσα;»,
μου φωνάζει
κι γελά πάλι,
σα πάτησε
βρε να δεις
μπροστά στο ντιβάνι.

«Τι ομορφιά!
Τι χάρη!
Μα κοίταξέ το!
Τι θύμησες, τι ζωή…»,
Πρόκαμα κι άκουσα να λέει
λίγο
πριν σκοτεινιάσει η όψη.

Λούφαξε ο Γέρος μου,
σα μικρό παιδί
σφάλισε τα μάτια.
Τι νόημα είχε άλλωστε;
Αφού του ‘κρυψε
θαρρώ ο Δίπλα
κάποιο Αυγουστιάτικο Φεγγάρι.

«Τι κλαις, ρε;»
Μου φώναξε,
σβήνοντας
του θόλου τη λάμπα.

«Τα ίδια λέει κι ματα λέει
κάθε βράδυ που ζυγώνω.»,
κάγχασε
 κι γέλασε ξανά.

Πότε αποτραβήχτηκε
 δεν ξέρω.
Σιμά μου ήταν
σας λέω!

Κι ο Γέρος μου
εκεί μικρός.
Κρύφτηκε
κάπου στην Πανσέληνό του.


Σφάλισε η πόρτα,
με σγούντηξε ξανά κι προχώρησε.
«Έρμα νιάτα», μονολόγησα
μα τον ακολούθησα κατά πόδας.

Και στην διαδρομή εκεί ‘πάνω
Ένα παραθύρι με κρόσσια διαβήκαμε.
«Ω! Τι όμορφο φεγγάρι!, αναφώνησα
«Αύγουστου είναι!», αναφώνησε η ηχώ μου.

«Κοίτα που δεν ήξερα
πως έχει φεγγάρι απόψε!»
μονολόγησα
κι έψαξα τον Γέρο μου
στο ‘κείθε.

«Τι υπήρξα
Ποιος είμαι
Πως θα ‘μαι;»
Έφτυσα στο μέσα μου
(μη με ακούσει)
 κι είδα
μια γυμνή λάμπα να αιωρείται.

Κοίτα να δεις
Ομορφιά!
 Όμοια
με ολόγιομο φεγγάρι

είναι!

Copyright 2016 by Ben Provis







Τρίτη, 5 Ιουλίου 2016

Έναν Θάνατο παραγγελιά παρακαλώ!

Λένε πως «Δεν υπάρχει γάμος δίχως δάκρυ και κηδεία δίχως γέλιο.» κι σοφά όπως  ορίζει πάντα ο λαός, ποιος ο λόγος να μνημονεύεις έναν νεκρό για τα όποια αίσχη του; Ο Θάνατος, είναι εξ ορισμού μια κάθαρση. Για αυτό τους νεκρούς τους πλένουμε, τους μυρώνουμε, τους «εξαγνίζουμε» κι έπειτα τους στήνουμε κι έναν ανδριάντα, κυρίως στη συνείδησή μας. Εφησυχάζεται έτσι η συνείδηση των ζωντανών, εκείνων που φοβούνται κυρίως την απουσία από τη ζωή, με την ελπίδα πως κι οι ίδιοι θα γίνουν ένα είδος προτομής σε μια πλατεία μνήμης. Προσβολή της μνήμης του νεκρού, χαρακτήρισαν την αγόρευση του Κούγια στη δίκη των δολοφόνων του Μένη Κουμανταρέα, ακριβώς γιατί οι νεκροί με το θάνατο τους τοποθετούνται άξαφνα σε ένα βάθρο. Λες και οι ίδιες οι άνομες πράξεις τους διαγράφονται μονοκοντυλιά χάρις στο θάνατο κι αγιοποιούνται οι πεθαμένοι στη ψεύτικη συνείδηση των ζωντανών. Για αυτό γελάμε στις κηδείες. Θυμόμαστε τις όμορφες, τις ευχάριστες στιγμές κι αν τύχει κι ακούσουμε κανέναν να κακοχαρακτηρίζει τον νεκρό, τον επιπλήττουμε βλοσυρά λέγοντας «Ντροπή! Για το νεκρό!», ασχέτως αν κάνουμε τις ίδιες κι ίσως χειρότερες σκέψεις για τον εκλιπόντα. Άλλωστε το «comme il faut» δεν παύει να είναι faux!

O Μένης Κουμανταρέας ήταν, πέρα από ένας εξαιρετικός συγγραφέας, άλλη μια κρυφή πούστρα με μια διπλή κοινωνική ζωή. Εκείνην του ευσεβούς συγγραφέα-πνευματικού ανθρώπου- συζύγου κι εκείνης, της κρυφής αδελφής, που ψωνίζει τεκνά στα γεράματα, διότι το μόνο «αμάρτημα» που μπορεί να αντιπροσωπεύει εμάς τους ομοφυλόφιλους, είναι η Λαγνεία. Κι είναι δυνατή η ριμάδα, που όσο κι αν την καταπνίγεις βρίσκει πάντα τρόπο κι αναδύεται. Γι’ αυτό όσο αντιστέκεσαι στις Σειρήνες της, είτε σε παρασύρει στην ενοχική της δίνη  είτε μετουσιώνεται σε καθαρή μορφή κακίας. Ο Μένης, όπως κάθε Μένης, ήθελε απλά να τα έχει όλα ή έστω τα περισσότερα δυνατόν και γιατί όχι. Η Λιλή, η λατρεμένη του  σύζυγος, με την οποίαν θεωρώ πως είχε την πιο ειλικρινή σχέση ακόμα κι από τον ίδιον του τον εαυτό, ήταν ένα σημείο αναφοράς στη δική του πορεία. Την αλήθεια της σχέσης τους την ξέρουν κάλλιστα μονάχα οι ίδιοι και μόνο κι αν πολλοί προβληματίζονται κρυφοκοιτάζοντας κουτσομπολίστικα τη ζωή του «γείτονα», απλά θα αναφέρω την άλλη «διάνοια», όπως χαρακτήρισαν τον Oscar Wilde, που είπε πως ο ιδανικότερος σύντροφος μιας γυναίκας είναι ένας ομοφυλόφιλος. Όμως αυτό δεν αναιρεί την άλλη ζωή. Τη σκοτεινή. Στις πιάτσες, στις πλατείες, στα στέκια που για τους πιο σύγχρονους μεταφράζονται στις σάουνες, στα chat room, στα site.

Είναι δύσκολο πράγμα να ξέρεις, γιατί πάντα ξέρεις, το τι είσαι κι ακόμα πιο δύσκολο να το αποδεχτείς. Τι θα πει ο κόσμος, αυτός ο διαλεμένος, η κοινωνία, η οικογένεια, οι συνάδελφοι, οι φίλοι και ότι μπορεί να στήσει εμπρός μας η γύψινη συνείδηση μας. Γνώρισα αρκετούς στις σκοτεινές διαδρομές μου, ανθρώπους σα τον Μένη, που θελήσαν να τα έχουν όλα ή έστω τα περισσότερα. Γυναίκα, ακόμα και παιδιά κι έρωτα, έτσι όπως τον ορίζει η ύπαρξή τους, μα στα δικά τους μέτρα και σταθμά. Μα ο Έρωτας είναι εξ ορισμού μια υπέρβαση κι απλά ή δέχεσαι κι κάνεις το άλμα ή απλά στέκεσαι σα ακροκέραμο κι βλέπεις εκείνους που τολμούν να χάσουν κι πηδούν στο κενό. Για να πας έπειτα  στις άλλες γωνίες, τις σκοτεινές , να θρέψεις την ύπαρξη σου μέσα απο δοσοληψίες ενός κάλπικου έρωτα, γιατί αυτό είναι  ανάγκη. Και φτάνεις κάποια στιγμή, σε μια στροφή, γιατί αυτό είναι η Ζωή, που ενστερνίζεσαι την Αλήθεια σου, γιατί τίποτα δεν έχεις πλέον να χάσεις, γι’ αυτό  χλευάζεις την ύπαρξή σου, για όλα όσα δεν ετόλμησες να ζήσεις κι αυτό οι άλλοι, οι πολλοί, το λένε προφητεία του θανάτου σου. Οϊμέ!

Κάθε ένας όμως είναι δικαστής στην γειτονιά της συνείδησής του γι’ αυτό οι δολοφόνοι του Κουμανταρέα, γιατί είναι επαίσχυντη η πράξη τους, καλώς πήραν την ποινή τους κι ο Μένης, όπως κάθε Μένης ας τολμήσει ρε γαμώτο να ζήσει την ύπαρξη του κι ας αποκτήσει «αρχίδια» λέω εγώ.

Υ.Γ.«Επικράτησε η άποψη ότι παραήταν παρορμητικός και επιπλέον - πράγμα ασυγχώρητο - ομοφυλόφιλος. Την υστεροφημία όμως εκείνος την κατέκτησε τελικά, ενώ αρκετούς από τους άλλους πρωτεργάτες τούς κατάπιε το σκοτάδι» γράφει «Στη γυναίκα που πετάει» ., είπε… για τον Ταχτσή.